GEOPOLITICO
Ο πόλεμος μέσα στο ανθρώπινο μυαλό: Η γνωστική άμυνα ως νέα προτεραιότητα για την εθνική ασφάλεια της Ελλάδας
Ο υποστράτηγος ε.α. Θεόδωρος Ατματζίδης, πρώην Διευθυντής Πληροφοριών και Αντιπληροφοριών του ΓΕΕΘΑ, αναλύει τη σημασία της «γνωστικής άμυνας» για την Ελλάδα, αξιοποιώντας αμερικανική στρατηγική μελέτη. Εξετάζει πώς οι Ένοπλες Δυνάμεις και η ελληνική κοινωνία μπορούν να θωρακιστούν απέναντι στις σύγχρονες επιχειρήσεις χειραγώγησης, με έμφαση στην εκπαίδευση, την αξιολόγηση πληροφοριών, την ανθρώπινη κρίση και τη διατήρηση της δημοκρατικής λειτουργίας.
Βασισμένο στη μελέτη «Building the Mental Golden Dome: Arming the Joint Force for Defensive Cognitive Warfare» — James M. Davitch
Στρατηγική και γεωστρατηγική ανάλυση | Ελληνική άμυνα, εθνική ανθεκτικότητα και ανθρώπινος παράγοντας
Του Θεόδωρου Ατματζίδη
Υποστράτηγου ε.α., πρώην Διευθυντή Πληροφοριών και Αντιπληροφοριών ΓΕΕΘΑ | Πρώην Διευθυντή Στρατιωτικής Συνεργασίας στο SHAPE/NATO
Senior Manager | Security & Defence Consultant | Strategic Analyst
Το άρθρο που ακολουθεί έχει ως αφετηρία τη μελέτη του Αμερικανού συνταγματάρχη James M. Davitch, η οποία δημοσιεύθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2026 στο Joint Force Quarterly, το επαγγελματικό περιοδικό της αμερικανικής αμυντικής και στρατηγικής κοινότητας. Ο Davitch εξετάζει πώς οι στρατιωτικές δυνάμεις μπορούν να προστατεύσουν την ανθρώπινη κρίση από οργανωμένες προσπάθειες παραπλάνησης, επηρεασμού της αντίληψης και διατάραξης της διαδικασίας λήψης αποφάσεων
Η άποψη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα. Η γεωγραφική της θέση, ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός, οι εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή, καθώς και η ταχύτητα διάδοσης της πληροφορίας διαμορφώνουν ένα σύνθετο περιβάλλον ασφάλειας. Σε αυτό, η ποιότητα της πληροφόρησης μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο την κοινή γνώμη, αλλά και την εκτίμηση μιας κρίσης, τη διπλωματική διαχείριση και τις στρατιωτικές αποφάσεις.
Το ζητούμενο δεν είναι να αποδοθεί κάθε ψευδής είδηση ή εσωτερική διαφωνία σε εχθρική ενέργεια. Είναι να αποκτήσει η χώρα τη δυνατότητα να αναγνωρίζει τεκμηριωμένα τις οργανωμένες προσπάθειες χειραγώγησης, να περιορίζει τις επιπτώσεις τους και να διατηρεί την ποιότητα των αποφάσεών της, χωρίς να υπονομεύει τη δημοκρατική λειτουργία και την ελευθερία της δημόσιας συζήτησης.
Η αφετηρία: Η πρόταση του James M. Davitch
Στο άρθρο του με τίτλο Building the Mental Golden Dome: Arming the Joint Force for Defensive Cognitive Warfare —«Χτίζοντας τον νοητικό Χρυσό Θόλο: Θωρακίζοντας τις Διακλαδικές Δυνάμεις για τον Αμυντικό Γνωστικό Πόλεμο»— ο James M. Davitch υποστηρίζει ότι η στρατιωτική ισχύς εξαρτάται και από την ικανότητα των ανθρώπων να αξιολογούν αξιόπιστα τις πληροφορίες, να διατηρούν την κρίση τους υπό πίεση και να αποφασίζουν μέσα σε συνθήκες αβεβαιότητας.
Η πρότασή του αφορά τη συστηματική ενσωμάτωση της αμυντικής γνωστικής προσέγγισης στο στρατιωτικό δόγμα, στην εκπαίδευση, στις ασκήσεις και στην αξιολόγηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας. Η προστασία της ανθρώπινης κρίσης δεν αντιμετωπίζεται ως περιστασιακή αντίδραση στην παραπληροφόρηση, αλλά ως οργανωμένη λειτουργία που πρέπει να αναπτύσσεται πριν από την εκδήλωση μιας κρίσης [1].
Η μεταφορά του «νοητικού Χρυσού Θόλου» παραπέμπει στην ανάγκη δημιουργίας ενός συστήματος προστασίας της ανθρώπινης σκέψης, αντίστοιχης στρατηγικής σημασίας με την προστασία των φυσικών υποδομών και των στρατιωτικών δυνατοτήτων. Η αναλογία έχει όρια: η πληροφορία δεν αναχαιτίζεται όπως ένας πύραυλος, ούτε η ανθρώπινη κρίση μπορεί να προστατευθεί με έναν μοναδικό τεχνολογικό μηχανισμό. Η αξία της έγκειται στην ανάδειξη της ανάγκης για έγκαιρη προετοιμασία, εκπαίδευση και συντονισμό.
Ο σχετικός προβληματισμός δεν είναι καινούργιος για το ΝΑΤΟ. Η Συμμαχική Διοίκηση Μετασχηματισμού έχει αναπτύξει εργασίες και εννοιολογικές προσεγγίσεις για τον γνωστικό πόλεμο, εξετάζοντας πώς οι δραστηριότητες επιρροής μπορούν να επηρεάσουν την ανθρώπινη αντίληψη και πώς είναι δυνατόν να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα των στρατιωτικών δυνάμεων και των κοινωνιών [2][3][4].
Η ιδιαίτερη συμβολή του Davitch βρίσκεται στην έμφαση που δίνει στην οργανωμένη αμυντική προετοιμασία. Η αναγνώριση της απειλής δεν αρκεί. Απαιτείται μια διαδικασία που θα εκπαιδεύει όσους συλλέγουν και αξιολογούν πληροφορίες, σχεδιάζουν επιχειρήσεις και λαμβάνουν αποφάσεις, ώστε να μπορούν να λειτουργούν αποτελεσματικά ακόμη και όταν το πληροφοριακό περιβάλλον γίνεται παραπλανητικό.
Η μελέτη του Davitch προχωρά πέρα από τη γενική διαπίστωση ότι η ανθρώπινη κρίση είναι ευάλωτη στην παραπλάνηση και προτείνει συγκεκριμένη κατεύθυνση στρατιωτικής εφαρμογής.
Πρώτον, εισηγείται να αποκτήσει η αμυντική γνωστική προσέγγιση σαφή θέση στο στρατιωτικό δόγμα, με λειτουργικό ορισμό και σύνδεση με τις υφιστάμενες διαδικασίες σχεδιασμού και διοίκησης.
Δεύτερον, προτείνει την ανάπτυξη εκπαιδευτικού υλικού και την ενσωμάτωση ειδικών σεναρίων στις ασκήσεις και στην προετοιμασία του προσωπικού πριν από την επιχειρησιακή ανάπτυξή του.
Σκοπός είναι τα στελέχη να εξασκούνται στην αναγνώριση παραπλανητικών ενδείξεων, στην αξιολόγηση αντικρουόμενων πληροφοριών και στη διατήρηση της ποιότητας της κρίσης τους υπό πίεση.
Τρίτον, ο Davitch δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην αξιολόγηση της εφαρμογής, διακρίνοντας τα μέτρα επίδοσης (Measures of Performance – MOPs), τα οποία εξετάζουν αν οι προβλεπόμενες ενέργειες εκτελούνται σωστά, από τα μέτρα αποτελεσματικότητας (Measures of Effectiveness – MOEs) με μοναδικό σκοπό να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Στο αρχικό στάδιο, τα μέτρα επίδοσης επιβεβαιώνουν ότι η εκπαίδευση και οι διαδικασίες εφαρμόζονται όπως σχεδιάστηκαν. Στη συνέχεια, τα μέτρα αποτελεσματικότητας αξιολογούν κατά πόσο ενισχύονται πράγματι η αντίληψη, η κρίση και η λήψη αποφάσεων. Η πρόταση, επομένως, δεν αφορά απλώς την ευαισθητοποίηση απέναντι στην παραπληροφόρηση, αλλά τη δημιουργία ενός συστήματος δόγματος, εκπαίδευσης και διαρκούς αξιολόγησης της αμυντικής γνωστικής ικανότητας [1].
Αυτή είναι και η βασική ιδέα που αξίζει να εξεταστεί στην ελληνική πραγματικότητα: η αξιοποίηση των υφιστάμενων θεσμών, της στρατιωτικής εμπειρίας και των συμμαχικών σχέσεων μέσα από ένα συνεκτικό πλαίσιο γνωστικής άμυνας.
Τι είναι ο γνωστικός πόλεμος και ποια είναι τα όριά του
Ο όρος «γνωστικός πόλεμος» (cognitive warfare) περιγράφει δραστηριότητες που επιδιώκουν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο άτομα και ομάδες αντιλαμβάνονται τα γεγονότα, αξιολογούν τις πληροφορίες και διαμορφώνουν τις αποφάσεις τους. Συνδέεται με την παραπληροφόρηση, τις επιχειρήσεις επιρροής, την ψυχολογική επίδραση, τις κυβερνοδραστηριότητες και την ευρύτερη αξιοποίηση των μέσων επικοινωνίας για την επίτευξη στρατηγικών σκοπών [2][3][4].
Η ανάγκη για σαφή οριοθέτηση του γνωστικού πολέμου αναδεικνύεται και στη μελέτη των Christoph Deppe και Gary S. Schaal, οι οποίοι εξετάζουν κριτικά το εννοιολογικό πλαίσιο που αναπτύσσει η Συμμαχική Διοίκηση Μετασχηματισμού του ΝΑΤΟ. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η νατοϊκή προσέγγιση είναι ευρεία και φιλόδοξη, καθώς περιλαμβάνει διαφορετικές τεχνικές και τεχνολογίες, με επιδιωκόμενες επιπτώσεις στη λήψη αποφάσεων, στην κοινωνική συνοχή και στη βούληση αντίστασης. Παράλληλα, τονίζουν ότι η ευρύτητα του όρου δημιουργεί δυσκολίες στην εμπειρική τεκμηρίωση και στη διάκριση του γνωστικού πολέμου από συναφείς έννοιες, όπως οι υβριδικές απειλές και η ξένη χειραγώγηση της πληροφορίας. Για τον λόγο αυτό, υποστηρίζουν την ανάγκη εννοιολογικής αποσαφήνισης και λειτουργικότερης οριοθέτησης, ώστε το πλαίσιο να μπορεί να αξιοποιηθεί αποτελεσματικότερα τόσο στη στρατιωτική ανάλυση όσο και στην επιστημονική έρευνα [5].
Ωστόσο, κάθε προσπάθεια πειθούς δεν καταδεικνύει γνωστικό πόλεμο, ούτε κάθε ανακριβής πληροφορία είναι προϊόν εχθρικού σχεδιασμού. Οι άνθρωποι κάνουν λάθη, τα μέσα ενημέρωσης μπορεί να δημοσιεύσουν ανακριβή στοιχεία και οι χρήστες των κοινωνικών δικτύων συχνά να αναπαράγουν ισχυρισμούς χωρίς να τους έχουν ελέγξει. Για να αποδοθεί μια δραστηριότητα σε οργανωμένη επιχείρηση εξωτερικής επιρροής, χρειάζονται στοιχεία για την προέλευση, τον συντονισμό, τη μεθοδολογία και τον επιδιωκόμενο σκοπό της.
Η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης για μια δημοκρατική χώρα. Η αντιμετώπιση πραγματικών απειλών δεν πρέπει να μετατρέπεται σε μηχανισμό χαρακτηρισμού κάθε αντίθετης άποψης ως ζητήματος εθνικής ασφάλειας. Μια τέτοια υπεραντίδραση μπορεί να περιορίσει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και να ενισχύσει την πόλωση που οι οργανωμένες επιχειρήσεις επιρροής ενδέχεται να επιδιώκουν.
Συχνά, μια τέτοια επιχείρηση επιδιώκει:
- να δημιουργήσει αμφιβολία για κάθε διαθέσιμη πηγή,
- να ενισχύσει αντικρουόμενες αφηγήσεις και
- να καταστήσει αδύνατη τη συμφωνία ακόμη και ως προς βασικά πραγματικά δεδομένα.
Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι όλοι ψεύδονται και οι θεσμοί αντιμετωπίζονται εκ προοιμίου ως αναξιόπιστοι, η δημόσια συζήτηση γίνεται ευάλωτη στη χειραγώγηση.
Στο στρατιωτικό επίπεδο, η επίδραση είναι άμεση. Μια εσφαλμένη εικόνα οδηγεί τον διοικητή σε λανθασμένη εκτίμηση των προθέσεων του αντιπάλου, σε καθυστέρηση κρίσιμης απόφασης ή σε ακατάλληλη διάθεση δυνάμεων. Ένα επιτελείο καταλήγει έτσι σε μια φαινομενικά συνεκτική εκτίμηση, η οποία όμως βασίζεται σε ανακριβή ή ελλιπή δεδομένα.
Η γνωστική άμυνα αφορά, επομένως, την προστασία της ποιότητας της κρίσης. Προϋποθέτει την ικανότητα εντοπισμού αντιφάσεων, αναγνώρισης της αβεβαιότητας, εξέτασης εναλλακτικών εξηγήσεων και αποφυγής συμπερασμάτων που επιβεβαιώνουν απλώς τις αρχικές προσδοκίες. Δεν εξαλείφει την αβεβαιότητα· βοηθά στη συστηματική διαχείρισή της.
Η ελληνική γεωστρατηγική πραγματικότητα
Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια περιοχή όπου συναντώνται ο ανταγωνισμός στην Ανατολική Μεσόγειο, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, η αστάθεια σε τμήματα της Βόρειας Αφρικής, ο πόλεμος στην Ουκρανία, η ενεργειακή ασφάλεια και οι μεταβολές στις σχέσεις μεταξύ μεγάλων δυνάμεων. Παράλληλα, συμμετέχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ, διατηρεί σημαντικές διμερείς σχέσεις και καλείται να υπερασπιστεί συγκεκριμένα εθνικά συμφέροντα σε ένα περιβάλλον όπου οι σύμμαχοι δεν έχουν πάντοτε ταυτόσημες προτεραιότητες.
Σε αυτή τη συνθήκη, η πληροφορία επηρεάζει την εκτίμηση μιας διπλωματικής πρωτοβουλίας, τη δημόσια αντίληψη για μια αμυντική συμφωνία και τη στάση απέναντι σε μια κρίση. Μια ανακριβής είδηση για στρατιωτική κινητοποίηση, μια παραποιημένη δήλωση ξένου αξιωματούχου ή ένας κατασκευασμένος ισχυρισμός περί εγκατάλειψης ελληνικών θέσεων δημιουργεί ανησυχία και ασκεί πίεση για άμεση αντίδραση.
Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας διάδοσης δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι υπήρξε κεντρικά σχεδιασμένη επιχείρηση. Μια ψευδής πληροφορία ξεκινά ενδεχομένως από έναν ανώνυμο λογαριασμό, αναπαράγεται από ιστοσελίδες που επιδιώκουν επισκεψιμότητα και στη συνέχεια ενισχύεται από πολιτικές ή κοινωνικές αντιπαραθέσεις. Η επίδρασή της είναι επιζήμια ακόμη και όταν η οργανωμένη εχθρική προέλευση δεν τεκμηριώνεται.
Για την Ελλάδα, το ζήτημα αποκτά πρόσθετη διάσταση λόγω του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού. Η μακρά ιστορία διαφορών και κρίσεων, σε συνδυασμό με τη γεωγραφική εγγύτητα, καθιστά την κοινή γνώμη ιδιαίτερα ευαίσθητη σε ειδήσεις που αφορούν το Αιγαίο, την Κύπρο, τη Θράκη και την Ανατολική Μεσόγειο. Η ταχύτητα μετάδοσης μιας πληροφορίας συχνά προηγείται της επίσημης ενημέρωσης, δημιουργώντας πίεση για αντίδραση πριν ολοκληρωθεί η αξιολόγηση των δεδομένων.
Η ελληνική πλευρά χρειάζεται, συνεπώς, να διατηρεί υψηλό επίπεδο επαγρύπνησης, χωρίς να παγιδεύεται στην υπεραντίδραση. Η βιαστική απόδοση ευθύνης χωρίς επαρκή στοιχεία πλήττει τη διεθνή αξιοπιστία της χώρας και μετατρέπει ένα διαχειρίσιμο περιστατικό σε διπλωματικό πρόβλημα.
Η γνωστική ανθεκτικότητα δεν σημαίνει παθητική αποδοχή των κυβερνητικών ή στρατιωτικών ανακοινώσεων. Σημαίνει ότι πολίτες, δημοσιογράφοι, αναλυτές και θεσμοί μπορούν να διακρίνουν τα τεκμηριωμένα γεγονότα από τις εκτιμήσεις, να αξιολογούν τις πηγές και να αναθεωρούν τα συμπεράσματά τους όταν εμφανίζονται νέα στοιχεία. Η δυνατότητα έγκαιρης διόρθωσης ενός λάθους αποτελεί ένδειξη ανθεκτικότητας, όχι αδυναμίας.
Αιγαίο, Κύπρος και Θράκη: Περιοχές αυξημένης πληροφοριακής ευαισθησίας
Η στρατηγική σημασία του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου καθιστά τις στρατιωτικές δραστηριότητες, τις θαλάσσιες οδούς, τις ενεργειακές υποδομές και τις διπλωματικές πρωτοβουλίες αντικείμενα έντονου ενδιαφέροντος. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, μια πληροφορία που παρουσιάζεται ως επιβεβαιωμένη, χωρίς να είναι, διαμορφώνει κλίμα πίεσης πριν γίνει γνωστή η πραγματική κατάσταση.
Ας εξετάσουμε ένα υποθετικό σενάριο:
Σε περίοδο αυξημένης έντασης, διαδίδεται στα κοινωνικά δίκτυα ο ισχυρισμός ότι επίκειται στρατιωτικό επεισόδιο ή ότι έχει ληφθεί απόφαση για σημαντική υποχώρηση. Η ανάρτηση συνοδεύεται από παλαιά φωτογραφία, αποσπασματικό βίντεο ή δήλωση εκτός συμφραζομένων. Μέσα σε λίγες ώρες, η πληροφορία αναπαράγεται από λογαριασμούς με μεγάλη απήχηση και αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως γεγονός.
Το παράδειγμα αυτό δεν αποτελεί ισχυρισμό ότι έχει συμβεί ανάλογο περιστατικό στην Ελλάδα με αποδεδειγμένο οργανωμένο σχεδιασμό. Αναδεικνύει μια ευρύτερη αδυναμία του σύγχρονου πληροφοριακού περιβάλλοντος: οι αρμόδιοι πιέζονται να αντιδράσουν πριν αποκτήσουν πλήρη εικόνα ή καθυστερούν, επιτρέποντας σε μια ψευδή αφήγηση να εδραιωθεί.
Η αντιμετώπιση απαιτεί προκαθορισμένες διαδικασίες επαλήθευσης, σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων και δυνατότητα υπεύθυνης ενημέρωσης του κοινού χωρίς αποκάλυψη διαβαθμισμένων πληροφοριών. Όταν τα στοιχεία δεν επαρκούν, η σαφής αναγνώριση της αβεβαιότητας είναι προτιμότερη από μια κατηγορηματική δήλωση που θα χρειαστεί να ανακληθεί.
Η Κύπρος αποτελεί επίσης κρίσιμο πεδίο, λόγω της συνεχιζόμενης κατοχής μέρος του νησιού, της παρουσίας στρατιωτικών δυνάμεων, της σημασίας των θαλάσσιων ζωνών και του ενδιαφέροντος πολλών εξωτερικών δρώντων. Η ενημέρωση για το Κυπριακό επηρεάζει την ελληνική κοινή γνώμη και τις εκτιμήσεις για τις προθέσεις της Τουρκίας, των εγγυητριών δυνάμεων και των διεθνών οργανισμών. Απαιτείται, επομένως, διάκριση μεταξύ επιβεβαιωμένων εξελίξεων, επίσημων θέσεων και πολιτικών ερμηνειών.
Η Θράκη παρουσιάζει διαφορετικές, αλλά εξίσου σημαντικές ευαισθησίες λόγω της γεωγραφικής της θέσης, της μουσουλμανικής μειονότητας που αναγνωρίζεται από τη Συνθήκη της Λωζάννης και των ευρύτερων σχέσεων Ελλάδας–Τουρκίας. Η προστασία της εθνικής ασφάλειας πρέπει να στηρίζεται στην ισότιμη εφαρμογή του νόμου, στον σεβασμό των δικαιωμάτων και στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων παράνομων ενεργειών με αποδεικτικά στοιχεία. Η συλλογική στοχοποίηση πολιτών ή κοινοτήτων δεν ενισχύει την ασφάλεια· μπορεί να υπονομεύσει την κοινωνική συνοχή.
Και στις τρεις περιπτώσεις, η βασική απαίτηση είναι κοινή: να διακρίνεται η πραγματική απειλή από τον πληροφοριακό θόρυβο και η τεκμηριωμένη ένδειξη από την υπόθεση.
Η ανθρώπινη κρίση στο κέντρο της στρατιωτικής ισχύος
Η σύγχρονη στρατιωτική τεχνολογία έχει αυξήσει σημαντικά τις δυνατότητες επιτήρησης, επικοινωνιών, διοίκησης και προσβολής στόχων. Μη επανδρωμένα συστήματα, δορυφορικές εικόνες, αισθητήρες, ψηφιακά δίκτυα και εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης επιτρέπουν την επεξεργασία δεδομένων σε ταχύτητες που πριν από λίγες δεκαετίες ήταν αδιανόητες. Η μεγαλύτερη ποσότητα δεδομένων δεν εξασφαλίζει αυτομάτως καλύτερες αποφάσεις.
Μια εικόνα είναι αυθεντική, αλλά προγενέστερη, διαφορετική από τον χρόνο που υποστηρίζει η λεζάντα της. Ένα βίντεο δείχνει πραγματική στρατιωτική δραστηριότητα χωρίς να αποδεικνύει τον σκοπό της. Μια σειρά ενδείξεων επιδέχεται περισσότερες από μία ερμηνείες. Η διάκριση ανάμεσα στην παρατήρηση και στο συμπέρασμα παραμένει, συνεπώς, θεμελιώδης για την επιτελική εργασία.
Ο έμπειρος αναλυτής δεν είναι εκείνος που εκφράζει πάντοτε βεβαιότητα, αλλά εκείνος που γνωρίζει ποια στοιχεία στηρίζουν την εκτίμησή του, ποια κενά παραμένουν και ποια νέα δεδομένα θα μπορούσαν να την ανατρέψουν. Η επαγγελματική κρίση δεν καταργεί την αβεβαιότητα· την καθιστά ορατή και διαχειρίσιμη.
Η προσέγγιση του Davitch αναδεικνύει την ανάγκη να αντιμετωπιστεί η γνωστική ανθεκτικότητα ως αντικείμενο συστηματικής εκπαίδευσης. Στις ασκήσεις διοίκησης και επιτελικού σχεδιασμού μπορούν να ενσωματώνονται σενάρια με αντικρουόμενες αναφορές, παραποιημένα στοιχεία και γρήγορες μεταβολές της εικόνας της κατάστασης. Οι συμμετέχοντες πρέπει να καλούνται να αιτιολογούν γιατί εμπιστεύονται μια πηγή, πώς αξιολογούν την αβεβαιότητα και ποια πρόσθετα δεδομένα χρειάζονται πριν αποφασίσουν.
Η αξιολόγηση δεν πρέπει να περιορίζεται στο αν η τελική απόφαση ήταν ορθή. Χρειάζεται να εξετάζει και τη διαδικασία που οδήγησε σε αυτήν: αν εντοπίστηκαν οι αντιφάσεις, αν ζητήθηκε επιβεβαίωση και αν οι διαθέσιμες εναλλακτικές εκτιμήσεις εξετάστηκαν με επάρκεια.
Εξίσου σημαντικό είναι να μπορεί ένα κατώτερο στέλεχος να εκφράζει τεκμηριωμένη διαφωνία όταν εντοπίζει κενό στην εικόνα που έχει διαμορφώσει η διοίκηση. Η στρατιωτική πειθαρχία είναι απαραίτητη, αλλά η αποτελεσματική επιτελική λειτουργία προϋποθέτει χώρο για επαγγελματική αμφισβήτηση πριν από τη λήψη της απόφασης. Όταν οι άνθρωποι φοβούνται να αναφέρουν δυσάρεστα δεδομένα, η ηγεσία κινδυνεύει να αποφασίσει βάσει μιας εικόνας που επιβεβαιώνει τις αρχικές της πεποιθήσεις.
Η τελική ευθύνη παραμένει στην ηγεσία. Η γνωστική άμυνα δεν πρέπει να οδηγεί σε ατέρμονη αμφιβολία, αλλά σε έγκαιρες και τεκμηριωμένες αποφάσεις, με επίγνωση των ορίων των διαθέσιμων πληροφοριών.
Η παραπληροφόρηση ως εργαλείο στρατηγικής πίεσης
Η παραπληροφόρηση αποκτά μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα όταν αξιοποιεί ήδη υπάρχουσες κοινωνικές εντάσεις, πολιτικές διαφωνίες ή δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς. Ένας ισχυρισμός που επιβεβαιώνει μια προϋπάρχουσα πεποίθηση ή αξιοποιεί μια πραγματική ανησυχία γίνεται συχνά πιο πειστικός από ένα εντελώς κατασκευασμένο αφήγημα.
Η χειραγώγηση δεν βασίζεται αναγκαστικά σε ψευδή γεγονότα από την αρχή έως το τέλος. Συχνά χρησιμοποιεί αληθινά στοιχεία σε παραπλανητικό πλαίσιο, επιλεκτική παράθεση δεδομένων, παλαιότερο οπτικό υλικό που εμφανίζεται ως πρόσφατο ή δηλώσεις αποκομμένες από τα συμφραζόμενά τους. Με αυτόν τον τρόπο, το κοινό οδηγείται σε συμπέρασμα πριν αποκτήσει την πλήρη εικόνα.
Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (European External Action Service – EEAS) καταγράφει δραστηριότητες ξένης χειραγώγησης και παρέμβασης στον πληροφοριακό χώρο, γνωστές ως FIMI (Foreign Information Manipulation and Interference). Η ευρωπαϊκή προσέγγιση εξετάζει δίκτυα, υποδομές και τρόπους διάδοσης, αντί να περιορίζεται στην αποσπασματική διάψευση μεμονωμένων ισχυρισμών [6][7].
Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι η διερεύνηση ενός περιστατικού πρέπει να εξετάζει τη συμπεριφορά των λογαριασμών που διαδίδουν μια πληροφορία, τη χρονική ακολουθία των δημοσιεύσεων, την πιθανή χρήση κοινού υλικού και την ύπαρξη τεκμηριωμένων δεσμών μεταξύ των εμπλεκομένων. Η αναδημοσίευση ενός μηνύματος από έναν χρήστη δεν σημαίνει ότι γνωρίζει την προέλευσή του ή συμμετέχει σε οργανωμένο δίκτυο. Η αξιοπιστία της ανάλυσης προϋποθέτει σαφή διάκριση ανάμεσα στην παρατήρηση, στην υπόθεση εργασίας και στο τελικό συμπέρασμα.
Η αξιοποίηση ανοικτών πηγών, γνωστή ως OSINT (Open-Source Intelligence), συμβάλλει στην επαλήθευση εικόνων και βίντεο, στη συσχέτιση δημόσιων δεδομένων και στην παρακολούθηση της διάδοσης συγκεκριμένων αφηγήσεων. Η χρήση της δεν αποτελεί αυτόματη εγγύηση ορθότητας. Η ποιότητα των συμπερασμάτων εξαρτάται από την αξιολόγηση των πηγών, τη μεθοδολογία και την ανεξάρτητη επιβεβαίωση.
Ανάλογη προσοχή χρειάζεται στην τεχνητή νοημοσύνη. Τα εργαλεία της βοηθούν στην ανάλυση μεγάλου όγκου δημοσιεύσεων, στη μετάφραση υλικού και στον εντοπισμό επαναλαμβανόμενων μοτίβων. Παράλληλα, ενδέχεται να παράγουν εσφαλμένα συμπεράσματα ή να παρουσιάζουν αβέβαιες εκτιμήσεις με πειστική γλωσσική μορφή. Η ανθρώπινη επαλήθευση και η καταγραφή των περιορισμών παραμένουν απαραίτητες.
Η τεχνολογία μπορεί να επιταχύνει την ανάλυση. Δεν μπορεί να απαλλάξει τον αναλυτή από την ευθύνη να ελέγχει αν τα στοιχεία επαρκούν για το συμπέρασμα που προτείνει.
Η εμπειρία του ΝΑΤΟ την περίοδο 2019–2021: Η πανδημία ως δοκιμασία γνωστικής ανθεκτικότητας — Μια προσωπική εμπειρία από το SHAPE
Η περίοδος 2019–2021 αποτέλεσε σημαντική δοκιμασία για τη Συμμαχία, όχι μόνο ως προς την επιχειρησιακή ετοιμότητα, αλλά και ως προς τη διαχείριση της πληροφορίας, την επικοινωνία και τη διατήρηση της εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών-μελών. Η πανδημία COVID-19 δημιούργησε συνθήκες έντονης αβεβαιότητας, ενώ οι στρατιωτικοί οργανισμοί έπρεπε να διατηρήσουν τη λειτουργικότητά τους μέσα σε μια ταχέως μεταβαλλόμενη υγειονομική και πληροφοριακή πραγματικότητα.
Για εμένα, η περίοδος αυτή δεν αποτελεί απλώς ένα ιστορικό παράδειγμα που εξετάζεται εκ των υστέρων. Τη βίωσα υπηρετώντας στο Ανώτατο Στρατηγείο των Συμμαχικών Δυνάμεων στην Ευρώπη (SHAPE), ως ACOS (Assistant Chief of Staff for Military Cooperation), σε ένα περιβάλλον όπου η συνεργασία μεταξύ διαφορετικών εθνικών στρατιωτικών αντιλήψεων, προτεραιοτήτων και διαδικασιών αποτελούσε καθημερινή απαίτηση. Η εμπειρία αυτή ανέδειξε τη σημασία της κοινής αντίληψης της κατάστασης, της ψύχραιμης αξιολόγησης αντικρουόμενων πληροφοριών και του συντονισμού υπό συνθήκες αβεβαιότητας.
Κατά την πανδημία, το ΝΑΤΟ έπρεπε να διατηρήσει την επιχειρησιακή του ετοιμότητα και να υποστηρίξει τα κράτη-μέλη, ενώ παράλληλα αντιμετώπιζε προσπάθειες παραπληροφόρησης που αμφισβητούσαν τον ρόλο και την αξιοπιστία του. Από τον Μάρτιο έως τον Ιούνιο του 2020 καταγράφηκαν εκστρατείες παραπληροφόρησης που εκμεταλλεύονταν την αβεβαιότητα της πανδημίας και στόχευαν τη νατοϊκή παρουσία στην ανατολική πτέρυγα. Στις 20 και 21 Απριλίου 2020 καταγράφηκαν τρεις συντονισμένες επιχειρήσεις κατά της παρουσίας νατοϊκών δυνάμεων στη Λετονία, τη Λιθουανία και την Πολωνία [10].
Στη Λιθουανία κυκλοφόρησε πλαστή επιστολή που αποδιδόταν στον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ και εμφάνιζε τη Συμμαχία να σχεδιάζει την απόσυρση στρατευμάτων λόγω υποτιθέμενης έξαρσης κρουσμάτων COVID-19.
Στη Λετονία διαδόθηκε ψευδής ισχυρισμός ότι Καναδοί στρατιώτες της νατοϊκής δύναμης είχαν μεταφέρει τον ιό στη χώρα. Στην Πολωνία κυκλοφόρησε πλαστή επιστολή Πολωνού στρατιωτικού που εμφανιζόταν να επικρίνει την παρουσία αμερικανικών δυνάμεων και την άσκηση DEFENDER-Europe 20 [10].
Τα περιστατικά δείχνουν πώς μια πραγματική κρίση μπορεί να αξιοποιηθεί για να πληγεί η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, να δημιουργηθούν τριβές μεταξύ συμμάχων και να αμφισβητηθεί η αποδοχή της συμμαχικής παρουσίας από τις κοινωνίες. Η παραπληροφόρηση δεν χρειάζεται να δημιουργήσει την κρίση· συχνά εκμεταλλεύεται τις ήδη υπάρχουσες αβεβαιότητες και επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αυτή γίνεται αντιληπτή.
Η προσωπική μου εμπειρία από το νατοϊκό επιτελικό περιβάλλον της περιόδου εκείνης ενισχύει ένα ευρύτερο στρατηγικό συμπέρασμα. Σε μια πολυεθνική συμμαχία, η κοινή αντίληψη της κατάστασης δεν είναι αυτονόητη. Τα κράτη-μέλη διαθέτουν διαφορετικές εθνικές προτεραιότητες, διοικητικές διαδικασίες και ευαισθησίες. Η πολυεθνική σύνθεση αποτελεί πλεονέκτημα, επειδή επιτρέπει τη συνένωση διαφορετικών δυνατοτήτων και εμπειριών, αλλά απαιτεί συστηματική προσπάθεια ώστε οι επιμέρους εκτιμήσεις να μετατρέπονται σε κοινή επιχειρησιακή κατανόηση.
Τον Μάιο του 2021, το NATO Review δημοσίευσε την ανάλυση Countering cognitive warfare: awareness and resilience, η οποία εξέταζε πώς η χειραγώγηση της πληροφορίας, η πόλωση και η εκμετάλλευση ανθρώπινων γνωστικών αδυναμιών μπορούν να επηρεάσουν τη συλλογική κρίση και την κοινωνική συνοχή [8]. Η ανάλυση αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη συζήτηση για την ανάγκη προστασίας όχι μόνο των φυσικών και ψηφιακών συστημάτων, αλλά και της ικανότητας των ανθρώπων και των θεσμών να αξιολογούν αξιόπιστα την πληροφορία.
Για την Ελλάδα, το δίδαγμα είναι συγκεκριμένο. Σε περίοδο έντασης στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο, μια πλαστή δήλωση συμμάχου, ένα παραποιημένο έγγραφο ή μια ψευδής πληροφορία για στρατιωτική κινητοποίηση επιδιώκει να επηρεάσει την κοινή γνώμη και να ασκήσει πίεση στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Η απάντηση απαιτεί έγκαιρη επαλήθευση, συντονισμό των αρμόδιων υπηρεσιών και υπεύθυνη ενημέρωση.
Η εμπειρία της Συμμαχίας, σε συνδυασμό με τη δική μου υπηρεσιακή εμπειρία στο SHAPE, οδηγεί σε ένα σαφές συμπέρασμα: η ανθεκτικότητα μιας συμμαχίας δεν εξαρτάται μόνο από τα οπλικά συστήματα και τις δομές διοίκησης, αλλά και από την ικανότητά της να διατηρεί κοινή επιχειρησιακή κατανόηση, να αξιολογεί νηφάλια την πληροφορία και να λαμβάνει συνεκτικές αποφάσεις υπό πίεση.
Από τη διάγνωση στην πράξη: Ένα πλαίσιο γνωστικής άμυνας για την Ελλάδα
Η ελληνική προσέγγιση στη γνωστική άμυνα χρειάζεται σαφείς αρμοδιότητες, λειτουργικές διαδικασίες και μετρήσιμα αποτελέσματα. Η δημιουργία νέων δομών από μόνη της δεν βελτιώνει αυτομάτως την αποτελεσματικότητα. Προηγείται η αποσαφήνιση του:
- ποιος εντοπίζει μια πιθανή απειλή,
- ποιος επαληθεύει τα δεδομένα,
- ποιος αξιολογεί τις επιπτώσεις και
- ποιος αποφασίζει για την ενημέρωση ή την αντίδραση.
Πρώτον, κοινή μεθοδολογία αξιολόγησης πληροφοριών. Οι Ένοπλες Δυνάμεις, οι αρμόδιες υπηρεσίες, οι φορείς πολιτικής προστασίας και οι υπηρεσίες επικοινωνίας χρειάζονται συμβατές βασικές αρχές αξιολόγησης, με σεβασμό στις ειδικές αρμοδιότητες και στα όρια πρόσβασης κάθε φορέα. Η προέλευση, ο χρόνος, η ανεξάρτητη επιβεβαίωση, οι εναλλακτικές εξηγήσεις και ο βαθμός βεβαιότητας πρέπει να καταγράφονται με σαφήνεια.
Δεύτερον, ενσωμάτωση της γνωστικής ανθεκτικότητας στη στρατιωτική εκπαίδευση. Οι ασκήσεις διοίκησης και επιτελικού σχεδιασμού πρέπει να περιλαμβάνουν ελεγχόμενα σενάρια παραπλανητικών αναφορών, αντικρουόμενων πληροφοριών και ταχείας διάδοσης φημών. Η αξιολόγηση πρέπει να εξετάζει αν το προσωπικό εντόπισε αντιφάσεις, ζήτησε πρόσθετη επιβεβαίωση και έλαβε εγκαίρως απόφαση. Η διαδικασία πρέπει να είναι εκπαιδευτική και όχι τιμωρητική.
Τρίτον, ουσιαστική συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων φορέων. Η γνωστική άμυνα δεν αποτελεί αποκλειστική ευθύνη των Ενόπλων Δυνάμεων. Η διπλωματική υπηρεσία, οι αρμόδιες υπηρεσίες ασφάλειας, οι φορείς κυβερνοασφάλειας, η πολιτική προστασία και οι υπηρεσίες δημόσιας ενημέρωσης συντονίζονται σε ένα περιστατικό μέσω προκαθορισμένων διαδικασιών. Η συνεργασία προϋποθέτει σαφή όρια, προστασία των προσωπικών δεδομένων και διαδικασίες που επιτρέπουν την έγκαιρη ανταλλαγή χρήσιμων πληροφοριών.
Τέταρτον, αξιόπιστη δημόσια επικοινωνία. Όταν οι αρμόδιοι φορείς καθυστερούν να εξηγήσουν τι γνωρίζουν και τι παραμένει αδιευκρίνιστο, δημιουργείται κενό που καλύπτεται από εικασίες. Η έγκαιρη ενημέρωση δεν απαιτεί αποκάλυψη διαβαθμισμένων στοιχείων. Απαιτεί ακρίβεια, συνέπεια και σαφή διάκριση ανάμεσα στα επιβεβαιωμένα δεδομένα και στις εκτιμήσεις.
Πέμπτον, αξιοποίηση της συμμαχικής συνεργασίας. Η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση προσφέρει δυνατότητες ανταλλαγής εμπειρίας, κοινών ασκήσεων και αξιοποίησης μεθοδολογιών για την αντιμετώπιση της ξένης χειραγώγησης. Η Συμμαχική Διοίκηση Μετασχηματισμού έχει αναδείξει τη γνωστική άμυνα ως πεδίο ανάπτυξης εννοιών και σχετικών πρακτικών [2][9]. Η Ελλάδα συμβάλλει σε αυτή την προσπάθεια αξιοποιώντας την εμπειρία της σε ένα σύνθετο περιφερειακό περιβάλλον.
Έκτον, συστηματική μέτρηση της αποτελεσματικότητας. Η πρόοδος δεν πρέπει να μετριέται με τον αριθμό των διαψεύσεων ή των ενημερωτικών ανακοινώσεων. Χρειάζεται να εξετάζονται ο χρόνος εντοπισμού ενός περιστατικού, η ταχύτητα και η ακρίβεια της επαλήθευσης, η συνεργασία μεταξύ υπηρεσιών και η δυνατότητα αποφυγής εσφαλμένων εκτιμήσεων. Η αξιολόγηση μετά από ασκήσεις και πραγματικά περιστατικά πρέπει να οδηγεί σε συγκεκριμένες διορθωτικές παρεμβάσεις.
Τέλος, διασφάλιση των δημοκρατικών ορίων. Η αντιμετώπιση οργανωμένης ξένης παρέμβασης δεν δικαιολογεί λογοκρισία, αυθαίρετη παρακολούθηση ή χαρακτηρισμό της νόμιμης κριτικής ως απειλής. Η εθνική ασφάλεια και η δημοκρατική λογοδοσία δεν είναι αντίπαλοι στόχοι. Η προστασία της χώρας είναι αποτελεσματικότερη όταν οι θεσμοί λειτουργούν με κανόνες, διαφάνεια και σεβασμό των δικαιωμάτων.
Η Ατζέντα 2030 και η επένδυση στον ανθρώπινο παράγοντα
Η γνωστική άμυνα συνδέεται άμεσα με τον εκσυγχρονισμό των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Η ανανέωση των οπλικών συστημάτων, η ψηφιοποίηση, η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης και η βελτίωση της διακλαδικότητας είναι ουσιαστικές προϋποθέσεις για μια σύγχρονη αποτρεπτική δύναμη. Η επιχειρησιακή τους αξία, όμως, εξαρτάται και από τους ανθρώπους που καλούνται να τις αξιοποιήσουν.
Ένα σύστημα συγκεντρώνει τεράστιο όγκο δεδομένων, αλλά αν οι χρήστες του δεν διακρίνουν μια αξιόπιστη ένδειξη από μια παραπλανητική, η πληροφοριακή υπεροχή μετατρέπεται σε υπερφόρτωση. Η τεχνολογία προσφέρει δυνατότητες· η εκπαίδευση, η εμπειρία και η ανθρώπινη κρίση καθορίζουν τον τρόπο αξιοποίησής τους.
Η διάσταση αυτή πρέπει να συνυπολογίζεται στον σχεδιασμό μεταρρυθμίσεων όπως η Ατζέντα 2030. Η στελέχωση, η επαγγελματική ανάπτυξη, η διατήρηση της εμπειρίας και η εμπιστοσύνη μεταξύ διοίκησης και προσωπικού επηρεάζουν άμεσα την επιχειρησιακή ετοιμότητα. Οι οργανωτικές αλλαγές αποδίδουν περισσότερο όταν τα στελέχη κατανοούν τον σκοπό τους, διαθέτουν τα κατάλληλα μέσα και έχουν ουσιαστικό ρόλο στην εφαρμογή τους.
Η γνωστική ανθεκτικότητα προϋποθέτει επαγγελματική κουλτούρα που ενθαρρύνει την ακρίβεια, την τεκμηριωμένη αμφισβήτηση και την έγκαιρη αναφορά προβλημάτων. Ένα στέλεχος που μπορεί να επισημάνει μια ασυνέπεια χωρίς να φοβάται ότι θα αντιμετωπιστεί ως ενοχλητικό συμβάλλει στην ποιότητα της συνολικής εκτίμησης.
Αντίθετα, όταν επιβραβεύονται μόνο οι εκτιμήσεις που επιβεβαιώνουν την αρχική άποψη της διοίκησης, αυξάνεται ο κίνδυνος να παραβλεφθούν κρίσιμα στοιχεία.
Η συνοχή δεν οικοδομείται μόνο με διαταγές και κανονισμούς. Ενισχύεται με επαγγελματισμό, συνέπεια, δικαιοσύνη, σαφείς στόχους και εμπιστοσύνη. Οι παράγοντες αυτοί ενισχύουν την ανθεκτικότητα ενός οργανισμού απέναντι σε προσπάθειες που αξιοποιούν την απογοήτευση, την αβεβαιότητα ή την αίσθηση αδικίας.
Η γνωστική άμυνα αποτελεί, επομένως, ουσιαστικό συμπληρωματικό στοιχείο του αμυντικού μετασχηματισμού: όχι ως νέα εντυπωσιακή ονομασία, αλλά ως επένδυση στην ποιότητα της εκπαίδευσης, της διοίκησης και της λήψης αποφάσεων.
Η κοινωνική ανθεκτικότητα χωρίς φόβο και υπερβολές
Η γνωστική άμυνα δεν αφορά μόνο το στρατιωτικό προσωπικό. Σε περιόδους κρίσης, η ανθεκτικότητα μιας χώρας εξαρτάται και από την ικανότητα των πολιτών να αξιολογούν υπεύθυνα τις πληροφορίες που λαμβάνουν. Μια κοινωνία που μπορεί να διακρίνει την τεκμηριωμένη ενημέρωση από τον εντυπωσιασμό και την οργανωμένη παραπλάνηση διαθέτει καλύτερες προϋποθέσεις να διατηρήσει τη συνοχή της.
Η εκπαίδευση στον ψηφιακό γραμματισμό συμβάλλει ουσιαστικά. Οι πολίτες χρειάζεται να γνωρίζουν πώς να ελέγχουν την αρχική πηγή μιας είδησης, να αναζητούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση, να εντοπίζουν παλαιό οπτικό υλικό που παρουσιάζεται ως νέο και να αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη ισχυρισμούς που προκαλούν έντονο φόβο ή οργή.
Τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τα μέσα ενημέρωσης και οι δημόσιοι φορείς ενισχύουν αυτές τις δεξιότητες. Η ενημέρωση χρειάζεται να εξηγεί όχι μόνο ποιος ισχυρισμός είναι λανθασμένος, αλλά και πώς μπορεί να ελεγχθεί. Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δεν οικοδομείται με την απαίτηση άκριτης αποδοχής των επίσημων ανακοινώσεων, αλλά με την ακρίβεια, τη διαφάνεια και την έγκαιρη διόρθωση των λαθών.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται απέναντι στην τεχνητή παραγωγή εικόνων, ήχου και βίντεο. Η τεχνολογία επιτρέπει τη δημιουργία υλικού που εμφανίζει ένα πρόσωπο να λέει ή να κάνει κάτι που δεν συνέβη. Η αυθεντικότητα ενός αρχείου δεν πρέπει να κρίνεται αποκλειστικά από το πόσο πειστικό φαίνεται. Σε σοβαρά περιστατικά, απαιτείται έλεγχος της προέλευσης και διασταύρωση με ανεξάρτητες πηγές.
Υπάρχει, παράλληλα, και ο αντίστροφος κίνδυνος: να χαρακτηρίζεται ένα πραγματικό τεκμήριο ως «τεχνητό» χωρίς επαρκή εξέταση. Η κριτική αξιολόγηση πρέπει να εφαρμόζεται και στις δύο κατευθύνσεις, ώστε η κοινωνία να μην εγκλωβίζεται ούτε στην άκριτη αποδοχή ούτε στην καθολική δυσπιστία.
Για την Ελλάδα, η προστασία της κοινωνικής συνοχής έχει στρατηγική αξία. Οι διαφωνίες για την εξωτερική πολιτική, την άμυνα, τις συμμαχίες και τις κυβερνητικές αποφάσεις αποτελούν φυσιολογικό στοιχείο μιας δημοκρατίας. Η απάντηση στην εχθρική επιρροή δεν είναι να εξαλειφθεί η διαφωνία, αλλά να προστατευθεί η δυνατότητα του δημόσιου διαλόγου να στηρίζεται σε πραγματικά στοιχεία.
Η κοινωνία δεν χρειάζεται να σκέφτεται ομοιόμορφα για να είναι ανθεκτική. Χρειάζεται να μπορεί να συζητά, να ελέγχει τους ισχυρισμούς και να μην επιτρέπει σε μια ανεπιβεβαίωτη πληροφορία να καθορίζει αυτομάτως τη στάση της απέναντι σε ένα κρίσιμο εθνικό ζήτημα.
Η γνωστική άμυνα ως παράγοντας εθνικής ισχύος
Η μελέτη του James M. Davitch προσφέρει μια χρήσιμη αφετηρία για τη συζήτηση γύρω από την αμυντική πλευρά του γνωστικού πολέμου. Η σημασία της για την Ελλάδα βρίσκεται στην ανάγκη να ενσωματωθεί η προστασία της ανθρώπινης κρίσης στην εκπαίδευση, στη διοίκηση και στον σχεδιασμό πριν από την εκδήλωση μιας κρίσης [1].
Η πρακτική εφαρμογή αυτής της προσέγγισης απαιτεί συγκεκριμένες επιλογές:
- κοινές διαδικασίες αξιολόγησης πληροφοριών,
- εκπαίδευση με ρεαλιστικά σενάρια,
- αποτελεσματικό συντονισμό μεταξύ αρμόδιων φορέων,
- αξιόπιστη δημόσια επικοινωνία και
- αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας με σαφή κριτήρια.
Δεν απαιτεί τη δημιουργία πολλών νέων δομών, αλλά την καλύτερη σύνδεση των υφιστάμενων δυνατοτήτων.
Έχοντας υπηρετήσει επί 38 χρόνια στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις και 5 σε νατοϊκό περιβάλλον, θεωρώ ότι η διάσταση αυτή αξίζει να ενταχθεί ουσιαστικά στον εθνικό προβληματισμό για την άμυνα και την ασφάλεια. Η επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα εξαρτάται από την εκπαίδευση, την εμπειρία, την πειθαρχία και την ποιότητα της διοίκησης, αλλά και από την ικανότητα των στελεχών να αξιολογούν ψύχραιμα αντιφατικά στοιχεία και να αναγνωρίζουν πότε μια πληροφορία δεν επαρκεί για ασφαλές συμπέρασμα.
Η Ελλάδα χρειάζεται σύγχρονα μέσα και ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις. Χρειάζεται, παράλληλα, θεσμούς που αξιολογούν σωστά τις πληροφορίες, ηγεσίες που ακούν τεκμηριωμένες επισημάνσεις, στελέχη που εκπαιδεύονται να λειτουργούν υπό αβεβαιότητα και πολίτες που μπορούν να διακρίνουν την τεκμηρίωση από τον εντυπωσιασμό. Η συνδυασμένη αυτή ικανότητα ενισχύει την εθνική ανθεκτικότητα και υποστηρίζει την αξιοπιστία της αποτροπής.
Η προσπάθεια επηρεασμού της ανθρώπινης σκέψης αποτελεί υπαρκτή παράμετρο του σύγχρονου στρατηγικού ανταγωνισμού. Η αντιμετώπισή της απαιτεί ψυχραιμία, επαγγελματισμό, θεσμική νομιμότητα και συνεχή εκπαίδευση. Η ουσιαστική άμυνα βρίσκεται στην ικανότητα να εξετάζουμε τα δεδομένα, να αναγνωρίζουμε τα όρια της γνώσης μας και να αποφασίζουμε με πειθαρχία.
Η τελική δοκιμασία μιας σύγχρονης αμυντικής δύναμης είναι η ικανότητά της να αξιοποιεί σωστά τις δυνατότητές της όταν η πίεση είναι μεγάλη και ο χρόνος περιορισμένος. Σε αυτή τη δοκιμασία, η ποιότητα της ανθρώπινης κρίσης δεν αποτελεί δευτερεύουσα παράμετρο. Είναι μέρος της ίδιας της στρατιωτικής ισχύος.
Βιβλιογραφία – Πηγές
[1] Davitch, James M., “Building the Mental Golden Dome: Arming the Joint Force for Defensive Cognitive Warfare”, Joint Force Quarterly, No. 120, National Defense University Press, 9 September 2026.
[2] NATO Allied Command Transformation, “Allied Command Transformation develops the Cognitive Warfare Concept to Combat Disinformation and Defend Against ‘Cognitive Warfare’”, 3 July 2024.
https://www.act.nato.int/article/cogwar-concept/
[3] NATO Allied Command Transformation, “Cognitive Warfare: Beyond Military Information Support Operations”, 9 May 2023.
https://www.act.nato.int/article/cognitive-warfare-beyond-military-information-support-operations/
[4] NATO Allied Command Transformation, “Cognitive Warfare: Strengthening and Defending the Mind”, 5 April 2023.
https://www.act.nato.int/article/cognitive-warfare-strengthening-and-defending-the-mind/
[5] Deppe, Christoph & Schaal, Gary S., “Cognitive warfare: a conceptual analysis of the NATO ACT cognitive warfare exploratory concept”, Frontiers in Big Data, 2024.
https://doi.org/10.3389/fdata.2024.1452129
[6] European External Action Service (EEAS), “2025 Report on EEAS Activities to Counter Foreign Information Manipulation and Interference (FIMI)”, 24 June 2026.
[7] European External Action Service (EEAS), “4th EEAS Annual Report on Foreign Information Manipulation and Interference Threats”, 12 March 2026.
[8] NATO, “Countering cognitive warfare: awareness and resilience”, NATO Review, 20 May 2021.
[9] NATO Allied Command Transformation, “Workshop – Cognitive Warfare Concept”, 27 September 2022.
https://www.act.nato.int/article/workshop-cognitive-warfare-concept/
[10] NATO, “NATO’s approach to countering disinformation: a focus on COVID-19”, 17 July 2020.
https://www.nato.int/cps/en/natohq/177273.htm
Σημείωση: Η μελέτη του Davitch αποτελεί την αφετηρία της ανάλυσής μου, ενώ οι προτάσεις μου για την Ελλάδα συνιστούν στρατηγικές εισηγήσεις και τα παραδείγματα των ελληνικών πεδίων ενδιαφέροντος είναι υποθετικά σενάρια, όχι ισχυρισμοί ότι συγκεκριμένες επιχειρήσεις έχουν αποδεδειγμένα πραγματοποιηθεί στη χώρα. Η ενότητα για την περίοδο 2019–2021 βασίζεται στη δημόσια τεκμηρίωση του ΝΑΤΟ σχετικά με την παραπληροφόρηση κατά την πανδημία και στη σχετική ανάλυση του NATO Review, καθώς και στην προσωπική μου εμπειρία.
GEOPOLITICO
Φαραντούρης: Εγκληματικά απούσα η ΕΕ απ’ την προστασία των Ελληνορθόδοξων στη Μ. Ανατολή – Γραπτή Ερώτηση για τη βομβιστική επίθεση στην Ιορδανία
Ο Έλληνας ευρωβουλευτής μίλησε για την προατασία των ελληνορθόδοξων και καθε θρησκευτικής και εθνικής κοινότητας στη Μέση Ανατολή μετά τη χθεσινή βομβιστική επίθεση στην Ιορδανία.
Γραπτή Ερώτηση προς την Ύπατη Εκπρόσωπο για την Εξωτερική Πολιτική και Αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κάγια Κάλλας κατέθεσε ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ Νικόλας Φαραντούρης για την προατασία των ελληνορθόδοξων και καθε θρησκευτικής και εθνικής κοινότητας στη Μέση Ανατολή μετά τη χθεσινή βομβιστική επίθεση στην Ιορδανία.
⚠️#Ιορδανία – Εγκληματικά απούσα η 🇪🇺 ΕΕ απ’ την προστασία των Ελληνορθόδοξων στη Μ. Ανατολή. Κατέθεσα Γραπτή Ερώτηση προς την Ύπατη Εκπρόσωπο για την Εξωτερική Πολιτική και Αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κάγια Κάλλας μετά τη χθεσινή βομβιστική επίθεση στην Ιορδανία.
❗️Η αιματηρή επίθεση της 23ης Οκτωβρίου 2026 στον ελληνορθόδοξο ναό του Αγίου Γεωργίου, στην περιοχή Καράκ της Ιορδανίας, με νεκρούς και τραυματίες, επαναφέρει με δραματικό τρόπο το ζήτημα της ασφάλειας των χριστιανικών κοινοτήτων στη Μέση Ανατολή.
🚨Οι επιθέσεις κατά χριστιανών και ορθόδοξων κοινοτήτων στην ευρύτερη περιοχή προκαλούν σοβαρή ανησυχία για το μέλλον της ιστορικής τους παρουσίας. Η προστασία τους δεν μπορεί να περιορίζεται σε δηλώσεις καταδίκης και γενικόλογες διακηρύξεις περί θρησκευτικής ελευθερίας από την Επιτροπή. Απαιτείται συνέπεια μεταξύ των ευρωπαϊκών διακηρύξεων και των πολιτικών επιλογών της ΕΕ, ιδίως όταν αναπτύσσονται σχέσεις και συνεργασίες με δυνάμεις ή παράγοντες που συνδέονται με ριζοσπαστικά στοιχεία.
Ζητώ από την Ύπατη Εκπρόσωπο:
α) Συγκεκριμένα διπλωματικά και πολιτικά μέτρα της ΕΕ για την προστασία των χριστιανικών κοινοτήτων και των χώρων λατρείας τους στη Μέση Ανατολή.
β) Να διασφαλίσει ότι οι σχέσεις και οι συνεργασίες της ΕΕ στην περιοχή δεν θα υπονομεύουν τη θρησκευτική ελευθερία και την ασφάλεια των χριστιανών.
γ) Πρωτοβουλίες για τη διατήρηση της ιστορικής χριστιανικής παρουσίας στη Μέση Ανατολή, συμπεριλαμβανομένων των ελληνορθόδοξων κοινοτήτων.
Τον Μάρτιο 2025 επισκέφθηκα τη Συρία εν μέσω των μεγάλων σφαγών χριστιανών και αλαουιτών από το καθεστώς Τζολάνι και είχα καλέσει την ΕΕ και τη διεθνή κοινότητα να παρέμβουν για να αποτρέψουν την αιματοχυσία. Λίγους μήνες μετά, τον Ιούνιο 2025, 25 άνθρωποι σκοτώθηκαν και περισσότεροι από 60 άνθρωποι τραυματίστηκαν από την επίθεση αυτοκτονίας στον ναό του Προφήτη Ηλία στη Δαμασκό.
❗️Η προστασία των χριστιανών στη Μέση Ανατολή όπως και κάθε θρησκευτικής και εθνικής κοινότητας οφείλει να είναι προτεραιότητα της ΕΕ. Δυστυχώς όμως η Ευρώπη είναι εγκληματικά απούσα. Καλώ σε δράση τώρα και ζητώ μέτρα προστασίας κατά των ισλαμιστικών οργανώσεων που δρουν υπό την κάλυψη κυβερνήσεων χωρών της περιοχής.
— Νικόλας Φαραντούρης / Nikolas Farantouris (@NFarantouris) October 24, 2026
Όπως σημειώνει ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ, η αιματηρή επίθεση της 23ης Οκτωβρίου 2026 στον ελληνορθόδοξο ναό του Αγίου Γεωργίου, στην περιοχή Καράκ της Ιορδανίας, με νεκρούς και τραυματίες, επαναφέρει με δραματικό τρόπο το ζήτημα της ασφάλειας των χριστιανικών κοινοτήτων στη Μέση Ανατολή.
«Οι επιθέσεις κατά χριστιανών και ορθόδοξων κοινοτήτων στην ευρύτερη περιοχή προκαλούν σοβαρή ανησυχία για το μέλλον της ιστορικής τους παρουσίας. Η προστασία τους δεν μπορεί να περιορίζεται σε δηλώσεις καταδίκης και γενικόλογες διακηρύξεις περί θρησκευτικής ελευθερίας από την Επιτροπή. Απαιτείται συνέπεια μεταξύ των ευρωπαϊκών διακηρύξεων και των πολιτικών επιλογών της ΕΕ, ιδίως όταν αναπτύσσονται σχέσεις και συνεργασίες με δυνάμεις ή παράγοντες που συνδέονται με ριζοσπαστικά στοιχεία», επισημαίνει ο Νικόλας Φαραντούρης και ζητά από την Ύπατη Εκπρόσωπο:
α) Συγκεκριμένα διπλωματικά και πολιτικά μέτρα της ΕΕ για την προστασία των χριστιανικών κοινοτήτων και των χώρων λατρείας τους στη Μέση Ανατολή.
β) Να διασφαλίσει ότι οι σχέσεις και οι συνεργασίες της ΕΕ στην περιοχή δεν θα υπονομεύουν τη θρησκευτική ελευθερία και την ασφάλεια των χριστιανών.
γ) Πρωτοβουλίες για τη διατήρηση της ιστορικής χριστιανικής παρουσίας στη Μέση Ανατολή, συμπεριλαμβανομένων των ελληνορθόδοξων κοινοτήτων.
Τον Μάρτιο 2025 ο Νικόλας Φαραντούρης είχε επισκευθεί τη Συρία εν μέσω των μεγάλων σφαγών χριστιανών και αλαουιτών από το καθεστώς Τζολάνι και είχε καλέσει την ΕΕ και τη διεθνή κοινότητα να παρέμβουν για να αποτρέψουν την αιματοχυσία. Λίγους μήνες μετά, τον Ιούνιο 2025, 25 άνθρωποι σκοτώθηκαν και περισσότεροι από 60 άνθρωποι τραυματίστηκαν από την επίθεση αυτοκτονίας στον ναό του Προφήτη Ηλία στη Δαμασκό.
«Η προστασία των χριστιανών στη Μέση Ανατολή όπως και κάθε θρησκευτικής και εθνικής κοινότητας οφείλει να είναι προτεραιότητα της ΕΕ. Δυστυχώς όμως η Ευρώπη είναι εγκληματικά απούσα. Καλώ σε δράση τώρα και ζητώ μέτρα προστασίας κατά των ισλαμιστικών οργανώσεων που δρουν υπό την κάλυψη κυβερνήσεων χωρών της περιοχής», καταλήγει ο Νικόλας Φαραντούρης.
GEOPOLITICO
Εγκολφόπουλος: Μας δουλεύει και η Λιβύη! – Σφοδρά πυρά για το τουρκολιβυκό και προειδοποίηση για το καλώδιο
Ο αντιναύαρχος ε.α. Ιωάννης Εγκολφόπουλος εξαπολύει σφοδρή κριτική για τους χειρισμούς της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής μετά την έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από το κοινοβούλιο της ανατολικής Λιβύης.
Με ιδιαίτερα αιχμηρές τοποθετήσεις για τους χειρισμούς της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής απέναντι στην Τουρκία και τη Λιβύη παρενέβη στη «Ναυτεμπορική» ο αντιναύαρχος ε.α. Ιωάννης Εγκολφόπουλος. Στο επίκεντρο βρέθηκε η έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης, με τον απόστρατο αξιωματικό να καταλογίζει καθυστερημένη αντίδραση στην Αθήνα και να υποστηρίζει ότι οι διπλωματικές καταδίκες δεν αρκούν για να ανατρέψουν τετελεσμένα.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών, στις δυνατότητες αντίδρασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην απαίτηση της Άγκυρας για γραπτή ενημέρωση σχετικά με τις εργασίες του υποθαλάσσιου καλωδίου. Παράλληλα, μίλησε με υπερηφάνεια για τη φρεγάτα «Κίμων», που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη ενόψει της εθνικής επετείου της 28ης Οκτωβρίου.
«Οι δηλώσεις δεν αλλάζουν το αποτέλεσμα – Οι κυρώσεις το αλλάζουν»
Η απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης, στις 20 Οκτωβρίου 2026, να εγκρίνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 αποτέλεσε το βασικό αντικείμενο της παρέμβασης. Πρόκειται για ανατροπή της προηγούμενης στάσης του κοινοβουλίου της Βεγγάζης, το οποίο επί χρόνια δεν είχε αποδεχθεί τη συγκεκριμένη συμφωνία. Η ελληνική κυβέρνηση απέρριψε την απόφαση, επαναλαμβάνοντας ότι το μνημόνιο είναι παράνομο και άκυρο.
Ο Ιωάννης Εγκολφόπουλος υποστήριξε ότι υπήρχαν σαφείς προειδοποιήσεις για την αλλαγή στάσης της ανατολικής Λιβύης, τις οποίες η Αθήνα όφειλε να είχε αξιολογήσει εγκαίρως.
Αναφέρθηκε στην αλλαγή της προεδρίας του λιβυκού κοινοβουλίου, σημειώνοντας ότι ο προηγούμενος πρόεδρος διατηρούσε ορισμένες ισορροπίες, ενώ ο διάδοχός του, κατά την εκτίμησή του, ακολουθεί σαφώς φιλοτουρκική γραμμή.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην Ντόρα Μπακογιάννη, επισημαίνοντας ότι είχε προειδοποιήσει για τις εξελίξεις, καθώς και στις επαφές που, σύμφωνα με όσα ανέφερε, είχαν πραγματοποιήσει η αιγυπτιακή και η ισραηλινή πλευρά με την ηγεσία Χαφτάρ.
«Και εμείς, συγχωρείτε, τον ύπνο του δικαίου», σχολίασε χαρακτηριστικά.
Ο αντιναύαρχος αναγνώρισε ότι η ελληνική διπλωματία έχει πραγματοποιήσει σημαντικές κινήσεις, μεταξύ των οποίων και η συμφωνία μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ με την Αίγυπτο. Ωστόσο, επέμεινε ότι η διαχείριση του λιβυκού ζητήματος αναδεικνύει ένα επαναλαμβανόμενο πρόβλημα: η Ελλάδα αντιδρά όταν οι δυσμενείς εξελίξεις έχουν ήδη εκδηλωθεί.
Στο ίδιο πλαίσιο, αμφισβήτησε την αποτελεσματικότητα των ανακοινώσεων υποστήριξης από τους Ευρωπαίους εταίρους.
«Οι δηλώσεις δεν αλλάζουν το αποτέλεσμα. Τι αλλάζει το αποτέλεσμα; Οι κυρώσεις», υπογράμμισε.
Κατά την άποψή του, η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να προχωρήσει πέρα από τις λεκτικές καταδίκες, εξετάζοντας συγκεκριμένα μέτρα απέναντι σε ενέργειες που παραβιάζουν τα κυριαρχικά δικαιώματα κρατών-μελών.
Ερωτήματα για τη στάση των ΗΠΑ μετά την επίσκεψη Ρούμπιο
Ο Ιωάννης Εγκολφόπουλος στάθηκε ιδιαίτερα στην τοποθέτηση του αμερικανικού Στέιτ Ντιπάρτμεντ, το οποίο κάλεσε τις εμπλεκόμενες πλευρές να επιλύσουν τις διαφορές τους μέσω διαπραγματεύσεων.
Ο απόστρατος αξιωματικός υποστήριξε ότι η διατύπωση της Ουάσιγκτον ήταν αισθητά πιο συγκρατημένη από προηγούμενες αμερικανικές παρεμβάσεις.
«Η δήλωση του State Department δημιουργεί τεράστια ερωτηματικά», ανέφερε, συνδέοντας χρονικά την τοποθέτηση με την πρόσφατη επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Ελλάδα.
Υπενθύμισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν καταδικάσει προηγουμένως το τουρκολιβυκό μνημόνιο και εξέφρασε προβληματισμό για τη μετατόπιση του τόνου προς την ανάγκη συνεννόησης των δύο πλευρών.
Παράλληλα, αναφέρθηκε σε σειρά άλλων εξελίξεων που, κατά την εκτίμησή του, πρέπει να αξιολογηθούν συνολικά, όπως οι πληροφορίες για έρευνες σχετικά με οικονομικές συναλλαγές ελληνικών επιχειρήσεων με το Ιράν.
Δεν παρουσίασε τις χρονικές αυτές συμπτώσεις ως αποδεδειγμένη αιτιώδη σχέση, αλλά ως ενδείξεις που θεωρεί ότι απαιτούν προσεκτικότερη διπλωματική ανάλυση.
«Κάθε φορά τρέχουμε πίσω από το πρόβλημα»
Από τα πιο έντονα σημεία της παρέμβασης ήταν η κριτική για την ελληνική παρουσία και πληροφόρηση στη Λιβύη.
Ο αντιναύαρχος εξέφρασε την απορία του πώς ήταν δυνατόν άλλες χώρες να έχουν αντιληφθεί την επικείμενη μεταβολή των λιβυκών συσχετισμών, ενώ η Ελλάδα εμφανίστηκε να αιφνιδιάζεται.
Αναφέρθηκε στις επαφές της ελληνικής διπλωματίας με τη Λιβύη, στις συζητήσεις για την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών και στη συνεργασία μεταξύ ελληνικών και λιβυκών λιμενικών αρχών.
Μάλιστα, επικαλέστηκε προσωπική εμπειρία από συνάντηση Λίβυων αξιωματικών με στελέχη του ελληνικού Λιμενικού στον Πειραιά, για να επισημάνει ότι η Αθήνα επενδύει σε σχέσεις συνεργασίας χωρίς πάντοτε να εξασφαλίζει το επιθυμητό πολιτικό αποτέλεσμα.
«Κάθε φορά τρέχουμε πίσω από το πρόβλημα. Αυτό είναι το τραγικό», τόνισε.
Κατά την εκτίμησή του, η Ελλάδα χρειάζεται αποτελεσματικότερους μηχανισμούς έγκαιρης ενημέρωσης για τις πολιτικές διεργασίες που πραγματοποιούνται τόσο στη Λιβύη όσο και στα μεγάλα διεθνή κέντρα αποφάσεων.
Η Αίγυπτος και οι νέοι συσχετισμοί στην Ανατολική Μεσόγειο
Ο Ιωάννης Εγκολφόπουλος αναφέρθηκε επίσης στη στάση της Αιγύπτου, η οποία έχει άμεσο ενδιαφέρον για τις εξελίξεις γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Η Αίγυπτος και η Ελλάδα έχουν υπογράψει από το 2020 συμφωνία μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ, ενώ το Κάιρο αντιτίθεται στις τουρκολιβυκές διεκδικήσεις.
Ο αντιναύαρχος υποστήριξε ότι το αιγυπτιακό υπουργείο Εξωτερικών διαθέτει ισχυρή διαπραγματευτική παράδοση και δεν πρέπει να υποτιμάται η αυτονομία των επιλογών του.
Αναφορικά με το ενδεχόμενο επανέναρξης συνομιλιών Ελλάδας και Αιγύπτου για την επέκταση της οριοθέτησης, εμφανίστηκε επιφυλακτικός.
«Ας κρατήσουμε μικρό καλάθι», σημείωσε.
Παράλληλα, εξέφρασε την εκτίμηση ότι η Τουρκία επιχειρεί να διευρύνει τις διεκδικήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο, δημιουργώντας τριβές όχι μόνο με την Ελλάδα και την Κύπρο αλλά και με το Ισραήλ και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η προειδοποίηση για το καλώδιο: «Η NAVTEX είναι ήδη επίσημη ενημέρωση»
Ξεχωριστό κεφάλαιο της συζήτησης αποτέλεσε το έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου και η απαίτηση της Τουρκίας να λαμβάνει γραπτή ενημέρωση για τις σχετικές εργασίες.
Ο Ιωάννης Εγκολφόπουλος επέμεινε στη διάκριση μεταξύ της προβλεπόμενης ναυτιλιακής ενημέρωσης και οποιασδήποτε πρόσθετης διαδικασίας που θα μπορούσε να εκληφθεί ως αναγνώριση τουρκικής αρμοδιότητας.
Επικαλέστηκε τη λειτουργία των NAVTEX, εξηγώντας ότι αποτελούν επίσημες αναγγελίες προς τη ναυτιλία σχετικά με δραστηριότητες σε συγκεκριμένες θαλάσσιες περιοχές.
«Όταν βγάζεις NAVTEX, ακριβώς είναι ό,τι πιο επίσημο έγγραφο που ενημερώνεις τους πάντες», ανέφερε.
Στη συνέχεια έθεσε το ερώτημα γιατί θα έπρεπε να υπάρξει επιπλέον ενημέρωση προς την Τουρκία, εφόσον έχει ήδη εκδοθεί η προβλεπόμενη αναγγελία.
Ο αντιναύαρχος χαρακτήρισε εξαιρετικά προβληματικό το ενδεχόμενο ιδιαίτερης ενημέρωσης πέραν της NAVTEX, θεωρώντας ότι μια τέτοια κίνηση θα δημιουργούσε επικίνδυνες πολιτικές εντυπώσεις.
Πρόκειται για προειδοποίηση επί υποθετικού ενδεχομένου και όχι για ισχυρισμό ότι έχει αποδεδειγμένα αποσταλεί τέτοιο έγγραφο.
Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης έχει δημοσίως αποσαφηνίσει ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να ζητήσει άδεια από την Τουρκία για το έργο.
Η φρεγάτα «Κίμων»: «Τα πλοία ανήκουν στον λαό που τα πλήρωσε»
Παρά την έντονη κριτική για τις διπλωματικές εξελίξεις, ο Ιωάννης Εγκολφόπουλος ξεκίνησε την παρουσία του με μια διαφορετική εικόνα: την άφιξη της φρεγάτας «Κίμων» στη Θεσσαλονίκη.
Χαρακτήρισε ιδιαίτερα σημαντική την παρουσία του σύγχρονου πολεμικού πλοίου στην πόλη ενόψει της 28ης Οκτωβρίου, καλώντας τους πολίτες να το επισκεφθούν.
«Τα πλοία αυτά δεν ανήκουν ούτε στους αξιωματικούς. Ανήκουν στον λαό. Ο λαός πλήρωσε για να τα πάρουμε», ανέφερε.
Ο αντιναύαρχος τόνισε ότι οι πολίτες πρέπει να γνωρίζουν τον εξοπλισμό που αποκτά το Πολεμικό Ναυτικό και τις δυνατότητες που προσφέρουν οι νέες μονάδες επιφανείας.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη συμβολή των στελεχών του Πολεμικού Ναυτικού στη διαμόρφωση των επιχειρησιακών απαιτήσεων των φρεγατών.
Υποστήριξε ότι η ελληνική εμπειρία συνέβαλε στην εξέλιξη της σχεδίασης, την οποία χαρακτήρισε βελτιωμένη σε σχέση με την αρχική γαλλική εκδοχή. Ισχυρίστηκε ακόμη ότι οι ελληνικές τροποποιήσεις επηρέασαν θετικά τη διεθνή ανταγωνιστικότητα του συγκεκριμένου τύπου πλοίου, κάνοντας αναφορά στη Σουηδία.
Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί αποτελούν τοποθετήσεις του αντιναυάρχου και χρειάζονται αυτοτελή τεχνική επιβεβαίωση.
«Η κριτική δεν σημαίνει έλλειψη πατριωτισμού»
Προς το τέλος της παρέμβασής του, ο αντιναύαρχος εξέφρασε την ενόχλησή του για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται, κατά την άποψή του, όσοι ασκούν αυστηρή κριτική στους χειρισμούς της εξωτερικής πολιτικής.
Υποστήριξε ότι ο χαρακτηρισμός τέτοιων παρεμβάσεων ως «ακραίων» αποπροσανατολίζει από την ουσία των προβλημάτων.
Αναφέρθηκε στη στρατιωτική εμπειρία και στην ανάγκη να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη οι επισημάνσεις ανθρώπων που έχουν υπηρετήσει επί δεκαετίες στις Ένοπλες Δυνάμεις.
Παράλληλα, άσκησε κριτική σε δημόσιες τοποθετήσεις που, σύμφωνα με τον ίδιο, παρουσιάζουν υπερβολικά θετικά την Τουρκία, χαρακτηρίζοντας ορισμένους εκφραστές τους «παπαγαλάκια της τουρκικής προπαγάνδας».
Έφερε επίσης ως παράδειγμα την κρίση του Αυγούστου 2020, αναφερόμενος στο περιστατικό μεταξύ ελληνικής και τουρκικής φρεγάτας, προκειμένου να υπογραμμίσει τη σημασία της αποφασιστικότητας σε στιγμές έντασης.
Κλείνοντας, εξέφρασε τη δυσφορία του για την αντίθεση ανάμεσα στη στρατιωτική ενίσχυση της χώρας και στις διπλωματικές εξελίξεις που θεωρεί δυσμενείς.
Με μια χαρακτηριστική λαϊκή παρομοίωση, περιέγραψε την κατάσταση ως μια προσπάθεια στην οποία, ενώ προηγούνται σημαντικά επιτεύγματα, ένα σφάλμα αρκεί για να ακυρώσει το αποτέλεσμα.
Η συζήτηση ολοκληρώθηκε με την προαναγγελία νέας παρέμβασης, στην οποία αναμένεται να παρουσιαστεί σύγκριση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της Τουρκίας με εκείνες άλλων περιφερειακών δυνάμεων, με ιδιαίτερη αναφορά στην Αίγυπτο.
GEOPOLITICO
Ο κρίσιμος ρόλος Εθνοφυλακής και Εφεδρείας στην αποτρεπτική ισχύ της Ελλάδας
Ο ταξίαρχος Γρηγόρης Ζαχαρόπουλος, επικεφαλής της Διεύθυνσης Επιστράτευσης και Εθνοφυλακής του Γενικού Επιτελείου Στρατού, μιλά για τον καθοριστικό ρόλο της Εφεδρείας και της Εθνοφυλακής στην εθνική αμυντική στρατηγική. Παράλληλα, εξηγεί τη διαδικασία της επιστράτευσης και αναδεικνύει τη σημασία της επιχειρησιακής ετοιμότητας και του εκσυγχρονισμού του ανθρώπινου δυναμικού των Ενόπλων Δυνάμεων.
Σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων και αυξημένων προκλήσεων για την ασφάλεια, η αμυντική θωράκιση της Ελλάδας δεν περιορίζεται αποκλειστικά στις δυνατότητες του ενεργού στρατεύματος. Η Εθνοφυλακή και η Εφεδρεία αποτελούν αναπόσπαστους πυλώνες του αμυντικού σχεδιασμού, ενισχύοντας την ικανότητα της χώρας να ανταποκριθεί σε ενδεχόμενες απειλές.
Τον ρόλο αυτών των δύο κρίσιμων συνιστωσών της εθνικής άμυνας παρουσιάζει ο δημοσιογράφος Χρήστος Μαζάνης, ο οποίος επισκέφθηκε με την κάμερα του Zougla.gr τη Διεύθυνση Α4 – Επιστράτευσης και Εθνοφυλακής του Γενικού Επιτελείου Στρατού.
Εκεί συνομίλησε με τον επικεφαλής της Διεύθυνσης, ταξίαρχο Γρηγόρη Ζαχαρόπουλο, ο οποίος αναφέρθηκε στην αποστολή της υπηρεσίας, στη συμβολή των εφέδρων και των εθνοφυλάκων, καθώς και στη διαδικασία επιστράτευσης.
Εθνοφυλακή και Εφεδρεία: Πολλαπλασιαστές ισχύος για τις Ένοπλες Δυνάμεις
Η αποτρεπτική ικανότητα της χώρας συνδέεται άμεσα με τη δυνατότητα αποτελεσματικής αξιοποίησης του διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού σε περίπτωση κρίσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Εφεδρεία και η Εθνοφυλακή λειτουργούν συμπληρωματικά προς τις ενεργές στρατιωτικές μονάδες, αποτελώντας σημαντικό παράγοντα ενίσχυσης της συνολικής αμυντικής ισχύος.
Η εκπαίδευση, η διατήρηση της ετοιμότητας και η προσαρμογή στις σύγχρονες επιχειρησιακές απαιτήσεις βρίσκονται στο επίκεντρο της συζήτησης για την αποτελεσματικότητα αυτών των δυνάμεων.
Η σημασία τους αποκτά ιδιαίτερο βάρος σε ένα περιβάλλον όπου οι στρατιωτικές προκλήσεις μεταβάλλονται συνεχώς και η δυνατότητα ταχείας κινητοποίησης αποτελεί ουσιώδη παράμετρο της εθνικής ασφάλειας.
Τι προβλέπει η διαδικασία επιστράτευσης
Ξεχωριστό μέρος της συνέντευξης αφιερώνεται στη διαδικασία της επιστράτευσης, έναν από τους βασικούς μηχανισμούς ενίσχυσης των Ενόπλων Δυνάμεων όταν το απαιτούν οι συνθήκες.
Ο ταξίαρχος Γρηγόρης Ζαχαρόπουλος παρουσιάζει τον ρόλο της Διεύθυνσης Α4 του Γενικού Επιτελείου Στρατού και αναφέρεται στη σημασία της οργανωμένης προετοιμασίας.
Η επιστράτευση αποτελεί μέρος του συνολικού αμυντικού σχεδιασμού και συνδέεται με την ανάγκη ενίσχυσης της στελέχωσης και της επιχειρησιακής δυνατότητας των στρατιωτικών σχηματισμών σε περιόδους αυξημένων απαιτήσεων.
Η επιχειρησιακή ετοιμότητα στο επίκεντρο
Η συνέντευξη αναδεικνύει επίσης την ανάγκη συνεχούς εκσυγχρονισμού και επιχειρησιακής προετοιμασίας της Εφεδρείας και της Εθνοφυλακής.
Η αποτελεσματική ενσωμάτωση του ανθρώπινου δυναμικού στον συνολικό στρατιωτικό σχεδιασμό αποτελεί βασικό στοιχείο για τη διατήρηση μιας αξιόπιστης αποτρεπτικής ικανότητας.
Σε μια εποχή όπου η στρατιωτική ισχύς δεν καθορίζεται μόνο από τα οπλικά συστήματα, αλλά και από την επάρκεια, την εκπαίδευση και την ετοιμότητα του προσωπικού, η αξιοποίηση εφέδρων και εθνοφυλάκων αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η παρουσίαση της Διεύθυνσης Α4 και η συνέντευξη του ταξιάρχου Γρηγόρη Ζαχαρόπουλου φωτίζουν έναν τομέα της εθνικής άμυνας που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην υποστήριξη και ενίσχυση του ενεργού στρατεύματος.
Δείτε την εκπομπή του Χρήστου Μαζάνη στο Zougla.gr WebTV.
Επιμέλεια – Παρουσίαση: Χρήστος Μαζάνης
Κάμερα: Νίκος Χριστοφάκης – Δανάη Μαραγκού
Παραγωγή: Zougla.gr WebTV 2026
Δείτε την εκπομπή:
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΙνδός στρατηγός προειδοποιεί τον Ερντογάν: «Θα κάνουμε κομμάτια κάθε τουρκική αρμάδα που θα σπεύσει να βοηθήσει το Πακιστάν»
-
GEOPOLITICO2 μήνες πρινΣύμβαση ΟΗΕ της Βαρκελώνης: “Άγκυρα, έχεις υπογράψει”! “Αθήνα για ποιον λόγο σιωπάς”;