Αναλύσεις
Ο συμβιβασμός με την Τουρκία στο Κυπριακό θα οδηγήσει σε πόλεμο στο Αιγαίο
Η προσωπική απεσταλμένη του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για την Κύπρο αναμένεται σύντομα να παρουσιάσει μια συμφωνία που φιλοδοξεί να επιλύσει τα προβλήματα μέσω της «δημιουργικής ασάφειας»
Γράφει ο Μάικλ Ρούμπιν, Middle East Forum
Πριν από 52 χρόνια, στις 20 Ιουλίου, η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο. Οι ισχυρισμοί διαδοχικών Τούρκων ηγετών ότι το έπραξαν για να προστατεύσουν τη μουσουλμανική μειονότητα της Κύπρου δεν υπήρξαν ποτέ αξιόπιστοι. Το μεγαλύτερο μέρος της τουρκικής εισβολής, της αρπαγής εδαφών και της εθνοκάθαρσης πραγματοποιήθηκε μετά την κατάπαυση του πυρός και ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη ειρηνευτικές συνομιλίες.
Παρότι η κατοχή της Κύπρου απολαμβάνει ευρείας υποστήριξης σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα της Τουρκίας, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει οδηγήσει την εδραίωση του τουρκικού ιμπεριαλισμού σε ένα νέο επίπεδο. Επιτέθηκε σε ειρηνευτικές δυνάμεις στην Πύλα και παραβίασε το επί δεκαετίες καθεστώς στην περίκλειστη περιοχή της Αμμοχώστου. Την ίδια στιγμή, η Τουρκία συνέχισε να μεταφέρει δεκάδες χιλιάδες εποίκους στη βόρεια Κύπρο.
Από πολιτισμική άποψη, οι φτωχοί Τούρκοι της Ανατολίας, τους οποίους χρησιμοποιεί ο Ερντογάν για να διογκώνει τους αριθμούς στην Κύπρο, διαφέρουν από τους γηγενείς Κυπρίους, οι οποίοι αποκαλούν το νησί πατρίδα τους εδώ και αιώνες. Οι μουσουλμάνοι της Κύπρου έχουν περισσότερα κοινά με τους Ελληνοκυπρίους παρά με τους Τούρκους της Ανατολίας, οι οποίοι συχνά εισάγουν στο νησί έναν ισλαμισμό ξένο προς την ίδια την Κύπρο.
Παρότι η κατοχή της Κύπρου απολαμβάνει ευρείας υποστήριξης σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα της Τουρκίας, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει οδηγήσει την εδραίωση του τουρκικού ιμπεριαλισμού σε ένα νέο επίπεδο.
Καθώς η κατοχή συνεχίζεται εδώ και δεκαετίες, πολλοί στη διεθνή κοινότητα την έχουν αποδεχθεί ως τη νέα κανονικότητα. Σχεδόν όλοι οι κυανόκρανοι του ΟΗΕ που υπηρετούν κατά μήκος της γραμμής ελέγχου μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της κατεχόμενης ζώνης γεννήθηκαν μετά την τουρκική εισβολή. Το ίδιο ισχύει και για τους περισσότερους διπλωμάτες που έχουν στον φάκελό τους το Κυπριακό.
Για άλλους διπλωμάτες, πρόκειται για ζήτημα ρεαλιστικής πολιτικής. Ο συνολικός πληθυσμός της Κύπρου, συμπεριλαμβανομένων των κατεχόμενων περιοχών, είναι μικρότερος από 1,5 εκατομμύριο. Ο πληθυσμός της Τουρκίας, αντίθετα, πλησιάζει πλέον τα 90 εκατομμύρια. Και ενώ η Κύπρος διαθέτει μόνο μια μικρή Εθνική Φρουρά, η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ με εν ενεργεία στρατιωτική δύναμη σχεδόν μισού εκατομμυρίου ανδρών.
Με την πάροδο των γενεών, οι διπλωμάτες απομακρύνθηκαν από τα αιτήματα για άμεση αποχώρηση της Τουρκίας. Το ψήφισμα 353 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, το οποίο εγκρίθηκε ομόφωνα το 1974, ζητούσε κατάπαυση του πυρός και άμεσο «τερματισμό της ξένης στρατιωτικής επέμβασης». Κατά τα επόμενα χρόνια, ωστόσο, διάφορες προτάσεις επιχείρησαν να βρουν δημιουργικές λύσεις. Κάθε πρωτοβουλία, ακόμη και όταν δεν στεφόταν από επιτυχία, διαμόρφωνε την ατζέντα των μελλοντικών συνομιλιών.
Το 1977, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄, Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, και ο Ραούφ Ντενκτάς, ηγέτης της κατεχόμενης ζώνης, συζήτησαν τη δημιουργία μιας δικοινοτικής ομοσπονδιακής δημοκρατίας, με την οικονομική βιωσιμότητα και τα περιουσιακά δικαιώματα να διαμορφώνουν τον αντίστοιχο έλεγχο των περιοχών. Στην ουσία, αυτό σήμαινε την ανατροπή της εθνοκάθαρσης που είχε διαπράξει ο τουρκικός στρατός.
Δύο χρόνια αργότερα, ο Ντενκτάς συμφώνησε με τον διάδοχο του Μακαρίου, Σπύρο Κυπριανού, να αποκλείσουν την ένωση οποιουδήποτε τμήματος της κυπριακής επικράτειας με άλλες χώρες: Η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να προσαρτήσει τις ελληνοκατοικούμενες περιοχές και η Τουρκία δεν θα μπορούσε να προσαρτήσει τις ζώνες που κατείχε.
Το 1983, το κοινοβούλιο της βόρειας Κύπρου ανακήρυξε την «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» ως ανεξάρτητο κράτος, το οποίο αναγνώρισε η Τουρκία, που τότε κυβερνιόταν από τον διορισμένο από τον στρατό πρωθυπουργό Μπουλέντ Ουλουσού.
Η τουρκική ενέργεια δημιούργησε το προηγούμενο γι’ αυτό που θα έκανε αργότερα η Ρωσία με τις «Λαϊκές Δημοκρατίες» του Ντονέτσκ και του Λουχάνσκ, όταν οι Ρώσοι εισβολείς απέκοψαν τμήματα της ουκρανικής επικράτειας. Τέτοιου είδους μονομερείς ενέργειες διέλυσαν όποια εμπιστοσύνη είχε συσσωρευτεί στις διαπραγματεύσεις και πιθανότατα αποκάλυψαν ότι η τουρκική πλευρά εξαρχής κέρδιζε χρόνο, αντί να επιδιώκει πραγματικά μια λύση.
Τα Ηνωμένα Έθνη ανέλαβαν στη συνέχεια πρωτοβουλία, μεσολαβώντας για τη διεξαγωγή έμμεσων συνομιλιών. Το 1989, ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Χαβιέρ Πέρες ντε Κουέγιαρ, απογοητευμένος από την έλλειψη προόδου, διατύπωσε τις δικές του ιδέες για μια λύση. Πρότεινε μια ομοσπονδιακή δημοκρατία, η οποία θα εξισορροπούσε την εθνική με την τοπική εξουσία.
Μπορεί οι προθέσεις του Πέρες ντε Κουέγιαρ να ήταν καλές, όμως η επιθυμία να επιβληθούν παραχωρήσεις για να ξεπεραστεί το αδιέξοδο επιβράβευε την Τουρκία για την επιθετικότητά της: Η Κύπρος έχανε εξουσία, ενώ η τουρκική «ζώνη του Βισύ» στο νησί αποκτούσε νομιμοποίηση.
Στις 13 Μαΐου 1990, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ενέκρινε ψήφισμα που υποστήριζε την ιδέα μιας δικοινοτικής, διζωνικής Κύπρου και εξουσιοδοτούσε επισήμως τον Γενικό Γραμματέα να καταθέσει νέες ιδέες για την άρση του αδιεξόδου.
Ο Γενικός Γραμματέας Μπούτρος Μπούτρος-Γκάλι πρότεινε ένα νομοθετικό σώμα δύο σωμάτων, με αναλογία 70 προς 30 μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στην Κάτω Βουλή και ισότιμη εκπροσώπηση στην Άνω Βουλή. Η ομοσπονδιακή εκτελεστική εξουσία θα λειτουργούσε επίσης με αναλογία 70 προς 30 μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.
Ο Μπούτρος-Γκάλι εγγυόταν επίσης ότι κάθε διοίκηση θα κυβερνούσε αντίστοιχα έναν ελληνοκυπριακό και έναν τουρκοκυπριακό πληθυσμό. Αυτό μπορεί να ακουγόταν δίκαιο στα κεντρικά γραφεία του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, στην πραγματικότητα όμως ο Γενικός Γραμματέας ουσιαστικά ευλογούσε την υφιστάμενη εθνοκάθαρση.
Ο Γενικός Γραμματέας Κόφι Ανάν συνέταξε ένα νέο σχέδιο, το οποίο παρουσίασε ως τη «Βάση Συμφωνίας για μια Συνολική Διευθέτηση του Κυπριακού Προβλήματος» και έμεινε ευρέως γνωστό ως Σχέδιο Ανάν.
Το σχέδιο προέβλεπε ένα περίπλοκο σύστημα εναλλαγών και αναλογιών, βασισμένο χαλαρά στο ελβετικό ομοσπονδιακό σύστημα. Οι Ελληνοκύπριοι αντέδρασαν στη νομιμοποίηση της προηγούμενης εθνοκάθαρσης, καθώς και στην αποτυχία του σχεδίου να αντιμετωπίσει το ζήτημα των Τούρκων εποίκων, οι οποίοι πιθανότατα υπερτερούσαν αριθμητικά ήδη του νόμιμου μουσουλμανικού κυπριακού πληθυσμού.
Οι Κύπριοι απέρριψαν συντριπτικά το σχέδιο στο δημοψήφισμα, εξαιτίας αυτών των ανησυχιών και της αποτυχίας του ΟΗΕ να καθορίσει μηχανισμούς εφαρμογής του. Φοβούνταν ότι θα προχωρούσαν σε παραχωρήσεις, μόνο και μόνο για να ενισχύσει η Τουρκία τη στρατιωτική της παρουσία στο νησί. Οι ανησυχίες των Κυπρίων ήταν βάσιμες, ιδίως αν ληφθεί υπόψη το ιστορικό του ΟΗΕ, ο οποίος απαντούσε στην αδιαλλαξία με ακόμη μεγαλύτερους συμβιβασμούς.
Ο Ερντογάν κινείται μεταξύ της διαίρεσης της Κύπρου σε δύο ανεξάρτητα κράτη και της θρηνωδίας για το γεγονός ότι η Τουρκία δεν ολοκλήρωσε το δικό της Άνσλους.
Σήμερα, το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται. Ο Ερντογάν κινείται μεταξύ της διαίρεσης της Κύπρου σε δύο ανεξάρτητα κράτη και της θρηνωδίας για το γεγονός ότι η Τουρκία δεν ολοκλήρωσε το δικό της Άνσλους — την πλήρη προσάρτηση του νησιού.
Τώρα τα Ηνωμένα Έθνη επανέρχονται. Η Μαρία Άνχελα Ολγκίν, προσωπική απεσταλμένη του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες για την Κύπρο, αναμένεται σύντομα να παρουσιάσει μια συμφωνία, η οποία, όπως υποστηρίζει, θα επιλύσει τα προβλήματα μέσω της «δημιουργικής ασάφειας».
Ας αφήσουμε κατά μέρος το γεγονός ότι μια τέτοια ασάφεια συνιστά επαγγελματική αμέλεια. Οδηγεί ανθρώπους στον θάνατο και θα σπείρει τους σπόρους συγκρούσεων που θα διαρκέσουν για γενιές.
Το πρόβλημα είναι ότι ο Γκουτέρες και η Ολγκίν έχουν επικεντρωθεί τόσο πολύ στην Κύπρο ως μεμονωμένη περίπτωση, ώστε αγνοούν το προηγούμενο που κινδυνεύουν να δημιουργήσουν.
Καθώς τα Ηνωμένα Έθνη προτείνουν ακόμη μία λύση, η οποία θα νομιμοποιεί αναδρομικά και θα επιβραβεύει την τουρκική κατοχή, ο Ερντογάν απαιτεί την αναθεώρηση των θαλάσσιων συνόρων, αν όχι και του εδαφικού ελέγχου στο Αιγαίο.
Εάν το σχέδιο του ΟΗΕ προχωρήσει, η Τουρκία θα έχει κάθε λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να επιτύχει στρατιωτικά τους στόχους της στο Αιγαίο και να κερδίσει τελικά τη διεθνή αποδοχή, αρκεί απλώς να περιμένει αρκετά.
Η Άγκυρα ενδεχομένως δεν θα χρειαζόταν καν να περιμένει, διότι Τούρκοι διπλωμάτες —και ίσως ο πρέσβης των ΗΠΑ Τομ Μπάρακ— θα επικαλούνταν πρόθυμα και επανειλημμένα το κυπριακό προηγούμενο, προκειμένου να παραχωρηθεί στην Τουρκία η κατοχή ελληνικών νησιών, από τα οποία θα είχε εκδιώξει μέσω εθνοκάθαρσης τον πληθυσμό τους.
Πολύ συχνά, αξιωματούχοι του ΟΗΕ και Ευρωπαίοι διπλωμάτες ταυτίζουν τον συμβιβασμό με την πολιτική σοφία και την υψηλή διπλωματία. Αυτό που κάνουν στην πραγματικότητα, όμως, συνιστά επαγγελματική αμέλεια.
Δεν πρέπει να υπάρξει καμία λύση στο Κυπριακό, η οποία να μην απαιτεί προηγουμένως την αποχώρηση και του τελευταίου Τούρκου στρατιώτη και του τελευταίου Τούρκου εποίκου από το νησί, καθώς και την αποκατάσταση της πλήρους κυπριακής κυριαρχίας στο σύνολο της επικράτειας της χώρας.
Αναλύσεις
Καλεντερίδης: «Παγίδα» η τουρκική άδεια για το καλώδιο – «Η Ελλάδα πού είναι στη Λιβύη;»
Προειδοποίηση για τους χειρισμούς στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, πρόταση για ευρωπαϊκές κυρώσεις και αιχμές για την ελληνική παρουσία στη Λιβύη από τον Σάββα Καλεντερίδη στη «Ναυτεμπορική». Τι ανέφερε για την υπόθεση Γκίλφοϊλ και την πρόσβαση στον Λευκό Οίκο.
Τον κίνδυνο να εγκλωβιστεί η Ελλάδα σε μια διαδικασία που θα εξυπηρετεί τις τουρκικές διεκδικήσεις για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου επισήμανε ο Σάββας Καλεντερίδης, μιλώντας στη «Ναυτεμπορική». Έθεσε ως κεντρικό ζήτημα να μη μετατραπεί η διαδικασία έκδοσης NAVTEX σε αναζήτηση άδειας ή συναίνεσης από την Άγκυρα.
«Εάν μπούμε στο παιχνίδι της άδειας, παίζουμε το παιχνίδι της Τουρκίας», υπογράμμισε, προειδοποιώντας ότι ακόμη και διατυπώσεις περί «συντονισμού» ή «απλής ενημέρωσης» χρειάζονται προσοχή ως προς το περιεχόμενο και τις συνέπειές τους.
Ο ίδιος διαχώρισε την έκδοση NAVTEX από την άσκηση κυριαρχικού δικαιώματος, εξηγώντας ότι πρόκειται για διαδικασία αγγελιών προς τους ναυτιλλομένους. Κατά την τοποθέτησή του, για την περιοχή διέλευσης του καλωδίου πρέπει να κινηθούν οι αρμόδιες ελληνικές και κυπριακές αρχές, χωρίς να δημιουργηθεί προηγούμενο τουρκικής έγκρισης.
«Μόνο NAVTEX. Τίποτα άλλο», ήταν η φράση με την οποία συνόψισε τη θέση του.
Τα ερωτήματα για τη συμφωνία του GSI
Ο Καλεντερίδης έθεσε παράλληλα ερωτήματα για το περιεχόμενο της συμφωνίας με τη Meridiam σχετικά με το GSI και για το εάν έχουν αποσαφηνιστεί οι όροι υπό τους οποίους θα προχωρήσουν οι εργασίες.
Δεν υποστήριξε ότι γνωρίζει κάποια συγκεκριμένη πρόβλεψη που επιβάλλει συνεννόηση με την Τουρκία. Ζήτησε, όμως, να διερευνηθεί τι ακριβώς έχει συμφωνηθεί, μεταφέροντας και αναφορές περί αποστάσεων του υπουργείου Εξωτερικών από τη διαδικασία της συμφωνίας.
Το κρίσιμο, όπως προκύπτει από την παρέμβασή του, είναι εάν η υλοποίηση του έργου θα προχωρήσει χωρίς πρόσθετες διαδικασίες που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν από την Άγκυρα για να εμφανιστεί ως συναρμόδια.
«Να πληρώσει βαρύ τίμημα» η παρεμπόδιση
Στο ζήτημα της αποτροπής, ο Καλεντερίδης υποστήριξε ότι η Ελλάδα πρέπει να κινητοποιήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση, επιδιώκοντας σαφή προειδοποίηση για βαρύτατες κυρώσεις σε περίπτωση παρεμπόδισης του έργου.
Παραπέμποντας στην κρίση του 2020 με το Oruc Reis και στα γεγονότα της Κάσου το 2024, εκτίμησε ότι η Τουρκία έχει ήδη δείξει πως χρησιμοποιεί τη στρατιωτική παρουσία για να στηρίξει πολιτικές διεκδικήσεις.
Γι’ αυτό, κατά την ανάλυσή του, απαιτείται συγκεκριμένο κόστος που θα υποχρεώσει την τουρκική ηγεσία να επανεξετάσει τις επιλογές της. Πρότεινε το θέμα να τεθεί σε επίπεδο ευρωπαϊκής Συνόδου Κορυφής, με επίκεντρο την προστασία ενός έργου ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος.
Παράλληλα, χαρακτήρισε μεγάλο λάθος την αναζήτηση λύσης μέσω του Μάρκο Ρούμπιο. Υποστήριξε ότι η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει Ελλάδα και Τουρκία ως δύο συμμάχους και εξέφρασε δυσπιστία για το εάν μια αμερικανική παρέμβαση θα ανέτρεπε τις τουρκικές επιδιώξεις.
Πιέσεις στον Χαφτάρ και το ερώτημα για την Αθήνα
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε η αναφορά του στη Λιβύη. Ο Καλεντερίδης ανέφερε ότι η Άγκυρα ασκεί «αφόρητες πιέσεις» στην πλευρά Χαφτάρ, επιδιώκοντας την κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή.
Επικαλούμενος σχετικό δημοσίευμα του Libya Observer, είπε ότι το Ισραήλ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αντιτίθενται σε αυτή την εξέλιξη και έθεσε το ερώτημα: «Η Ελλάδα πού είναι;».
Κατά την εκτίμησή του, η Αθήνα όφειλε να έχει επενδύσει πολύ περισσότερο στις σχέσεις με την ανατολική Λιβύη, λόγω της σημασίας της περιοχής για τις τουρκολιβυκές διεκδικήσεις. Πρόσθεσε ότι η παράμετρος αυτή θα αποκτούσε ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα σε ένα ενδεχόμενο διαμελισμού της χώρας.
Γκίλφοϊλ, Λευκός Οίκος και Κάθετος Διάδρομος
Σχολιάζοντας την υπόθεση Γκίλφοϊλ και την απομάκρυνσή της, όπως αυτή συζητήθηκε στην εκπομπή, ο Καλεντερίδης εκτίμησε ότι δημιουργείται ανισορροπία στους διαύλους Ελλάδας και Τουρκίας με την αμερικανική προεδρία.
Αντιπαρέβαλε τις επαφές Ερντογάν–Τραμπ και την επιρροή του Αμερικανού πρέσβη στην Τουρκία με την απουσία, κατά την εκτίμησή του, αντίστοιχης απευθείας επικοινωνίας του Μεγάρου Μαξίμου.
Δεν χαρακτήρισε, ωστόσο, την κατάσταση καταστροφική. Πρότεινε ενεργοποίηση των Ελληνοαμερικανών με θεσμικές θέσεις και πρόσβαση στο προεδρικό περιβάλλον.
Για τον Κάθετο Διάδρομο εκτίμησε ότι μπορεί να προχωρήσει ανεξαρτήτως Γκίλφοϊλ, υπό την προϋπόθεση ότι διαθέτει οικονομική βιωσιμότητα και πελάτες. Επισήμανε επίσης ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να επιτρέπουν την απόδοση της απομάκρυνσής της σε τουρκική παρέμβαση.
Κλείνοντας, άσκησε αυστηρή κριτική στη συμπεριφορά που αποδίδεται στην ίδια μέσα από δημοσιεύματα, τονίζοντας ότι ένας πρέσβης οφείλει να σέβεται τη χώρα υποδοχής, την κυβέρνησή της και τους θεσμούς της.
GEOPOLITICO
«Αθηναϊκή δημοκρατία»: Κακομεταχειρισμένο ένδυμα ή πρόταγμα εθνικής κυριαρχίας;
Η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, η επίκληση της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας από το βήμα της Πνύκας και οι γεωπολιτικές επιδιώξεις της Ουάσιγκτον στην Ανατολική Μεσόγειο μπαίνουν στο μικροσκόπιο της Μαγδαληνής Αθανασιάδου. Σε μια αιχμηρή ανάλυση, η αρθρογράφος αναδεικνύει την απόσταση ανάμεσα στις διακηρύξεις περί δημοκρατίας, ελευθερίας και εθνικής κυριαρχίας και στην αμερικανική πολιτική απέναντι στην Τουρκία, θέτοντας κρίσιμα ερωτήματα για το Κυπριακό, το Διεθνές Δίκαιο, τις ενεργειακές διασυνδέσεις και τον αποκλεισμό της Ελλάδας από σημαντικούς γεωοικονομικούς σχεδιασμούς. Παράλληλα, υπογραμμίζει την ανάγκη η Αθήνα να εγκαταλείψει τη λογική της παθητικής προσδοκίας συμμαχικής προστασίας και να διαμορφώσει αυτόνομη εθνική στρατηγική, στηριγμένη στην οικονομική ισχύ, την πραγματική δημοκρατία και την υπεράσπιση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.
Γράφει η Μαγδαληνή Αθανασιάδου
Η πυκνά σχολιασμένη επίσκεψη του Υπουργού Εξωτερικών των Η.Π.Α. θα πρέπει πρωτίστως να τοποθετηθεί στο ευρύτερο πολιτικό της πλαίσιο. Ο Μάρκο Ρούμπιο επισκέφθηκε τη χώρα μας ως φορέας ενός συγκεκριμένου πολιτικού αξιώματος εκπροσωπώντας τις θέσεις της παγκόσμιας υπερδύναμης αναφορικά με μία σειρά από ζητήματα: περιφερειακής ανάπτυξης, οικονομίας και άμυνας. Οι συγκεκριμένες στρατηγικές προτεραιότητες δεν μπορούν να μην συσχετιστούν με τους δύο μεγάλους πολέμους που μαίνονται όχι πολύ μακριά από τη χώρα μας: τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή.
Οι απόψεις του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών εκφράστηκαν στην ομιλία του στην Πνύκα, στην κοινή συνέντευξη Τύπου με τον κ. Γεραπετρίτη και στη συνέντευξη που έδωσε στον κ. Παπαχελά στην Καθημερινή.
Ένα βασικό ερώτημα που τέθηκε στον Μάρκο Ρούμπιο στη συνέντευξη που έδωσε στην Καθημερινή αφορούσε στη νέα ενεργειακή αρχιτεκτονική που θέλουν να διαμορφώσουν οι Η.Π.Α. στην περιοχή, η οποία ξεκίνησε με τον Κάθετο Διάδρομο μεταφοράς φυσικού αερίου κατεύθυνσης Βορράς – Νότου και το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης GSI και κατόπιν ρωτήθηκε, αν θα υποστηρίξουν το δεύτερο στο Αιγαίο. Στην απάντησή του, ο κ. Ρούμπιο συνέδεσε τα παραπάνω με τον πόλεμο στην Ουκρανία, τις εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ και τον πόλεμο με το Ιράν. Για τις Η.Π.Α., αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα η προώθηση του δικού τους υγροποιημένου φυσικού αερίου και η αποσύνδεση της Ανατολικής Ευρώπης από τις ρωσικές πηγές ενεργειακού ανεφοδιασμού.
Σε αυτό το διεθνές πλαίσιο, τα σημεία του ελληνικού ενδιαφέροντος εντάσσονται αλλά δεν ταυτίζονται με τις αμερικανικές προτεραιότητες. Οι περιφερειακοί συσχετισμοί δυνάμεων που αφορούν την Ανατολική Μεσόγειο και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις αποκαλύπτουν πτυχές χρόνιων προβλημάτων, των οποίων η επίλυση απαιτεί όχι αόριστα ευχολόγια αλλά συγκεκριμένες δεσμεύσεις πρώτα και κύρια απέναντι στο Διεθνές Δίκαιο. Η ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα αναπαρήγαγε όλα τα μοτίβα που χαρακτηρίζουν την αμερικανική πολιτική στα ελληνοτουρκικά τα τελευταία χρόνια: ίσες αποστάσεις μεταξύ των δύο πλευρών και αόριστα ευχολόγια αποφυγής συγκρούσεων εντός της συμμαχίας. Εκείνο που είχε ενδιαφέρον, και θα αποτελέσει το αντικείμενο του παρόντος άρθρου, είναι ο τρόπος με τον οποίο στην παρούσα συγκυρία ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών επικαλέστηκε την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία σε απόλυτη συνάφεια με τις αμερικανικές γεωπολιτικές επιδιώξεις.
Στην ομιλία του, ο Μ. Ρούμπιο κατέθεσε έναν ύμνο στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, ως κάτι ζωντανό και όχι ως κάτι που ανήκει οριστικά στο παρελθόν. Η αρχαία ελληνική δημοκρατία εξυμνήθηκε ως μήτρα του τρισχιλιετούς ελληνοχριστιανικού πολιτισμού τόσο αναφορικά με τις ιδέες και το πολιτικό λεξιλόγιο που κληροδότησε όσο και ως πρόγονος του σημερινού έθνους, που είναι άρρηκτα συνυφασμένο με την έννοια της κρατικής ισχύος και της άσκησης βίας όταν η διπλωματία αποτυγχάνει. Στην έννοια της «Δύσης» που χρησιμοποίησε, η Αμερική διαχωρίστηκε από την Ευρώπη, στην οποία απηύθυνε εκκλήσεις για επαναφορά από τον βαθύ γεωπολιτικό λήθαργο.
Η Αμερική του Μ. Ρούμπιο, όπως και η αρχαία Ελλάδα, εμφανίστηκε ανθρωποκεντρική∙ το άτομο δεν συνθλίβεται από την εθνική κοινότητα αλλά νοηματοδοτείται εντός της μέσω της αριστείας και της προσφοράς στο σύνολο. Πρόκειται για τη χώρα που οφείλει να διατηρήσει την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία της, να εκπληρώσει το πεπρωμένο της και να ξεπεράσει ενοχικά σύνδρομα αναφορικά με την άσκηση ισχύος πέραν του εδάφους της. Το έθνος παρουσιάστηκε ως το όχημα για την άσκηση περήφανης και εξωστρεφούς εξωτερικής πολιτικής αφού ζει και λειτουργεί σε έναν κόσμο εθνοκεντρικό. Η έννοια της θυσίας αντιπαρατέθηκε προς τον μαρτυρικό θάνατο των ισλαμιστών, οι οποίοι ως βομβιστές αυτοκτονίας υμνούν τον θάνατο ως αυτοσκοπό και όχι την μέσω του ηρωικού θανάτου, λατρεία της ζωής. Ο λόγος του Μ. Ρούμπιο κατέληξε σε μία προτροπή∙ προέτρεψε τα έθνη να διαφυλάξουν τις διακριτές τους ταυτότητες προκειμένου στη βάση αυτή, να αναγνωρίσουν και να διεκδικήσουν τα εθνικά τους συμφέροντα.
Το βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι αν όντως υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ των όσων είπε και των όσων πράττουν οι Η.Π.Α. ως υπερδύναμη στην περιοχή μας και τι θα πρέπει εμείς ως σύγχρονο κράτος να πράξουμε προκειμένου να φανούμε αντάξιοι των προγόνων μας (Αθηναίων και όχι μόνο).
Η αριστεία στην αρχαία Ελλάδα νοούνταν όχι απλώς ως επιδίωξη υπεροχής ή διάκρισης αλλά ήταν ένας αξιακός τρόπος ζωής που διαπερνούσε κάθε πτυχή της ζωής ενός ανθρώπου – πολίτη. Ήταν η ύψιστη αξία που συνδεόταν όχι μόνο με την πολεμική αρετή αλλά και με την γενναιοφροσύνη, την πίστη και τον σεβασμό στους θεούς, την αποδοχή των ορίων της μοίρας και την αποφυγή της ύβρεως. Στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις – κράτη της κλασικής εποχής, η αριστεία επεκτεινόταν και στην παιδεία, την ικανότητα και βούληση για συμμετοχή στα κοινά και τη εν γένει αντίληψη ότι η αξία ενός ανθρώπου νοηματοδοτείται από την προσφορά του στην πόλη∙ μία προσφορά που έφτανε μέχρι τον θάνατο στη μάχη.
Η πολιτική συμπεριφορά της υπερδύναμης απέχει αρκετά από το παραπάνω ιδεώδες, τόσο αναφορικά με την αντίληψη της πολιτικής στο εσωτερικό της όσο και ως προς τη διεθνή συμπεριφορά της. Η έννοια της αριστείας στον αγγλοσαξονικό κόσμο έχει γίνει συνώνυμο της ιδιώτευσης και του αθέμιτου ανταγωνισμού όπου ο πολίτης νοείται βασικά ως καταναλωτής και η αξία του αποτιμάται σε χρήμα και εξουσία. Σε απόλυτη αντιστοιχία με τον ανταγωνιστικό ιδιώτη , οι Η.Π.Α. έχουν συνδέσει την πολιτική τους υπεροχή με ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις ανά τον κόσμο, στήριξη σε αυταρχικά και διεφθαρμένα καθεστώτα που λειτουργούν ως δορυφόροι τους προωθώντας αμερικανικές πολιτικές επιδιώξεις και οικονομικά συμφέροντα σε βάρος της εθνικής κυριαρχίας και οικονομικής ανάπτυξης των χωρών που βρίσκονται εξαρτημένες από αυτές.
Ειδικότερα, στην περιοχή μας και σε συνάφεια με τα ελληνοτουρκικά, μία σειρά από ζητήματα που είναι λυμένα από την ελληνική πλευρά αλλά και από το Διεθνές Δίκαιο τίθενται διαρκώς υπό συζήτηση και αποτελούν αιτία πολέμου για την τουρκική πλευρά ενώ το βόρειο τμήμα της Κύπρου παραμένει υπό παράνομη τουρκική στρατιωτική κατοχή. Απέναντι σε όλα τα παραπάνω, οι αμερικανικές θέσεις δεν μπορούν να χαρακτηριστούν «εξισορροπητικές» αλλά συμψηφίζοντας τον θύτη με το θύμα υπονομεύουν τα θεμέλια του Διεθνούς Δικαίου και εν τέλει και της αμερικανικής νομιμοποίησης ως δύναμης διεθνούς σταθερότητας, ιδίως όταν η τελευταία (Η.Π.Α) θέλει να ενδύει με ιδεολογικό – αξιακό μανδύα την άσκηση παγκόσμιας πολιτικής. Θα μπορούσαμε να επεκτείνουμε τη σκέψη μας και ακόμα παραπέρα αφού το ζήτημα δεν είναι μόνο ρητορικά αξιακό αλλά διεισδύει και στον σκληρό πυρήνα της γεωπολιτικής των ναυτικών Δυνάμεων: η αμφισβήτηση από μέρους της Τουρκίας του δικαιώματος των νησιών να έχουν πλήρη δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες (υφαλοκρηπίδες και ΑΟΖ) δεν συνιστά απλώς παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας αλλά υπονομεύει τα θεμέλια ασφάλειας των ναυτικών Δυνάμεων της Δύσης (άνευ εισαγωγικών).
Τι οφείλει να κάνει η χώρα μας;
Καταρχήν να κατανοήσει ότι η ένταξη σε μία συμμαχία δεν λύνει αυτομάτως όλα τα προβλήματα. Η οικονομική ανάπτυξη (σε γεωπολιτική προοπτική και όχι παρασιτική – καταναλωτική), το πολιτικό σύστημα (που οφείλει να είναι δημοκρατικό και όχι ολιγαρχικό – κοινοβουλευτικό) και η εξωτερική πολιτική (που οφείλει να διασφαλίζει την εθνική κυριαρχία) σε απόλυτη σύμπνοια είναι οι παράγοντες που διασφαλίζουν όχι απλώς βιωσιμότητα σε ένα εθνικό κράτος αλλά εδραιώνουν και μία ισχυρή θέση του στο διεθνές πλαίσιο. Έτι περαιτέρω, για μία χώρα σαν τη δική μας που έχει την ευλογία να αποτελεί μήτρα του δυτικού πολιτισμού και γεννήτορα της αληθινής έννοιας της δημοκρατίας, το ιστορικό παρελθόν και ο πολιτισμός αποτελούν παρακαταθήκες που μπορούν και οφείλουν να κεφαλαιοποιηθούν προς την ίδια κατεύθυνση.
Οι ίδιες οι πολιτικές εξελίξεις προδιαγράφουν και τις προοπτικές για τη χώρα μας. Η απομάκρυνση της κ. Γκιλφόιλ από τη θέση της Αμερικανίδας πρέσβειρας, πέρα από τις διενέξεις στο εσωτερικό του αμερικανικού πολιτικού κατεστημένου, κατέδειξε και την εμπλοκή ντόπιων οικονομικών συμφερόντων σε οικονομικούς σχεδιασμούς βλαπτικούς για τη χώρα, αναφορικά με την ενεργειακή αποδυνάμωση της Ελλάδας και την έκθεσή της σε συνθήκες διεθνούς οικονομικής αστάθειας. Ο ενεργειακός τομέας της οικονομίας βρίσκεται στο επίκεντρο των οικονομικών εξελίξεων και η χώρα μας θα πρέπει να διαθέτει ως πλοηγό της την οικονομική αυτάρκεια σε όλα τα επίπεδα. Η πρόσφατη συζήτηση για τον IMEC, τον οικονομικό διάδρομο Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης δεν συμπεριέλαβε την Ελλάδα. Τη στιγμή που άλλα κράτη διεκδικούν για τον εαυτό τους ρόλο αναβαθμισμένο στην νέα ενεργειακή αρχιτεκτονική που διαμορφώνεται διεθνώς (η Ιταλία ως ευρωπαϊκή πύλη εμπορευματικών ροών και σύνδεση του σχεδιασμού αυτού με την Αφρική, για την Ινδία ο IMEC εντάσσεται στον στόχο της ευρύτερης στρατηγικής ενίσχυσης των οικονομικών δεσμών της με τον Κόλπο και την Ευρώπη και για το Ισραήλ ο συνδυασμός της γεωγραφικής του θέσης με τις τεχνολογικές του δυνατότητες του προσδίδει αυξημένο ρόλο στην κυβερνοασφάλεια, την προστασία των κρίσιμων υποδομών, την εφαρμογές στην τεχνητή νοημοσύνη και την τεχνολογική καινοτομία) η Ελλάδα απουσιάζει.
Σε μία εποχή, κατά την οποία προωθούνται ποικίλες ενεργειακές συμφωνίες, αναπτύσσονται στενές σχέσεις κρατών και διπλωματικών αξιωματούχων με οικονομικά συμφέροντα και εντατικοποιείται ο ανταγωνισμός για την ενεργειακή τροφοδοσία της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, η Ελλάδα δεν μπορεί να παραμένει απαθής θεατής. Τα σύνορα μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής οικονομίας έχουν πια ξεθωριάσει και η ασφάλεια των υποδομών είναι μείζων στόχος που μπορεί να διασφαλίσει μόνο ένα ισχυρό κράτος. Η παγκοσμιοποίηση των οικονομικών εξελίξεων καταδεικνύει πως πίσω από κάθε οικονομικό σχεδιασμό, ακόμα και διηπειρωτικό βρίσκεται κάποιο ισχυρό κράτος που προωθεί κρατικά συμφέροντα μέσω της οικονομίας. Η χώρα μας θα πρέπει να αναπτύξει όλους τους τομείς της οικονομίας της σε ένα ολοένα πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον. Κι αν ο στόχος αυτός είναι ρητός για κάθε κράτος, για μας υπάρχει και κάτι παραπάνω: το βαρύ χρέος της αρχαίας δημοκρατίας που δεν ασκείται από ένα κονκλάβιο ισχυρών που δεν λογοδοτούν σε κανέναν αλλά εμπλέκει τους ίδιους τους πολίτες στην άσκηση της πολιτικής υπενθυμίζοντάς μας πως «το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον», δηλαδή πως ευτυχισμένοι είναι οι ελεύθεροικαι ελεύθεροι είναι οι γενναίοι (Θουκυδίδη, Ιστορία).
Αναλύσεις
Από Αυτοκρατορία… επαίτης των Ταλιμπάν: Το οικονομικό ναυάγιο του Ιράν
Πώς έφτασε το Ιράν στο σημείο όπου η προοπτική επενδύσεων από το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν θεωρείται επιτυχία;
Η δημόσια κατακραυγή για την ανακοίνωση μιας συμφωνίας παραχώρησης ιρανικής γης στο Αφγανιστάν ανάγκασε τους Ιρανούς αξιωματούχους να προβούν σε κινήσεις περιορισμού της ζημιάς, αποκαλύπτοντας όχι μόνο τη شدت της λαϊκής οργής, αλλά και την έκταση της οικονομικής παρακμής του Ιράν μετά από 47 χρόνια θεοκρατικής διακυβέρνησης.
Στις 8 Οκτωβρίου 2026, ο Μοχσέν Ζανγκανέ, βουλευτής που εκπροσωπεί περιφέρεια στα βορειοανατολικά της χώρας, κοντά στο Αφγανιστάν, ανακοίνωσε στο Sahar TV (τμήμα της κρατικής ραδιοτηλεόρασης του Ιράν, IRIB) ότι:
«…Καταλήξαμε σε συμφωνία βάσει της οποίας το Αφγανιστάν θα μπορούσε να έχει μια δική του περιοχή εντός της Ελεύθερης Ζώνης στο Λιμάνι Τσαμπαχάρ».
Η δήλωση, η οποία έγινε κατά τη διάρκεια συζήτησης για τα επιτεύγματά του σε πρόσφατη επίσκεψη στο Αφγανιστάν, προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση των Ιρανών.
Ελάχιστα ζητήματα προκαλούν τόσο βαθιά συναισθήματα στο Ιράν όσο η απώλεια εδαφών. Οι Ιρανοί εξακολουθούν να θρηνούν την απώλεια εδαφών που παραδόθηκαν υπό τη δυναστεία των Κατζάρ στην Τσαρική Ρωσία τις αρχές του 19ου αιώνα. Η υπόνοια ότι το Ιράν θα παρέδιδε ακόμη ένα κομμάτι γης, και μάλιστα στο Αφγανιστάν —με τη μεσαιωνική νοοτροπία των Ταλιμπάν— άναψε τη φωτιά της οργής και πρόσθεσε ταπείνωση. Τα ιρανικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατακλύστηκαν από τίτλους περί «εκχώρησης ιρανικού εδάφους στο Αφγανιστάν».
Η αντίδραση ήταν τόσο ισχυρή που παρέμβησαν ανώτεροι αξιωματούχοι. Ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαήλ Μπαγαΐ, παραχώρησε συνέντευξη Τύπου στην οποία απέρριψε τις αναφορές ως «παρεξήγηση».
«Επρόκειτο, στην πραγματικότητα, για μια σαφή παρεξήγηση που προέκυψε από τις δηλώσεις ενός από τους αξιοσέβαστους βουλευτές», δήλωσε.
Προσωπικό του αφγανικού στρατού ποζάρει σε στρατιωτικό όχημα. (Φωτογραφία: Shutterstock)
Στη συνέχεια έδωσε μια εξήγηση. Αυτό που συζήτησαν οι Ιρανοί και οι Ταλιμπάν, είπε ο Μπαγαΐ, δεν ήταν μεταβίβαση κυριαρχίας, αλλά μια ρυθμιστική μίσθωση (leasing) του τύπου που χρησιμοποιείται διεθνώς για να δίνεται σε περίκλειστα κράτη πρόσβαση σε λιμάνια και ανοιχτές θάλασσες. Τέτοιες ρυθμίσεις, υποστήριξε, θα μπορούσαν να διευκολύνουν το εμπόριο και να ενισχύσουν τις καλές σχέσεις.
Μετά την άρνηση, προέβη σε μια διευκρίνιση: Καμία επίσημη πρόταση σχετικά με το Αφγανιστάν δεν είχε υποβληθεί, δήλωσε ο Μπαγαΐ. Το θέμα απλώς εγέρθηκε στο περιθώριο μιας επίσημης συνάντησης κατά τη διάρκεια υπουργικής επίσκεψης στο Αφγανιστάν, και το Ιράν συμφώνησε να το εξετάσει.
Ο Ζανγκανέ διευκρίνισε επίσης τις δηλώσεις του. Αυτό που εννοούσε, είπε, ήταν ότι το Ιράν θα διέθετε περίπου δέκα εκτάρια γης沿τη παραλία του Λιμανιού Τσαμπαχάρ και περίπου 100 εκτάρια στην Ελεύθερη Ζώνη του λιμανιού για αφγανικές επενδύσεις. Το Αφγανιστάν θα μπορούσε να αναπτύξει υποδομές, όπως ένα εσωτερικό ξηρό λιμάνι (dry port) για τη βελτίωση της πρόσβασής του στα διεθνή ύδατα.
«Η έννοια αυτής της συμφωνίας είναι ότι το Αφγανιστάν θα επενδύσει σε αυτή την περιοχή», εξήγησε ο Ζανγκανέ, τονίζοντας ότι το Ιράν δεν θα μεταβιβάσει ούτε έδαφος ούτε κυριαρχία.
Para τις προσπάθειες των αξιωματούχων να διορθώσουν τις δηλώσεις του βουλευτή, η ιστορία αυτή έριξε αλάτι στις πληγές ενός έθνους που ακόμα μετανοεί για την επανάσταση του 1979 που έφερε τους κληρικούς στην εξουσία. Πώς έφτασε μια χώρα προικισμένη με τεράστιους φυσικούς πόρους, στρατηγική γεωγραφική θέση, μακρά ιστορία περιφερειακού εμπορίου και έναν ταλαντούχο, μορφωμένο και φιλοδυτικό πληθυσμό, στο σημείο όπου η προοπτική επενδύσεων από το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν θεωρείται επίτευγμα;
Για δεκαετίες, οι πολιτικές της Ισλαμικής Δημοκρατίας απέτρεπαν τους ξένους επενδυτές από τους οποίους το Ιράν θα μπορούσε να εξασφαλίσει προηγμένη τεχνολογία, τεχνογνωσία και σημαντικά κεφάλαια. Η πολιτική απομόνωση, οι κυρώσεις, η ιδεολογική εχθρότητα προς τη Δύση και ένα οικονομικό σύστημα που κυριαρχείται από ισχυρά κατεστημένα συμφέροντα περιόρισαν την πρόσβαση του Ιράν στις διεθνείς αγορές και τις σύγχρονες επενδύσεις. Αντί να ενταχθεί στην παγκόσμια οικονομία, η χώρα υπέστη απομόνωση.
Ο λαός του Ιράν κρατιέται πίσω από ένα σύστημα που θέτει τις ιδεολογικές προτεραιότητες πάνω από την οικονομική ανάπτυξη και τη νομιμοφροσύνη στο καθεστώς πάνω από την ικανότητα.
Η ειρωνεία είναι ότι το Ιράν διαθέτει πολλά από τα πλεονεκτήματα που χρησιμοποιούν άλλες χώρες για να μετασχηματίσουν τις οικονομίες τους. Η γεωγραφική του θέση θα μπορούσε να το καταστήσει μείζονα διαμετακομιστικό κόμβο που συνδέει την Κεντρική Ασία, τον Καύκασο, την ινδική υποήπειρο και τη Μέση Ανατολή. Οι ενεργειακοί του πόροι, η βιομηχανική του βάση και το εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό του θα μπορούσαν να φέρουν ευημερία. Ωστόσο, το καθεστώς σπατάλησε αυτά τα πλεονεκτήματα μέσα από δεκαετίες κακοδιαχείρισης, ιδεολογικής αντιπαράθεσης και θεσμικής παρακμής.
Η αντίθεση με χώρες που βρίσκονταν στο ίδιο επίπεδο με το Ιράν το 1979, ή που ξεκίνησαν από λιγότερο πλεονεκτική θέση, είναι αμείλικτη. Η Νότια Κορέα έχει εξελιχθεί σε μεγάλη τεχνολογική και βιομηχανική δύναμη. Οι αραβικές χώρες του Περσικού Κόλπου —τις οποίες οι Ιρανοί θεωρούσαν κάποτε κατώτερες— έχουν εξελιχθεί σε κέντρα διεθνών επενδύσεων, εμπορίου και υπηρεσιών. Το βιοτικό επίπεδο των πληθυσμών τους υπερβαίνει πλέον αυτό των Ιρανών. Εν τω μεταξύ, ο λαός του Ιράν παραμένει εγκλωβισμένος από ένα σύστημα που θέτει τις ιδεολογικές προτεραιότητες πάνω από την οικονομική ανάπτυξη και τη νομιμοφροσύνη στο καθεστώς πάνω από την ικανότητα.
Το οικονομικό δυναμικό του Ιράν δεν έχει εξαφανιστεί, αλλά οι ιδεολογικοί θεσμοί και οι πολιτικές της Ισλαμικής Δημοκρατίας το έχουν παρεμποδίσει, καθώς το καθεστώς έχει μετατραπεί σε μια κακιστοκρατία: διακυβέρνηση από τους λιγότερο ικανούς και τους πλέον ακατάλληλους.
meforum.org
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας