GEOPOLITICO
Η Ελλάδα αδειάζει και η τουρκική επιρροή μεγαλώνει
Γράφει ο Θεόδωρος Ατματζίδης
Υπάρχουν εθνικοί κίνδυνοι που εμφανίζονται ξαφνικά, με στρατιωτικές κινήσεις, κρίσεις και δηλώσεις που προκαλούν άμεσα την προσοχή της κοινής γνώμης. Υπάρχουν όμως και κίνδυνοι που εξελίσσονται πολύ πιο αργά, σχεδόν αθόρυβα, μέσα στην καθημερινότητα.
Ένα χωριό που χάνει τους κατοίκους του, ένα σχολείο που κλείνει επειδή δεν υπάρχουν πλέον αρκετά παιδιά, ένας αγρότης που εγκαταλείπει τη γη του επειδή το κόστος παραγωγής έχει γίνει δυσβάσταχτο, ένας νέος άνθρωπος που φεύγει αναζητώντας εργασία και δεν επιστρέφει. Όλα αυτά, αν τα κοιτάξει κανείς ξεχωριστά, μοιάζουν με συνηθισμένα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα. Όταν όμως συμβαίνουν επί χρόνια στην ίδια ευαίσθητη γεωγραφική περιοχή, αποκτούν μια εντελώς διαφορετική σημασία.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει στη Θράκη.
Η περιοχή δεν αντιμετωπίζει μόνο το πρόβλημα της δημογραφικής συρρίκνωσης. Αντιμετωπίζει την παράλληλη αποδυνάμωση της παραγωγικής της βάσης, την εγκατάλειψη μικρών οικισμών, τη γήρανση του πληθυσμού και, ταυτόχρονα, την αυξανόμενη οικονομική και επιχειρηματική παρουσία κεφαλαίων που προέρχονται από γειτονικές χώρες. Ανάμεσα σε αυτά βρίσκεται και το τουρκικό κεφάλαιο, το οποίο τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει μεγαλύτερη ορατότητα στην περιοχή του Έβρου και ευρύτερα στη Θράκη.[2]
Το ζήτημα επομένως δεν είναι να αντιμετωπιστεί κάθε ξένη επένδυση ως απειλή. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι συμβαίνει όταν η ελληνική παρουσία αποδυναμώνεται σταδιακά σε μια περιοχή στρατηγικής σημασίας και την ίδια στιγμή δημιουργούνται νέες οικονομικές, ιδιοκτησιακές και επιχειρηματικές σχέσεις με μια χώρα που διατηρεί μακροχρόνιες γεωπολιτικές επιδιώξεις στην περιοχή.
Εκεί ακριβώς αρχίζει η συζήτηση για την τουρκική επιρροή.
Μια περιοχή που χάνει Έλληνες
Τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής είναι ίσως η καλύτερη αφετηρία για να κατανοήσουμε το μέγεθος του προβλήματος. Η Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης είχε το 2021 μόνιμο πληθυσμό 562.201 κατοίκων, έναντι 608.182 το 2011. Μέσα σε μία δεκαετία χάθηκαν σχεδόν 46.000 άνθρωποι, δηλαδή το 7,6% του πληθυσμού.[1]
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα όταν εξετάσουμε ποιες ηλικίες εγκαταλείπουν την περιοχή. Ο πληθυσμός ηλικίας 20 έως 29 ετών μειώθηκε κατά 23,9%, ενώ η ομάδα 30 έως 39 ετών μειώθηκε κατά 24%. Την ίδια στιγμή, οι κάτοικοι ηλικίας άνω των 80 ετών αυξήθηκαν κατά 38,6%.[1]
Αυτά είναι τα τελευταία πλήρη συγκρίσιμα στοιχεία της Απογραφής 2021. Δεν χρειάζεται, επομένως, να υποθέσουμε ότι «σήμερα είναι ακόμη χειρότερα» χωρίς νεότερα συγκρίσιμα δεδομένα. Αρκεί η ίδια η εικόνα της δεκαετίας 2011–2021 για να δείξει το βάθος της δημογραφικής πίεσης.
Πίσω από αυτούς τους αριθμούς βρίσκεται μια πραγματικότητα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί. Οι νέοι φεύγουν, οι οικογένειες λιγοστεύουν και ο πληθυσμός που παραμένει μεγαλώνει ηλικιακά. Η δημογραφία δεν είναι απλώς μια στατιστική απεικόνιση της κοινωνίας. Είναι η ίδια η κοινωνία και η δυνατότητά της να συνεχίσει να υπάρχει.
Όταν σε μια περιοχή μειώνονται οι άνθρωποι που βρίσκονται στην ηλικία της εργασίας και της δημιουργίας οικογένειας, μειώνεται ταυτόχρονα η οικονομική της δυναμική. Μειώνεται η κατανάλωση, περιορίζεται η επιχειρηματικότητα, συρρικνώνεται η αγορά εργασίας και τελικά δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: όσο λιγότερες είναι οι ευκαιρίες, τόσο περισσότεροι νέοι φεύγουν, και όσο περισσότεροι φεύγουν τόσο λιγότερες είναι οι πιθανότητες να δημιουργηθούν νέες ευκαιρίες.
Αυτός ο κύκλος είναι ίσως η μεγαλύτερη μακροπρόθεσμη απειλή για τη Θράκη.
Όταν ένα χωριό αδειάζει, δεν αδειάζει μόνο από ανθρώπους
Η ερήμωση ενός χωριού δεν είναι απλώς μια εικόνα εγκατάλειψης. Είναι μια διαδικασία που επηρεάζει ολόκληρη την οικονομική και κοινωνική λειτουργία μιας περιοχής.
Όταν κλείνει το σχολείο, μια οικογένεια με παιδιά δυσκολεύεται ακόμη περισσότερο να παραμείνει. Όταν κλείνει το κατάστημα, περιορίζεται η καθημερινή οικονομική δραστηριότητα. Όταν ο αγρότης σταματά να καλλιεργεί, η γη χάνει μέρος της παραγωγικής της αξίας. Όταν οι νέοι φεύγουν, η τοπική κοινωνία γερνά. Και όταν όλα αυτά συμβαίνουν ταυτόχρονα, κάποια στιγμή δημιουργείται ένα κενό που δεν είναι εύκολο να καλυφθεί.
Η γη όμως παραμένει. Τα σπίτια, τα καταστήματα, οι δρόμοι, οι υποδομές και οι περιουσίες παραμένουν.
Και εκεί ακριβώς αρχίζει να λειτουργεί η οικονομία.
Ένας ιδιοκτήτης που δεν μπορεί πλέον να συντηρήσει την περιουσία του θα αναζητήσει αγοραστή. Ένας επιχειρηματίας που δεν μπορεί να συνεχίσει τη δραστηριότητά του θα αναζητήσει επενδυτή. Ένα εγκαταλειμμένο ξενοδοχείο μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία για κάποιον που διαθέτει κεφάλαιο. Ένα φθηνό σπίτι σε έναν άδειο χωριό μπορεί να αποκτήσει αξία για έναν αγοραστή που βλέπει μια διαφορετική προοπτική.
Αυτή είναι η φυσιολογική λειτουργία της αγοράς.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η ελληνική πλευρά έχει ολοένα μικρότερη δυνατότητα να συμμετέχει σε αυτή την αγορά.
Η γη της Θράκης αποκτά διαφορετική σημασία
Σε μια συνηθισμένη περιοχή της Ελλάδας, η αγορά ενός σπιτιού ή ενός αγροτεμαχίου από έναν ξένο επενδυτή αποτελεί κυρίως οικονομική υπόθεση. Στη Θράκη όμως η γεωγραφία προσδίδει στα ίδια οικονομικά γεγονότα μια επιπλέον διάσταση.
Ο Έβρος είναι ταυτόχρονα εξωτερικό σύνορο της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Αλεξανδρούπολη έχει εξελιχθεί σε σημαντικό ενεργειακό, μεταφορικό και στρατηγικό κόμβο. Η περιοχή βρίσκεται απέναντι από την Τουρκία και αποτελεί κρίσιμο σημείο για τη διασύνδεση της Ελλάδας με τη Βουλγαρία και τα Βαλκάνια.
Επομένως, η εξέλιξη της ιδιοκτησίας, της οικονομικής δραστηριότητας και του πληθυσμού δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά με όρους αγοράς.
Αυτό ακριβώς έχει αρχίσει να αναγνωρίζεται και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναθεώρησε το 2026 το πλαίσιο ελέγχου ξένων επενδύσεων, ενισχύοντας τη δυνατότητα εντοπισμού και αντιμετώπισης κινδύνων που μπορεί να προκύπτουν για την ασφάλεια και τη δημόσια τάξη.
Το νέο πλαίσιο διευρύνει την κάλυψη και σε έμμεσες ξένες επενδύσεις, καθώς και σε επενδυτές εγκατεστημένους στην ΕΕ που ελέγχονται τελικά από πρόσωπα ή οντότητες τρίτων χωρών. Παράλληλα, περιλαμβάνει ευαίσθητους τομείς όπως οι μεταφορές, η ενέργεια, οι κρίσιμες τεχνολογίες και άλλες στρατηγικές υποδομές.[4]
Η λογική είναι απλή: μια οικονομική επένδυση μπορεί, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να αποκτήσει διάσταση οικονομικής αλλά και εθνικής ασφάλειας.
Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, που διαθέτει τόσο εκτεταμένα σύνορα με μια μη ευρωπαϊκή γειτονική δύναμη, η συζήτηση αυτή έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Η τουρκική παρουσία γίνεται ολοένα πιο ορατή
Τα τελευταία χρόνια υπάρχουν συγκεκριμένα περιστατικά που δείχνουν ότι το τουρκικό επιχειρηματικό ενδιαφέρον για τον Έβρο και τη Θράκη δεν είναι θεωρητικό και πιθανόν ούτε τόσο “αθώο”. Χρειάζεται όμως να περιγράφεται με ακρίβεια, χωρίς να μετατρέπεται κάθε τουρκική οικονομική δραστηριότητα σε απόδειξη κρατικής στρατηγικής.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αγορά του ξενοδοχείου «ΗΡΑ» στην Αλεξανδρούπολη. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Καθημερινής, το ξενοδοχείο εκπλειστηριάστηκε το 2023 και αποκτήθηκε από επιχειρηματικό όμιλο με έδρα την Αδριανούπολη της Τουρκίας, ενώ στη συνέχεια ξεκίνησε διαδικασία ανακαίνισης. Το ίδιο δημοσίευμα αναφέρει ότι τουρκική εταιρεία είχε εκφράσει ενδιαφέρον και για άλλο ξενοδοχείο της Αλεξανδρούπολης, η δημοπρασία του οποίου τελικά ανεστάλη όταν ο Έλληνας ιδιοκτήτης εξόφλησε την οφειλή που είχε οδηγήσει στον πλειστηριασμό.[2]
Η ίδια έρευνα καταγράφει ένα ακόμη πιο ενδιαφέρον στοιχείο: σύμφωνα με τις πληροφορίες που επικαλείται, εταιρεία με έδρα στη Ροδόπη, νομικά εγκατεστημένη στην Ελλάδα, φέρεται να ελέγχεται από Τούρκους υπηκόους και να δραστηριοποιείται μεταξύ άλλων στην αγορά και πώληση κτιρίων και γης.[2]
Εδώ βρίσκεται ένα από τα ουσιαστικότερα ζητήματα: όχι απλώς ποια εταιρεία εμφανίζεται ως αγοραστής, αλλά ποιος είναι ο πραγματικός δικαιούχος, από πού προέρχονται τα κεφάλαια και σε ποια γεωγραφική κλίμακα συγκεντρώνονται οι επενδύσεις.
Η Καθημερινή αναφέρει επίσης ότι κατά την προηγούμενη πενταετία είχαν πραγματοποιηθεί 125 αγορές ακινήτων από αλλοδαπούς στον Έβρο. Ο αριθμός αυτός, όμως, δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως αριθμός τουρκικών αγορών. Το ίδιο ρεπορτάζ σημειώνει ότι άλλες πηγές υποβαθμίζουν την εικόνα, επισημαίνοντας πως πολλές μεταβιβάσεις στη Θράκη αφορούν Έλληνες μουσουλμάνους που μετακινούνται από χωριά της Ροδόπης και της Ξάνθης προς τον Έβρο.[2]
Η διάκριση αυτή είναι σημαντική. Η ύπαρξη τουρκικού κεφαλαίου στη Θράκη τεκμηριώνεται με συγκεκριμένα περιστατικά. Η υπόθεση μιας μαζικής τουρκικής αγοράς της γης της Θράκης, όμως, δεν τεκμηριώνεται από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Και ακριβώς επειδή η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη, χρειάζεται καλύτερη κρατική πληροφόρηση.
Από το ακίνητο στην οικονομική επιρροή
Η οικονομική παρουσία δεν πρέπει να εξετάζεται μόνο μέσα από τις μεγάλες επενδύσεις.
Υπάρχει μια πολύ μεγαλύτερη εικόνα που δημιουργείται από μικρότερες κινήσεις: ακίνητα, εμπορικές επιχειρήσεις, τουριστικές δραστηριότητες, επαγγελματικοί χώροι, αγροτικές εκτάσεις και εταιρικές συμμετοχές.
Η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει ότι το 2024 οι άμεσες επενδύσεις μη κατοίκων στην Ελλάδα ανήλθαν σε 6,0 δισ. ευρώ και ότι περισσότερο από το 45% των συνολικών ροών κατευθύνθηκε προς τον τομέα των ακινήτων.[3]
Αυτό δείχνει πόσο σημαντικό έχει γίνει το real estate για το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα.
Η εικόνα αυτή βέβαια, δεν αφορά μόνο τη Θράκη ούτε σημαίνει ότι το τουρκικό κεφάλαιο αποτελεί τον κυρίαρχο ξένο επενδυτή στην Ελλάδα. Αντιθέτως, τα διαθέσιμα στοιχεία της Enterprise Greece δείχνουν ότι οι σημαντικότερες χώρες προέλευσης επενδυτικών κεφαλαίων στην Ελλάδα κατά την τελευταία δεκαετία είναι κυρίως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία, η Ελβετία, η Ολλανδία, η Κύπρος και το Λουξεμβούργο.[8]
Η Τράπεζα της Ελλάδος, μάλιστα, κατέγραφε για το 2023 απόθεμα άμεσων επενδύσεων από την Τουρκία περίπου 400 εκατ. ευρώ.[3]
Αυτό φανερώνει τη γεωπολιτική σημασία της Θράκης.
Εδώ η συζήτηση αποκτά ειδικό βάρος επειδή η αγορά ακινήτων συναντά ένα διαφορετικό δημογραφικό και γεωπολιτικό περιβάλλον. Όταν υπάρχει μεγάλη προσφορά περιουσιών λόγω εγκατάλειψης και περιορισμένη οικονομική δυνατότητα των ντόπιων να τις αγοράσουν, ο επενδυτής που διαθέτει μεγαλύτερη οικονομική ισχύ αποκτά προφανές πλεονέκτημα.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η οικονομία συναντά τη στρατηγική.
Η Τουρκία και η έννοια της επιρροής
Η Τουρκία έχει εδώ και χρόνια επενδύσει στην οικονομική και πολιτιστική της παρουσία στα Βαλκάνια και στη διεύρυνση των δικτύων επιρροής της. Η οικονομική δραστηριότητα, οι επιχειρήσεις, ο τουρισμός, οι πολιτιστικές σχέσεις και οι κοινωνικές διασυνδέσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως εργαλεία με τα οποία ένα κράτος ενισχύει τη θέση του στο εξωτερικό του περιβάλλον.
Αυτό σημαίνει ότι κάθε τουρκική επένδυση στην Ελλάδα αποτελεί κρατική επένδυση ή ότι κάθε επιχειρηματίας λειτουργεί κατ’ εντολή της Άγκυρας; Μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν δύσκολο να αποδειχθεί αλλά αξίζει σίγουρα να διερευνηθεί.
Τα διαθέσιμα στοιχεία επιβεβαιώνουν συγκεκριμένες τουρκικές επιχειρηματικές κινήσεις και ενδιαφέρον για ακίνητα και ξενοδοχειακές μονάδες στη Θράκη. Πρέπει όλες αυτές οι κινήσεις να διερευνηθούν αν αποτελούν ένα ενιαίο, συντονισμένο σχέδιο τουρκικής κρατικής «διείσδυσης».
Για να τεκμηριωθεί αυτή η προσέγγιση θα απαιτούνταν περισσότερα στοιχεία: επαναλαμβανόμενα πρότυπα επενδύσεων, κοινή ιδιοκτησιακή ή χρηματοδοτική βάση, διασυνδέσεις μεταξύ εταιρειών, συγκέντρωση περιουσιακών στοιχείων σε συγκεκριμένες στρατηγικές περιοχές και, κυρίως, αποδείξεις συντονισμού με κρατικούς ή κρατικά ελεγχόμενους φορείς.
Όμως το βασικό ζήτημα βρίσκεται αλλού: στην πιθανότητα συσσώρευσης οικονομικής και κοινωνικής επιρροής σε μια περιοχή όπου η ελληνική δημογραφική και παραγωγική παρουσία υποχωρεί.
Η γεωπολιτική σπάνια δημιουργείται από μία μόνο κίνηση. Συνήθως διαμορφώνεται μέσα από τη συσσώρευση πολλών μικρών κινήσεων, οι οποίες με την πάροδο των ετών μπορούν να δημιουργήσουν ένα νέο περιβάλλον.
Και ο χρόνος είναι καθοριστικός παράγοντας.
Η μουσουλμανική μειονότητα και το πεδίο της τουρκικής επιρροής
Η Θράκη διαθέτει μια ιδιαίτερη κοινωνική πραγματικότητα που δεν υπάρχει σε άλλη περιοχή της Ελλάδας. Περίπου 140.000 μουσουλμάνοι ζουν στη Θράκη, σύμφωνα με το αμερικανικό State Department, και αποτελούν την αναγνωρισμένη από τη Συνθήκη της Λωζάννης μουσουλμανική μειονότητα. Η ίδια έκθεση επισημαίνει ότι η μειονότητα περιλαμβάνει ανθρώπους τουρκικής, πομακικής και ρομά καταγωγής.[6]
Η διατύπωση αυτή έχει σημασία. Η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης δεν ταυτίζεται συλλήβδην με την Τουρκία ούτε αποτελεί ενιαίο τουρκικό πολιτικό ή οικονομικό σώμα. Είναι μια σύνθετη ελληνική κοινωνική πραγματικότητα, με διαφορετικές ταυτότητες και ιστορικές διαδρομές.
Παράλληλα όμως αποτελεί εδώ και δεκαετίες πεδίο ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού επιρροής, καθώς η Άγκυρα επιδιώκει να διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με σημαντικό τμήμα της.
Τα ζητήματα της θρησκευτικής εκπροσώπησης, των μουφτειών, των βακουφίων, της εκπαίδευσης και της ταυτότητας έχουν επανειλημμένα βρεθεί στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης Αθήνας και Άγκυρας. Το State Department καταγράφει τις διαφορετικές θέσεις γύρω από τη διοίκηση των μουσουλμανικών θρησκευτικών θεσμών στη Θράκη και τη διαχρονική διαφωνία σχετικά με τον τρόπο επιλογής των μουφτήδων.[6][7]
Από γεωπολιτικής πλευράς, αυτό σημαίνει ότι η Θράκη διαθέτει ήδη ένα ιδιαίτερο κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η Τουρκία έχει δυνατότητα άσκησης επιρροής.
Όταν αυτή η επιρροή συνδυάζεται με οικονομικές σχέσεις, επιχειρηματική δραστηριότητα και διασυνοριακές επαφές, δημιουργείται ένα σύνθετο περιβάλλον που το ελληνικό κράτος οφείλει να παρακολουθεί με σοβαρότητα.
Όμως και εδώ χρειάζεται μέτρο: η ύπαρξη μειονοτικής κοινωνικής πραγματικότητας, τουρκικών επιχειρηματικών συμφερόντων και τουρκικής διπλωματικής επιρροής δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι όλα αποτελούν ένα ενιαίο επιχειρησιακό σχέδιο.
Η διάκριση αυτή προστατεύει και την ανάλυση και την ίδια τη μειονότητα από μια άδικη συλλογική αντιμετώπιση.
Η πραγματική απειλή είναι η δημογραφική αδυναμία
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο, ωστόσο, βρίσκεται ίσως αλλού.
Δεν είναι μόνο το ποιος αγοράζει. Είναι το γιατί υπάρχει τόσο μεγάλη δυνατότητα και ενδιαφέρον να αγοράσει.
Όταν η Θράκη έχει χάσει σχεδόν το ένα τέταρτο του πληθυσμού της ηλικίας 20–39 ετών μέσα σε μία δεκαετία, σύμφωνα με την Απογραφή, δημιουργείται ένα κενό που δεν μπορεί να καλυφθεί με μια απλή οικονομική πολιτική.[1]
Η Ελλάδα έχει την υποχρέωση να αναρωτηθεί τι οδηγεί έναν νέο άνθρωπο να εγκαταλείψει τον Έβρο, τη Ροδόπη ή την Ξάνθη. Είναι η έλλειψη θέσεων εργασίας; Είναι οι χαμηλοί μισθοί; Είναι η δυσκολία πρόσβασης σε υπηρεσίες; Είναι η αίσθηση ότι το κέντρο της χώρας βρίσκεται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά και ότι οι παραμεθόριες περιοχές αντιμετωπίζονται συχνά ως δεύτερης προτεραιότητας;
Η απάντηση είναι πιθανότατα ένας συνδυασμός όλων αυτών.
Και εδώ βρίσκεται μια μεγάλη αντίφαση.
Ζητάμε από τους κατοίκους της Θράκης να παραμείνουν στην πρώτη γραμμή της χώρας, αλλά πολλές φορές τους προσφέρουμε συνθήκες ζωής που κάνουν την παραμονή όλο και δυσκολότερη.
Ο πατριωτισμός δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της οικονομικής πολιτικής.
Ένας νέος άνθρωπος μπορεί να αγαπά βαθιά τον τόπο του και ταυτόχρονα να αναγκάζεται να φύγει επειδή δεν μπορεί να δημιουργήσει εκεί τη ζωή που θέλει.
Η Ελλάδα πρέπει να επενδύσει πριν επενδύσουν οι άλλοι
Εδώ βρίσκεται η ουσιαστική απάντηση στην τουρκική οικονομική παρουσία.
Δεν είναι η απομόνωση της Θράκης από τις ξένες επενδύσεις.
Είναι η δημιουργία τόσο ισχυρής ελληνικής οικονομικής παρουσίας ώστε ο κάτοικος να μην αισθάνεται ότι το μόνο μέλλον του είναι η πώληση της περιουσίας του και η αναχώρηση.
Χρειάζεται ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο που θα συνδέει τη δημογραφική πολιτική με την οικονομική ανάπτυξη και την εθνική ασφάλεια.
Ένα τέτοιο σχέδιο θα πρέπει να έχει συγκεκριμένο και μετρήσιμο περιεχόμενο.
Πρώτα απ’ όλα, χρειάζεται ένα ειδικό δημογραφικό πρόγραμμα για τη Θράκη, με στόχο όχι απλώς να περιοριστεί η πληθυσμιακή συρρίκνωση, αλλά να δημιουργηθούν πραγματικές προϋποθέσεις εγκατάστασης και παραμονής νέων ανθρώπων.
Αυτό σημαίνει φορολογικά και στεγαστικά κίνητρα για νέες οικογένειες, ιδιαίτερα για όσους επιλέγουν να εγκατασταθούν μόνιμα στον Έβρο, στη Ροδόπη και στην Ξάνθη.
Παράλληλα, απαιτούνται ειδικά κίνητρα για ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ώστε οι τοπικοί επιχειρηματίες να μπορούν να διατηρήσουν και να επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους αντί να εγκαταλείπουν την περιοχή.
Χρειάζεται επίσης ένας μηχανισμός συστηματικής παρακολούθησης της ιδιοκτησίας σε κρίσιμες παραμεθόριες περιοχές, όχι για να αποκλειστούν οι νόμιμες ξένες επενδύσεις, αλλά για να υπάρχει σαφής εικόνα για το ποιος αποκτά γη, ακίνητα και επιχειρήσεις και σε ποια γεωγραφική κλίμακα.
Στο ίδιο πλαίσιο πρέπει να ενισχυθεί ο έλεγχος του πραγματικού δικαιούχου των εταιρειών, ιδιαίτερα όταν επενδύσεις σε ευαίσθητες περιοχές πραγματοποιούνται μέσω εταιρειών εγκατεστημένων στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το ζήτημα δεν είναι η εθνικότητα μιας εταιρείας στην οποία καταλήγει τυπικά η ιδιοκτησία, αλλά η δυνατότητα του κράτους να γνωρίζει ποιος βρίσκεται πραγματικά πίσω από αυτήν.
Παράλληλα, απαιτείται ειδικός έλεγχος επενδύσεων σε στρατηγικές υποδομές, ιδιαίτερα στους τομείς της ενέργειας, των μεταφορών, των logistics και των ψηφιακών υποδομών. Η κατεύθυνση αυτή συμβαδίζει με τη νέα ευρωπαϊκή πολιτική ελέγχου ξένων επενδύσεων, η οποία διευρύνει το πεδίο ελέγχου σε έμμεσες επενδύσεις και σε επενδυτές εγκατεστημένους στην ΕΕ που ελέγχονται τελικά από κεφάλαια τρίτων χωρών.[4]
Τέλος, η Αλεξανδρούπολη πρέπει να συνδεθεί πολύ πιο αποφασιστικά με μια ευρύτερη περιφερειακή βιομηχανική και παραγωγική στρατηγική.
Ο στρατηγικός της ρόλος δεν μπορεί να περιορίζεται στο λιμάνι, στην ενέργεια ή στη διαμετακόμιση. Πρέπει να δημιουργεί θέσεις εργασίας, να στηρίζει την τοπική παραγωγή και να λειτουργεί ως οικονομικός πολλαπλασιαστής για ολόκληρο τον Έβρο και τη Θράκη.
Ο στόχος, επομένως, δεν είναι να εμποδιστεί η ξένη επένδυση. Είναι να διασφαλιστεί ότι η Θράκη θα διαθέτει τόσο ισχυρή ελληνική οικονομική και κοινωνική βάση*, ώστε η ξένη επένδυση να λειτουργεί συμπληρωματικά προς την τοπική ανάπτυξη και όχι να καλύπτει τα κενά που δημιουργεί η δική μας δημογραφική και οικονομική υποχώρηση.*
Η γεωργία, η μεταποίηση, ο τουρισμός, η ενέργεια, οι μεταφορές, η τεχνολογία και οι υποδομές μπορούν να δημιουργήσουν νέες δυνατότητες, ιδιαίτερα εάν συνδεθούν με τον στρατηγικό ρόλο της Αλεξανδρούπολης και του Έβρου.
Ο στόχος δεν πρέπει να είναι απλώς να φέρουμε περισσότερους επενδυτές.
Πρέπει να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε ο Θρακιώτης να μπορεί να επενδύσει στον τόπο του.
- Να αγοράσει τη γη του γείτονά του.
- Να κρατήσει την οικογενειακή επιχείρηση.
- Να δημιουργήσει μια νέα επιχείρηση.
- Να μεγαλώσει τα παιδιά του εκεί.
- Να ξέρει ότι το κράτος βρίσκεται δίπλα του όχι μόνο όταν υπάρχει κρίση, αλλά στην καθημερινή του ζωή.
Η μεγαλύτερη απειλή είναι η αδιαφορία
Ίσως τελικά η μεγαλύτερη απειλή για τη Θράκη να μην βρίσκεται σε μια ξαφνική κρίση ή σε μια θεαματική επιθετική ενέργεια, αλλά στην αργή μεταβολή των πραγμάτων, εκεί όπου η καθημερινότητα προχωρά και κανείς δεν αισθάνεται ότι συμβαίνει κάτι δραματικό. Η Τουρκία δεν χρειάζεται να επιχειρήσει μια θεαματική κίνηση για να ενισχύσει την παρουσία και την επιρροή της σε μια περιοχή όπου η ίδια η Ελλάδα, μέσα από τη δημογραφική συρρίκνωση, την οικονομική εγκατάλειψη και τη σταδιακή αποχώρηση του πληθυσμού της, δημιουργεί κενά.
Η επιρροή μπορεί να χτιστεί αργά και διακριτικά, μέσα από επενδύσεις, επιχειρηματικές δραστηριότητες, αγορές ακινήτων και γης, εμπορικές σχέσεις, κοινωνικά και οικονομικά δίκτυα και μια διαρκή παρουσία που με τα χρόνια αποκτά μεγαλύτερο βάθος.
Τα διαθέσιμα στοιχεία δεν αποδεικνύουν ακόμη ξεκάθαρα ότι η δημογραφική υποχώρηση της Θράκης, οι συγκεκριμένες τουρκικές επενδύσεις και η επιρροή που ασκεί η Τουρκία σε τμήματα της μειονότητας αποτελούν ένα ενιαίο και συντονισμένο σχέδιο τουρκικής κρατικής «διείσδυσης».
Υπάρχουν όμως επιμέρους στοιχεία που δικαιολογούν αυξημένη προσοχή. Υπάρχει συγκεκριμένο τουρκικό επιχειρηματικό ενδιαφέρον. Υπάρχουν περιπτώσεις εταιρειών για τις οποίες τίθεται ζήτημα πραγματικού ελέγχου και προέλευσης κεφαλαίων. Υπάρχει διαχρονικός ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός επιρροής γύρω από τη μειονότητα. Υπάρχει, τέλος, μια σοβαρή δημογραφική αποδυνάμωση.
Αυτά όλα αποτελούν σοβαρές ενδείξεις που απαιτούν σοβαρό έλεγχο.
Πρέπει να διερευνυνθει σοβαρά αν η τουρκική οικονομική παρουσία αποτελεί εργαλείο μιας ενιαίας κρατικής στρατηγικής.
Και αυτό απαιτεί περισσότερα στοιχεία: κοινές χρηματοδοτικές πηγές, επαναλαμβανόμενα πρότυπα ιδιοκτησίας, διασυνδέσεις επιχειρήσεων, συγκέντρωση περιουσιακών στοιχείων σε κρίσιμες υποδομές ή περιοχές και, κυρίως, ενδείξεις συντονισμού με κρατικούς ή κρατικά ελεγχόμενους φορείς.
Ακριβώς γι’ αυτό το ελληνικό κράτος δεν πρέπει να αγνοεί τις συγκεκριμένες εξελίξεις.
Χρειάζεται να παρακολουθεί συστηματικά την τάση, ώστε να μπορεί να διακρίνει εγκαίρως μια σειρά φυσιολογικών επιχειρηματικών επενδύσεων από τη δημιουργία ενός ευρύτερου πλέγματος οικονομικής επιρροής.
Αυτό είναι ίσως και το πιο δύσκολο να αντιληφθεί κανείς.
Μια μεμονωμένη επένδυση δεν αλλάζει από μόνη της την εικόνα μιας ολόκληρης περιοχής. Όταν όμως η μία κίνηση διαδέχεται την άλλη και απέναντι σε αυτή τη διαδικασία υπάρχει μια Ελλάδα που χάνει πληθυσμό, κλείνει επιχειρήσεις, βλέπει νέους ανθρώπους να φεύγουν και αδυνατεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε οι κάτοικοί της να παραμείνουν στον τόπο τους, τότε το ζήτημα αποκτά διαφορετική διάσταση.
Η γεωπολιτική, άλλωστε, δεν διαμορφώνεται μόνο μέσα από τις μεγάλες αποφάσεις των κυβερνήσεων. Διαμορφώνεται και μέσα από τη συσσώρευση μικρών αλλαγών που, όταν περάσουν αρκετά χρόνια, έχουν πλέον δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα.
Ο χρόνος μπορεί να γίνει πολύτιμος σύμμαχος εκείνου που έχει τη δυνατότητα να επενδύει, να περιμένει και να διατηρεί σταθερή παρουσία.
Και ακριβώς γι’ αυτό η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να παρακολουθεί τις εξελίξεις από απόσταση, σαν να πρόκειται για μια συνηθισμένη οικονομική μεταβολή.
Χρειάζεται να αντιληφθεί ότι η δημογραφική και οικονομική αντοχή της Θράκης αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της εθνικής της ασφάλειας και ότι η παρουσία του ελληνικού κράτους εκεί πρέπει να είναι καθημερινή, ουσιαστική και ορατή.
Γιατί στο τέλος, η μεγαλύτερη επιτυχία μιας χώρας σε μια ευαίσθητη παραμεθόρια περιοχή δεν είναι απλώς να μπορεί να την υπερασπιστεί όταν έρθει η κρίσιμη ώρα.
Είναι να έχει φροντίσει ώστε οι άνθρωποί της να θέλουν και να μπορούν να παραμείνουν εκεί πολύ πριν φτάσει αυτή η ώρα.
Η Θράκη δεν μπορεί και δεν πρέπει να αφεθεί στην τύχη της
Η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τη Θράκη σαν μια μακρινή περιφέρεια που απλώς χρειάζεται περιστασιακά κάποια οικονομική ενίσχυση.
Η γεωγραφική της θέση, η γειτνίαση με την Τουρκία, ο Έβρος, η Αλεξανδρούπολη, η παρουσία της μουσουλμανικής μειονότητας και ο στρατηγικός ρόλος της περιοχής για την ενέργεια και τις μεταφορές καθιστούν τη Θράκη ένα από τα σημαντικότερα γεωπολιτικά σημεία της χώρας.
Η εθνική ασφάλεια αρχίζει πολύ πριν από το στρατιωτικό επεισόδιο.
Αρχίζει από τη δημογραφία, την οικονομική ανθεκτικότητα, την ιδιοκτησία, την παραγωγή, την κοινωνική συνοχή, την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος και κυρίως από την απόφαση ενός νέου ανθρώπου να μείνει.
Γιατί ένας νέος που εγκαθίσταται στην Αθήνα ή στο εξωτερικό επειδή δεν μπορεί να βρει δουλειά στη Θράκη δεν είναι απλώς ένας ακόμη αριθμός στη στατιστική της εσωτερικής μετανάστευσης. Είναι ένας ακόμη άνθρωπος που λείπει από έναν τόπο ο οποίος έχει ανάγκη από ανθρώπους.
Αντίστοιχα, ένας ηλικιωμένος που παραμένει μόνος σε ένα χωριό δεν αποτελεί απλώς μια δημογραφική μονάδα. Είναι το τελευταίο ζωντανό κομμάτι μιας κοινωνίας που κάποτε είχε παιδιά, οικογένειες, καταστήματα, σχολεία και παραγωγή.
Αυτή η εικόνα πρέπει να συγκινήσει την ελληνική πολιτεία περισσότερο από οποιαδήποτε έκθεση γεωπολιτικής ανάλυσης.
Γιατί η Θράκη δεν είναι μόνο ένας στρατηγικός χάρτης.
Είναι πατρίδα ανθρώπων.
Δεν χάνεται ένας τόπος μέσα σε μία ημέρα
Η ιστορία δεν αλλάζει πάντοτε με γεγονότα που καταγράφονται στα πρωτοσέλιδα. Πολλές φορές αλλάζει μέσα από μικρές μεταβολές που αρχικά μοιάζουν ασήμαντες και μόνο όταν περάσει ο χρόνος γίνεται αντιληπτό πόσο βαθιά έχουν επηρεάσει έναν τόπο.
Ένα σπίτι που κάποτε αποτελούσε την περιουσία μιας οικογένειας μπορεί να βρεθεί προς πώληση όταν οι ιδιοκτήτες του αδυνατούν πλέον να παραμείνουν στον τόπο τους. Ένα χωράφι μπορεί να μείνει ακαλλιέργητο επειδή το κόστος παραγωγής και οι δυσκολίες της αγροτικής ζωής κάνουν τη συνέχιση της δραστηριότητας ασύμφορη. Ένα μικρό κατάστημα κλείνει καθώς η πελατεία μειώνεται, μια οικογένεια μετακινείται προς τα μεγάλα αστικά κέντρα αναζητώντας καλύτερες συνθήκες ζωής, ενώ το σχολείο του χωριού κάποια στιγμή παύει να λειτουργεί επειδή δεν υπάρχουν πλέον αρκετά παιδιά.
Παράλληλα, μια τοπική επιχείρηση μπορεί να περάσει σε έναν νέο ιδιοκτήτη που διαθέτει μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα, την ώρα που ένας νέος άνθρωπος, έχοντας φύγει για σπουδές ή εργασία, δεν βρίσκει λόγο ή δυνατότητα να επιστρέψει.
Καθεμία από αυτές τις εξελίξεις μοιάζει μικρή και μεμονωμένη· όλες μαζί όμως συνθέτουν μια βαθύτερη μεταβολή, καθώς ένας τόπος χάνει σταδιακά όχι μόνο τον πληθυσμό του αλλά και την οικονομική και κοινωνική του ζωτικότητα.
Καμία από αυτές τις εξελίξεις δεν αποτελεί από μόνη της αλλαγή της γεωπολιτικής πραγματικότητας. Όταν όμως συσσωρεύονται μέσα σε μια περιοχή για αρκετά χρόνια, μπορούν να μεταμορφώσουν την οικονομική και κοινωνική της εικόνα.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η συζήτηση για την τουρκική οικονομική παρουσία στη Θράκη πρέπει να γίνεται τώρα, όσο ακόμη υπάρχει η δυνατότητα παρέμβασης και όχι όταν θα έχουν δημιουργηθεί τετελεσμένα.
Η Ελλάδα έχει κάθε δικαίωμα να προσελκύει ξένες επενδύσεις. Έχει όμως και υποχρέωση να γνωρίζει τι συμβαίνει στις ευαίσθητες παραμεθόριες περιοχές της, ποιος επενδύει, ποια είναι η πραγματική προέλευση των κεφαλαίων και ποια είναι η συνολική εικόνα που διαμορφώνεται.
Το ευρωπαϊκό πλαίσιο ελέγχου ξένων επενδύσεων κινείται πλέον προς αυτή την κατεύθυνση, αναγνωρίζοντας ότι η οικονομική ασφάλεια και η εθνική ασφάλεια δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως δύο απολύτως ξεχωριστά ζητήματα.[4]
Η Ελλάδα, λόγω της θέσης της, έχει ακόμη μεγαλύτερο λόγο να εφαρμόσει αυτή τη λογική με σοβαρότητα.
Επίλογος
Η Θράκη δεν θα αλλάξει επειδή ένας Τούρκος επενδυτής αγόρασε ένα ξενοδοχείο. Δεν θα αλλάξει επειδή μια τουρκική εταιρεία άνοιξε ένα κατάστημα ή επειδή ένας ξένος επενδυτής απέκτησε ένα ακίνητο.
Η πραγματική ανησυχία αρχίζει όταν πίσω από αυτές τις μεμονωμένες πράξεις υπάρχει μια πολύ μεγαλύτερη και βαθύτερη εξέλιξη:
μια ελληνική κοινωνία που συρρικνώνεται, μια νεότερη γενιά που αποχωρεί, μια παραγωγική βάση που αποδυναμώνεται και ένα κράτος που δεν έχει ακόμη καταφέρει να αντιστρέψει αυτή την πορεία.
Αυτό είναι το πραγματικό στρατηγικό πρόβλημα.
Η Τουρκία δεν χρειάζεται να αλλάξει τα σύνορα για να αυξήσει την επιρροή της. Η οικονομική ισχύς, οι επιχειρηματικές σχέσεις, η διασύνδεση ανθρώπων και συμφερόντων και η σταθερή παρουσία σε μια περιοχή μπορούν με την πάροδο του χρόνου να δημιουργήσουν επιρροή πολύ πιο αποτελεσματικά.
Αλλά η Ελλάδα διαθέτει το σημαντικότερο πλεονέκτημα:
η Θράκη είναι ελληνική επειδή κατοικείται, αναπτύσσεται και παραμένει ζωντανή από τους ανθρώπους της.
Γι’ αυτό η πραγματική μάχη για τη Θράκη δεν είναι μόνο στρατιωτική. Είναι δημογραφική, οικονομική και κοινωνική. Είναι μια μάχη για το αν ο νέος θα μείνει, αν ο αγρότης θα συνεχίσει να καλλιεργεί, αν η οικογένεια θα μπορέσει να ζήσει αξιοπρεπώς, αν το χωριό θα συνεχίσει να έχει παιδιά και αν η ελληνική πολιτεία θα είναι παρούσα στην καθημερινότητα των ανθρώπων της.
Η Θράκη δεν χρειάζεται να γίνει φρούριο απομονωμένο από τον κόσμο. Χρειάζεται να γίνει ένας ισχυρός, ζωντανός και παραγωγικός ελληνικός τόπος, ικανός να προσελκύει επενδύσεις χωρίς να χάνει τον έλεγχο της στρατηγικής του φυσιογνωμίας.
Και αυτό απαιτεί μια διαφορετική αντίληψη από την αθηνοκρατική κεντρική εξουσία. Απαιτεί να σταματήσει να βλέπει τη Θράκη ως την άκρη της Ελλάδας και να την αντιμετωπίσει ως αυτό που πραγματικά είναι:
την ανατολική πύλη της χώρας, την πρώτη γραμμή της Ευρώπης και έναν τόπο που η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αφήσει να αδειάσει.
Γιατί τελικά το πιο οδυνηρό ενδεχόμενο δεν είναι να αγοράσει κάποιος ξένος ένα ελληνικό σπίτι.
Είναι να φτάσει η στιγμή που ο Έλληνας ιδιοκτήτης θα αναγκάζεται να το πουλήσει επειδή δεν μπορεί πια να ζήσει στον τόπο του.
Και ακόμη χειρότερο θα ήταν η Ελλάδα να το παρακολουθεί να συμβαίνει χωρίς να καταλαβαίνει ότι πίσω από κάθε άδειο σπίτι, κάθε εγκαταλειμμένο χωράφι και κάθε νέο άνθρωπο που φεύγει, χάνει κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια οικονομική μονάδα.
Χάνει ένα κομμάτι από τη ζωντανή της παρουσία στη Θράκη.
Και μια χώρα που αφήνει τα σύνορά της να αδειάζουν από ανθρώπους, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί αντιμέτωπη με τις συνέπειες της δικής της αδιαφορίας.
Πηγές
[1] Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), Απογραφή Πληθυσμού–Κατοικιών 2021, Ανατολική Μακεδονία και Θράκη.
Η Απογραφή καταγράφει μείωση του μόνιμου πληθυσμού από 608.182 το 2011 σε 562.201 το 2021 (-7,6%). Οι ηλικίες 20–29 μειώθηκαν κατά 23,9%, οι 30–39 κατά 24%, ενώ οι άνω των 80 αυξήθηκαν κατά 38,6%.[1]
[2] Yiannis Souliotis, “Foreigners buy Evros property”, Kathimerini**, 8 Απριλίου 2025.**
Το δημοσίευμα καταγράφει την αγορά του ξενοδοχείου «ΗΡΑ» στην Αλεξανδρούπολη από επιχειρηματικό όμιλο με έδρα την Αδριανούπολη, το ενδιαφέρον τουρκικής εταιρείας για άλλο ξενοδοχείο, την περίπτωση εταιρείας στη Ροδόπη που φέρεται να ελέγχεται από Τούρκους υπηκόους και τις 125 αγορές ακινήτων από αλλοδαπούς στον Έβρο κατά την προηγούμενη πενταετία. Παράλληλα παρουσιάζει και τις επιφυλάξεις πηγών που επισημαίνουν ότι πολλές μεταβιβάσεις αφορούν Έλληνες μουσουλμάνους που μετακινούνται εντός της Θράκης.[2]
[3] Τράπεζα της Ελλάδος, Annual Report 2024**.**
Η έκθεση αναφέρει ότι το 2024 οι ροές άμεσων επενδύσεων μη κατοίκων στην Ελλάδα ανήλθαν σε 6,0 δισ. ευρώ και ότι πάνω από 45% των συνολικών ροών κατευθύνθηκε προς το real estate.[3]
[4] European Commission, Directorate-General for Trade and Economic Security, “EU strengthens its foreign investment screening framework”, 26 Ιουνίου 2026.
Το αναθεωρημένο ευρωπαϊκό πλαίσιο διευρύνει την κάλυψη του ελέγχου ξένων επενδύσεων, συμπεριλαμβάνοντας έμμεσες επενδύσεις και επενδυτές εγκατεστημένους στην ΕΕ που ελέγχονται τελικά από επενδυτές τρίτων χωρών. Περιλαμβάνει επίσης στρατηγικούς τομείς όπως ενέργεια και μεταφορές. Σημαντική λεπτομέρεια: τα κράτη-μέλη διαθέτουν 18 μήνες για την εφαρμογή των ελάχιστων απαιτήσεων του νέου κανονιστικού πλαισίου.[4]
[5] Τράπεζα της Ελλάδος, Στατιστικά Άμεσων Ξένων Επενδύσεων.
Τα στοιχεία χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση των άμεσων ξένων επενδύσεων και της κατανομής τους ανά χώρα και κλάδο. Για το 2023 το απόθεμα άμεσων επενδύσεων από την Τουρκία καταγράφεται περίπου στα 400 εκατ. ευρώ, στοιχείο που δείχνει ότι η τουρκική παρουσία στην Ελλάδα είναι υπαρκτή αλλά δεν αποτελεί συνολικά κυρίαρχη πηγή ξένου κεφαλαίου.[5]
[6] U.S. Department of State, 2023 Report on International Religious Freedom: Greece**.**
Η έκθεση αναφέρει περίπου 140.000 μουσουλμάνους στη Θράκη και επισημαίνει ότι η μουσουλμανική μειονότητα περιλαμβάνει ανθρώπους τουρκικής, πομακικής και ρομά καταγωγής. Καταγράφει επίσης τις διαφωνίες γύρω από τον διορισμό των μουφτήδων και τις διαφορετικές θέσεις τμημάτων της μειονότητας.[6]
[7] U.S. Department of State, 2022 Report on International Religious Freedom: Greece**.**
Η έκθεση καταγράφει τη διαχρονική διαφωνία γύρω από τον τρόπο επιλογής των μουφτήδων στη Θράκη, καθώς και την παράλληλη λειτουργία επίσημων και ανεπίσημων μουφτήδων.[7]
[8] Enterprise Greece, “Foreign Direct Investments in Greece”, στοιχεία Τράπεζας της Ελλάδος, 2025.
Οι καθαρές εισροές ΞΑΕ στην Ελλάδα ανήλθαν το 2025 σε 11,38 δισ. ευρώ, έναντι 7,015 δισ. το 2024. Η Enterprise Greece αναφέρει ότι οι βασικές χώρες προέλευσης επενδυτικών κεφαλαίων την τελευταία δεκαετία είναι κυρίως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία, η Ελβετία, η Ολλανδία, η Κύπρος και το Λουξεμβούργο.[8]
[9] U.S. Department of State, 2023 Country Reports on Human Rights Practices: Greece**.**
Η έκθεση καταγράφει, μεταξύ άλλων, τη διαχρονική νομική και πολιτική διαφωνία γύρω από τη χρήση του όρου «τουρκικός» από ορισμένες οργανώσεις της Θράκης και την υπόθεση της «Turkish Union of Xanthi», παρέχοντας πρόσθετο πλαίσιο για το ζήτημα της ταυτότητας και της κοινωνικής επιρροής.[9]
[10] Τράπεζα της Ελλάδος, Economic Bulletin 60**, Δεκέμβριος 2024.**
Τα στοιχεία για το απόθεμα άμεσων ξένων επενδύσεων δείχνουν ότι το real estate αποτελεί σημαντικό πεδίο ξένου κεφαλαίου στην Ελλάδα, ενώ η Τουρκία καταγράφεται μεταξύ των χωρών προέλευσης επενδύσεων, με απόθεμα περίπου 400 εκατ. ευρώ το 2023.[10]
GEOPOLITICO
«Πυρηνική ασπίδα» Τουρκίας, Πακιστάν και Σαουδικής Αραβίας ζητά ο Καραγκιούλ! «Ώρα να γίνουμε ξανά έθνος-στρατός»
Με μια παρέμβαση που αποτυπώνει την αυξανόμενη ανησυχία ορισμένων κύκλων στην Τουρκία για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, ο Ιμπραήμ Καραγκιούλ, αρθρογράφος της φιλοκυβερνητικής Yeni Şafak και συνομιλητής του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ζητά την άμεση δημιουργία κοινής πυρηνικής αποτρεπτικής ισχύος από την Τουρκία, το Πακιστάν και τη Σαουδική Αραβία. Προειδοποιεί για το ενδεχόμενο αμερικανικού ή ισραηλινού πυρηνικού πλήγματος κατά του Ιράν, εκτιμά ότι η σύγκρουση ενδέχεται να επεκταθεί στην Τουρκία και στον αραβικό κόσμο και καλεί την τουρκική κοινωνία να επιστρέψει στο πρότυπο του «έθνους-στρατού».
Στο άρθρο του, που δημοσιεύθηκε στις 3 Νοεμβρίου 2026 στη Yeni Şafak, ο Καραγκιούλ περιγράφει μια Μέση Ανατολή η οποία, κατά την εκτίμησή του, βρίσκεται στα πρόθυρα μιας πολύ ευρύτερης στρατιωτικής αναμέτρησης.
Το κεντρικό του επιχείρημα είναι ότι η Τουρκία δεν μπορεί πλέον να βασίζεται αποκλειστικά στη συμβατική στρατιωτική ισχύ της. Αντίθετα, υποστηρίζει πως πρέπει να αναζητήσει ένα νέο σύστημα στρατηγικής αποτροπής, με τη συμμετοχή του Πακιστάν, το οποίο διαθέτει πυρηνικά όπλα, και της Σαουδικής Αραβίας.
Ο αρθρογράφος συνδέει την πρότασή του με την προοπτική μιας νέας αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης εναντίον του Ιράν, υποστηρίζοντας ότι η αναμέτρηση δεν θα περιοριστεί απαραίτητα στην Τεχεράνη.
Πρόκειται για ιδιαίτερα επιθετική γεωπολιτική αρθρογραφία, με σειρά προβλέψεων και καταγγελιών που δεν συνοδεύονται από ανεξάρτητη τεκμηρίωση. Δεν αποτελεί ανακοίνωση επίσημης αλλαγής της τουρκικής πυρηνικής πολιτικής.
«Ο Νετανιάχου μπορεί να προκαλέσει πυρηνικό πόλεμο»
Ο Καραγκιούλ επανέρχεται στις προηγούμενες προειδοποιήσεις του για τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, υποστηρίζοντας ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός θα μπορούσε να επιχειρήσει μια δραματική στρατιωτική κλιμάκωση προκειμένου να διατηρηθεί στην εξουσία.
Εκτιμά ότι ακόμη και μια εκλογική ήττα δεν αποκλείει μια τέτοια εξέλιξη, καθώς το χρονικό διάστημα έως τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης θα μπορούσε, σύμφωνα με τον ίδιο, να αξιοποιηθεί για στρατιωτική δράση.
Στο σημείο αυτό επικαλείται και τις δηλώσεις του Αμερικανού σχολιαστή Tucker Carlson, ο οποίος υποστήριξε στις 2 Νοεμβρίου ότι ο Ντόναλντ Τραμπ ενδέχεται, υπό ισραηλινή πίεση, να διατάξει πυρηνική επίθεση εναντίον ιρανικής εγκατάστασης μέσα στις επόμενες ημέρες.
Οι δηλώσεις του Carlson έχουν καταγραφεί από διεθνή μέσα ενημέρωσης, χωρίς ωστόσο να έχει επιβεβαιωθεί ότι η αμερικανική κυβέρνηση έχει αποφασίσει ή προετοιμάζει χρήση πυρηνικών όπλων.
Ο Καραγκιούλ προχωρά περισσότερο, θεωρώντας ότι μια τέτοια ενέργεια θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για πυρηνική κλιμάκωση και σε άλλα μέτωπα, από την Ουκρανία έως την Κορεατική Χερσόνησο.
«Μετά το Ιράν, στόχος η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά του στην Τουρκία ως πιθανό επόμενο στόχο μιας ευρύτερης σύγκρουσης.
Ο αρθρογράφος επικαλείται δηλώσεις που αποδίδει στον Ιρανό αξιωματούχο Μοχσέν Ρεζαΐ, σύμφωνα με τις οποίες το Ισραήλ θα μπορούσε, μετά το Ιράν, να στραφεί εναντίον της Τουρκίας και της Σαουδικής Αραβίας.
Ο ίδιος αναγνωρίζει ότι δεν γνωρίζει κατά πόσον οι συγκεκριμένες πληροφορίες ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Παρ’ όλα αυτά, υποστηρίζει ότι οι στρατηγικές εξελίξεις δικαιολογούν την αντιμετώπιση ενός τέτοιου σεναρίου ως σοβαρής απειλής.
Κατά τον Καραγκιούλ, η Σαουδική Αραβία βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με κινδύνους που υπερβαίνουν τη σύγκρουση με τους Χούθι στην Υεμένη.
Εκτιμά ότι θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν εσωτερικές αντιπαραθέσεις, φυλετικές συγκρούσεις ή θρησκευτικές εντάσεις για την αποσταθεροποίηση του σαουδαραβικού κράτους.
Φτάνει μάλιστα στο σημείο να προειδοποιήσει για ενδεχόμενη συνωμοσία με στόχο τη Μέκκα και τη Μεδίνα, χωρίς να παραθέτει συγκεκριμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιου σχεδίου.
Στην ίδια συλλογιστική εντάσσει και τις αεροπορικές επιδρομές της Ιορδανίας στο συριακό έδαφος, τις οποίες αντιμετωπίζει ως πιθανό μέρος μιας ευρύτερης περιφερειακής αναδιάταξης.
Το Ιράν και το ενδεχόμενο αντιποίνων ακόμη και στις ΗΠΑ
Ένα από τα πιο ακραία σενάρια του άρθρου αφορά την πιθανότητα ιρανικών πληγμάτων εναντίον αμερικανικών στόχων στην Ευρώπη ή ακόμη και στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Καραγκιούλ υποστηρίζει ότι η ιρανική αντίσταση στις προηγούμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις ανέτρεψε τις προσδοκίες για γρήγορη κατάρρευση της Τεχεράνης.
Κατά την εκτίμησή του, η αδυναμία επίτευξης των επιδιωκόμενων αποτελεσμάτων με συμβατικά μέσα ενδέχεται να οδηγήσει την Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ στην εξέταση πιο καταστροφικών επιλογών.
Ισχυρίζεται επίσης ότι το Ιράν θα μπορούσε να πλήξει αμερικανικές εγκαταστάσεις στη Βρετανία και στη Γερμανία, ακόμη και στόχους στη Νέα Υόρκη και στην Ουάσιγκτον.
Δεν προσκομίζει, ωστόσο, αποδείξεις ότι η Τεχεράνη διαθέτει επιχειρησιακά συστήματα ικανά να πραγματοποιήσουν τέτοιου είδους πλήγματα.
Ο αρθρογράφος διατυπώνει επίσης το υποθετικό σενάριο να διαθέτει το Ιράν πυρηνικό όπλο ή να έχει αποκτήσει τέτοια δυνατότητα από τρίτη χώρα. Το παρουσιάζει ως ενδεχόμενο και όχι ως επιβεβαιωμένη πληροφορία.
Το μεγάλο μήνυμα: Κοινή πυρηνική αποτροπή Τουρκίας–Πακιστάν–Σαουδικής Αραβίας
Το σημαντικότερο σημείο του άρθρου αφορά την πρόταση δημιουργίας ενός κοινού πυρηνικού αποτρεπτικού μηχανισμού από την Τουρκία, το Πακιστάν και τη Σαουδική Αραβία.
Ο Καραγκιούλ δεν περιορίζεται σε μια γενική αναφορά περί αμυντικής συνεργασίας, αλλά ζητά να συγκροτηθεί άμεσα μια κοινή στρατηγική πυρηνικής αποτροπής.
«Η Τουρκία, το Πακιστάν και η Σαουδική Αραβία πρέπει επειγόντως, χωρίς να χάσουν ούτε μία ημέρα, να δημιουργήσουν μια κοινή πυρηνική αποτροπή. Πρέπει να συγκροτήσουν μια κοινή πυρηνική αμυντική ασπίδα», γράφει χαρακτηριστικά.
Υποστηρίζει ότι η ισορροπία αποτροπής πρέπει να είναι αμοιβαία, ώστε οποιαδήποτε χώρα εξετάζει τη χρήση πυρηνικών όπλων να γνωρίζει ότι μπορεί να αντιμετωπίσει ανάλογες συνέπειες.
Η πρόταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της συμμετοχής του Πακιστάν, το οποίο αποτελεί ήδη πυρηνική δύναμη, σε αντίθεση με την Τουρκία και τη Σαουδική Αραβία.
Ωστόσο, ο Καραγκιούλ δεν εξηγεί πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει ένας τέτοιος μηχανισμός, ούτε εάν θα στηριζόταν σε κοινή διοίκηση, σε εγγυήσεις πυρηνικής προστασίας ή στην ανάπτυξη νέων δυνατοτήτων.
Επομένως, η παρέμβασή του συνιστά πολιτική και στρατηγική πρόταση και όχι ανακοίνωση συμφωνίας μεταξύ των τριών χωρών.
Προειδοποίηση για τις σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν
Ο Καραγκιούλ συνδέει την εξωτερική απειλή με τις εσωτερικές εξελίξεις στην Τουρκία και τις συζητήσεις για εντάσεις στις σχέσεις Άγκυρας–Μπακού.
Αναφέρεται ειδικότερα σε οικονομικές και πολιτικές υποθέσεις που απασχολούν την τουρκική επικαιρότητα, υποστηρίζοντας ότι η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια να καταναλώνει τις δυνάμεις της σε εσωτερικές συγκρούσεις την ώρα που διαμορφώνονται νέες απειλές στην περιοχή.
Στο ίδιο πλαίσιο τοποθετεί και τη συζήτηση περί τουρκικής και αζερικής έντασης, αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι εσωτερικές και περιφερειακές αντιπαραθέσεις δεν είναι άσχετες με τις ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.
Δεν παρουσιάζει πάντως συγκεκριμένα στοιχεία που να τεκμηριώνουν οργανωμένη εξωτερική παρέμβαση στις συγκεκριμένες υποθέσεις.
«Τέλος στις εθνοτικές και θρησκευτικές διαμάχες»
Ένα ακόμη βασικό στοιχείο του άρθρου είναι το κάλεσμα για υπέρβαση των εθνοτικών και θρησκευτικών διαφορών στη Μέση Ανατολή.
Ο Καραγκιούλ υποστηρίζει ότι οι συγκρούσεις μεταξύ σουνιτών και σιιτών, όπως και οι εθνικές αντιπαραθέσεις, χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για την αποδυνάμωση των κρατών της περιοχής.
Προειδοποιεί ότι η συνέχιση αυτών των διαχωρισμών σε μια περίοδο ενδεχόμενης γενικευμένης στρατιωτικής σύγκρουσης θα μπορούσε να αποδειχθεί καταστροφική.
Με αυτή τη θέση επιχειρεί να διαμορφώσει ένα κοινό πλαίσιο ασφαλείας που θα περιλαμβάνει χώρες με διαφορετικές πολιτικές και θρησκευτικές ταυτότητες, όπως η σιιτική Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, η σουνιτική Σαουδική Αραβία και η Τουρκία.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση συνδέεται με την ευρύτερη αντίληψη του αρθρογράφου περί γεωπολιτικής συσπείρωσης των κρατών της περιοχής απέναντι σε εξωτερικές απειλές.
«Η Τουρκία δεν μπορεί να ανεχθεί συγκαλυμμένες επιχειρήσεις στο εσωτερικό της»
Το άρθρο περιλαμβάνει επίσης αυστηρές προειδοποιήσεις για την εσωτερική ασφάλεια της Τουρκίας.
Ο Καραγκιούλ υποστηρίζει ότι η Άγκυρα οφείλει να αντιμετωπίσει αποφασιστικά τις οργανώσεις και τα δίκτυα που θεωρεί ότι μπορούν να λειτουργήσουν ως μηχανισμοί αποσταθεροποίησης.
Αναφέρεται στους Χούθι, στη Σομαλιλάνδη και στην Αλ Σαμπάμπ, παρουσιάζοντάς τους ως παραδείγματα δυνάμεων που, κατά την άποψή του, μπορούν να αξιοποιούνται από τρίτους για την πρόκληση περιφερειακών κρίσεων.
Υποστηρίζει ότι η εποχή των συγκρούσεων μέσω ενδιάμεσων οργανώσεων σταδιακά αντικαθίσταται από την προοπτική απευθείας στρατιωτικών αντιπαραθέσεων μεταξύ κρατών.
Για τον λόγο αυτό ζητά από την τουρκική ηγεσία να επιλύσει γρήγορα τις εσωτερικές εκκρεμότητες και να εξουδετερώσει τις δραστηριότητες που θεωρεί απειλητικές για την εθνική ασφάλεια.
Η αναφορά αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς συνδέει τη στρατιωτική προετοιμασία με την απαίτηση μεγαλύτερης εσωτερικής συνοχής και αυξημένης κρατικής κινητοποίησης.
«Ώρα να επιστρέψουμε στο έθνος-στρατό»
Το άρθρο ολοκληρώνεται με ένα κάλεσμα συνολικής εθνικής κινητοποίησης.
Ο Καραγκιούλ θεωρεί ότι η Τουρκία βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική καμπή και ότι οποιαδήποτε καθυστέρηση στην ενίσχυση της στρατιωτικής της ισχύος μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες.
Χρησιμοποιεί τη χαρακτηριστική τουρκική έκφραση Asker Millet, η οποία αποδίδεται ως «έθνος-στρατός» ή «στρατιωτικό έθνος» και παραπέμπει στην παραδοσιακή αντίληψη περί στενής σύνδεσης της στρατιωτικής ισχύος με την εθνική ταυτότητα.
Επαναλαμβάνει την απαίτησή του η Τουρκία να καταστεί επειγόντως πυρηνική δύναμη, χωρίς να προσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να επιτευχθεί αυτός ο στόχος.
Η καταληκτική του αναφορά είναι χαρακτηριστική:
«Ο ύπνος είναι αυτοκτονία. Η καθυστέρηση είναι αυτοκτονία. Η αναβολή είναι αυτοκτονία. Η Τουρκία πρέπει επειγόντως να γίνει πυρηνική δύναμη. Ήρθε η ώρα να επιστρέψουμε στο έθνος-στρατό!»
Η σημασία της παρέμβασης Καραγκιούλ
Η παρέμβαση έχει ιδιαίτερη δημοσιογραφική σημασία επειδή προέρχεται από έναν αρθρογράφο με στενή πολιτική συνάφεια προς το κυβερνητικό στρατόπεδο της Τουρκίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι θέσεις του αποτελούν επίσημη κυβερνητική πολιτική. Αποτυπώνουν, ωστόσο, μια αντίληψη στρατηγικής ασφάλειας που αντιμετωπίζει την ανάπτυξη πυρηνικής αποτροπής ως πιθανή απάντηση στις περιφερειακές απειλές.
Η πρόταση για συνεργασία με το πυρηνικά εξοπλισμένο Πακιστάν και τη Σαουδική Αραβία συνδυάζεται με το αίτημα συνολικής στρατιωτικής κινητοποίησης της Τουρκίας και την αντίληψη ότι οι μελλοντικοί πόλεμοι ενδέχεται να έχουν πολύ μεγαλύτερη γεωγραφική έκταση.
Το άρθρο περιλαμβάνει επίσης ακραίους συλλογικούς χαρακτηρισμούς κατά του Ισραήλ και των Ισραηλινών, τους οποίους ο συγγραφέας συνδέει με τις εκτιμήσεις του για έναν ενδεχόμενο παγκόσμιο πόλεμο. Πρόκειται για ρητορική που πρέπει να διακρίνεται από την κριτική σε συγκεκριμένες κυβερνητικές ή στρατιωτικές αποφάσεις.
Το βασικό πολιτικό μήνυμα του Καραγκιούλ είναι σαφές: θεωρεί ότι η Τουρκία πρέπει να προετοιμαστεί για ένα περιβάλλον γενικευμένης στρατιωτικής αναμέτρησης και να αναζητήσει πυρηνική αποτροπή μέσω περιφερειακών συμμαχιών.
GEOPOLITICO
Το καλώδιο, η Γαλλία και ο κίνδυνος τουρκικών τετελεσμένων
Ποιους κινδύνους εντοπίζει ο Γιάννος Χαραλαμπίδης και γιατί επιμένει στη διάκριση ανάμεσα στα δικαιώματα και στην πραγματική δυνατότητα άσκησής τους;
Τον κίνδυνο να αξιοποιήσει η Τουρκία τη σχεδιαζόμενη ενημέρωση μέσω Γαλλίας για τις έρευνες του καλωδίου Ελλάδας–Κύπρου ως επιχείρημα αναγνώρισης δικαιοδοσίας της στην Ανατολική Μεσόγειο επισήμανε ο Γιάννος Χαραλαμπίδης. Μιλώντας στη Βασιλική Πολίτου, στον Θήτα FM 107,1, άσκησε κριτική στους χειρισμούς της Αθήνας, στην αντιμετώπιση του τουρκολιβυκού μνημονίου και στην ανάγνωση της αιγυπτιακής στάσης.
Υπέρ της διασύνδεσης, με προειδοποίηση για τους χειρισμούς
Ο Γιάννος Χαραλαμπίδης ξεκαθάρισε εξαρχής ότι υποστηρίζει την ηλεκτρική διασύνδεση. Τη χαρακτήρισε γεωπολιτικό πρόγραμμα που μπορεί να ωφελήσει την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ και να δημιουργήσει νέα δεδομένα στις σχέσεις τους με τις χώρες της περιοχής, εφόσον δεν εγκλωβιστεί στη διαφθορά και στη μικροπολιτική.
Η ένστασή του επικεντρώθηκε στον τρόπο με τον οποίο επιχειρείται να ξεπεραστούν οι τουρκικές αντιδράσεις. Κατά την εκτίμησή του, η Άγκυρα επιδιώκει να συνδέσει τη διέλευση του καλωδίου με την αποδοχή δικών της αξιώσεων επί της υφαλοκρηπίδας.
Υποστήριξε ότι, για το συγκεκριμένο είδος ερευνών που περιέγραψε, δεν προκύπτει τουρκικό δικαίωμα αδειοδότησης ή απαίτησης ενημέρωσης, ακόμη και στις περιοχές όπου προβάλλονται αμφισβητήσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, επέκρινε την επιλογή της γαλλικής διαμεσολάβησης, θεωρώντας ότι η Αθήνα επιχειρεί να αποφύγει τόσο την κρίση με την Τουρκία όσο και το εσωτερικό πολιτικό κόστος μιας απευθείας γνωστοποίησης.
Οι δύο κίνδυνοι: Σιωπηρή αποδοχή και estoppel
Ο αναλυτής εστίασε σε δύο νομικές έννοιες: τη σιωπηρή αποδοχή και το estoppel, τις οποίες παρουσίασε ως πιθανούς κινδύνους που πρέπει να συνεκτιμηθούν πριν επιλεγεί η τελική διαδικασία.
Στην πρώτη περίπτωση, υποστήριξε ότι η ελληνική συναίνεση σε γαλλική ενημέρωση της Τουρκίας θα μπορούσε να προβληθεί από την Άγκυρα ως έμμεση αποδοχή της αξίωσής της να έχει λόγο στις εργασίες.
Στη δεύτερη, περιέγραψε το ενδεχόμενο η Τουρκία να επικαλεστεί αντιφατική ελληνική συμπεριφορά. Να ισχυριστεί, δηλαδή, ότι η Ελλάδα αποδέχθηκε, μέσω τρίτου, μια διαδικασία από την οποία ωφελήθηκε για την προώθηση του έργου και στη συνέχεια αρνήθηκε τις συνέπειες που η τουρκική πλευρά θα επιχειρούσε να της αποδώσει.
Κατά τον Χαραλαμπίδη, μια τέτοια επιχειρηματολογία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε μελλοντική συζήτηση για θαλάσσιες οριοθετήσεις ή σε δικαστική αντιπαράθεση. Η προειδοποίησή του αφορά την πιθανή αξιοποίηση της διαδικασίας από την Τουρκία και όχι διαπίστωση ότι έχει ήδη αναγνωριστεί τουρκική δικαιοδοσία.
Η κυβερνητική θέση είναι διαφορετική. Σύμφωνα με το σχετικό ρεπορτάζ του CNN Greece, η σχεδιαζόμενη διαδικασία αφορά απλή ενημέρωση των σχετιζόμενων κρατών και όχι αίτημα αδείας, με την Αθήνα να υποστηρίζει ότι η γνωστοποίηση δεν παράγει νομικές συνέπειες. Το ακριβές περιεχόμενο της επικοινωνίας βρίσκεται, επομένως, στο επίκεντρο της συζήτησης.
Τουρκολιβυκό μνημόνιο: Κριτική για κινήσεις «κατόπιν εορτής»
Στο δεύτερο μέρος της συνέντευξης, ο Χαραλαμπίδης αναφέρθηκε στην έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή, εξέλιξη που έχει καταγραφεί και σε σχετικό ρεπορτάζ της ΕΡΤ.
Η κριτική του επικεντρώθηκε στην αποτυχία αποτροπής αυτής της εξέλιξης και στην προηγούμενη ελληνική προσέγγιση προς την ανατολική Λιβύη και τον Χαλίφα Χαφτάρ. Υποστήριξε ότι η Αθήνα είχε επενδύσει σε αυτό το στρατόπεδο, χωρίς να κατορθώσει να εμποδίσει την προσέγγισή του με την Τουρκία.
Αξιολόγησε θετικά την ανάδειξη του ζητήματος στο Συμβούλιο Ασφαλείας, αλλά έθεσε ως ουσιαστικό κριτήριο το αποτέλεσμα στο πεδίο. Κατά την άποψή του, οι διπλωματικές παρεμβάσεις δεν αρκούν εάν δεν επιτρέπουν στην Ελλάδα να ασκεί στην πράξη τα δικαιώματα που επικαλείται.
Έκανε, μάλιστα, παραλληλισμό με το ψευδοκράτος στην κατεχόμενη Κύπρο, ως παράδειγμα παράνομης κατάστασης που εξακολουθεί να υφίσταται. Με αυτή την αναφορά θέλησε να υπογραμμίσει τον κίνδυνο παγίωσης τετελεσμένων, παρά τη συνεχιζόμενη απόρριψή τους.
Το κεντρικό ερώτημα που έθεσε ήταν εάν η Ελλάδα μπορεί να πραγματοποιεί έρευνες και να αναπτύσσει δραστηριότητες στις θαλάσσιες περιοχές όπου επικαλείται δικαιώματα ή εάν οι τουρκικές παρεμβάσεις εξακολουθούν να εμποδίζουν την άσκησή τους.
Αίγυπτος: Η στήριξη περνά μέσα από τα συμφέροντά της
Για την Αίγυπτο, ο Χαραλαμπίδης υποστήριξε ότι οι αντιδράσεις της στο τουρκολιβυκό μνημόνιο πρέπει να εξετάζονται και υπό το πρίσμα των δικών της θαλάσσιων συμφερόντων.
Εκτίμησε ότι το Κάιρο επιχειρεί να αξιοποιήσει τη θέση του για να αποκομίσει οφέλη από τις περιφερειακές ισορροπίες. Αναφέρθηκε σε τουρκική προσφορά περίπου 15.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων θαλάσσιας περιοχής προς την Αίγυπτο, υποστηρίζοντας ότι μέρος των προβαλλόμενων ωφελημάτων αφορά ελληνικά και κυπριακά δικαιώματα.
Στο ίδιο πλαίσιο επικαλέστηκε ποσοστά 2% για την ελληνική και 17,5% για την κυπριακή πλευρά, χωρίς να αναπτύξει στη συνέντευξη τον υπολογισμό ή την ακριβή γεωγραφική βάση αυτών των μεγεθών.
Επισήμανε επίσης τη στρατιωτική συνεργασία Αιγύπτου–Τουρκίας, αναφερόμενος σε ναυτικές δραστηριότητες και ασκήσεις στην περιοχή της Αλεξάνδρειας.
«Δεν λέω ότι είναι εχθρός μας η Αίγυπτος», διευκρίνισε. Το επιχείρημά του ήταν ότι η σύγκλιση σε ορισμένα ζητήματα δεν εξαλείφει τις διαφορετικές επιδιώξεις κάθε χώρας και ότι οι σχέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο πρέπει να αξιολογούνται με βάση τα συμφέροντα και τις συγκεκριμένες πράξεις.
Η αμφισβήτηση των «ήρεμων νερών»
Κλείνοντας, ο Χαραλαμπίδης επανήλθε στην πολιτική των «ήρεμων νερών», υποστηρίζοντας ότι η εικόνα αποκλιμάκωσης δεν εμπόδισε την Τουρκία να συνεχίσει την προώθηση των διεκδικήσεών της.
Συνέδεσε αυτή την κριτική με τις εξελίξεις στη Λιβύη και με το καλώδιο, προειδοποιώντας ότι οι χειρισμοί για την υλοποίηση της διασύνδεσης χρειάζονται προσοχή, ώστε να μη δώσουν στην Άγκυρα πρόσθετα επιχειρήματα.
Επανέλαβε ότι υποστηρίζει το έργο και ότι σκοπός των επισημάνσεών του είναι η πρόληψη δυσμενών εξελίξεων για την Ελλάδα και την Κύπρο.
GEOPOLITICO
Γρίβας: Αντίστροφη του 1821 η μακροπρόθεσμη επιδίωξη της Τουρκίας – Το σχέδιο για το Αιγαίο
Ο Κωνσταντίνος Γρίβας, καθηγητής Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, συνομιλεί με τον Νίκο Παπαδάτο στο Diplomatic Front για τις τουρκικές διεκδικήσεις, το καλώδιο, τις σχέσεις με το Ισραήλ και τις μεγάλες αλλαγές στην παγκόσμια ισορροπία ισχύος.
Τον κίνδυνο να μετατραπούν οι τουρκικές διεκδικήσεις σε τετελεσμένα, εφόσον δεν συναντήσουν ουσιαστική ελληνική αντίδραση, υπογράμμισε ο Κωνσταντίνος Γρίβας στη συνέντευξή του στον Νίκο Παπαδάτο για το Diplomatic Front. Ο καθηγητής Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων συνέδεσε την ασφάλεια της Ελλάδας με τις ανατροπές στο διεθνές σύστημα, ασκώντας κριτική στην αναμονή εξωτερικής προστασίας και στην αντιμετώπιση των τουρκικών αξιώσεων ως απλής ρητορικής.
Στον πυρήνα της παρέμβασής του βρίσκεται η θέση ότι η χώρα χρειάζεται δική της στρατηγική, με κριτήριο την εθνική ανεξαρτησία, την αποτρεπτική ισχύ και τη διατήρηση της συνοχής της. Οι συνεργασίες με τρίτες χώρες, κατά τον ίδιο, αποκτούν ουσία όταν στηρίζονται στην ελληνική αποφασιστικότητα και σε συγκεκριμένες συγκλίσεις συμφερόντων.
Η «Γαλάζια Πατρίδα» και το «αντίστροφο 1821»
Ο Κωνσταντίνος Γρίβας περιέγραψε την τουρκική πολιτική ως διαρκή υβριδικό πόλεμο, ήπιο ως προς τα χρησιμοποιούμενα μέσα, αλλά ολοκληρωτικό ως προς την επιδίωξή του. Κατά την εκτίμησή του, ο μεσοπρόθεσμος στόχος της Άγκυρας είναι να μετατρέψει το Αιγαίο σε χώρο συγκυριαρχίας και να περιορίσει καθοριστικά την ελληνική γεωπολιτική αυτονομία.
Σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου, χρησιμοποίησε τη διατύπωση «αντίστροφο 1821» για να περιγράψει τον κίνδυνο άτυπης υπαγωγής της Ελλάδας στην τουρκική επιρροή. Διευκρίνισε ότι δεν αναφέρεται αναγκαστικά σε στρατιωτική κατοχή, αλλά σε μια κατάσταση στην οποία η Αθήνα θα αδυνατεί να αναλάβει πρωτοβουλίες χωρίς την έγκριση της Άγκυρας.
Το ζήτημα, υποστήριξε, υπερβαίνει τη διαφορά για επιμέρους κυριαρχικά δικαιώματα: αφορά τη συνοχή της χώρας και τη δυνατότητά της να λειτουργεί ως ανεξάρτητο κράτος.
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο και η παγίδα της αδράνειας
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ελληνική αντιμετώπιση του τουρκολιβυκού μνημονίου και των ευρύτερων θαλάσσιων διεκδικήσεων της Τουρκίας. Απέρριψε ως ανεπαρκή τη λογική ότι η Αθήνα μπορεί να τις παρακάμπτει επειδή δεν παράγουν νόμιμα αποτελέσματα.
Η προειδοποίησή του αφορά τη διαφορά ανάμεσα στη νομική απόρριψη μιας αξίωσης και στην αποτροπή της πρακτικής επιβολής της. Κατά την ανάλυσή του, η συστηματική προβολή διεκδικήσεων μπορεί, εφόσον δεν αντιμετωπιστεί, να δημιουργήσει υπόβαθρο τετελεσμένων και να αξιοποιηθεί μέσα σε μεταβαλλόμενους διεθνείς συσχετισμούς.
Για να εξηγήσει τη θέση του, αναφέρθηκε στην ιστορική διαμόρφωση των θαλάσσιων ζωνών: από τον κανόνα της βολής του πυροβόλου και τις πρώιμες αντιλήψεις για τα χωρικά ύδατα έως τις μεταπολεμικές διεκδικήσεις για την υφαλοκρηπίδα, τις πρωτοβουλίες λατινοαμερικανικών κρατών, την Ινδονησία και τις συγκρούσεις της Ισλανδίας για την αλιεία.
Μέσα από αυτά τα παραδείγματα ανέδειξε τη δική του ανάγνωση για την αλληλεπίδραση δικαίου, κρατικών αξιώσεων και ισχύος. Παράλληλα, ενέταξε τη «Γαλάζια Πατρίδα» σε μια ευρύτερη τάση αντιμετώπισης θαλάσσιων ζωνών ως προέκτασης εθνικού εδάφους, προειδοποιώντας για τις συνέπειες που θα είχε η επικράτηση τέτοιων αντιλήψεων για τα ελληνικά νησιά.
Το καλώδιο και η προειδοποίηση για τουρκική έγκριση
Απαντώντας σε ερώτηση του Νίκου Παπαδάτου για το καλώδιο και την αναφορά σε ενδεχόμενη γαλλική μεσολάβηση, ο Γρίβας εξέφρασε έντονη αντίθεση σε οποιαδήποτε διαδικασία θα μπορούσε, κατά την κρίση του, να εκληφθεί ως αποδοχή τουρκικού δικαιώματος έγκρισης.
Υποστήριξε ότι ακόμη και μια ενέργεια που παρουσιάζεται ως απλή ενημέρωση, πολύ περισσότερο όταν η Ελλάδα αποσύρεται από το προσκήνιο και αναθέτει σε τρίτους τη συνεννόηση, μπορεί να ενισχύσει τις τουρκικές θέσεις. Χαρακτήρισε μια τέτοια εξέλιξη «τεράστιο αυτογκόλ».
Η τοποθέτησή του αφορά τους κινδύνους ενός τέτοιου χειρισμού. Από τη συνέντευξη δεν προκύπτει επιβεβαίωση ότι έχει ήδη συμφωνηθεί συγκεκριμένη διαδικασία μεσολάβησης ή ενημέρωσης της Τουρκίας.
Το υποθετικό σενάριο Τουρκίας–Αιγύπτου
Ο δημοσιογράφος έθεσε επίσης το υποθετικό ενδεχόμενο συμφωνίας θαλάσσιας οριοθέτησης μεταξύ Τουρκίας και Αιγύπτου. Ο Γρίβας το αντιμετώπισε ως εξαιρετικά δυσμενές σενάριο για τα ελληνικά συμφέροντα, τονίζοντας ότι τα κενά που αφήνει μια χώρα μπορούν να καλυφθούν από άλλους περιφερειακούς παράγοντες.
Κατά τη συλλογιστική του, η Αίγυπτος δεν έχει λόγο να προσανατολιστεί υποχρεωτικά προς την Τουρκία, αλλά ούτε να αναμένει επ’ αόριστον ελληνικές πρωτοβουλίες. Το ίδιο σκεπτικό επέκτεινε και στο Ισραήλ: εάν οι εταίροι θεωρήσουν ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να στηρίξει μια συνεργασία, θα αναζητήσουν άλλες διευθετήσεις.
Ο ίδιος διευκρίνισε ότι δεν είναι ειδικός στο διεθνές δίκαιο. Η απάντησή του αφορούσε τις στρατηγικές συνέπειες του υποθετικού σεναρίου και δεν συνιστούσε παρουσίαση κάποιας ολοκληρωμένης συμφωνίας.
Το Ισραήλ και η αναμονή του ξένου παράγοντα
Ο καθηγητής άσκησε κριτική στην προσδοκία ότι ένας ισχυρός εξωτερικός παράγοντας θα αναλάβει να λύσει τα ελληνικά προβλήματα. Ειδικά για το Ισραήλ, υποστήριξε ότι η Αθήνα δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο πως θα πολεμήσει για λογαριασμό της.
Αναγνώρισε, ωστόσο, ότι η ανάδειξη μιας υπερβολικά ισχυρής Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο δημιουργεί αντιθέσεις συμφερόντων και για άλλες χώρες. Αυτές οι συγκλίσεις, κατά τον ίδιο, πρέπει να αξιοποιούνται με ρεαλισμό, χωρίς να μετατρέπονται σε βεβαιότητα εξωτερικής διάσωσης ή σε υπόθεση ότι οι σημερινές αντιπαραθέσεις θα παραμείνουν αμετάβλητες.
Στο ίδιο πλαίσιο επέκρινε την πορεία των ελληνικών σχέσεων με τη Ρωσία και την Κίνα, θεωρώντας ότι ο περιορισμός των διαύλων με μεγάλες δυνάμεις στενεύει τα περιθώρια ελιγμών της χώρας. Υποστήριξε ότι η Ελλάδα μπορεί να αναζητά συνέργειες με τις ΗΠΑ, την Κίνα, την Ινδία και άλλους παράγοντες, με αφετηρία την υπεράσπιση των δικών της συμφερόντων.
Ευρώπη, Ουκρανία και πυρηνική κλιμάκωση
Στο διεθνές σκέλος της συζήτησης, ο Γρίβας περιέγραψε ένα σύστημα πολύ πιο σύνθετο από την παραδοσιακή αντιπαράθεση σταθερών στρατοπέδων. Εκτίμησε ότι ΗΠΑ, Ρωσία και Κίνα συνδυάζουν τον ανταγωνισμό με επιμέρους συνεργασίες, ενώ η Δυτική Ευρώπη δυσκολεύεται να προσαρμοστεί.
Άσκησε οξεία κριτική στην ευρωπαϊκή στρατηγική απέναντι στη Ρωσία. Υποστήριξε ότι η δυνατότητα της Μόσχας να απειλήσει στρατιωτικά τη Δυτική Ευρώπη είναι εξαιρετικά περιορισμένη και ότι η ενεργειακή απομάκρυνση από τη Ρωσία επιβαρύνει την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα. Παράλληλα, περιέγραψε τις ΗΠΑ ως οικονομικό ανταγωνιστή της Ευρώπης που επιδιώκει την ανασυγκρότηση της δικής του βιομηχανικής βάσης.
Προειδοποίησε ακόμη ότι η πυρηνική κλιμάκωση μπορεί να προκύψει μέσα από αλληλουχία αποφάσεων και αντιδράσεων. Αναφέρθηκε σε υποθετικά σενάρια χρήσης πυρηνικών στο Διάστημα ή σε μεγάλο υψόμετρο, επισημαίνοντας ότι ακόμη και μια αρχικά περιορισμένη χρήση θα μπορούσε να ανοίξει επικίνδυνη αλυσίδα εξελίξεων.
Για τον λόγο αυτό χαρακτήρισε εξαιρετικά επικίνδυνη μια άμεση στρατιωτική εμπλοκή ευρωπαϊκών χωρών ή του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία, ενώ επέκρινε το επίπεδο γνώσης και προετοιμασίας των σημερινών ηγεσιών απέναντι σε τέτοιους κινδύνους.
Ιράν, Χούθι και τα όρια της στρατιωτικής υπεροχής
Αναφερόμενος στη Μέση Ανατολή, υποστήριξε ότι η κατοχή προηγμένων οπλικών συστημάτων δεν εξασφαλίζει από μόνη της την επίτευξη πολιτικών και στρατιωτικών στόχων. Στην ανάλυσή του για το Ιράν και τους Χούθι, έδωσε βάρος στις υπόγειες υποδομές, στις ασύμμετρες δυνατότητες και στην ανθεκτικότητα απέναντι σε ισχυρότερους αντιπάλους.
Συνέδεσε το ζήτημα με την παραγωγή πυρομαχικών και τη δυνατότητα αναπλήρωσης των απωλειών. Εκτίμησε ότι οι περιορισμοί αυτοί αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για τις ΗΠΑ σε μια ενδεχόμενη αντιπαράθεση με την Κίνα κοντά στην κινεζική περιφέρεια.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι οι δυτικοί χειρισμοί στην Ουκρανία και στη Γάζα, καθώς και η αντίληψη περί διπλών μέτρων, ενισχύουν την αποστασιοποίηση χωρών του Παγκόσμιου Νότου. Περιέγραψε την ανάδειξη των BRICS+ και άλλων σχημάτων ως μέρος της μετάβασης προς έναν «μεταδυτικό κόσμο».
Καλή γειτονία με εγκατάλειψη των διεκδικήσεων
Κλείνοντας, ο Γρίβας διευκρίνισε ότι επιθυμητός στόχος είναι ένα ειρηνικό περιφερειακό περιβάλλον. Υποστήριξε ότι η Τουρκία μπορεί να αναπτύξει τον ρόλο της ως ευρασιατική δύναμη χωρίς να επιδιώκει κυριαρχία στο Αιγαίο και ότι η εγκατάλειψη αυτής της επιδίωξης θα επέτρεπε σχέσεις καλής γειτονίας.
Μέχρι τότε, επέμεινε στην ανάγκη ελληνικής αντίδρασης, προειδοποιώντας ότι η συσσώρευση υποχωρήσεων μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο πολέμου. Όπως συνόψισε τη θέση του: «Δεν μπορούμε να έχουμε απόλυτες απαντήσεις στη σημερινή τρομακτικά ρευστή πραγματικότητα, αλλά μπορούμε να έχουμε απόλυτα κριτήρια». Πρώτο κριτήριο, για τον ίδιο, είναι η χώρα.
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΙνδός στρατηγός προειδοποιεί τον Ερντογάν: «Θα κάνουμε κομμάτια κάθε τουρκική αρμάδα που θα σπεύσει να βοηθήσει το Πακιστάν»
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΣύμβαση ΟΗΕ της Βαρκελώνης: “Άγκυρα, έχεις υπογράψει”! “Αθήνα για ποιον λόγο σιωπάς”;
-
Πολιτική3 μήνες πρινΣΟΚ στη Λέσβο! Τούρκοι τουρίστες έβαλαν στο νησί αυτοκίνητο με εικόνα του σφαγέα Κεμάλ στο παρμπρίζ