GEOPOLITICO
Λουκόπουλος: Όχι άλλες θριαμβολογίες
Ο γεωστρατηγικός αναλυτής και αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Λουκόπουλος παρεμβαίνει στον Θήτα FM και αποκωδικοποιεί την επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Ελλάδα.
Σε μια αιχμηρή αποτίμηση της επίσκεψης του Μάρκο Ρούμπιο στην Ελλάδα προχώρησε ο γεωστρατηγικός αναλυτής και αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, μιλώντας στον Θήτα FM. Αναγνώρισε τη βαρύτητα της αμερικανικής παρουσίας, αλλά προειδοποίησε ότι οι θετικές δηλώσεις και οι συμβολισμοί δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τις συγκεκριμένες δεσμεύσεις για την ασφάλεια και τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας.
Ο κ. Λουκόπουλος επισήμανε αρχικά ότι η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών αποτελεί από μόνη της θετική εξέλιξη. Όπως εξήγησε, ο Μάρκο Ρούμπιο βρίσκεται στην κορυφή δύο κρίσιμων κέντρων διαμόρφωσης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, ενώ γνωρίζει σε βάθος τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και έχει στο παρελθόν συνδεθεί με πρωτοβουλίες που αφορούσαν την απαγόρευση πώλησης των F-35 στην Τουρκία.
Παρά ταύτα, συνέστησε να αποφεύγονται τόσο οι θριαμβολογίες όσο και η ισοπεδωτική κριτική. Ιδιαίτερα για την ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα, εκτίμησε ότι απευθυνόταν κυρίως στο αμερικανικό ακροατήριο και ενδεχομένως εντασσόταν στην οικοδόμηση του προσωπικού πολιτικού του προφίλ. Τα θετικά λόγια για την Ελλάδα και τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό έχουν τη σημασία τους, σημείωσε, δεν συνιστούν όμως από μόνα τους πολιτική εγγύηση.
Ο αντιστράτηγος ε.α. στάθηκε και στην παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας δίπλα στον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών κατά την άνοδό τους στην Πνύκα, θέτοντας ερώτημα για το μήνυμα που εξέπεμψε η συγκεκριμένη εικόνα από πλευράς διπλωματικού πρωτοκόλλου.
«Δεν δόθηκε πράσινο φως για το καλώδιο»
Αναφερόμενος στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, ο κ. Λουκόπουλος αμφισβήτησε τις ερμηνείες σύμφωνα με τις οποίες η Ουάσιγκτον έδωσε «πράσινο φως» για την ολοκλήρωση του Great Sea Interconnector.
Κατά την ανάγνωσή του, η αμερικανική τοποθέτηση περί «ιδιωτικής διπλωματίας», «λεπτών ισορροπιών» και εμπλοκής άλλων χωρών παρέπεμπε ουσιαστικά σε προτροπή προς τις εμπλεκόμενες πλευρές να βρουν μεταξύ τους λύση. «Με δύο λέξεις: βρείτε τα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Υπογράμμισε ότι το βασικό εμπόδιο είναι η στάση της Τουρκίας, η οποία επιδιώκει ρόλο και ενημέρωση για ένα έργο που αφορά την Ελλάδα, την Κύπρο και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το κρίσιμο τεστ, σύμφωνα με τον ίδιο, θα έρθει όταν εκδοθούν οι απαιτούμενες αναγγελίες για τη συνέχιση των ερευνών και την πόντιση του καλωδίου.
Τα ερωτήματα πίσω από το «δεν θα επιτρέψουμε σύγκρουση»
Ιδιαίτερα επιφυλακτικός εμφανίστηκε απέναντι στην αμερικανική διαβεβαίωση ότι δεν θα επιτραπεί σύγκρουση μεταξύ δύο κρατών-μελών του ΝΑΤΟ. Όπως τόνισε, μια τέτοια τοποθέτηση δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα από όσα απαντά, καθώς δεν προσδιορίζει ποια πλευρά ασκεί πίεση και ποια καλείται να αμυνθεί.
Κατά τον κ. Λουκόπουλο, η Τουρκία είναι εκείνη που εφαρμόζει εξαναγκαστική πολιτική και υπονομεύει την ασφάλεια στην περιοχή. Επομένως, η διεθνής πίεση πρέπει να κατευθύνεται προς τον παράγοντα που προκαλεί την ένταση και όχι προς τη χώρα που δέχεται την απειλή.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η ελληνική πλευρά όφειλε, στο πλαίσιο της δημόσιας διπλωματίας, να αναδείξει ευθέως το τουρκικό casus belli. Όταν γίνεται λόγος για το αδιανόητο μιας σύγκρουσης μεταξύ συμμάχων, παρατήρησε, θα έπρεπε να επισημαίνεται ταυτόχρονα ότι εξίσου αδιανόητη είναι η διατήρηση απειλής πολέμου από έναν σύμμαχο εναντίον άλλου.
«Μόνοι μας θα εξασφαλίσουμε την ασφάλειά μας»
Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασης ήταν ότι η Ελλάδα πρέπει να διαθέτει δική της αξιόπιστη αποτρεπτική ισχύ και να μην περιμένει την εκ των υστέρων επέμβαση των συμμάχων.
«Στο πεδίο, εάν χρειαστεί, θα είμαστε μόνοι μας», τόνισε, προειδοποιώντας ότι μέχρι να υπάρξει εξωτερική παρέμβαση μπορεί να έχουν ήδη διαμορφωθεί μη αναστρέψιμα δεδομένα. Η χώρα, πρόσθεσε, οφείλει να καταστήσει σαφές ότι είναι αποφασισμένη να υπερασπιστεί την κυριαρχία και τα κυριαρχικά της δικαιώματα με όλα τα διαθέσιμα μέσα.
Ο κ. Λουκόπουλος άσκησε επίσης κριτική στο κυβερνητικό αφήγημα περί «ήρεμων νερών» και «ελαφρού κυματισμού» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Εκτίμησε ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα μιας ενεργής τουρκικής απειλής, ενώ σημείωσε ότι η κριτική για τους κυβερνητικούς χειρισμούς δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως επιθυμία αποτυχίας στα εθνικά ζητήματα.
«Το διεθνές δίκαιο χρειάζεται ισχύ»
Κλείνοντας, ο αντιστράτηγος ε.α. υπογράμμισε ότι η επίκληση του διεθνούς δικαίου, αν και αναγκαία, δεν αρκεί από μόνη της. Για να μπορέσει μια χώρα να αξιοποιήσει τις προβλέψεις του, χρειάζεται ισχύ, σταθερή διπλωματία, ανάσχεση και αξιόπιστη αποτροπή.
Η Ελλάδα, όπως ανέφερε, πρέπει να παραμείνει ισχυρός και αξιόπιστος σύμμαχος, καθιστώντας συγχρόνως σαφές ότι δεν θα κατευνάσει την Τουρκία ούτε θα ενδώσει στις πιέσεις της. Στόχος πρέπει να είναι η Ουάσιγκτον και οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να αντιλαμβάνονται πως η διατήρηση μιας ισχυρής Ελλάδας αποτελεί δικό τους στρατηγικό συμφέρον για τη σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής.
«Οι φιλοφρονήσεις έχουν αξία και αναδεικνύουν την ήπια ισχύ της Ελλάδας. Οι συγκεκριμένες δεσμεύσεις και η ισχυρή Ελλάδα, όμως, έχουν πολύ μεγαλύτερη αξία», κατέληξε.
GEOPOLITICO
Ο Δρ. Διεθνών Σχέσεων Γιάννος Χαραλαμπίδης, σε παρέμβασή του στην τηλεόραση του ΣΙΓΜΑ, αναλύει τον σχεδιασμό για τον πολυεπίπεδο θόλο αεράμυνας της Κυπριακής Δημοκρατίας, τον ρόλο των ισραηλινών συστημάτων Barak, Iron Dome, Drone Dome και Iron Beam, αλλά και τη συνεισφορά των ελληνικών μαχητικών στην αποτροπή.
Πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας, ισραηλινά όπλα τελευταίας τεχνολογίας, ελληνικά μαχητικά και προοπτική ενιαίας αμυντικής κάλυψης στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο Δρ. Διεθνών Σχέσεων Γιάννος Χαραλαμπίδης, μιλώντας στην τηλεόραση του ΣΙΓΜΑ, παρουσίασε τον σχεδιασμό για την αντιαεροπορική προστασία της Κυπριακής Δημοκρατίας, αναλύοντας τη σημασία του τόσο για την αποτροπή της τουρκικής απειλής όσο και για τη στρατηγική συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ.
Τέσσερις ζώνες αεράμυνας για την προστασία της Κύπρου
Στη δημιουργία ενός πολυεπίπεδου αμυντικού θόλου, με δυνατότητα αντιμετώπισης εχθρικών αεροσκαφών, μη επανδρωμένων συστημάτων, ρουκετών και πυραύλων, προχωρεί η Κυπριακή Δημοκρατία, σύμφωνα με όσα ανέφερε ο Δρ. Διεθνών Σχέσεων Γιάννος Χαραλαμπίδης στην τηλεόραση του ΣΙΓΜΑ.
Ο αναλυτής εξήγησε, με τη βοήθεια σχετικού γραφήματος, ότι ο σχεδιασμός της Εθνικής Φρουράς βασίζεται σε διαφορετικές ζώνες αναχαίτισης, οι οποίες λειτουργούν συμπληρωματικά, δημιουργώντας μια ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική αεράμυνας.
Πρώτη και εξωτερική ζώνη αποτελεί το ισραηλινό σύστημα Barak, για το οποίο ο Χαραλαμπίδης ανέφερε βεληνεκές 150 χιλιομέτρων. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που επικαλέστηκε, συστήματα της συγκεκριμένης κατηγορίας βρίσκονται ήδη στην Κύπρο, ενώ έχει παραγγελθεί και τρίτο.
Όπως επισήμανε, για την πλήρη και επαρκή κάλυψη του νησιού θα απαιτούνταν ακόμη μία μονάδα.
Η δεύτερη ζώνη αφορά το γνωστό ισραηλινό σύστημα Iron Dome, με τον αναλυτή να αναφέρει βεληνεκές περίπου 70 χιλιομέτρων. Σύμφωνα με την τοποθέτησή του, η προμήθειά του βρίσκεται στο στάδιο του σχεδιασμού και αναμένεται σχετικό κονδύλι που υπολογίζεται στα 200 εκατομμύρια ευρώ.
Στην τρίτη ζώνη εντάσσεται το Drone Dome, σύστημα αντιμετώπισης μη επανδρωμένων απειλών, με εμβέλεια που ο Χαραλαμπίδης προσδιόρισε μεταξύ 10 και 20 χιλιομέτρων. Όπως υποστήριξε, έχει ήδη παραγγελθεί και μέρος του βρίσκεται στην Κύπρο.
Τελευταία βαθμίδα είναι το Iron Beam, το ισραηλινό σύστημα κατευθυνόμενης ενέργειας με λέιζερ.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο οικονομικό πλεονέκτημα της τεχνολογίας λέιζερ, καθώς μπορεί να περιορίσει την ανάγκη κατανάλωσης συμβατικών πυρομαχικών για την αντιμετώπιση ορισμένων απειλών.
Ο Χαραλαμπίδης εκτίμησε ότι η Κύπρος θα μπορούσε να αποκτήσει πρόσβαση στο συγκεκριμένο σύστημα σε εύλογο χρονικό διάστημα, χωρίς ωστόσο να προσδιορίσει συγκεκριμένη ημερομηνία.
Ο ρόλος των ελληνικών μαχητικών στον αμυντικό σχεδιασμό
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε η αναφορά του στα ελληνικά μαχητικά αεροσκάφη και στον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν στην αεράμυνα της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ο Χαραλαμπίδης υποστήριξε ότι τα ελληνικά μαχητικά αποτελούν μέρος της ευρύτερης αποτρεπτικής αρχιτεκτονικής, επισημαίνοντας ότι η αεροπορική ισχύς εξακολουθεί να είναι κρίσιμο στοιχείο κάθε ολοκληρωμένου συστήματος αεράμυνας.
Έφερε μάλιστα ως παράδειγμα την Τουρκία, η οποία αναπτύσσει τη δική της αρχιτεκτονική αεράμυνας και στηρίζεται σημαντικά στη χρησιμοποίηση μαχητικών αεροσκαφών για αποτρεπτικούς σκοπούς.
Το μήνυμά του ήταν ότι η προστασία της Κύπρου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ζήτημα εγκατάστασης αντιαεροπορικών συστημάτων, αλλά ως ένα συνολικό πλέγμα δυνατοτήτων, στο οποίο συνδυάζονται χερσαία μέσα, αισθητήρες, αεροπορική ισχύς και συστήματα διοίκησης και ελέγχου.
Η μεγάλη εικόνα: Ενιαία αεράμυνα από την Ελλάδα μέχρι το Ισραήλ
Το σημαντικότερο στρατηγικό στοιχείο της παρέμβασης ήταν η προοπτική διασύνδεσης των συστημάτων αεράμυνας Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ.
Ο Χαραλαμπίδης ανέφερε ότι η τεχνολογία επιτρέπει την ανταλλαγή εικόνας και πληροφοριών μεταξύ διαφορετικών αμυντικών συστημάτων, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μια ευρύτερη ζώνη προστασίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Κατά την ανάλυσή του, μια τέτοια δομή θα μπορούσε να ξεκινά από την Ελλάδα, να επεκτείνεται μέσω της Κυπριακής Δημοκρατίας και να καταλήγει στο Ισραήλ.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι αυτή η περιφερειακή αμυντική συνεργασία θα μπορούσε να συνδεθεί με το ευρύτερο ευρωπαϊκό σύστημα αεράμυνας.
Στο σημείο αυτό συνέδεσε τον κυπριακό σχεδιασμό με την ελληνική «Ασπίδα του Αχιλλέα», εκτιμώντας ότι τα δύο προγράμματα μπορούν να αποκτήσουν συμπληρωματικό χαρακτήρα.
Η προοπτική αυτή, όπως την περιέγραψε, δεν περιορίζεται στην απόκτηση οπλικών συστημάτων. Αφορά τη δημιουργία μιας διαλειτουργικής αμυντικής υποδομής, ικανής να ενισχύσει την έγκαιρη προειδοποίηση, την κοινή επιχειρησιακή εικόνα και την αντιμετώπιση απειλών.
Η αμερικανική παράμετρος και η συνεργασία με το Ισραήλ
Ο Δρ. Χαραλαμπίδης έδωσε ιδιαίτερη σημασία και στη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στην ενίσχυση της κυπριακής αεράμυνας.
Υποστήριξε ότι η πώληση ισραηλινών αμυντικών συστημάτων στην Κυπριακή Δημοκρατία πραγματοποιείται με την εύνοια της Ουάσιγκτον.
Η αναφορά αυτή εντάσσει, κατά την εκτίμησή του, την ενίσχυση των κυπριακών αμυντικών δυνατοτήτων σε ένα ευρύτερο περιβάλλον συνεργασίας με το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η γεωγραφική θέση της Κύπρου στην Ανατολική Μεσόγειο καθιστά ιδιαίτερα σημαντική την προστασία κρίσιμων υποδομών και την ύπαρξη αξιόπιστων συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης και αναχαίτισης.
«Δεν μπορούμε να είμαστε στο έλεος της Τουρκίας»
Ο Χαραλαμπίδης συνέδεσε την ανάγκη ενίσχυσης της κυπριακής αεράμυνας με το γεγονός ότι σημαντικό τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας εξακολουθεί να βρίσκεται υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή.
Τόνισε ότι βασική υποχρέωση κάθε κράτους είναι η διασφάλιση της ασφάλειας των πολιτών και των εξωτερικών συνόρων του.
Κατά την ανάλυσή του, η ανάπτυξη ενός αξιόπιστου αμυντικού θόλου υπηρετεί πρωτίστως την αποτροπή, δηλαδή τη μείωση της πιθανότητας εκδήλωσης μιας επίθεσης.
Εξήγησε ότι η αποτροπή μπορεί να περιορίσει την πιθανότητα στρατιωτικής κρίσης ή πολέμου και, στην περίπτωση που πραγματοποιηθεί επίθεση, να μειώσει τις συνέπειές της.
Επομένως, το ζητούμενο δεν είναι απλώς η δυνατότητα αναχαίτισης πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών, αλλά η δημιουργία ενός περιβάλλοντος στο οποίο το κόστος μιας εχθρικής ενέργειας θα λειτουργεί αποτρεπτικά.
Το στρατηγικό διακύβευμα για τον Ελληνισμό
Η παρέμβαση του Γιάννου Χαραλαμπίδη ανέδειξε μια σημαντική διάσταση του σχεδιασμού για την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο.
Εφόσον υλοποιηθούν οι προμήθειες και προχωρήσει η διασύνδεση των συστημάτων που περιέγραψε, η Κυπριακή Δημοκρατία θα μπορούσε να ενισχύσει ουσιαστικά τις δυνατότητες άμυνάς της.
Παράλληλα, η αξιοποίηση ελληνικών αεροπορικών δυνατοτήτων και η συνεργασία με το Ισραήλ μπορούν να λειτουργήσουν πολλαπλασιαστικά για την αποτρεπτική ισχύ Ελλάδας και Κύπρου.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι η μετάβαση από μεμονωμένα οπλικά συστήματα σε μια ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική αεράμυνας, με κοινή επιχειρησιακή εικόνα και δυνατότητες συντονισμένης αντίδρασης.
Διευκρίνιση τεκμηρίωσης: Τα στοιχεία για αριθμό συστημάτων, βεληνεκή, προϋπολογισμό, παραγγελίες και μελλοντικές προμήθειες αποδίδονται στην τηλεοπτική παρέμβαση του Γιάννου Χαραλαμπίδη. Οι υπότιτλοι δεν περιλαμβάνουν επίσημα έγγραφα που να επιβεβαιώνουν αυτοτελώς αυτές τις πληροφορίες. Επίσης, η πιθανή αμυντική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ παρουσιάζεται ως προοπτική και όχι ως ήδη ολοκληρωμένο ενιαίο σύστημα.
GEOPOLITICO
Πόλεμος της Πληροφορίας: Fake News, Τεχνητή Νοημοσύνη και Πολιτική Προπαγάνδα – Πώς Επηρεάζουν τη Ζωή μας και τις Επιλογές μας
Στον 21ο αιώνα, οι πόλεμοι δεν διεξάγονται μόνο στα πεδία των μαχών, αλλά και στις οθόνες εκατομμυρίων πολιτών. Fake news, τεχνητή νοημοσύνη, deepfakes και αλγόριθμοι μετατρέπουν την πληροφορία σε όπλο χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Κυβερνήσεις, οργανωμένα συμφέροντα και ψηφιακές πλατφόρμες συμμετέχουν σε μια αδιάκοπη μάχη επιρροής, με διακύβευμα την αλήθεια, την εθνική ασφάλεια και την ίδια τη δημοκρατία. Ποιος ελέγχει τελικά όσα βλέπουμε και πιστεύουμε και πόσο εύκολο είναι πλέον να διακρίνουμε την πραγματικότητα από την κατασκευασμένη αλήθεια;
Στον 21ο αιώνα, οι πόλεμοι δεν διεξάγονται μόνο στα πεδία των μαχών, αλλά και στις οθόνες εκατομμυρίων πολιτών. Fake news, τεχνητή νοημοσύνη, deepfakes και αλγόριθμοι μετατρέπουν την πληροφορία σε όπλο χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Κυβερνήσεις, οργανωμένα συμφέροντα και ψηφιακές πλατφόρμες συμμετέχουν σε μια αδιάκοπη μάχη επιρροής, με διακύβευμα την αλήθεια, την εθνική ασφάλεια και την ίδια τη δημοκρατία. Ποιος ελέγχει τελικά όσα βλέπουμε και πιστεύουμε και πόσο εύκολο είναι πλέον να διακρίνουμε την πραγματικότητα από την κατασκευασμένη αλήθεια;
Του Θεόδωρου Ατματζίδη
Εισαγωγή
Η πληροφορία υπήρξε διαχρονικά ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες ισχύος στις ανθρώπινες κοινωνίες. Από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη ψηφιακή εποχή, η δυνατότητα ελέγχου της πληροφόρησης αποτελούσε στρατηγικό πλεονέκτημα τόσο για τα κράτη, όσο και για τις πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές ελίτ. Στον 21ο αιώνα, όμως, η πληροφορία έχει αποκτήσει μια νέα διάσταση. Η αλματώδης ανάπτυξη του διαδικτύου, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της τεχνητής νοημοσύνης (Artificial Intelligence – AI) έχει μετατρέψει την πληροφορία σε πεδίο συνεχούς ανταγωνισμού, όπου κυβερνήσεις, διεθνείς οργανισμοί, επιχειρήσεις, πολιτικά κόμματα και ιδιωτικές ομάδες επιδιώκουν να επηρεάσουν την κοινή γνώμη και, κατ’ επέκταση, τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις [1][2].
Ο σύγχρονος «πόλεμος της πληροφορίας» (Information Warfare) δεν περιορίζεται πλέον στη στρατιωτική αντιπαράθεση. Πρόκειται για έναν πολύπλευρο αγώνα επιρροής που διεξάγεται καθημερινά μέσω ειδήσεων, εικόνων, βίντεο, αλγορίθμων και ψηφιακών πλατφορμών. Σε αυτό το περιβάλλον, τα fake news, η παραπληροφόρηση (disinformation), η παραπλανητική πληροφόρηση (misinformation), οι επιχειρήσεις επιρροής (influence operations) και η πολιτική προπαγάνδα αποτελούν εργαλεία άσκησης ισχύος, με στόχο τη διαμόρφωση αντιλήψεων, τη μεταβολή συμπεριφορών και τον επηρεασμό κρίσιμων αποφάσεων [1][3].
Παράλληλα, η τεχνητή νοημοσύνη έχει μεταβάλει ριζικά το τοπίο της ενημέρωσης. Η δυνατότητα παραγωγής κειμένων, φωτογραφιών, βίντεο και ηχητικών αποσπασμάτων που δύσκολα διακρίνονται από τα αυθεντικά δημιουργεί νέες προκλήσεις για τη δημοκρατία, την εθνική ασφάλεια και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων [4]. Η αξιοπιστία της πληροφορίας αμφισβητείται ολοένα και περισσότερο, ενώ ο μέσος πολίτης καλείται να αξιολογήσει τεράστιο όγκο πληροφοριών μέσα σε ελάχιστο χρόνο.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση(Ε.Ε), το ΝΑΤΟ, ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (μέσω της UNESCO) και άλλοι διεθνείς οργανισμοί έχουν αναγνωρίσει ότι η παραπληροφόρηση αποτελεί πλέον σημαντική απειλή για τη δημοκρατική λειτουργία των κρατών, την κοινωνική συνοχή και τη διεθνή ασφάλεια [1][2][5]. Το φαινόμενο δεν περιορίζεται μόνο στις προεκλογικές περιόδους ή στις διεθνείς συγκρούσεις• επηρεάζει την οικονομία, τη δημόσια υγεία, την επιστήμη, ακόμη και την καθημερινή λήψη αποφάσεων των πολιτών.
Σκοπός του άθρου είναι να αναλύσει όσο είναι εφικτό, τον σύγχρονο πόλεμο της πληροφορίας, να εξετάσει τον ρόλο των fake news και της τεχνητής νοημοσύνης στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, να παρουσιάσει τις σύγχρονες μορφές πολιτικής προπαγάνδας και να διερευνήσει τις επιπτώσεις τους στη δημοκρατία, στην κοινωνία και στις προσωπικές επιλογές των πολιτών.
Ο Πόλεμος της Πληροφορίας ως νέα μορφή σύγκρουσης
Οι σύγχρονες συγκρούσεις δεν διεξάγονται αποκλειστικά με στρατιωτικά μέσα. Τα τελευταία χρόνια, διεθνείς οργανισμοί, όπως το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση, χρησιμοποιούν ολοένα και συχνότερα τον όρο «Information Warfare» ή «Information Environment», περιγράφοντας ένα περιβάλλον στο οποίο η πληροφορία χρησιμοποιείται ως στρατηγικό εργαλείο επιρροής [1].
Σύμφωνα με το ΝΑΤΟ, οι απειλές πληροφόρησης περιλαμβάνουν ένα ευρύ φάσμα ενεργειών που αποσκοπούν στην αποσταθεροποίηση κοινωνιών, στη μείωση της εμπιστοσύνης προς τους δημοκρατικούς θεσμούς και στην αλλοίωση της δημόσιας αντίληψης για πραγματικά γεγονότα [1]. Η παραπληροφόρηση δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα επικοινωνιακό πρόβλημα, αλλά στοιχείο των σύγχρονων υβριδικών απειλών (Hybrid Threats), οι οποίες συνδυάζουν στρατιωτικά, πολιτικά, οικονομικά και ψηφιακά μέσα.
Η διαφορά του σύγχρονου πληροφοριακού πολέμου από τις παραδοσιακές μορφές προπαγάνδας είναι η ταχύτητα και η κλίμακα διάδοσης. Ένα ψευδές δημοσίευμα μπορεί να αναπαραχθεί μέσα σε λίγα λεπτά από εκατομμύρια χρήστες, ενώ ένας αλγόριθμος κοινωνικού δικτύου μπορεί να το προωθήσει σε συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού, μεγιστοποιώντας την επιρροή του [3].
Επιπλέον, ο σύγχρονος πόλεμος της πληροφορίας δεν έχει σαφή όρια. Δεν υπάρχει συγκεκριμένο πεδίο μάχης ούτε σαφής χρονική διάρκεια. Διεξάγεται καθημερινά, σε περίοδο ειρήνης και κρίσης, επηρεάζοντας την πολιτική, την οικονομία, τις διεθνείς σχέσεις και την κοινωνική συνοχή.
Η πληροφορία ως εργαλείο ισχύος
Η σχέση μεταξύ πληροφορίας και εξουσίας έχει απασχολήσει πολιτικούς επιστήμονες, κοινωνιολόγους και φιλοσόφους για πολλές δεκαετίες. Στη σύγχρονη κοινωνία της πληροφορίας, η δυνατότητα συλλογής, ανάλυσης και διάδοσης δεδομένων αποτελεί βασικό παράγοντα άσκησης πολιτικής και οικονομικής ισχύος.
Οι μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες διαχειρίζονται τεράστιο όγκο προσωπικών δεδομένων, γεγονός που τους επιτρέπει να γνωρίζουν τις προτιμήσεις, τις συνήθειες και τις συμπεριφορές εκατομμυρίων πολιτών. Οι πληροφορίες αυτές χρησιμοποιούνται για την εξατομίκευση του περιεχομένου που προβάλλεται στον κάθε χρήστη, είτε αυτό αφορά διαφημίσεις είτε πολιτικά μηνύματα [3].
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι η συγκέντρωση αυτής της δύναμης στα χέρια λίγων μεγάλων ψηφιακών πλατφορμών δημιουργεί σημαντικές προκλήσεις για τη δημοκρατία, καθώς οι αλγόριθμοι καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό ποια πληροφορία θα προβληθεί και ποια θα παραμείνει σχεδόν αόρατη [3].
Ταυρόχρονα, η πληροφορία έχει αποκτήσει και οικονομική αξία. Τα προσωπικά δεδομένα αποτελούν σήμερα έναν από τους σημαντικότερους πόρους της ψηφιακής οικονομίας. Οι εταιρείες αξιοποιούν τεχνικές ανάλυσης μεγάλων δεδομένων (Big Data Analytics) και μηχανικής μάθησης (Machine Learning), προκειμένου να προβλέψουν τη συμπεριφορά των χρηστών και να επηρεάσουν τις καταναλωτικές ή ακόμη και τις πολιτικές τους επιλογές.
Η εξέλιξη αυτή έχει οδηγήσει αρκετούς ερευνητές να χαρακτηρίζουν την εποχή μας ως «οικονομία της προσοχής» (Attention Economy), όπου ο σημαντικότερος πόρος δεν είναι πλέον το κεφάλαιο ή η εργασία, αλλά η ανθρώπινη προσοχή.
Fake News και Παραπληροφόρηση
Τα fake news αποτελούν μία μόνο μορφή της ευρύτερης παραπληροφόρησης. Σύμφωνα με την UNESCO, η παραπληροφόρηση διακρίνεται σε τρεις βασικές κατηγορίες [5]:
Misinformation: ανακριβείς πληροφορίες που διαδίδονται χωρίς πρόθεση εξαπάτησης.
Disinformation: ψευδείς πληροφορίες που δημιουργούνται και διαδίδονται σκόπιμα με στόχο την παραπλάνηση.
Malinformation: αληθείς πληροφορίες που χρησιμοποιούνται εκτός πλαισίου ή επιλεκτικά, με σκοπό την πρόκληση βλάβης.
Η διάκριση αυτή εχει ιδιαίτερη σημασία, διότι δεν είναι κάθε λανθασμένη πληροφορία αποτέλεσμα οργανωμένης προπαγάνδας. Ωστόσο, στις περισσότερες επιχειρήσεις πολιτικής επιρροής χρησιμοποιείται κυρίως η disinformation, καθώς επιδιώκεται η συστηματική χειραγώγηση της κοινής γνώμης.
Τα fake news εμφανίζονται σε πολλές μορφές: ψευδείς ειδήσεις, παραποιημένες φωτογραφίες, αποκομμένα αποσπάσματα δηλώσεων, πλαστά έγγραφα, κατασκευασμένα στατιστικά στοιχεία ή ακόμη και ψεύτικες επιστημονικές έρευνες. Κοινό χαρακτηριστικό τους είναι ότι παρουσιάζονται ως αξιόπιστες πληροφορίες, εκμεταλλευόμενες την εμπιστοσύνη των πολιτών στα μέσα ενημέρωσης ή στις ψηφιακές πλατφόρμες.
Η αποτελεσματικότητά τους βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ανθρώπινη ψυχολογία. Οι πολίτες είναι περισσότερο πιθανό να αποδεχθούν πληροφορίες που επιβεβαιώνουν ήδη υπάρχουσες πεποιθήσεις, ένα φαινόμενο που στη γνωστική ψυχολογία περιγράφεται ως «προκατάληψη επιβεβαίωσης» (confirmation bias). Επιπλέον, πληροφορίες που προκαλούν έντονα συναισθήματα – όπως φόβο, θυμό ή αγανάκτηση – διαδίδονται ταχύτερα από τις ουδέτερες ή τις επιστημονικά τεκμηριωμένες.
Η παραπληροφόρηση, επομένως, δεν βασίζεται μόνο στην τεχνολογία. Βασίζεται κυρίως στην ανθρώπινη συμπεριφορά και στις γνωστικές αδυναμίες που χαρακτηρίζουν όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως μορφωτικού επιπέδου ή πολιτικών πεποιθήσεων.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη ως εργαλείο πληροφόρησης και παραπληροφόρησης
Η τεχνητή νοημοσύνη (Artificial Intelligence – AI) αποτελεί μία από τις σημαντικότερες τεχνολογικές εξελίξεις του 21ου αιώνα. Οι εφαρμογές της εκτείνονται σε τομείς όπως η ιατρική, η εκπαίδευση, η βιομηχανία, η κυβερνοασφάλεια και η δημόσια διοίκηση, προσφέροντας σημαντικά οφέλη στην παραγωγικότητα, στην επιστημονική έρευνα και στη λήψη αποφάσεων [4][6]. Παράλληλα, όμως, η ίδια τεχνολογία μπορεί να αξιοποιηθεί για τη δημιουργία και τη διάδοση παραπλανητικού περιεχομένου μεγάλης κλίμακας.
Τα σύγχρονα συστήματα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (Generative AI) έχουν τη δυνατότητα να δημιουργούν κείμενα, εικόνες, ηχητικά αρχεία και βίντεο που προσομοιάζουν σε μεγάλο βαθμό το αυθεντικό ανθρώπινο περιεχόμενο. Η δυνατότητα αυτή δημιουργεί σημαντικές προκλήσεις για την αξιοπιστία της ενημέρωσης, καθώς καθίσταται ολοένα δυσκολότερο να διακρίνει ο πολίτης το πραγματικό από το τεχνητά παραγόμενο περιεχόμενο [6].
Η Ευρωπαϊκή Ένωση , αναγνωρίζοντας τους κινδύνους αυτούς, προχώρησε στην υιοθέτηση του Κανονισμού για την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI Act), ο οποίος θεσπίζει πλαίσιο κανόνων για τη διαφάνεια, την ασφάλεια και τη λογοδοσία των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, ιδίως όταν αυτά χρησιμοποιούνται σε τομείς υψηλού κινδύνου ή επηρεάζουν θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών [6].
Επίσης, η UNESCO επισημαίνει ότι η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης πρέπει να συνοδεύεται από ηθικές αρχές, σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα και αποτελεσματικούς μηχανισμούς προστασίας απέναντι στην παραπληροφόρηση και τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης [5].
Deepfakes: Η νέα γενιά ψηφιακής παραπλάνησης
Μία από τις πλέον ανησυχητικές εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης είναι τα λεγόμενα deepfakes. Πρόκειται για βίντεο, φωτογραφίες ή ηχητικά αρχεία που δημιουργούνται με τη χρήση αλγορίθμων βαθιάς μάθησης (Deep Learning), ώστε να εμφανίζουν ένα πρόσωπο να μιλά ή να ενεργεί με τρόπο που ουδέποτε συνέβη στην πραγματικότητα [4].
Η τεχνολογία αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για θεμιτούς σκοπούς, όπως η κινηματογραφική παραγωγή, η εκπαίδευση ή η ψηφιακή αναπαράσταση ιστορικών προσώπων. Ωστόσο, η κατάχρησή της δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους.
Ένα παραποιημένο βίντεο πολιτικού ηγέτη, στρατιωτικού αξιωματούχου ή κρατικού λειτουργού μπορεί να προκαλέσει κοινωνική αναστάτωση, οικονομικές επιπτώσεις ή ακόμη και διεθνείς διπλωματικές κρίσεις πριν αποδειχθεί η πλαστότητά του [1].
Επιπλέον, η διάδοση τέτοιου περιεχομένου υπονομεύει συνολικά την εμπιστοσύνη των πολιτών στα οπτικοακουστικά μέσα. Δημιουργείται το φαινόμενο που αρκετοί ερευνητές αποκαλούν «κρίση της οπτικής αλήθειας», κατά την οποία ακόμη και αυθεντικό οπτικοακουστικό υλικό αντιμετωπίζεται με δυσπιστία.
Το ΝΑΤΟ χαρακτηρίζει τις τεχνολογίες αυτές ως έναν από τους σημαντικότερους πολλαπλασιαστές των σύγχρονων πληροφοριακών απειλών, καθώς επιτρέπουν την ταχεία και στοχευμένη διάδοση ψευδών αφηγήσεων (false narratives) με εξαιρετικά χαμηλό κόστος παραγωγής [1].
Η πολιτική προπαγάνδα στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή
Η προπαγάνδα αποτελεί διαχρονικό εργαλείο πολιτικής επικοινωνίας. Από τις αφίσες των δύο Παγκοσμίων Πολέμων έως το ραδιόφωνο και την τηλεόραση του 20ού αιώνα, τα κράτη επιδίωκαν πάντοτε να επηρεάζουν τις αντιλήψεις των πολιτών.
Σήμερα, όμως, η πολιτική προπαγάνδα έχει μεταβληθεί ριζικά. Αντί να απευθύνεται σε ολόκληρο τον πληθυσμό με ενιαίο μήνυμα, αξιοποιεί πλέον τεράστιες βάσεις δεδομένων και προηγμένους αλγορίθμους, προκειμένου να προσαρμόζει διαφορετικά πολιτικά μηνύματα σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες [3].
Η διαδικασία αυτή είναι γνωστή ως μικροστοχοθέτηση (microtargeting). Μέσω της ανάλυσης προσωπικών δεδομένων – όπως ηλικία, επάγγελμα, γεωγραφική περιοχή, ενδιαφέροντα, καταναλωτικές συνήθειες και διαδικτυακή δραστηριότητα – είναι δυνατόν να δημιουργούνται εξατομικευμένα πολιτικά μηνύματα, τα οποία εμφανίζονται αποκλειστικά σε συγκεκριμένους χρήστες.
Η πρακτική αυτή δημιουργεί σημαντικά ζητήματα διαφάνειας και δημοκρατικής λογοδοσίας. Δύο πολίτες μπορεί να λαμβάνουν εντελώς διαφορετικά πολιτικά μηνύματα από τον ίδιο πολιτικό φορέα, χωρίς να υπάρχει δημόσιος έλεγχος του περιεχομένου τους [3].
Η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρεί ότι η αδιαφανής πολιτική διαφήμιση και η στοχευμένη παραπληροφόρηση αποτελούν σοβαρές απειλές για την εκλογική διαδικασία και την εμπιστοσύνη των πολιτών στους δημοκρατικούς θεσμούς [2].
Ο ρόλος των μέσων κοινωνικής δικτύωσης
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν σήμερα τον σημαντικότερο μηχανισμό διάδοσης πληροφοριών παγκοσμίως. Δισεκατομμύρια χρήστες ενημερώνονται καθημερινά μέσω πλατφορμών όπως το Facebook,,τι Telegram, το X (πρώην Twitter), το Instagram, το TikTok και το YouTube.
Οι πλατφόρμες αυτές λειτουργούν μέσω αλγορίθμων, οι οποίοι επιλέγουν ποιο περιεχόμενο θα εμφανιστεί στον κάθε χρήστη. Βασικός στόχος των αλγορίθμων είναι η αύξηση της αλληλεπίδρασης (engagement), δηλαδή του χρόνου που αφιερώνει ο χρήστης στην πλατφόρμα.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να προωθείται συχνά περιεχόμενο που προκαλεί έντονα συναισθήματα – φόβο, θυμό, αγανάκτηση ή έκπληξη – ανεξάρτητα από την αξιοπιστία του [3].
Επιπλέον, δημιουργούνται οι λεγόμενοι «θάλαμοι αντήχησης» (echo chambers). Οι χρήστες εκτίθενται κυρίως σε απόψεις που συμφωνούν με τις ήδη υπάρχουσες αντιλήψεις τους, περιορίζοντας την επαφή τους με διαφορετικές οπτικές και ενισχύοντας την κοινωνική πόλωση.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επανειλημμένα επισημάνει ότι οι ψηφιακές πλατφόρμες οφείλουν να αναπτύξουν αποτελεσματικότερους μηχανισμούς εντοπισμού ψευδών ειδήσεων, διαφάνειας των αλγορίθμων και προστασίας των χρηστών από οργανωμένες επιχειρήσεις παραπληροφόρησης [3].
Η ψυχολογία της παραπληροφόρησης
Η αποτελεσματικότητα της παραπληροφόρησης δεν οφείλεται αποκλειστικά στην τεχνολογία. Βασίζεται κυρίως στον τρόπο λειτουργίας της ανθρώπινης σκέψης.
Η γνωστική ψυχολογία έχει αποδείξει ότι οι άνθρωποι χρησιμοποιούν συχνά νοητικές συντομεύσεις (heuristics), προκειμένου να λαμβάνουν γρήγορες αποφάσεις σε ένα περιβάλλον υπερπληροφόρησης. Οι συντομεύσεις αυτές διευκολύνουν την καθημερινότητα, αλλά παράλληλα αυξάνουν την ευαλωτότητα στην παραπληροφόρηση.
Μεταξύ των σημαντικότερων γνωστικών προκαταλήψεων συγκαταλέγονται:
• Η προκατάληψη επιβεβαίωσης (confirmation bias), σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι αποδέχονται ευκολότερα πληροφορίες που συμφωνούν με τις ήδη υπάρχουσες πεποιθήσεις τους.
• Το φαινόμενο της επανάληψης (illusory truth effect), κατά το οποίο μία πληροφορία θεωρείται περισσότερο αξιόπιστη επειδή επαναλαμβάνεται συχνά.
• Η συναισθηματική ενεργοποίηση, σύμφωνα με την οποία οι πληροφορίες που προκαλούν φόβο, οργή ή έντονη συγκίνηση διαδίδονται ταχύτερα και γίνονται ευκολότερα αποδεκτές.
Η UNESCO υπογραμμίζει ότι η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης και του ψηφιακού γραμματισμού (media and information literacy) αποτελεί κρίσιμο εργαλείο για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των πολιτών [5].
Οι επιπτώσεις της παραπληροφόρησης στη δημοκρατία και στους δημοκρατικούς θεσμούς
Η δημοκρατία βασίζεται στην ελεύθερη διακίνηση ιδεών, στη διαφάνεια και στην πρόσβαση των πολιτών σε αξιόπιστη πληροφόρηση. Όταν η δημόσια σφαίρα γεμίζει με ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες, η ικανότητα των πολιτών να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις μειώνεται σημαντικά.
Για τον λόγο αυτό, η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε) θεωρεί την παραπληροφόρηση μία από τις σημαντικότερες σύγχρονες απειλές για τη δημοκρατική διακυβέρνηση και την κοινωνική συνοχή [2].
Το ΝΑΤΟ επισημαίνει ότι οι σύγχρονες επιχειρήσεις επιρροής αποτελούν βασικό στοιχείο των υβριδικών απειλών, καθώς στοχεύουν στην αποσταθεροποίηση κρατών χωρίς τη χρήση συμβατικής στρατιωτικής ισχύος. Αντί για όπλα, χρησιμοποιούνται αφηγήσεις (narratives), ψυχολογικές επιχειρήσεις, ψηφιακές πλατφόρμες και συντονισμένες εκστρατείες παραπληροφόρησης, με σκοπό τη διάβρωση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το κράτος και τους θεσμούς [1].
Παράλληλα, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η παραπληροφόρηση δεν προέρχεται αποκλειστικά από μη κρατικούς δρώντες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, κυβερνήσεις έχουν κατηγορηθεί ή έχει τεκμηριωθεί ότι αξιοποίησαν οργανωμένες επικοινωνιακές εκστρατείες, επιλεκτική παρουσίαση πληροφοριών ή επιχειρήσεις επιρροής με σκοπό να διαμορφώσουν την κοινή γνώμη, να ενισχύσουν τη στήριξη συγκεκριμένων πολιτικών αποφάσεων ή να επηρεάσουν την αντίληψη των πολιτών σε περιόδους κρίσεων και διεθνών συγκρούσεων. Αντίστοιχα, αυταρχικά καθεστώτα έχουν χρησιμοποιήσει συστηματικά την παραπληροφόρηση τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό ως εργαλείο πολιτικής επιρροής, γεγονός που έχει επισημανθεί επανειλημμένα σε εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του ΝΑΤΟ και του ΟΟΣΑ [1][2][6].
Επιπτώσεις στην οικονομία, υγεία και κοινωνία
Οι συνέπειες της παραπληροφόρησης δεν περιορίζονται στην πολιτική. Η οικονομία, οι χρηματοπιστωτικές αγορές, οι επιχειρήσεις και η δημόσια υγεία μπορούν επίσης να επηρεαστούν σημαντικά από την ταχεία διάδοση ψευδών πληροφοριών.
Η διάδοση ανακριβών πληροφοριών μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τη συμπεριφορά των επενδυτών μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα [6].
Στον τομέα της δημόσιας υγείας, η πανδημία COVID-19 ανέδειξε με ιδιαίτερη ένταση το πρόβλημα της παραπληροφόρησης. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) χρησιμοποίησε τον όρο «infodemic» για να περιγράψει την ταχεία διάδοση ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών, οι οποίες δυσχέραναν την πρόσβαση των πολιτών σε αξιόπιστα επιστημονικά δεδομένα. Ισχυρισμοί σχετικά με θεραπείες, εμβόλια και μέτρα προστασίας επηρέασαν τη συμπεριφορά πολλών πολιτών, αναδεικνύοντας την ανάγκη για αξιόπιστη επιστημονική ενημέρωση και ενίσχυση της ψηφιακής παιδείας [7].
Από την άλλη πλευρά, την ίδια περίοδο διατυπώθηκαν και έντονες κριτικές προς τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO), αλλά και προς κυβερνήσεις διαφόρων χωρών, σχετικά με τον τρόπο διαχείρισης της πληροφόρησης για τα εμβόλια. Σύμφωνα με αυτές τις απόψεις, σε ορισμένες περιπτώσεις δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στην ασφάλεια και την αποτελεσματικότητά τους, ενώ δεν αναδείχθηκαν στον ίδιο βαθμό οι επιστημονικές αβεβαιότητες ή τα πρώτα δεδομένα για πιθανές παρενέργειες. Παράλληλα, υποστηρίχθηκε ότι ο δημόσιος λόγος των θεσμών είχε σε στιγμές έναν έντονα κατευθυντικό χαρακτήρα, με στόχο κυρίως την ενίσχυση της εμβολιαστικής συμμετοχής, παρά μια απολύτως ουδέτερη ενημέρωση. Οι τοποθετήσεις αυτές παραμένουν αντικείμενο συζήτησης και δεν αποτελούν κοινώς αποδεκτό συμπέρασμα της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας, υπογραμμίζουν όμως τη σημασία της διαφάνειας και της εμπιστοσύνης στην επικοινωνία της δημόσιας υγείας [7].
Παράλληλα, η παραπληροφόρηση μπορεί να ενισχύσει κοινωνικούς διαχωρισμούς, στερεότυπα και θεωρίες συνωμοσίας, υπονομεύοντας την κοινωνική συνοχή [5].
Η σημασία της κριτικής σκέψης και του ψηφιακού γραμματισμού
Η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί κυρίως την ενίσχυση της κριτικής σκέψης και του ψηφιακού γραμματισμού. Οι πολίτες πρέπει να είναι σε θέση να αξιολογούν την αξιοπιστία των πηγών και να κατανοούν τον τρόπο λειτουργίας των ψηφιακών συστημάτων.
Ο ψηφιακός γραμματισμός (Digital Literacy) περιλαμβάνει την ικανότητα αξιολόγησης της αξιοπιστίας των πληροφοριών, της αναγνώρισης των πηγών, της κατανόησης του τρόπου λειτουργίας των αλγορίθμων και της ασφαλούς χρήσης των ψηφιακών τεχνολογιών. Η UNESCO θεωρεί ότι η εκπαίδευση στα μέσα ενημέρωσης και στην πληροφορία (Media and Information Literacy – MIL) αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για τη λειτουργία των σύγχρονων δημοκρατιών [5].
Η ανάπτυξη κριτικής σκέψης επιτρέπει στους πολίτες να αναρωτιούνται:
• Ποιος είναι ο δημιουργός της πληροφορίας;
• Ποια είναι η πρωτογενής πηγή;
• Επιβεβαιώνεται η πληροφορία από περισσότερες ανεξάρτητες και αξιόπιστες πηγές;
• Υπάρχουν επιστημονικά δεδομένα ή επίσημα στοιχεία που την υποστηρίζουν;
• Μήπως το περιεχόμενο επιχειρεί να προκαλέσει κυρίως συναισθηματική αντίδραση αντί να ενημερώσει;
Η συστηματική καλλιέργεια αυτών των δεξιοτήτων από το σχολείο, το πανεπιστήμιο και τους δημόσιους θεσμούς μπορεί να ενισχύσει σημαντικά την ανθεκτικότητα των κοινωνιών απέναντι στις σύγχρονες πληροφοριακές απειλές.
Συμπεράσματα
Ο πόλεμος της πληροφορίας αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις του 21ου αιώνα. Η αλματώδης ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των ψηφιακών τεχνολογιών έχει μεταβάλει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο παράγεται, διαδίδεται και καταναλώνεται η πληροφορία. Παράλληλα, όμως, έχει δημιουργήσει νέες δυνατότητες χειραγώγησης της κοινής γνώμης μέσω της παραπληροφόρησης, των fake news, των deepfakes και των οργανωμένων επιχειρήσεων επιρροής.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η παραπληροφόρηση δεν αποτελεί απλώς πρόβλημα επικοινωνίας, αλλά ζήτημα που επηρεάζει την εθνική ασφάλεια, τη δημοκρατική λειτουργία των κρατών, την οικονομική σταθερότητα και την κοινωνική συνοχή. Για τον λόγο αυτό, οργανισμοί όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) , το ΝΑΤΟ, η UNESCO, ο ΟΟΣΑ και ο Π.Ο.Υ έχουν αναπτύξει στρατηγικές αντιμετώπισης των πληροφοριακών απειλών, υπογραμμίζοντας την ανάγκη διεθνούς συνεργασίας και ενίσχυσης της ανθεκτικότητας των δημοκρατικών κοινωνιών [1][2][5][6].
Ωστόσο, καμία τεχνολογική λύση δεν μπορεί από μόνη της να εξαλείψει το φαινόμενο. Η αποτελεσματικότερη άμυνα απέναντι στην παραπληροφόρηση παραμένει η ύπαρξη ενημερωμένων πολιτών που διαθέτουν κριτική σκέψη, ψηφιακή παιδεία και ικανότητα αξιολόγησης της αξιοπιστίας των πληροφοριών. Η εκπαίδευση, η επιστημονική τεκμηρίωση, η διαφάνεια των θεσμών και η υπεύθυνη ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης αποτελούν τους βασικούς πυλώνες για τη διατήρηση μιας υγιούς δημοκρατίας στην ψηφιακή εποχή.
Η πληροφορία θα παραμείνει κεντρικός παράγοντας ισχύος. Το ζητούμενο είναι αν οι κοινωνίες θα καταφέρουν να τη διαχειριστούν με τρόπο που ενισχύει τη δημοκρατία αντί να την αποδυναμώνει.
Πηγές
[1] NATO. (2024). NATO’s Approach to Counter Information Threats. Brussels: North Atlantic Treaty Organization.
[2] Council of the European Union. (2025). Disinformation and Democratic Resilience. Brussels: Council of the European Union.
[3] European Commission. (2022). Strengthened Code of Practice on Disinformation. Brussels: European Commission.
[4] European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/1689 Laying Down Harmonised Rules on Artificial Intelligence (AI Act). Official Journal of the European Union.
[5] UNESCO. (2021). Recommendation on the Ethics of Artificial Intelligence. Paris: UNESCO.
[6] OECD. (2024). Facts Not Fakes: Tackling Disinformation, Strengthening Information Integrity. Paris: OECD Publishing.
[7] World Health Organization (WHO). (2020). Managing the COVID-19 Infodemic: Promoting Healthy Behaviours and Mitigating the Harm from Misinformation and Disinformation. Geneva: World Health Organization.
[8] UNESCO. (2018). Journalism, Fake News & Disinformation: Handbook for Journalism Education and Training. Paris: UNESCO.
[9] European External Action Service (EEAS). (2022). EUvsDisinfo: Protecting Europe Against Disinformation. Brussels: European External Action Service.
[10] ENISA – European Union Agency for Cybersecurity. (2023). Threat Landscape Report. Heraklion: ENISA.
GEOPOLITICO
Θεσσαλία, τρία χρόνια μετά τον Daniel: Η επόμενη θεομηνία θα βρει τη χώρα έτοιμη;
Στην εκπομπή «Ανιχνεύσεις», ο Παντελής Σαββίδης άνοιξε τη συζήτηση για όσα έγιναν μετά την καταστροφή, τα έργα που προχώρησαν, τις καθυστερήσεις του κεντρικού κράτους και τα μεγάλα κενά που παραμένουν στην αντιπλημμυρική προστασία.
Τρία χρόνια μετά την καταστροφική κακοκαιρία Daniel, η Θεσσαλία εξακολουθεί να ζει με το ίδιο κρίσιμο ερώτημα: αν ένα αντίστοιχο ακραίο φαινόμενο εκδηλωνόταν σήμερα, θα μπορούσε να το αντέξει;
Στην εκπομπή «Ανιχνεύσεις», ο Παντελής Σαββίδης άνοιξε τη συζήτηση για όσα έγιναν μετά την καταστροφή, τα έργα που προχώρησαν, τις καθυστερήσεις του κεντρικού κράτους και τα μεγάλα κενά που παραμένουν στην αντιπλημμυρική προστασία.
Κεντρικός προσκεκλημένος ήταν ο περιφερειάρχης Θεσσαλίας Δημήτρης Κουρέτας. Στη συζήτηση συμμετείχαν επίσης ο αντιστράτηγος ε.α. και επίτιμος συντονιστής Πολιτικής Προστασίας της Περιφέρειας Θεσσαλίας Ηλίας Λεοντάρης, ο διεθνολόγος–οικονομολόγος Στρατήβουλος Ευτυχίδης και ο τουρκολόγος Βασίλης Κυρατζόπουλος.
Από το 14% στο 40% – αλλά όχι ακόμη σε πλήρη ασφάλεια
Ο Δημήτρης Κουρέτας περιέγραψε την προσπάθεια ανασυγκρότησης της πολιτικής προστασίας, η οποία, όπως ανέφερε, κατά την ανάληψη των καθηκόντων του περιοριζόταν ουσιαστικά σε ένα γραφείο με έναν υπάλληλο.
Η Περιφέρεια προχώρησε στην καταγραφή ποταμών και ρεμάτων, στην απομάκρυνση φερτών υλικών και στη δημιουργία ελεγχόμενων πλημμυρικών ζωνών. Μόνο από τα ρέματα του αστικού Βόλου, σύμφωνα με τον περιφερειάρχη, απομακρύνθηκαν περίπου ένα εκατομμύριο τόνοι υλικών.
Κατά την εκτίμησή του, η δυνατότητα διαχείρισης μιας πλημμυρικής αιχμής έχει αυξηθεί από περίπου 14% την εποχή του Daniel σε περίπου 40% σήμερα. Η βελτίωση αυτή δοκιμάστηκε σε μεταγενέστερο έντονο καιρικό φαινόμενο, όταν –όπως ανέφερε– πλημμύρισαν περίπου 18.500 στρέμματα, έναντι 250.000 στον Ιανό και περίπου 500.000 στον Daniel.
Η εικόνα, ωστόσο, απέχει ακόμη από την πλήρη θωράκιση. «Δεν έχουμε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουμε το 70% ή το 80% ενός φαινομένου τύπου Daniel», ήταν το βασικό μήνυμα της τοποθέτησής του.
Τα φράγματα που παραμένουν στα χαρτιά
Στο επίκεντρο βρέθηκαν τα μεγάλα φράγματα στον Ενιπέα, στην Πύλη και στο Μουζάκι. Σύμφωνα με όσα υποστήριξε ο περιφερειάρχης, τα τρία αυτά έργα θα μπορούσαν να προσφέρουν προστασία της τάξης του 54% απέναντι σε αιχμές τύπου Daniel.
Παρά τις επανειλημμένες εξαγγελίες, όμως, για ορισμένα από τα έργα δεν υπάρχει ακόμη ούτε ολοκληρωμένη μελέτη ούτε σαφές χρονοδιάγραμμα. Καθυστερήσεις καταγράφονται, σύμφωνα με τον ίδιο, και στα έργα ορεινής υδρονομίας, η ολοκλήρωση των οποίων μετατίθεται από το 2027 προς το τέλος της δεκαετίας.
Η οικονομική σύγκριση που παρουσιάστηκε είναι αποκαλυπτική: για τις αποζημιώσεις και τα έργα αποκατάστασης μετά τον Daniel διατέθηκαν, κατά τον κ. Κουρέτα, περισσότερα από 3,5 δισ. ευρώ, ενώ η κατασκευή των κρίσιμων φραγμάτων εκτιμάται ότι απαιτεί περίπου 500 εκατ. ευρώ.
Η Περιφέρεια, όπως είπε, ζήτησε χρηματοδότηση 500 εκατ. ευρώ, αλλά μέχρι σήμερα έχει λάβει περίπου το 20% του ποσού.
Ο Ηλίας Λεοντάρης επισήμανε ότι το κεντρικό κράτος παραμένει περισσότερο προσανατολισμένο στην αποκατάσταση των ζημιών παρά στην πρόληψή τους. Η αντίθεση ανάμεσα στα 3,5 δισ. της καταστροφής και στα 500 εκατ. της πρόληψης αποτέλεσε ένα από τα ισχυρότερα σημεία της συζήτησης.
Το νέο κέντρο Πολιτικής Προστασίας
Στα θετικά βήματα καταγράφηκε η δημιουργία ενός οργανωμένου κέντρου Πολιτικής Προστασίας, σε άμεση συνεργασία με την Πυροσβεστική.
Κατά την αντιπυρική περίοδο χρησιμοποιήθηκαν οκτώ drones με δυνατότητα συνεχούς επιτήρησης, ακόμη και τη νύχτα. Οι εικόνες τους συνδυάζονταν με δορυφορικά δεδομένα, επιτρέποντας την ταχύτερη κινητοποίηση των πυροσβεστικών δυνάμεων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο περιφερειάρχης, οι καμένες εκτάσεις περιορίστηκαν από έναν προηγούμενο μέσο όρο 35.000–38.000 στρεμμάτων σε περίπου 3.000–4.000 στρέμματα ετησίως.
Μετά την πλημμύρα, η λειψυδρία
Η Θεσσαλία βρίσκεται αντιμέτωπη με δύο αντίθετες απειλές: υπερβολικό νερό τον χειμώνα και λειψυδρία το καλοκαίρι.
Από τα περίπου 2,5 εκατομμύρια αρδευόμενα στρέμματα του παρελθόντος, σήμερα αρδεύονται, σύμφωνα με τον Δημήτρη Κουρέτα, περίπου 1,5 εκατομμύριο. Η απουσία επαρκών υδάτινων αποθεμάτων περιορίζει την παραγωγή και επιταχύνει την εγκατάλειψη της γης.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά εθνική σημασία, καθώς η Θεσσαλία αποτελεί μια από τις ελάχιστες ελληνικές περιφέρειες με θετικό εμπορικό ισοζύγιο. Όπως αναφέρθηκε, πραγματοποιεί εξαγωγές περίπου 2,3 δισ. ευρώ έναντι εισαγωγών 1,3 δισ., με σχεδόν το 70% των εξαγόμενων προϊόντων να προέρχεται από τον αγροτικό τομέα.
Ο περιφερειάρχης εκτίμησε ότι ο αγροτικός και κτηνοτροφικός τομέας έχει υποστεί απώλεια περίπου ενός δισεκατομμυρίου ευρώ μετά τον Daniel και τις ζωονόσους που ακολούθησαν.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη συρρίκνωση του ζωικού κεφαλαίου, στις ανεπαρκείς αποζημιώσεις και στην ανάγκη δημιουργίας σύγχρονων κτηνοτροφικών μονάδων. Παράλληλα, ο κ. Κουρέτας δήλωσε ότι η Περιφέρεια έχει σταματήσει την παραχώρηση παραγωγικής γης για την εγκατάσταση νέων φωτοβολταϊκών, καταγγέλλοντας παλαιότερες περιπτώσεις κατά τις οποίες εκτάσεις υψηλής παραγωγικότητας φέρονται να χαρακτηρίστηκαν διαφορετικά για να αδειοδοτηθούν ενεργειακές επενδύσεις.
Οστά του Σαμουήλ και ελληνικά χειρόγραφα: Μια ανταλλαγή που προκαλεί αντιδράσεις
Το δεύτερο μεγάλο θέμα της εκπομπής αφορούσε την παράδοση στη Βουλγαρία των οστών που αποδίδονται στον τσάρο Σαμουήλ και τη συμφωνία για την επιστροφή 48 εκκλησιαστικών χειρογράφων και κειμηλίων.
Βασικός προσκεκλημένος ήταν ο πρώην υφυπουργός Εξωτερικών και πρώην υφυπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων Μάρκος Μπόλαρης, ο οποίος άσκησε σφοδρή κριτική στους κυβερνητικούς χειρισμούς.
Κατά τον κ. Μπόλαρη, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ισότιμη «ανταλλαγή», επειδή τα χειρόγραφα και τα κειμήλια αποτελούν περιουσία ελληνικών πατριαρχικών μονών και αφαιρέθηκαν βίαια από βουλγαρικές ένοπλες ομάδες κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Επικαλέστηκε ειδικότερα τα άρθρα 125 και 126 της Συνθήκης του Νεϊγύ, υποστηρίζοντας ότι η Βουλγαρία έχει ήδη διεθνή υποχρέωση να επιστρέψει το σύνολο των αφαιρεθέντων αντικειμένων και όχι μόνο 48 από περίπου 1.500.
Ο πρώην υπουργός υποστήριξε ακόμη ότι τα ελληνικά χειρόγραφα είχαν εντοπιστεί και μελετηθεί από πανεπιστημιακούς μετά το 1989, ενώ παραμένουν φυλαγμένα στη Σόφια. Κατά την αφήγησή του, προηγούμενη διαπραγμάτευση το 2018–2019 είχε φτάσει κοντά σε συμφωνία για την επιστροφή του συνόλου των κειμηλίων, με την Ελλάδα να προσφέρει στη συνέχεια τα οστά του Σαμουήλ ως χειρονομία καλής θέλησης και όχι ως αντάλλαγμα. Η διαδικασία δεν ολοκληρώθηκε λόγω των εκλογών του 2019.
Ο κ. Μπόλαρης ζήτησε να δημοσιοποιηθούν το μνημόνιο και το πρωτόκολλο της νέας συμφωνίας και αμφισβήτησε εάν ακολουθήθηκαν όλες οι προβλεπόμενες κοινοβουλευτικές και συνταγματικές διαδικασίες. Πρόκειται για ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν στην εκπομπή και απαιτούν θεσμική απάντηση και ανεξάρτητη νομική αξιολόγηση.
Όπως τόνισε, οι μονές και οι μητροπόλεις που θεωρούνται ιδιοκτήτες των χειρογράφων δεν χάνουν, κατά τη νομική του εκτίμηση, το δικαίωμα προσφυγής στα διεθνή δικαστήρια εξαιτίας της συμφωνίας. Ανέφερε μεταξύ άλλων τις μονές Εικοσιφοίνισσας, Τιμίου Προδρόμου Σερρών, Παναγίας Καλαμούς και Αρχαγγελιώτισσας στην Ξάνθη, καθώς και τη Μονή Κορνοφωλιάς στον Έβρο.
Ο Παντελής Σαββίδης υπογράμμισε ότι για τις κοινωνίες της Βόρειας Ελλάδας τα συγκεκριμένα χειρόγραφα δεν αποτελούν απλώς αρχαιολογικά αντικείμενα. Συνδέονται με την ιστορική μνήμη, τις καταστροφές των μονών και τις εμπειρίες της βουλγαρικής κατοχής. Για τον λόγο αυτό, όπως επισήμανε, η υπόθεση έχει βαρύτητα ανάλογη με άλλες μεγάλες ελληνικές διεκδικήσεις πολιτιστικών αγαθών.
Το κοινό νήμα της εκπομπής
Παρότι τα δύο θέματα φαίνονται διαφορετικά, η εκπομπή ανέδειξε ένα κοινό πρόβλημα: την απουσία μακροχρόνιου κρατικού σχεδιασμού.
Στη Θεσσαλία, η πρόληψη παραμένει πίσω από την αποζημίωση και την αποκατάσταση. Στην υπόθεση των χειρογράφων, μια διεκδίκηση δεκαετιών εμφανίζεται –σύμφωνα με την κριτική που διατυπώθηκε– να αντιμετωπίζεται χωρίς την απαιτούμενη ιστορική, νομική και θεσμική προετοιμασία.
Το ερώτημα που άφησαν ανοιχτό οι «Ανιχνεύσεις» είναι διπλό και πιεστικό: Θα προλάβει η χώρα την επόμενη καταστροφή και θα υπερασπιστεί αποτελεσματικά όσα ανήκουν στην ιστορική της κληρονομιά;
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας