Γενικά θέματα
Θα βάλει λουκέτο στον Σκαραμαγκά ο κ. Άκιο Ίτο;
Ηταν στις αρχές του 1944 όταν οι βόμβες από την ανηλεή επίθεση των συμμαχικών δυνάμεων έσκιζαν τον αττικό ουρανό, βάζοντας ταυτόχρονα τέλος στην, τότε, σύντομη (επτάχρονη, για την ακρίβεια) ιστορία του πρώτου ναυπηγείου της Ελλάδας.
Οπως και ολόκληρη η χώρα, ο Σκαραμαγκάς σηκώθηκε αργά-αργά από τα συντρίμμια του πολέμου, αλλά είναι το φθινόπωρο του 2009 όταν οι Γερμανοί πλέον ιδιοκτήτες του παίζουν τη μεγάλη ζαριά που είτε θα φέρει έναν επώδυνο για το Ελληνικό Δημόσιο συμβιβασμό, είτε θα τερματίσει άδοξα την 72χρονη ιστορία των Ελληνικών Ναυπηγείων.
Το 1937, όταν η Ευρώπη σκιαζόταν ήδη από τα σύννεφα του πολέμου που είχαν μαυρίσει τους ουρανούς από την επέλαση του ναζισμού στη μεγαλύτερη χώρα της Γηραιάς Ηπείρου, η κυβέρνηση Μεταξά επέλεγε την περιοχή του Σκαραμαγκά για να αναθέσει στο Πολεμικό Ναυτικό τη δημιουργία ενός ναυπηγείου.
Το πρώτο πρόγραμμα που είχε σχεδιαστεί αφορούσε τη ναυπήγηση 12 αντιτορπιλικών και μερικών υποβρυχίων. Τα δύο πρώτα αντιτορπιλικά, το «Βασιλεύς Γεώργιος» και το «Βασίλισσα Ολγα», μαζί με τα πακέτα των υλικών για τα επόμενα δύο, τα «Βασιλεύς Κωνσταντίνος» και «Βασίλισσα Σοφία», είχαν παραγγελθεί στην Αγγλία και έφταναν στη χώρα μας λίγο προτού οι φλόγες του πολέμου την αγγίξουν. Με την κατάληψη της χώρας από τα ναζιστικά στρατεύματα, η υλοποίηση του προγράμματος διακόπηκε.
Η εποχή Νιάρχου
Εκείνα τα χρόνια, ένας 35χρονος Αθηναίος επιχειρηματίας με καταγωγή από τη Σπάρτη μίσθωνε στις συμμαχικές δυνάμεις ένα από τα έξι φορτηγά πλοία του που μετέφεραν το εισαγόμενο από την Αργεντινή και την τότε Σοβιετική Ενωση στάρι για τους οικογενειακούς αλευρόμυλους. Ο Σταύρος Νιάρχος συμμετείχε, μάλιστα, στις συμμαχικές επιχειρήσεις στη Νορμανδία, λαμβάνοντας μάλιστα και μεγάλες τιμητικές διακρίσεις, όπως ο Μεγαλόσταυρος του Τάγματος του Φοίνικα, του Ταξιάρχη του Τάγματος, του Γεωργίου του Α΄ και του Ταξιάρχη του Τάγματος των Αγίων Γεωργίου και Κωνσταντίνου. Το πλοίο που είχε εκμισθωθεί στους Συμμάχους καταστράφηκε και ο Νιάρχος χρησιμοποίησε τα χρήματα που προήλθαν από την ασφάλεια ως κεφάλαιο για να επεκτείνει τον στόλο του, αγοράζοντας, κυρίως, δεξαμενόπλοια.
Η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή προς το τέλος της δεκαετίας του ’50 επιχειρεί να δημιουργήσει στην Ελλάδα βαριές βιομηχανικές υποδομές, για να βρεθούν δουλειές κυρίως για τους πολίτες που είχαν εγκαταλείψει τις εστίες τους μετά τον Εμφύλιο. Ο Νιάρχος, το 1957, εξαγοράζει την έκταση του Σκαραμαγκά για να δημιουργήσει σταδιακά και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’70 τη μεγαλύτερη ναυπηγική μονάδα της Ανατολικής Μεσογείου.
Ο Σκαραμαγκάς στην ακμή του απασχολούσε 6.000 εργαζόμενους και επισκεύαζε ταυτόχρονα 18 πλοία με τονάζ έως μισό εκατομμύριο τόνους στις πλωτές και μόνιμες δεξαμενές του. Σταδιακά δε, απέκτησε την κατάλληλη τεχνογνωσία για εμπορικά πλοία, κανονιοφόρους, πυραυλάκατους, υποβρύχια, σιδηροδρομικό υλικό, εξέδρες για άντληση πετρελαίου, ακόμη και λέβητες για σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Οι Πακιστανοί της χούντας και οι Εξοσέτ του Ντ’ Εστέν
Τα χρόνια της Δικτατορίας, οι καθελκύσεις πλοίων γίνονται κάθε 40-60 ημέρες, ενώ σε μία περίοδο κατά την οποία η έννοια «εργασιακά δικαιώματα» ήταν κάτι το άγνωστο, στο ναυπηγείο φτάνουν και απασχολούνται εκατοντάδες εργαζόμενοι από το Πακιστάν στο πλαίσιο διακρατικής συμφωνίας.
Στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης μπαίνει για τα καλά στο διεθνές αμυντικό παιχνίδι καθώς η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή εξασφαλίζει την άδεια από τη γαλλική κυβέρνηση επί προεδρίας Ζισκάρ Ντ’ Εστέν για τη ναυπήγηση των πυραυλάκατων τύπου Κομπατάντ, εξοπλισμένων με πυραύλους Εξοσέτ, οι οποίοι φάνταζαν τότε ως ένα ιδανικό όπλο για τις ελληνικές θάλασσες, σε καιρούς σχεδόν ψυχροπολεμικών σχέσεων με την Τουρκία.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου και η κρατικοποίηση υπό την ΕΤΒΑ
Αλλά τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά δεν θα μπορούσαν να αποφύγουν τις συνέπειες της ναυτιλιακής κρίσης, οι οποίες παίρνουν δραματικές διαστάσεις στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Τα πλοία αράζουν από το Πέραμα μέχρι τον Ισθμό και οι 4.000, τότε, εργαζόμενοι είναι πλέον πολυτέλεια για μια μονάδα που δεν έχει να δουλέψει. Η διοίκηση του ναυπηγείου ζητεί από την πρώτη κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου μείωση του προσωπικού, αλλά τελικά προκρίνεται, όπως και με τα Ναυπηγεία Ελευσίνας και Σύρου, η κρατικοποίηση της μονάδας υπό την τότε τράπεζα ΕΤΒΑ.
Η συμφωνία πώλησης στην ΕΤΒΑ κλείνει το 1985 και μεταβιβάζονται με 15 εκατ. δολάρια οι εγκαταστάσεις, τα χρέη και οι εργαζόμενοι της εταιρείας, καθώς και ένα υπό διαπραγμάτευση συμβόλαιο με ρωσική εταιρεία για ναυπήγηση δύο πλοίων ψυγείων. Ολα αυτά σε μια εποχή όπου οι τράπεζες δανείζουν με 30%, ίσως και παραπάνω, και το ναυπηγείο δεν έχει δραχμή για κεφάλαιο κίνησης…
Η τότε αναπληρώτρια υπουργός Βιομηχανίας κ. Βάσω Παπανδρέου προσπαθεί να εξασφαλίσει συμβόλαια από κρατικούς φορείς. Στον Σκαραμαγκά ανατέθηκε, το 1986, η ναυπήγηση τριών φρεγατών τύπου ΜΕΚΟ, σχεδιασμού της γερμανικής «Blohm & Voss», καθώς και τεσσάρων κανονιοφόρων. Παρά τις αντιρρήσεις των επιτελών του, το Πολεμικό Ναυτικό γίνεται ο πρώτος πελάτης των Ναυπηγείων.
Κλασικό Δημόσιο, με επίδομα γαλοπούλας!
Η καλή πλευρά της εξασφάλισης συμβολαίων από το Δημόσιο συμπορεύεται με μια αρνητική: σταδιακά, τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά μετατρέπονται… σε κλασικό Ελληνικό Δημόσιο! Μειωμένη παραγωγικότητα, συνεχείς πιέσεις του πανίσχυρου σωματείου για επιδόματα -στο Ναυπηγείο λάμβαναν κάποτε επίδομα… παρουσίας (!) και επίδομα γαλοπούλας (!!!)-, με αποτέλεσμα σταδιακά η ποιότητα της μονάδας να απαξιώνεται και οι μαύρες τρύπες να μετρώνται πλέον με όρους δισεκατομμυρίων δραχμών.
Εκκαθάριση εν λειτουργία επί Μητσοτάκη
Ετσι, από την κυβέρνηση Μητσοτάκη τίθεται η επιχείρηση σε καθεστώς εκκαθάρισης εν λειτουργία, ενώ με την Ευρωπαϊκή Ενωση συμφωνείται να παραμείνει ο Σκαραμαγκάς υπό κρατικό έλεγχο για λόγους εθνικής ασφάλειας. Ωστόσο, το πρόγραμμα των φρεγατών καθυστερεί δραματικά -η πρώτη παραδίδεται έξι χρόνια μετά την ανάθεση-, σε μια εξέλιξη που επιτείνει τα οικονομικά αδιέξοδα και με τον μετέπειτα ανταγωνιστή των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά και νυν ιδιοκτήτη των Ναυπηγείων Ελευσίνας και Σύρου, Νίκο Ταβουλάρη, να είναι εκείνος που ως εκκαθαριστής τότε αποτρέπει τα συναρμόδια υπουργεία από το να στείλουν προς υλοποίηση στο εξωτερικό τις δύο άλλες φρεγάτες.
Το φιάσκο ΝΑΥΣΙ και η παραίτηση Σημίτη
Η νέα κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου με υπουργό Βιομηχανίας τον Κώστα Σημίτη δρομολογεί την ιδιωτικοποίηση των ναυπηγείων, αλλά το πανίσχυρο τότε συνδικάτο «Τρίαινα», παρόλο που ελέγχεται από το ΠΑΣΟΚ, αντιδρά τόσο έντονα που συνδικαλιστές φτάνουν να πετάξουν έξω από το ναυπηγείο τούς ανθρώπους της σουηδικής «Cocoom’s» που ενδιαφέρονται!
Στις αρχές του 1995 προκηρύσσεται διαγωνισμός για την ιδιωτικοποίηση του ναυπηγείου και τον Μάιο του ίδιου χρόνου, μοναδικός ενδιαφερόμενος εμφανίζεται ο όμιλος Περατικού, ιδιοκτήτης από το 1993 των Ναυπηγείων Ελευσίνας. Το Δημόσιο λέει «όχι» και ο εφοπλιστικός όμιλος εγκαταλείπει και τα Ναυπηγεία Ελευσίνας! Εν συνεχεία εμφανίζεται η ΝΑΥΣΙ, εταιρεία της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης συμφερόντων Καλογερίδη… με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα να θέλει στο πλευρό της ομίλους όπως η νορβηγική MASA, η ισραηλινή ΖΙΜ και τα ναυπηγεία της Ινδονησίας ΙΗΙ. To υπουργείο δημοσιοποιεί το ενδιαφέρον τους, οι όμιλοι όμως το διαψεύδουν και η υπόθεση οδηγεί τότε τον Κώστα Σημίτη σε παραίτηση από το υπουργείο Βιομηχανίας και το εκτελεστικό γραφείο του ΠΑΣΟΚ.
Τα χρέη του Σκαραμαγκά προς το Δημόσιο έχουν φτάσει τα 44 δισ. δραχμές (περίπου 130 εκατ. ευρώ), ενώ η Κομισιόν αρχίζει να πιέζει ζητώντας, είτε το κλείσιμο του εμπορικού τομέα, ώστε η μονάδα να λειτουργεί αποκλειστικά ως πολεμικό ναυπηγείο του Δημοσίου, είτε να ιδιωτικοποιηθεί. Η λύση που βρίσκεται είναι η πώληση του 48% των μετοχών στους εργαζόμενους. Οι Βρυξέλλες τη δέχονται με μεγάλη απροθυμία, ζητώντας, μεταξύ άλλων, ιδιωτικό μάνατζμεντ. Η βρετανική «Brown and Root» αναλαμβάνει, αλλά οι συγκρούσεις με τους εργαζόμενους δεν έχουν τέλος και οι Βρετανοί εγκαταλείπουν το ναυπηγείο το 1998.
Ο Σκαραμαγκάς, στη συνέχεια, μπαίνει μέσα άλλα 14 δισ. δραχμές από τη ναυπήγηση δύο επιβατηγών πλοίων του ομίλου Στρίντζη, ενώ με την υποστήριξη των εργαζομένων, ακριβώς πριν από 10 χρόνια, προσλαμβάνεται, επί θητείας του Ευάγγελου Βενιζέλου στο υπουργείο Βιομηχανίας, ως μάνατζερ ο Σωτήρης Εμμανουήλ, με προίκα «ισχυρές διασυνδέσεις» στις ΗΠΑ, οι οποίες πάντως δεν μετουσιώθηκαν ποτέ σε δουλειές για το ναυπηγείο.
Το 2000, στο τέλος της πρώτης τετραετίας Σημίτη, με συσσωρευμένες ζημιές άνω των 50 δισ. δραχμών, ανατίθεται στον Σκαραμαγκά η κατασκευή τριών υποβρυχίων κλάσης 214 σχεδιασμού της γερμανικής HDW, που θεωρούνται παγκοσμίως τα πλέον σύγχρονα υποβρύχια συμβατικής τεχνολογίας.
Οι Γερμανοί, ο Τσοχατζόπουλος και ο καυτός φάκελος στις Βρυξέλλες
Παράλληλα, προκηρύσσεται διαγωνισμός για την ιδιωτικοποίηση και τον Ιούνιο του 2001, με υπουργό Ανάπτυξης τον Νίκο Χριστοδουλάκη, καταθέτουν δεσμευτικές προσφορές η HDW και τα Ναυπηγεία Ελευσίνας. Επειτα από πολύμηνη αξιολόγηση και διαπραγμάτευση ενός έτους, το ναυπηγείο πωλείται το 2002 αντί 2,5 δισ. δραχμών (7 εκατ. ευρώ) στη γερμανική HDW, η οποία δεσμεύεται να καταβάλει και 16 δισ. δραχμές για αύξηση μετοχικού κεφαλαίου. Οι Γερμανοί έχουν πάρει επί υπουργίας Ακη Τσοχατζόπουλου τις πέντε φρεγάτες και, ταυτόχρονα, παίρνουν -με όπλο και την αποκλειστικότητα της τεχνογνωσίας στην κατασκευή τους- το ναυπηγείο με προίκα τις συμβάσεις με το Πολεμικό Ναυτικό, τον ΟΣΕ και τον ΗΣΑΠ για σιδηροδρομικό υλικό. Αλλά και με έναν… καυτό φάκελο που βρίσκεται στις Βρυξέλλες, έπειτα από προσφυγή των Ναυπηγείων Ελευσίνας για τους όρους διενέργειας του διαγωνισμού και για τις έμμεσες κρατικές επιδοτήσεις που λάμβανε όλο αυτό το διάστημα ο Σκαραμαγκάς.
Πρόστιμα 230 εκατ. ευρώ, ζημιές 300 εκατ. ευρώ
Μέσω της HDW, τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά περνούν πλέον στην ThyssenKrupp, έναν πραγματικό βιομηχανικό κολοσσό που εκτός από ένα σωρό εκκρεμότητες γύρω από τις συμβάσεις βρίσκει μπροστά του και το τεράστιο πρόστιμο των 230 εκατ. ευρώ (έχει υπερδιπλασιαστεί με τις προσαυξήσεις), το οποίο στο μεταξύ έχει επιβάλει η Κομισιόν για τις παράνομες κρατικές επιδοτήσεις, ενώ οι ζημιές από τη λειτουργία της μονάδας φτάνουν πλέον τα 300 εκατ. ευρώ.
Η έλευση του νέου Γερμανοϊάπωνα διευθύνοντος συμβούλου κ. Ακιο Ιτο, τον Μάρτιο, στη θέση του κ. Κούλμαν δείχνει ότι επίκεινται εξελίξεις. Η ThyssenKrupp, που μεσούσης της κρίσης βρίσκεται σε φάση αναδιάρθρωσης, όχι μόνο καταγγέλλει τις συμβάσεις του 2000 και του 2002 αλλά και περνά σε όλους τους τόνους το κλίμα ότι το εμπορικό κομμάτι θα κλείσει, όπως επιτάσσει η κοινοτική νομοθεσία.
Και στη Διαιτησία, η νέα ελληνική κυβέρνηση… υπό πίεση θα βρει απέναντί της μία αξίωση της τάξης των 520 εκατ. ευρώ, ενώ η ιστορική μονάδα με τους 1.200 εργαζόμενους και τις εκατοντάδες επιχειρήσεις που εξαρτώνται από τη λειτουργία της στην ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Αττικής και της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης να βρίσκονται στον αέρα, πολύ απλά διότι χωρίς συμβάσεις και χωρίς επισκευές, τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά κλείνουν.
Οι εκβιασμοί και τα υποβρύχια που γέρνουν
Χαρακτήρα ωμού εκβιασμού προς την ελληνική πλευρά λαμβάνει η απόφαση της γερμανικής «ThyssenKrupp», ιδιοκτήτριας των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά, να καταγγείλει τις δύο συμβάσεις με το υπουργείο Αμυνας για την προμήθεια 4 υποβρυχίων τύπου 214 και τον εκσυγχρονισμό 2 παλαιότερων υποβρυχίων τύπου 209. Η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να αναιρέσει τις τεράστιες ευθύνες του ελληνικού Πενταγώνου, που με συνεχείς παλινωδίες οδήγησε στα άκρα την υπόθεση των υποβρυχίων που γέρνουν και από μια απλή διαφωνία κατέστη μείζον πρόβλημα στις σχέσεις της Αθήνας με το Βερολίνο.
Τα τέσσερα υποβρύχια τύπου 214 παραγγέλθηκαν από την Ελλάδα στη γερμανική εταιρεία HDW το 2000, αντί συνολικού τιμήματος που προσέγγιζε το ιλιγγιώδες ποσό του 1,7 δισ. ευρώ. Η σύμβαση προέβλεπε ότι η ναυπήγηση του πρωτότυπου σκάφους θα γινόταν στο Κίελο της Γερμανίας (ενώ τα υπόλοιπα τρία συμφωνήθηκε να χτιστούν στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά) και η παράδοσή του στο Πολεμικό Ναυτικό θα γινόταν το αργότερο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2006. Σήμερα, τρία ολόκληρα χρόνια μετά την προγραμματισμένη ημερομηνία, η Ελλάδα δεν έχει παραλάβει ούτε ένα υποβρύχιο, αν και οι φορολογούμενοι έχουν καταβάλει στους Γερμανούς κατασκευαστές περίπου 1,4 δισ. ευρώ.
Με την καταγγελία των συμβάσεων (ναυπήγηση τεσσάρων νέων σκαφών και εκσυγχρονισμός δύο παλαιότερων) ο όμιλος της Thyssen, σημερινός ιδιοκτήτης των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά, αξιώνει από το υπουργείο Αμυνας την καταβολή του συνολικού ποσού των 520 εκατ. ευρώ, τα οποία θα διεκδικήσει από τη διεθνή δικαστική διαιτησία.
Από νωρίς τα προβλήματα
Τα προβλήματα στα πολυδιαφημισμένα σαν αθόρυβα υποβρύχια, εντοπίστηκαν λίγες εβδομάδες πριν από την καθορισμένη παράδοση του πρωτότυπου σκάφους τον Σεπτέμβριο του 2006. Επειτα από εξαντλητικές δοκιμές εν πλω, διαπιστώθηκε ότι ο «Παπανικολής» γέρνει τουλάχιστον 45 μοίρες, μπάζει νερά, δεν είναι αθόρυβος, παρά τον αρχικό σχεδιασμό, και αδυνατεί να στοχεύσει τα εχθρικά πλοία. Οταν η λίστα των βλαβών και των αποκλίσεων από τις συμφωνηθείσες προδιαγραφές διέρρευσε στον Τύπο, οι Γερμανοί κατασκευαστές υπέστησαν σοκ, ενώ η ηγεσία του Πενταγώνου (μόλις λίγους πριν είχε αναλάβει το υπουργείο ο κ. Βαγγέλης Μεϊμαράκης) βρήκε την ευκαιρία να προβάλει ότι δεν θα υποχωρήσει στις πιέσεις των κατασκευαστών όπλων.
Οι Γερμανοί της «ThyssenKrupp» (στο μεταξύ είχε απορροφήσει την HDW), που θεωρούνται οι πιο έμπειροι κατασκευαστές υποβρυχίων παγκοσμίως, στην αρχή δεν παραδέχονταν καν τις βαριές βλάβες στο σκάφος. Λίγες εβδομάδες μετά και ενώ η υπόθεση των υποβρυχίων που γέρνουν έπληττε το κύρος τους διεθνώς, παραδέχτηκαν κάποια από τα προβλήματα και ζητούσαν από το Πολεμικό Ναυτικό να παραλάβει το πρωτότυπο σκάφος, αναλαμβάνοντας απλώς τη δέσμευση για επιδιόρθωση των βλαβών σε διάστημα έξι μηνών.
Το υπουργείο Αμυνας δεν υποχώρησε, αφού στις εξαντλητικές ελληνογερμανικές συνομιλίες για τον προσδιορισμό των «ατελειών» δεν κατέστη δυνατό να αποσαφηνιστεί εάν επρόκειτο για κατασκευαστικά λάθη ή ελαττώματα στη σχεδίαση, οπότε τις «ασθένειες» του «Παπανικολή» θα έχουν «κολλήσει» και τα τρία αδελφάκια του που ναυπηγήθηκαν εξ ολοκλήρου στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά.
Κάπως έτσι φτάσαμε στο καλοκαίρι του 2009, όταν ανώτατη πηγή του υπουργείου Αμυνας αποκάλυψε ότι βρέθηκε συμβιβαστική λύση για την παραλαβή των υποβρυχίων που γέρνουν. Σύμφωνα με την επίσημη διαρροή, το Πολεμικό Ναυτικό θα παραλάμβανε τα τρία από τα τέσσερα σκάφη, το πρωτότυπο θα επέστρεφε στους κατασκευαστές και αντί για τον εκσυγχρονισμό των δύο υποβρυχίων τύπου 209 η γερμανική εταιρεία θα έχτιζε δύο νέα σκάφη χωρίς πρόσθετη χρέωση. Κι ενώ όλοι θεωρούσαν ότι η υπόθεση κλείνει με τρόπο αμοιβαία επωφελή, ξαφνικά την προηγούμενη Δευτέρα οι Γερμανοί ανακοίνωσαν ότι καταγγέλλουν τις δύο συμβάσεις.
Ανώτατος αξιωματούχος του υπουργείου Αμυνας μιλώντας στο «ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ» υποστήριξε ότι η εξέλιξη αποδεικνύει την άκαμπτη στάση της κυβέρνησης, που «δεν υποχώρησε στις πιέσεις των Γερμανών», απέφυγε να αποκαλύψει τι συνέβη και η συμφωνία τελικώς έσπασε, ενώ εγκάλεσε τους Γερμανούς ότι «ζητούν τα επιπλέον χρήματα χωρίς να έχουν παραδώσει τίποτα».
Από την πλευρά των Γερμανών της «ThyssenKrupp» έγινε γνωστό ότι η απόφαση για αναστολή λειτουργίας (δηλαδή κλεισίματος με κίνδυνο να βρεθούν στον δρόμο 1.500 εργαζόμενοι) των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά θα εξαρτηθεί από το αν θα καταβληθούν τα 520 εκατ. ευρώ, αλλά και από τις αποφάσεις της επόμενης κυβέρνησης για τα μελλοντικά εξοπλιστικά προγράμματα.
Με απλά λόγια, οι Γερμανοί ιδιοκτήτες του Σκαραμαγκά, παραβλέποντας ότι είναι αμφίβολο αν τα σκάφη τους είναι αξιόπλοα, εκβιάζουν ότι αν δεν λάβουν τα «οφειλόμενα» και αν δεν ανταμειφθούν με νέους εξοπλισμούς θα βάλουν λουκέτο στα ναυπηγεία. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι από την «Thyssen» που υποστήριζαν ότι ο Σκαραμαγκάς θα πάρει δουλειές από ξένους πελάτες.
Η εκβιαστική συμπεριφορά των Γερμανών σε καμία περίπτωση δεν νομιμοποιεί τους παιδαριώδεις χειρισμούς του υπουργείου Αμυνας. Αντί να υποστηρίζουν ότι «για όλα φταίνε οι Πασόκοι», θα μπορούσαν να κατοχυρώσουν τα συμφέροντα του Ελληνικού Δημοσίου καταγγέλλοντας εκείνοι τη σύμβαση ή κηρύσσοντας έκπτωτους τους κατασκευαστές, αφού θεωρούσαν ότι τα υποβρύχια δεν είναι αξιόπλοα.
ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ
των Σωτήρη Χιωτάκη, Μάκη Πολλάτου
Γενικά θέματα
Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο
Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την Καππαδοκία, τόπους που συνδέονταν βαθιά με τις ρίζες του και το όραμά του να ζήσει ως ασκητής. Τα ίχνη του όμως χάθηκαν μέσα στην απέραντη τουρκική επικράτεια, βυθίζοντας την οικογένειά του στην αγωνία.
Πρόκειται για τον μοναχό Ιωσήφ, κατά κόσμον Νικόλαο Τσιγκόζη, ο οποίος έφυγε στις 23 Ιουλίου από τον Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, χωρίς έκτοτε να έχει επικοινωνήσει με την οικογένειά του.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η απάντηση του ελληνικού Προξενείου στην Κωνσταντινούπολη, σύμφωνα με την οποία ένα άτομο που μοιάζει με τον αγνοούμενο εμφανίστηκε στα γραφεία του στις 25 Ιουλίου, αναζητώντας πληροφορίες για το πώς θα μπορούσε να ταξιδέψει προς τον Πόντο.
Το όνειρο να επιστρέψει στις πατρογονικές εστίες και να ζήσει ως ασκητής
Η απόφαση του 58χρονου να ταξιδέψει στην Τουρκία δεν ήταν, σύμφωνα με τους συγγενείς του, μια παρορμητική ενέργεια. Αντίθετα, αποτελούσε μια βαθιά προσωπική επιθυμία που είχε εκφράσει επανειλημμένα.
Ο μοναχός Ιωσήφ ήθελε να επισκεφθεί τον Πόντο και την Καππαδοκία, περιοχές με τις οποίες συνδεόταν η οικογενειακή του καταγωγή, αλλά και το όραμά του να ακολουθήσει μια πιο απομονωμένη ασκητική ζωή.
«Είχε διακαή πόθο να πάει στον Πόντο. Έλεγε ότι θέλει να γίνει ασκητής», ανέφερε η αδελφή του, Ευαγγελία, στην εκπομπή.
Η ίδια μίλησε και για την πορεία του αδελφού της στον μοναχισμό, εξηγώντας ότι είχε αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής του στη μοναστική κοινότητα.

«Ο αδελφός μου ανήκει στο σχήμα του μοναχισμού. Το 2003 ήταν στο Άγιον Όρος και μετέβη μετά στην Αγία Τριάδα Λαγκαδά. Ακολούθησε τον ηγούμενό του στην Ελασσόνα και έκανε και κουρά. Από Νικόλαος μετονομάστηκε σε Ιωσήφ αλλά το μοναστήρι ορφάνεψε από ηγούμενο και το διάστημα της μετάβασης του σε άλλο μοναστήρι, έμενε μαζί μου στο πατρικό μας», περιέγραψε.
Έτσι, ο 58χρονος βρισκόταν το τελευταίο διάστημα στο οικογενειακό σπίτι στον Νέο Μυλότοπο, περιμένοντας να μεταβεί σε άλλο μοναστήρι. Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε, είχε ήδη αρχίσει να σχεδιάζει το ταξίδι του στην Τουρκία.
Η αναχώρηση στις 23 Ιουλίου και το εισιτήριο για την Τουρκία
Η εξαφάνιση του μοναχού έγινε αντιληπτή την Πέμπτη 23 Ιουλίου, όταν οι συγγενείς του διαπίστωσαν ότι είχε φύγει από το χωριό χωρίς να γνωρίζουν τον προορισμό του.
Η αδελφή του, Ευτυχία, που κατοικεί στη Θεσσαλονίκη, κινητοποιήθηκε άμεσα και ξεκίνησε να τον αναζητά. «Το πρωί της 23ης Ιουλίου, ημέρα Πέμπτη, έφυγε ο αδερφός μου. Πήγα στο χωριό μας το Μυλότοπο στα Γιαννιτσά. Ξεκινήσαμε να τον ψάχνουμε αλλά δεν τον βρίσκαμε πουθενά. Πήγα στην αστυνομία, το δήλωσα αλλά έκανα και τον συνειρμό στο μυαλό μου ότι ανέφερε συνέχεια την Κωνσταντινούπολη και πήγαμε να ψάξουμε στα τρένα. Εκεί ήταν ένα ταξιδιωτικό γραφείο και βρήκαμε ότι ένα εισιτήριο κόπηκε στο όνομά του. Επιβεβαιώσαμε αργότερα ότι ανέβηκε στο λεωφορείο για Τουρκία», ανέφερε.
Η επίσκεψη στο ελληνικό Προξενείο και η αναζήτηση διαδρομής προς την Τραπεζούντα
Οι προσπάθειες των συγγενών οδήγησαν και σε επικοινωνία με το ελληνικό Προξενείο στην Κωνσταντινούπολη.
Σύμφωνα με όσα περιέγραψε η Ευτυχία, ο αδελφός τους που ζει στον Καναδά επικοινώνησε με τις προξενικές Αρχές, αναζητώντας πληροφορίες για τον αγνοούμενο.
«Ο αδελφός μου από τον Καναδά πήρε τηλέφωνο στο προξενείο της Κωνσταντινούπολης. Εγώ είχα ενημερώσει και την αστυνομία και μας είπαν ότι όντως ήρθε ένας κύριος που δεν φορούσε ράσα, με ταξί και έψαχνε πώς να πάει στην Τραπεζούντα», ανέφερε.
Κατά την οικογένεια, οι υπάλληλοι του Προξενείου είδαν το διαβατήριο του άνδρα και του έδωσαν οδηγίες για να μεταβεί στον σταθμό υπεραστικών λεωφορείων, ώστε να συνεχίσει το ταξίδι του. Η πληροφορία αυτή ενίσχυσε την εκτίμηση των συγγενών ότι ο μοναχός είχε φτάσει στην Κωνσταντινούπολη και προσπαθούσε να βρει τρόπο να μετακινηθεί προς τον Πόντο. Ωστόσο, κανείς δεν γνωρίζει αν τελικά επιβιβάστηκε σε άλλο λεωφορείο, ποια διαδρομή ακολούθησε ή αν έφτασε στην Τραπεζούντα.
Η επίσημη απάντηση του Προξενείου
Στην προσπάθεια να συγκεντρώσει περισσότερες πληροφορίες για την εξαφάνιση, η εκπομπή «Φως στο Τούνελ» επικοινώνησε με το ελληνικό Προξενείο στην Κωνσταντινούπολη, το οποίο έδωσε γραπτή απάντηση. Σύμφωνα με όσα ανέφερε το Προξενείο, το μεσημέρι του Σαββάτου 25 Ιουλίου εμφανίστηκε στα γραφεία του ένα άτομο που έμοιαζε με τον αγνοούμενο μοναχό.
Ο άνδρας αναζητούσε πληροφορίες σχετικά με τους τρόπους μετάβασης στην περιοχή του Πόντου.
Στην απάντησή του, το Προξενείο ανέφερε: «Ζητούσε πληροφορίες σχετικά με τρόπους μετάβασής του στην περιοχή του Πόντου. Καθώς επρόκειτο για μη εργάσιμη ημέρα, κατόρθωσε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον αρμόδιο υπάλληλο στον αριθμό έκτακτης ανάγκης της Αρχής, με χρήση κινητού τηλεφώνου που ανήκε, ωστόσο, σε τρίτο πρόσωπο. Αργά το βράδυ της ίδιας μέρας, αδελφός του αγνοούμενου επικοινώνησε για πρώτη φορά μαζί μας».
Η αναφορά στη χρήση κινητού τηλεφώνου τρίτου προσώπου αποτελεί ένα ακόμη στοιχείο που ενδεχομένως θα μπορούσε να βοηθήσει στην αναζήτηση του μοναχού. Παράλληλα, η χρονική ακολουθία των γεγονότων δείχνει ότι η εμφάνιση του άνδρα στο Προξενείο έγινε δύο ημέρες μετά την αναχώρηση του 58χρονου από τα Γιαννιτσά. Πάντως, στην απάντηση του Προξενείου γίνεται λόγος για άτομο που μοιάζει με τον αγνοούμενο και όχι για οριστική ταυτοποίηση του μοναχού Ιωσήφ.
Η ενημέρωση της Interpol και η αγωνία των συγγενών
Η οικογένεια συνεχίζει τις προσπάθειες εντοπισμού του μοναχού, έχοντας απευθυνθεί τόσο στις ελληνικές Αρχές όσο και στις αρμόδιες υπηρεσίες που μπορούν να συνδράμουν στη διασυνοριακή αναζήτηση. «Η Ίντερπολ και το ελληνικό προξενείο στην Τουρκία έχουν ενημερωθεί», ανέφερε η αδελφή του, Ευαγγελία.
Οι συγγενείς θεωρούν ότι οι έρευνες θα πρέπει να επικεντρωθούν κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, στην Τραπεζούντα και στις υπόλοιπες περιοχές του Πόντου, καθώς εκεί σκόπευε να κατευθυνθεί ο 58χρονος. Παράλληλα, δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να προσπάθησε να μεταβεί στην Καππαδοκία, την οποία επίσης επιθυμούσε να επισκεφθεί. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, δεν υπάρχουν επιβεβαιωμένες πληροφορίες για το πού μπορεί να βρίσκεται ή αν έχει εγκατασταθεί σε κάποια μοναστική κοινότητα. Η μεγαλύτερη αγωνία των συγγενών του είναι να μάθουν αν είναι καλά στην υγεία του και αν βρίσκεται σε ασφαλές περιβάλλον.
«Θέλουμε να μάθουμε… Ζει; Είναι καλά;», λένε χαρακτηριστικά.
Τα χαρακτηριστικά του αγνοούμενου μοναχού
Ο μοναχός Ιωσήφ, κατά κόσμον Νικόλαος Τσιγκόζης, είναι 58 ετών και έχει ύψος περίπου 1,64 μέτρα. Έχει μακριά γκρίζα μαλλιά, τα οποία συνήθως πιάνει σε κοτσίδα, γκρίζο μουστάκι, κοντοκουρεμένο μούσι και πράσινα μάτια. Είναι κανονικού σωματικού βάρους. Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, κατά την επίσκεψη του άνδρα που του έμοιαζε στο ελληνικό Προξενείο δεν φορούσε μοναχικά ράσα, στοιχείο που ενδέχεται να δυσχεραίνει την αναγνώρισή του από ανθρώπους που γνωρίζουν μόνο τη μοναχική του εμφάνιση.
Η οικογένεια απευθύνει έκκληση σε όποιον μπορεί να έχει πληροφορίες για τις κινήσεις του στην Τουρκία ή γνωρίζει εάν βρίσκεται σε κάποιο μοναστήρι ή ασκητήριο να επικοινωνήσει με τις αρμόδιες Αρχές. Σχεδόν τρεις μήνες μετά την αναχώρησή του, το βασικό ερώτημα παραμένει αναπάντητο: Κατάφερε ο μοναχός Ιωσήφ να φτάσει στον Πόντο και να πραγματοποιήσει το όνειρό του ή συνέβη κάτι που διέκοψε το ταξίδι του; Για τους δικούς του ανθρώπους, το μόνο που έχει σημασία είναι να υπάρξει ένα σημάδι ζωής και να μάθουν ότι ο 58χρονος είναι ασφαλής.
Γενικά θέματα
Η πετρελαϊκή «μάχη» που ενώνει Τραμπ-Πούτιν και δισεκατομμυριούχους του Κόλπου
Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».
Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».
Η συμφωνία, η οποία δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί και τελεί υπό την αίρεση της έγκρισης της αμερικανικής κυβέρνησης και του Κρεμλίνου, αφορά ένα εκτεταμένο χαρτοφυλάκιο πετρελαιοπηγών, διυλιστηρίων και πρατηρίων καυσίμων της Lukoil σε διάφορες χώρες.
Σύμφωνα με τους «New York Times», στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται κοινοπραξία με επικεφαλής τον Αμερικανό επενδυτή Τοντ Μπόελι, στην οποία συμμετέχουν επίσης επενδυτικοί όμιλοι από τη Μέση Ανατολή. Στην προτεινόμενη συμφωνία συμμετέχει και η αμερικανική κυβέρνηση, μέσω της U.S. International Development Finance Corporation (DFC).
Στο τραπέζι των συνομιλιών Τραμπ-Πούτιν
Οι πολύμηνες διαπραγματεύσεις, σύμφωνα με οκτώ πρόσωπα με γνώση της υπόθεσης που επικαλούνται οι «New York Times», συνδέονται με την ευρύτερη προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να αποκαταστήσει οικονομικούς δεσμούς με τη Ρωσία στο πλαίσιο των συνομιλιών για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.
Το ζήτημα της Lukoil φέρεται να τέθηκε από τον Βλαντιμίρ Πούτιν κατά τη συνάντησή του με τους Αμερικανούς διαπραγματευτές Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ στο Κρεμλίνο, στις 5 Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με πηγή που επικαλείται η αμερικανική εφημερίδα, ο Ρώσος πρόεδρος πρότεινε την προώθηση της συμφωνίας ως ένδειξη ότι η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να συνεργαστούν επιχειρηματικά.
Οι Αμερικανοί διαπραγματευτές φέρεται να απάντησαν ότι θα εργαστούν για την προώθηση της συμφωνίας, τόσο ως ένδειξη «καλής θέλησης» προς το Κρεμλίνο όσο και με στόχο τη μείωση των διεθνών τιμών ενέργειας.
Η ενδεχόμενη συμφωνία παρουσιάζει ιδιαίτερο οικονομικό ενδιαφέρον για τους υποψήφιους αγοραστές. Η έγκρισή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να οδηγήσει στην απελευθέρωση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων από τις αμερικανικές κυρώσεις, αυξάνοντας παράλληλα την αξία τους.
Οι διασυνδέσεις των επενδυτών
Στην κορυφή της κοινοπραξίας βρίσκεται ο Αμερικανός επενδυτής Τοντ Μπόελι, συνιδιοκτήτης των Los Angeles Dodgers και γνωστός υποστηρικτής του Τραμπ. Στο επενδυτικό σχήμα συμμετέχουν επίσης επιχειρηματικοί όμιλοι από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Οι «New York Times» επισημαίνουν ότι ορισμένοι από τους επενδυτές διατηρούν επιχειρηματικές σχέσεις με πρόσωπα που βρίσκονται κοντά στην κυβέρνηση Τραμπ.
Μεταξύ αυτών είναι οι αδελφοί Μουτάζ και Ράμεζ αλ-Χαγιάτ από το Κατάρ, οι οποίοι έχουν συνεργαστεί με τον Τζάρεντ Κούσνερ και την Ιβάνκα Τραμπ για τη χρηματοδότηση επενδυτικού σχεδίου στην Αλβανία.
Στην κοινοπραξία συμμετέχει επίσης επενδυτικό ταμείο με έδρα το Αμπού Ντάμπι, το οποίο ελέγχεται από τον σεΐχη Ταχνούν μπιν Ζαγιέντ Αλ Ναχιάν, σύμβουλο εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Ο ίδιος συνδέεται με επενδύσεις στην World Liberty Financial, την εταιρεία κρυπτονομισμάτων της οικογένειας Τραμπ.
Παράλληλα, επενδυτικό ταμείο που συνδέεται με τον σεΐχη Ταχνούν αποτελεί σημαντικό μέτοχο της εταιρείας private equity που ίδρυσε ο Κούσνερ μετά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο.
Τα ερωτήματα για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων
Οι διασυνδέσεις αυτές έχουν προκαλέσει ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο προσωπικές επιχειρηματικές σχέσεις μπορεί να διασταυρώνονται με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων για μια συμφωνία που συνδέεται με την αμερικανική εξωτερική πολιτική.
Οι «New York Times» αναφέρουν ότι δεν υπάρχει ένδειξη πως ο Γουίτκοφ ή ο Κούσνερ πρόκειται να αποκομίσουν προσωπικό οικονομικό όφελος από τη συμφωνία. Ωστόσο, η υπόθεση έχει εγείρει ζητήματα σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρηματιών και προσώπων του στενού περιβάλλοντος του Τραμπ.
Η Χούι Τσεν, πρώην εισαγγελέας και σύμβουλος σε θέματα οικονομικού εγκλήματος και δεοντολογίας, χαρακτήρισε τις διασυνδέσεις «ανησυχητικές» και έθεσε το ερώτημα κατά πόσο προσωπικά συμφέροντα θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αξιολόγηση των υποψήφιων αγοραστών.
Από την πλευρά του, εκπρόσωπος του Γουίτκοφ απέρριψε οποιοδήποτε ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων, υποστηρίζοντας ότι ο Αμερικανός διαπραγματευτής δεν λαμβάνει μισθό και καλύπτει ο ίδιος τα έξοδα των ταξιδιών του στο πλαίσιο της αποστολής του για λογαριασμό του Τραμπ.
Η κούρσα για τα περιουσιακά στοιχεία της Lukoil
Η Lukoil είχε θέσει προς πώληση τα διεθνή περιουσιακά της στοιχεία μετά την επιβολή αμερικανικών κυρώσεων. Αρκετοί υποψήφιοι αγοραστές είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον, μεταξύ των οποίων και μεγάλοι αμερικανικοί ενεργειακοί όμιλοι.
Τον Ιανουάριο, η επενδυτική εταιρεία Carlyle είχε καταλήξει σε προκαταρκτική συμφωνία για την εξαγορά σημαντικού μέρους του διεθνούς χαρτοφυλακίου της Lukoil. Η συμφωνία, ωστόσο, δεν ολοκληρώθηκε, καθώς απαιτούσε την έγκριση της αμερικανικής κυβέρνησης.
Στη συνέχεια, ο όμιλος υπό τον Μπόελι εμφανίστηκε ως ένας από τους βασικούς διεκδικητές των περιουσιακών στοιχείων.
Η αξία των διεθνών περιουσιακών στοιχείων της Lukoil είχε υπολογιστεί από την ίδια την εταιρεία σε περίπου 20 δισ. δολάρια στις αρχές του έτους. Ωστόσο, οι οικονομικοί όροι της υπό διαπραγμάτευση συμφωνίας δεν έχουν γίνει γνωστοί.
Ο ρόλος της αμερικανικής κυβέρνησης
Η αμερικανική κυβέρνηση συμμετέχει στην προτεινόμενη συμφωνία μέσω της U.S. International Development Finance Corporation, η οποία επενδύει και παρέχει χρηματοδότηση για έργα στο εξωτερικό.
Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε ότι μια ενδεχόμενη συμφωνία για τη Lukoil θα μπορούσε να ενισχύσει την οικονομική ασφάλεια των ΗΠΑ, να εξυπηρετήσει στόχους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και να συμβάλει στη μείωση του ενεργειακού κόστους για τους Αμερικανούς.
Η συμφωνία, ωστόσο, χρειάζεται την έγκριση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, το οποίο είναι αρμόδιο για την εφαρμογή των κυρώσεων κατά της Ρωσίας.
Η ενεργειακή διάσταση
Στο υπό διαπραγμάτευση χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνονται διυλιστήρια της Lukoil στην Ολλανδία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, καθώς και άλλες ενεργειακές υποδομές και πρατήρια καυσίμων σε διάφορες χώρες.
Η ενεργειακή διάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η κυβέρνηση Τραμπ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η αποκατάσταση οικονομικών σχέσεων με τη Ρωσία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κίνητρο για τη Μόσχα ώστε να προχωρήσει σε συμβιβασμούς για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.
Ο Ρώσος οικονομικός απεσταλμένος Κίριλ Ντμίτριεφ έχει επίσης εμπλακεί στη διαδικασία, ενώ, σύμφωνα με τους «New York Times», έχει δηλώσει ότι ο διάλογος ΗΠΑ-Ρωσίας συνεχίζεται σε πολλούς τομείς, μεταξύ των οποίων και η ενέργεια.
Η συμφωνία για τη Lukoil παραμένει, πάντως, ανοικτή και δεν έχει οριστικοποιηθεί. Η τελική απόφαση θα εξαρτηθεί από τις απαιτούμενες εγκρίσεις των αμερικανικών αρχών και της ρωσικής πλευράς.
skpress.gr
Γενικά θέματα
Πώς μια «Ελληνίδα» έγινε το «θεμέλιο» της Εθνικής Πινακοθήκης της Ουγγαρίας
Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.
Πριν λίγο καιρό επισκεφθήκαμε την Εθνική Πινακοθήκη της Ουγγαρίας στη Βουδαπέστη, ένα από τα πλέον σημαντικά μουσεία της χώρας, στο οποίο παρουσιάζεται με μοναδικό τρόπο η εξέλιξη της ουγγρικής εικαστικής τέχνης από τον 11ο αιώνα μέχρι σήμερα. Βρίσκεται στο Βασιλικό Ανάκτορο του Κάστρου της Βούδας και ιδρύθηκε το 1957 με βάση κυρίως τις ουγγρικές συλλογές του Μουσείου Καλών Τεχνών. Η συλλογή της περιλαμβάνει περίπου 110.00 έργα.
Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.
Το έργο του με τίτλο «Ελληνίδα», φιλοτεχνημένο το 1845, θεωρείται εξαιρετικά σημαντικό για τη δημιουργία της συλλογής της Ουγγρικής Εθνικής Πινακοθήκης. Είναι το πρώτο έργο που σηματοδότησε την έναρξη της συστηματικής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής στα εθνικά ιδρύματα. Είναι επίσης το πιο γνωστό και εμβληματικό έργο του ζωγράφου.
Οι διαστάσεις του είναι 77Χ61,5 cm περίπου. Το μοντέλο δεν είναι Ελληνίδα, αλλά η σύζυγος του Marastoni, η Giovanna Bianchi, με καταγωγή από τη Βενετία. Ο ζωγράφος την απεικόνισε με παραδοσιακή (ή φανταστική) ελληνική φορεσιά της εποχής, σύμφωνα με τη μόδα του ρομαντισμού. Η εικόνα συνδυάζει εξωτισμό, ελαφρύ ερωτισμό και ιδανική ομορφιά.
Η ιστορία
Το 1845 η Pest Art Society — η πρώτη καλλιτεχνική εταιρεία στην Ουγγαρία — αγόραζε κάθε χρόνο ένα έργο από την ετήσια έκθεσή της για να το δωρίσει στο Ουγγρικό Εθνικό Μουσείο, το οποίο τότε περιλάμβανε και την πινακοθήκη.
Η «Ελληνίδα» του Marastoni ήταν αυτό που επέλεξαν και δώρισαν τον Νοέμβριο του 1845. Έτσι, καταγράφηκε ως το πρώτο έργο στη συλλογή ζωγραφικής του μουσείου. Το Εθνικό Μουσείο είχε ήδη κάποιες δωρεές, αλλά η συστηματική συλλογή ουγγρικής τέχνης ξεκινάει ουσιαστικά με αυτό το έργο. Η Εθνική Πινακοθήκη κληρονόμησε αυτή τη συλλογή από το Εθνικό Μουσείο.
Η επιλογή του προκάλεσε έντονες συζητήσεις και αποτέλεσε το «πρώτο καλλιτεχνικό σκάνδαλο» της εποχής, λόγω του ερωτισμού που απέπνεε το μοντέλο. Ωστόσο ο πίνακας αυτός ήταν και ιδιαίτερα δημοφιλής, κάτι που ενίσχυσε την εθνική συζήτηση για την τέχνη.
Σήμερα, το έργο παραμένει εμβληματικό και εκτίθεται συχνά ως αφετηρία της συλλογής ζωγραφικής του 19ου αιώνα στην Πινακοθήκη. Συμβολίζει το πώς η ουγγρική τέχνη χτίστηκε με συνεισφορές από ξένους καλλιτέχνες που ενσωματώθηκαν στη χώρα, όπως ο Marastoni.
Η δημιουργία της Πινακοθήκης
Αν κάνετε περίπατο στην οδό Deák Ferenc στο κέντρο της πόλης ίσως αξίζει κάποιες φορές να σηκώσετε το βλέμμα πάνω από τις βιτρίνες των καταστημάτων. Το βλέμμα σας θα συναντήσει όχι μόνο κλασικές προσόψεις, αλλά και αναμνηστικές πλάκες, όπως για παράδειγμα εκείνη στον αριθμό 21, όπου αναγράφεται: «Η Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής – ιδρυθείσα από τον Jakab Marastoni».
Η Πέστη του 19ου αιώνα ήταν μια πραγματικά πολυπολιτισμική πόλη. Γερμανοί, Ούγγροι, Έλληνες, Ιταλοί, Σέρβοι και πολλές άλλες μικρότερες εθνότητες ζούσαν εδώ δίπλα-δίπλα ειρηνικά. Ο καθένας καλλιεργούσε τον δικό του πολιτισμό, αλλά ένα πράγμα τους ένωνε: όλοι ήθελαν να είναι και Ούγγροι και επιδίωκαν να υπηρετήσουν τον ουγγρικό πολιτισμό με τις δραστηριότητές τους.
Εκείνη την εποχή ο Marastoni υπέβαλε την αίτησή του για την ακαδημία ζωγραφικής στο Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών, όταν ιδρύθηκε εντός του Ουγγρικού Εθνικού Μουσείου ο Σύλλογος Εθνικής Πινακοθήκης, ένα «τμήμα που συνέλεγε αποκλειστικά ουγγρική ζωγραφική».
Όλα αυτά συνέβησαν το 1845 και αυτή η μεγάλη πολιτιστική δραστηριότητα μπορεί να ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι εκείνη τη χρονιά το Εθνικό Μουσείο ήθελε να τιμήσει δεόντως την πεντηκοστή επέτειο της ανάληψης καθηκόντων του αρχιδούκα Ιωσήφ της Αυστρίας.
Ο σύλλογος που έφερε το όνομα του αρχιδούκα εγκρίθηκε τελικά από το Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών τον Σεπτέμβριο του 1845. Η Εθνική Πινακοθήκη του αρχιδούκα Ιωσήφ μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ως το πρώτο εθνικό ίδρυμα που συνέλεγε ουγγρικούς πίνακες.
Η πινακοθήκη δέχθηκε δωρεές έργων τόσο από συλλόγους, όσο και από ιδιώτες, και ανάμεσά τους το σημαντικότερο ήταν το έργο του Jakab Marastoni «H Ελληνίδα», το οποίο δωρήθηκε στην πινακοθήκη τον Νοέμβριο του 1845 από την Καλλιτεχνική Εταιρεία της Πέστης. Έτσι, μπορεί να πει κανείς ότι η ιστορία της μουσειακής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής ξεκίνησε με την «Ελληνίδα».
Αλλά γιατί μια Ελληνίδα; Το σύγχρονο (όχι αρχαίο) ελληνικό θέμα εμφανίστηκε στην ευρωπαϊκή ζωγραφική με την Ελληνική Επανάσταση ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τη δεκαετία του 1820. Φυσικά, οι συμπάθειες του ευρωπαϊκού ρομαντισμού προς τους Έλληνες άσκησαν επιρροή και στην ουγγρική τέχνη.
Οι Έλληνες, και ιδιαίτερα οι Ελληνίδες, αποτελούσαν συχνά θέμα στην ουγγρική ζωγραφική του 19ου αιώνα, και κατά μία έννοια η «Ελληνίδα» κατέληξε να αντιπροσωπεύει ένα εξωτικό θέμα αρωματισμένο με ερωτισμό.
Και αν σήμερα βρίσκουμε την «Ελληνίδα» να αποκαλύπτει ανοιχτά την ομορφιά και τη γοητεία της, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι επρόκειτο για θέμα μόδας. Και όσο κι αν μας γνέφει σαγηνευτικά αυτή η όμορφη γυναίκα, με την ιστορική έννοια το έργο αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα της ουγγρικής μουσειολογίας.
Ο ζωγράφος
Ο Jakab Marastoni (Giacomo Marastoni) γεννήθηκε το 1804 στη Βενετία και σπούδασε στην περίφημη Ακαδημία Καλών Τεχνών.
Ταξίδεψε στη Βιέννη στις αρχές της δεκαετίας του 1830, πέρασε από τη σημερινή Μπρατισλάβα το 1833 και εγκαταστάθηκε οριστικά στην Πέστη το 1836. Έγινε περιζήτητος πορτρετίστας μεταξύ αριστοκρατικών και αστικών οικογενειών, αλλά και κατά τη διάρκεια κοινοβουλευτικών συνεδριάσεων.
Το 1846 ίδρυσε την Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής στην Πέστη – την πρώτη ιδιωτική σχολή αποκλειστικά για ζωγραφική στην Ουγγαρία. Ανάμεσα στους μαθητές του περιλαμβάνονται σημαντικοί Ούγγροι καλλιτέχνες όπως ο Károly Lotz, ο Mihály Zichy, ο Soma Orlai Petrich κ.ά. Το 1846 έγινε Επίτιμος Πολίτης της Πέστης.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολήθηκε με την δαγκεροτυπία ήταν ο πρώτος επαγγελματίας αυτής της τεχνικής στην Ουγγαρία. Πέθανε σε ψυχιατρική κλινική και η σχολή του έκλεισε λίγο μετά.
tovima.gr
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας