Διεθνή
Το γερμανικό ζήτημα υπό το πρίσμα της κρίσης της περιόδου 2009-12 και η πορεία της ΕΕ*.
ΧΡΟΝΙΑ Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ
Ελληνική Βουλή 29-3-2012
Ευγενίδου, Λ. Συγγρού 387, Π. Φάληρο
στην διεύθυνση http://www.ifestosedu.gr/111GermanikoEE.htm
πυκνές και αναγκαστικά σύντομες επισημάνσεις μου θα περιστραφούν γύρω από 4
αλληλένδετους άξονες:
Το Γερμανικό ζήτημα.
Τις οντολογικές προϋποθέσεις
της ΕΕ.
Την εγγενή πλην εύθραυστη
αντί-ηγεμονική φύση της ΕΕ.
Τις αποφάσεις μετά τον Ψυχρό
Πόλεμο, ιδιαίτερα όσον αφορά τα νομισματικά δεσμά
Ποιος είναι ο ρόλος
και ποια η θέση του Γερμανικού κράτους στο κέντρο της Ευρώπης. Γερμανικού
κράτους το οποίο όταν είναι οικονομικά αδύναμο η Ευρώπη είναι ρακένδυτη και
όταν είναι πολύ ισχυρό έχουμε αστάθεια και πόλεμο. «Δεν με αφήνουν να κοιμηθώ οι εφιάλτες των αντι-γερμανικών συσπειρώσεων»,
συνήθιζε να λέει Καγκελάριος Μπίσμαρκ.
ηγεμονεύσει επί της Ευρώπης. Είτε είχαμε πόλεμο και ήττα της Γερμανίας είτε η
σταθερότητα της Γηραιάς Ηπείρου εξαρτάτο τόσο από μια σειρά στρατηγικές,
οικονομικές και πολιτικές αποφάσεις όσο και από την κατανόηση εκ μέρους του
Βερολίνου των ιστορικών στρατηγικών καταναγκασμών της εξωτερικής του πολιτικής.
υιοθετεί μια στρατηγική χαμηλών τόνων είναι βασικά η μόνη επιλογή της
Γερμανίας. Ακόμη και η παραμικρή γερμανική ηγεμονική παράσταση προκαλεί
διλήμματα ασφαλείας που σταδιακά συγκροτούν τις προϋποθέσεις αστάθειας. Παρά το
γεγονός πως στις ανθρώπινες καταστάσεις και ιδιαίτερα στην διεθνή πολιτική
κανείς ποτέ δεν πρέπει να λέει ποτέ, πολλοί εκτιμούν ότι η Γερμανία ποτέ δεν θα μπορέσει να ηγεμονεύσει επί της
Ευρώπης.
κατανοήσουμε την θέση του Γερμανικού ζητήματος στην σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία
και αν γίνει κατανοητό ότι η νομισματική ένωση όπως αποφασίστηκε το 1992 ως
τρόπος ελέγχου της Γερμανίας ήταν μια αναποτελεσματική προσέγγιση αλλά και ένα
άλμα στο κενό. Όσον δε αφορά τις συναρτημένες με αυτό σκέψεις για οικονομική
και πολιτική ένωση ενός πλέον αποδεδειγμένα διαφοροποιημένου εθνοκρατοκεντρικού
ευρωπαϊκού χώρου ήταν και συνεχίζει να είναι ένα πολύ επικίνδυνο σχέδιο.
χαρακτηριστεί ως μια προσεκτική θεμελίωση μιας «Ευρώπης των Πατρίδων». Μετά το
1945, βέβαια, ο ουτοπισμός ποτέ δεν έλειψε. Όμως, από το 1985 μέχρι το 1992
εντάθηκαν οι ουτοπικές φωνές για ολοκλήρωση της κοινής αγοράς με αποφάσεις που
συνεπάγονταν μια νομισματική και οικονομική ένωση. Αυτό το κλίμα εντάθηκε λόγω
μεγάλων ανακατατάξεων στην φάση μετάβασης από τον Ψυχρό Πόλεμο στην
μεταψυχροπολεμική εποχή.
πολέμου που εν πολλοίς οφειλόταν στην ουτοπική πολιτική σκέψη, ο ουτοπισμός
υπερίσχυσε και πάλιν αρχές της δεκαετίας του 1990. Αν ζούσε ο Edward H Carr, ίσως θα έγραφε ένα νέο
αριστούργημα, το: The sixty year crisis. The consequences of lack in strategic and
political thinking in European interstate relations.
γερμανικό ζήτημα συναρτάται με τα πεδία της οικονομίας, της διπλωματίας, της
στρατηγικής, των δημογραφικών δεικτών και με πιο σταθερά διαχρονικά γεωπολιτικά
κριτήρια της Ευρωπαϊκής πολιτικής.
να μην είχε αποφασιστεί, πρωτίστως και κυρίως, σε αναφορά με το γερμανικό
ζήτημα. Επιγραμματικά υπενθυμίζω τα Σύμφωνα, τα σχέδια και τις ιδέες από το
1945 μέχρι και το 1955. Οι κυρίαρχες αξιώσεις κυμαίνονταν από ιδέες για διάλυση
του σύγχρονου γερμανικού κράτους και την δημιουργία εκατοντάδων μικρών
κρατιδίων μέχρι και την από-βιομηχανοποίηση, την αγροτικοποίησή και αποστρατικοποίηση
του κράτους που δημιούργησε ο Μπίσμαρκ ένα αιώνα πριν.
είχαμε το Σοβιετικό Σχέδιο για ολική επανένωση και ουδετεροποίηση του νέου
κράτους. Κάτι ήξεραν οι Σοβιετικοί και κάτι ξέρουν οι Ρώσοι σήμερα τι σημαίνει
για την κατανομή ισχύος, θέσης και ρόλων, η ύπαρξη ενός ενωμένου και ισχυρού
Γερμανικού κράτους στο κέντρο της Ευρώπης. Σημαίνει, βασικά, κατάλυση του
ιστορικού συνασπισμού των ναυτικών δυνάμεων και άνοιγμα της βεντάλιας των
στρατηγικών παιγνίων που ευνοούν τις ηπειρωτικές δυνάμεις.
κατεχόμενα κομμάτια, υποχρεώθηκε να δεχθεί μια σειρά δεσμεύσεων τα οποία λίγο
πολύ επαναλήφθηκαν το 1994 και ισχύουν και σήμερα. Ο πολιτικοστρατηγικός σκοπός
είναι ρητός και συχνά διακηρυγμένος: Ο
στρατηγικός έλεγχος της Γερμανίας σε όλα τα νοητά πολιτικοοικονομικά και
πολιτικοστρατηγικά πεδία, για «να υπάρχει
μια Γερμανία της Ευρώπης και όχι μια Ευρώπη της Γερμανίας».
ευρωατλαντικούς θεσμούς. Η ΔΕΕ αποστολή είχε να ελέγχει τους γερμανικούς
εξοπλισμούς. Η Βόννη υποχρεώθηκε επίσης να μην διαθέτει ανεξάρτητο γερμανικό
στρατιωτικό επιτελείο και δεσμεύτηκε συνταγματικά να μην αποκτήσει πυρηνικά
όπλα. Υπέστη επιπλέον τον σφικτό εναγκαλισμό της Γαλλίας με την Συνθήκη του
1963, και με πιο πολιτικό τρόπο κατά την διάρκεια του μεταπολέμου υποχρεώθηκε
να κρατάει χαμηλό προφίλ στην διπλωματία. Συχνά Γάλλοι ηγέτες δηλώνουν ότι ένας
από τους σκοπούς που εξυπηρετούνται με την κατοχή πυρηνικών όπλων είναι η
«ψυχολογική εξισορρόπηση της Γερμανίας».
γλαφυρά το γερμανικό ζήτημα. Για παράδειγμα, όταν την δεκαετία του 1980
συζητούσαν το ζήτημα της αυτόνομης ευρωπαϊκής άμυνας, και αφού το λογικό
συμπέρασμα ήταν ότι το άλογο που θα μπορούσε να τραβήξει το άρμα μιας
ευρωπαϊκής συμμαχίας ήταν η Γερμανία, ο τότε πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου ιδιοφυώς αποτύπωσε το ανυπέρβλητο
δίλημμα: «Το ζήτημα είναι πως για να συμβεί αυτό η Γερμανία πρέπει να είναι τόσο
δυνατή που να την φοβάται η Σοβιετική Ένωση αλλά και τόσο αδύναμη ούτως ώστε να
μην την φοβάται το Λουξεμβούργο».
ευρωστρατηγικές συζητήσεις, δικαίως, είναι του Josef Joffe. Υπενθυμίζοντας το γερμανικό ζήτημα και τα υποβόσκοντα
διλήμματα ασφαλείας στην Γηραιά Ήπειρο, υπογράμμισε ακόμη πιο ξεκάθαρα το
θεμελιώδες χαρακτηριστικό της μεταπολεμικής στρατηγικής αρχιτεκτονικής άμυνας
και ασφάλειας. Όπως έγραψε «η Αμερική με
την παρουσία της στην Ευρώπη σώζει τους Ευρωπαίους από τους εαυτούς τους». Ερχόμαστε
λοιπόν στην μεταψυχροπολεμική εποχή οπότε και βλέπουμε ότι ο Joffe επιβεβαιώθηκε και πάλιν. Κατά την μετάβαση στην μεταψυχροπολεμική εποχή
παρατηρήθηκαν τα εξής:
την εντονότερη εκδήλωση διλημμάτων ασφαλείας μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών
δυνάμεων και η Ευρώπη διέτρεξε τον κίνδυνο μεγάλης αστάθειας ή ακόμη και
πολεμικής σύγκρουσης.
συγκρατημένη στάση μέχρι το τέλος του 1991 αναμένοντας τις αποφάσεις των
Ευρωπαίων πλην παράλληλα πλασάροντας την διαιώνιση της Ατλαντικής Συμμαχίας ως
τον εγγυητή της σταθερότητας, με τον όρο, όμως, των εκτός περιοχής δράσεων, οι
οποίες μέχρι και σήμερα εξυπηρετούν τον αμερικανικό επεμβατικό σχεδιασμό. Όπως
χαρακτηριστικά έγραψε η υφυπουργός εξωτερικών Κοντολέσα Ράις που χειριζόταν την κρίση στην Ουάσιγκτον οι ΗΠΑ κράτησαν
αποστάσεις μέχρι την στιγμή που ο Μιτεράν
έχοντας πλέον συμφωνήσει την ΟΝΕ με τον Κολ δήλωσε ότι η επανένωση θέτει μεγάλα
προβλήματα που θα αντιμετωπίζονται όπως θα επέρχονται.
Βρετανικές, Γαλλικές και άλλες κινήσεις οδήγησαν μεν στην επανένωση και σε νέες
Συνθήκες πλην το Γερμανικό ζήτημα δεν έκλεισε αλλά άνοιξε. Αυτά που βλέπουμε τα
τελευταία χρόνια δεν είναι παρά η αρχή ενός μεγάλου ζητήματος που το 1992 μπήκε
σε μια νέα αφετηρία.
οι Γάλλοι, πάλεψαν για να εκπληρώσουν, τουλάχιστον, την επί δεκαετίες αξίωσή
τους για επιβολή κάποιου είδους ευρωπαϊκού νομισματικού ελέγχου επί της
Κεντρικής Γερμανικής Τράπεζας. Οι Γερμανοί τραπεζίτες ήταν μεν ανεξάρτητοι πλην
λειτουργούσαν με εθνικούς γερμανικούς όρους και όχι κάποιας πολιτικής ανθρωπολογίας
ενός ανύπαρκτου ευρωπαϊκού έθνους.
οικονομικές αποφάσεις. Μάταια, βέβαια, όπως ομολόγησε ο Ντελόρ το 1996, καθότι αυτό που μετράει δεν είναι
μόνο οι νομισματικές αποφάσεις αλλά και η οικονομική ισχύς ενός κράτους που προκαλεί
άνισο και αθέμιτο ανταγωνισμό και αθέμιτα πλεονάσματα. Στις διακρατικές σχέσεις
αυτό που προστατεύει τα λιγότερο ισχυρά κράτη και τα συστήματα διανεμητικής
δικαιοσύνης που συναρτώνται με τις κοινωνικές ισορροπίες είναι τα οικονομικά
σύνορα. Η ΕΕ ως σχέδιο συνεργασίας κρατών δεν μπορεί να υπάρχει αν καταστεί
μέσο συντριβής των λιγότερο ισχυρών, δεσποτείας του ισχυρότερου και κυριαρχίας
μιας τεχνόσφαιρας στερούμενης πολιτικής νομιμοποίησης.
δημοψήφισμα για την Συνθήκη του Μάαστριχτ που υπερψηφίστηκε με μισή ποσοστιαία
μονάδα, οι αντίπαλοί της ορθά, όπως αποδεικνύεται, δήλωναν ότι η Γαλλία με την
ΟΝΕ «προσπαθεί
να δέσει ένα γίγαντα με κλωστές». Αυτό που ζούμε τώρα, ακριβώς, είναι
το σπάσιμο αυτών των κλωστών. Τώρα, στο πνευματικό πεδίο, αρκεί η γλαφυρή
αναφορά του Mauriac που εξέφραζε πολλούς
όταν έγραψε: «Αγαπώ τόσο πολύ τους γερμανούς που θέλω να είναι δύο», δηλαδή
διαιρεμένοι μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας.
Γερμανίας δεν μπορούσε να επιτευχθεί με νομισματική ενοποίηση. Ούτε η
οικονομική ή πολιτική ένωση με κατάλυση των εθνοκρατών είναι εφικτή. Σε ένα
διαφοροποιημένο εθνοκρατοκεντρικό χώρο οι νομισματικές αποφάσεις δεν υπόθεση
των τεχνοκρατών που χαίρομαι καθότι χθες οι συνάδελφοι Χατζηεμμανουήλ και
Κότιος το υπογράμμισαν.
των κρατών, την διαχείριση των χρηματοοικονομικών ροών ενδοκρατικά, ευρωπαϊκά
και διεθνώς, τα επιτόκια, τις ξένες επενδύσεις, βασικά τα πάντα. Είναι Υψηλή
Πολιτική par excellence.
θα βυθίζονταν και ναυαγοσώστες δεν θα υπήρχαν. Αν βέβαια ισχύει η αρχή της
αυτοβοήθειας τότε σε τι διαφέρει το Κοινοτικό σύστημα από το υπόλοιπο
διακρατικό σύστημα! Προς τι να καλούμε για πολιτική ένωση; Αν αυτό είναι εφικτό
με μια δήλωση γιατί να μην ενωθεί ο πλανήτης αύριο;
έτοιμη θεσμικά, οικονομικά, αναπτυξιακά και ανταγωνιστικά, πήδηξε μέσα σε αυτό
τον τρικυμισμένο ωκεανό; Είπαμε, η ζωή των ανθρώπων και η πορεία των κρατών
είναι ένα ταξίδι, μια οδύσσεια. Ο Οδυσσέας όμως εισήλθε στην σπηλιά των
Κυκλώπων επειδή δεν γνώριζε. Το ίδιο και εμείς νομίζω πράξαμε με την ΟΝΕ. Δεν
ξέραμε ότι είναι οι συμπληγάδες των στρατηγικών ανταγωνισμών Γαλλίας-Γερμανίας
και ότι δεν ήταν ένας χλοερός τόπος γεμάτος αλληλεγγύη;
πεδία των διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών και του κατασκευαστικού ιδεολογικού
και δογματικού κανονιστικού λόγου που κυριαρχεί στις πολιτικές επιστήμης στην
Ευρώπη. Του κανονιστικού ιδεολογικού λόγου όπως είπε χθες ο Κοντογιώργης που
εμφανίζεται ως επιστήμη. Το ιδεαλιστικό
κατασκευαστικό «ΘΑ» στην διεθνή πολιτική, πολλοί ιστορικοί θα πουν,
αποδεικνύεται ότι ήταν πάντοτε τα δύο πρώτα ψηφία της λέξης «Θάνατος». Ο Πλάτωνας βέβαια από εκεί υψηλά συχνά
μας ατενίζει και μειδιά σαρδόνια για τα πλατωνίζοντα ιδεαλιστικά καμώματά μας.
Γερμανούς. Κράτος είναι και μάλιστα πολύ φυσιολογικό που λογικά λειτουργώντας
αξιώνει θέση και ρόλο που συνάδει με την εθνοκρατική του ισχύ. Μελετώντας τη
περίοδο 1945-1990 είναι πράγματι να θαυμάσει κανείς την επιτυχή ισορροπία που
επιτύγχαναν σημαντικοί Γερμανοί ηγέτες όπως οι Αντενάουερ, Μπράντ, Σμιτ και Κολ.
Εν μέσω της δίνης που προκαλούσαν οι εναλλαγές ύφεσης και έντασης κατά την
διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, πέτυχαν να επιβιώσει η Γερμανία, και, ευκαιρίας
δοθείσης, να ενωθεί ξανά. Διόλου τυχαία,
συχνά ακούγαμε τον Καγκελάριο Κολ να θυμίζει την ρήση του Μπίσμαρκ ότι δεν
τον αφήνουν να κοιμηθεί οι εφιάλτες των αντί-γερμανικών συσπειρώσεων». Τα τελευταία χρόνια τέτοια λόγια δεν
ακούγονται πια συχνά στην Γερμανία. Και αυτό είναι μια σημαντική αλλαγή.
για την κυριαρχία παμπάλαιων προμαρξιστικών δογμάτων του αρχαϊκού δογματικού
φιλελευθερισμού που θεωρούσε την αναγωγή του πολιτικού και στρατηγικού
αστερισμού στον οικονομικό αστερισμό ως γραμμική υπόθεση. Η οικονομία και οι
ιδεολογικά εμπνευσμένοι θεσμοί, συνεχίζουν να πιστεύουν μερικοί, είναι
ανεξάρτητοι διαμορφωτικοί παράγοντες που λειτουργούν απρόσκοπτα ως κινητήρια
δύναμη ανθρωπολογικής και πολιτικής εξομοίωσης και ολοκλήρωσης που οδηγεί σε
ένα λίγο πολύ ενιαίο πλανήτη. Οι άνθρωποι σύμφωνα με αυτή την λογική πειθαρχούν
στους θεσμούς και διαμορφώνονται. Η πολιτική πάει περίπατο.
συμφέροντος και άνισης ανάπτυξης, αναμίχθηκαν δογματικά και συγκεχυμένα η οικονομία,
το κράτος και η πολιτική. Πολλοί πείστηκαν ότι οι οικονομικές διαδράσεις είναι
επαρκής προϋπόθεση αποδυνάμωσης ή και κατάργησης της πολιτικής και τρόπος
μαγικής εξαφάνισης των διακρατικών στρατηγικών προβλημάτων. Πολλοί πίστεψαν ότι
γραμμικά και απρόσκοπτα οι θεσμοί, το αόρατο οικονομικό χέρι και οι χαρούμενες
αισθητικές σχέσεις θα συγκροτούσαν μια ευρωπαϊκή υπερεθνική πολιτική
ανθρωπολογία που στην συνέχεια, όπως έγραψε ο Amitai Etzioni δεν θα είχε νόημα
να υπάρχει μόνο στην Ευρώπη. Το εγχείρημα της ολοκλήρωσης, υποστήριξε, να
επεκταθεί πλανητικά.
γεγονότα τα οποία εξώθησαν τους πάντες προς τον ανορθολογισμό. Το 1985 εν μέσω
πιέσεων για τον κορεσμό της διαδικασίας ολοκλήρωσης και των 300 κανονισμών
ολοκλήρωσης της Ενιαίας Αγοράς που ολοκληρώθηκαν το 1992, απροβλημάτιστα ουκ
ολίγοι αξίωναν αφόρητα μια πορεία προς οικονομική και πολιτική ολοκλήρωση.
η Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αν δεν συνεκτιμήσει πλήρως το γεγονός ότι η ευρωπαϊκή
υπερεθνική ανθρωπολογία είναι μηδέν. Υπερεθνικοί θεσμοί υπάρχουν. Υπερεθνικοί
άνθρωποι, όμως, δεν υπήρχαν και δεν υπάρχουν. Και δεν κατασκευάζονται με την
ελεύθερη κυκλοφορία προϊόντων όπως παρωχημένες λειτουργιστικές αντιλήψεις
υποστήριζαν. Όμως, μηδέν πολιτική ανθρωπολογία, σημαίνει μηδέν ανθρωπολογικές
προϋποθέσεις υιοθέτησης αμιγών υπερεθνικών θεσμών. Σημαίνει μηδενική δυνατότητα
άσκησης λαϊκής κυριαρχίας σε υπερεθνικό
επίπεδο. Σημαίνει μηδενική δημοκρατία, σημαίνει ανυπαρξία πολιτικοοικονομικού
ορθολογισμού και κατά συνέπεια επιτάσσει μηδενικές ανεξάρτητες υπερεθνικές
αρμοδιότητες. Οτιδήποτε το
αντίθετο συμβολίζει μηδενική πολιτική σκέψη.
θεσμών ως εντολοδόχων των εντολέων διακυβερνητικών θεσμών. Και σε αυτή την περίπτωση, όμως, πολιτικός
ορθολογισμός σημαίνει ομόφωνες αποφάσεις
στο διακυβερνητικό επίπεδο και ενδυνάμωση της δημοκρατίας στο εσωτερικό κάθε
κράτους μέλους.
πολύ αργοπορημένα, η ΟΝΕ ήταν το κύκνειο άσμα μιας παρωχημένης και
πολιτικοστρατηγικά ελλειμματικής οικονομικίστικης αντίληψης για τον άνθρωπο, το
κράτος και το διεθνές σύστημα. Πέραν του ότι πραγματολογικά δεν έχει κανένα
ιστορικό έρεισμα, αγνοεί ή παρακάμπτει το γεγονός ότι το σύγχρονο διεθνές
σύστημα είναι όλως ιδιαιτέρως εθνοκρατικά και ανθρωπολογικά διαφοροποιημένο.
της θεωρίας ολοκλήρωσης. Ήδη από το 1966, αυτή η συζήτηση τελείωσε με τις
γνωστές παραδοχές του Ernst Haas στην διαμάχη του με τον Stanley Hoffman. Είχε
ήδη γίνει φανερό ότι λειτουργική ολοκλήρωση ναι μεν συγκρότησε ένα σύστημα
συναλλαγών, θεσμών και κοινών πολιτικών που διαχειρίζονταν υπερεθνικοί θεσμοί
κατ’ εντολή των κρατών μελών, αλλά δεν
αναίρεσε και αντίθετα ενίσχυσε την θεμελιώδη εθνοκρατική διαφοροποίηση της
Ευρώπης.
ίσως είναι και η ουσία των πάντων. Μετά
τον Συμβιβασμό του Λουξεμβούργου του 1966 η θεμελίωση της ΕΕ σε
εθνοκρατοκεντρική βάση ήταν μια συνειδητή από όλους και συμπεφωνημένη στάση.
Συγκεκριμένα, ο ομόφωνος και σε κάθε περίπτωση συναινετικός χαρακτήρας των
αποφάσεων που συγκρότησε τις πολιτικές, τις λειτουργίες, την φυσιογνωμία και
τις εγγενείς ιδιότητες της ΕΕ προκάλεσε τα εξής:
Οι ανθρωπολογικές προϋποθέσεις δημοκρατικής συγκρότησης βρίσκονται εκεί όπου η
πίστη και η νομιμοφροσύνη των πολιτών νομιμοποιεί το Πολιτικό γεγονός, δηλαδή
εθνοκρατικά.
Η λαϊκή κυριαρχία μπορεί να ασκηθεί μόνο στο εθνοκρατικό επίπεδο.
Οι υπερεθνικοί θεσμοί μπορούν να είναι μόνο εντολοδόχοι. Λογικά, αποστολή τους
μπορεί να είναι μόνο να δρουν ως καταλύτες προτάσεων και ομόφωνων κοινοτικών
αποφάσεων που συναρτούν ανταλλακτικά τα εθνικά συμφέροντα. Σωστά νοούμενη αυτή
είναι η κοινοτική μέθοδος.
Τα εθνοκράτη είναι εντολείς. Αυτό εξάλλου καταμαρτυρείται από την σταδιακή
ενίσχυση των διακυβερνητικών θεσμών όπως το Συμβούλιο αρχηγών κρατών, το
coreper, τα Συμβούλια Υπουργών και τις Διακυβερνητικές Διασκέψεις.
Δεν είναι τυχαίο ότι ζητήματα διπλωματίας, άμυνας και ασφάλειας που αφορούν τον
πυρήνα της κρατικής κυριαρχίας ποτέ δεν είχαν υπερεθνικά χαρακτηριστικά
Η δημοκρατία στην Ευρώπη εξαρτάται από τον βαθμό που οι αποφάσεις των
συνελεύσεων των μελών είναι συναινετικές ή και ομόφωνες.
μόνο είναι συμβατά με την εθνοκρατική οντολογία των έξη τελευταίων δεκαετιών.
Τα υπόλοιπα είναι ουτοπία, ίσως και θανατηφόρα.
άκουσα πολλές εισηγήσεις που αναφέρθηκαν σε ορθολογικές επιλογές σε κοινωνικό,
οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο. Σωστά νοούμενες αυτές οι θεωρήσεις εμπίπτουν
απολύτως στο πεδίο που μόλις σκιαγραφήθηκε. Όροι και έννοιες όπως «λογική»,
«ορθός λόγος», «ορθώς διανοείσθαι», «λελογισμένως διανοείσθαι», «ορθολογισμός»
«ανορθολογισμός» κτλ, αν και το μεταγενέστερο ύστερο περιεχόμενό τους
ροκανίστηκε και στρεβλώθηκε από αναρίθμητα θεωρήματα και διακλαδώθηκαν σε
πολλαπλάσια ιδεολογήματα διαφορετικού περιεχομένου, πολιτικά ανάγονται στην (πολιτικά)
πολύ αναπτυγμένη κλασική εποχή.
όροι και έννοιες για να μην είναι μεταφυσικοί απαιτείται να διαθέτουν κοινωνική
αναφορά. Πολιτική αναφορά με οντολογική υπόσταση ανθρωπολογικά περιεκτική. Οι
ανθρωπολογικές προϋποθέσεις δεν κατασκευάζονται και μιας και δεν υπάρχει μια
κοινωνική οντότητα αλλά πολλές, οι πολιτικοί όροι και έννοιες αποκτούν
περιεκτικό περιεχόμενο αν ανταποκρίνονται στην αλήθεια μιας συγκεκριμένης
κοινωνικής οντότητας και όχι όλων. Μονολεκτικά υπενθυμίζουμε τα ποικιλόμορφα
διεθνιστικά ιδεολογικά δόγματα όλων των αποχρώσεων των τελευταίων τριών αιώνων
τα οποία το κάθε ένα εξ αυτών υποστηρίζει πως υπάρχει δήθεν ένας μόνο «ορθολογισμός»
ο οποίος είναι κοινός για όλους τους ανθρώπους όλου του πλανήτη.
πανσπερμία πολλών «ορθών οικουμενικών λόγων», οι ίδιες οι κοινωνίες σε κάθε ένα
ξεχωριστό εθνοκράτος υιοθετούν τον δικό τους πολιτικό ορθολογισμό. Απόδειξη: Η
διαφοροποίηση καταγράφεται επακριβώς αν κανείς παρατηρήσει όλες τις
συνταγματικές και ηθικοκανονιστικές δομές κάθε εθνοκράτους για να διαπιστώσει
την κάθετη και οριζόντια διαφοροποίηση μεταξύ εθνοκρατών. Ούτε ενός εθνοκράτους
οι κοσμοθεωρητικές και ηθικές δομές δεν είναι οι ίδιες με τις αντίστοιχες
κάποιου άλλου. Κοντολογίς, οι άνθρωποι διεξάγοντας τον κοινό τους βίο στο
εσωτερικό καθεμιάς ανεξάρτητης πολιτείας αποφασίσουν οι ίδιοι ποιος
«ορθολογισμός» προσιδιάζει στις δικές τους ανθρωπολογικές προϋποθέσεις.
ανθρώπινη συμπεριφορά μπορεί να είναι μόνο πολιτικά συναρτημένος και όχι ένας
μεταφυσικός ορθολογισμός, ο προσδιορισμός των ιδιοτήτων και των αρμοδιοτήτων
των υπερεθνικών δομών της ΕΕ μπορεί να προσδιοριστεί μόνο από τους ανεξάρτητα
εθνοκράτη της Κοινότητας τα οποία ποτέ δεν αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την πολιτική
τους κυριαρχία. Οι κοινοί υπερεθνικοί θεσμοί θα πρέπει να είναι συμβατοί με την
υποκείμενη οντολογική εθνοκρατική διαφοροποίηση της ΕΕ.
είναι πολλές και δεν αφορούν μόνο την ΕΕ αλλά κάθε άλλη διεθνή ρύθμιση στις
διακρατικές σχέσεις. Για παράδειγμα, αν μια υπερεθνική διάταξη, για παράδειγμα
οι διατάξεις ενεός διεθνούς θεσμού, δεν ανταποκρίνονται σε μια συμπεφωνημένη
ταύτιση ή σύγκλιση εθνικών συμφερόντων, ο θεσμός αυτός θα ταλανίζεται από
αντιφάσεις και αντιθέσεις. Αυτό επειδή για τα μέλη ενός έθνους ο «ορθολογισμός»
των άλλων εθνών όπως απορρέει από μια άλλη πολιτική ανθρωπολογία ενδέχεται να
είναι «ανορθολογισμός», και το αντίστροφο. Έτσι, στον ΟΗΕ, για παράδειγμα,
συμφωνούν στην Υψηλή Αρχή της μη επέμβασης και της διακρατικής ισοτιμίας επειδή
συνάδει με τα εθνικά συμφέροντα των μελών, αλλά για άλλους θα ήταν ορθολογικό
και για κάποιους άλλους ανορθολογικό μια πιθανή διάταξη που θα όριζε ότι η
θρησκεία διακρίνεται και διαχωρίζεται πλήρως από τους κρατικούς θεσμούς των
μελών του ΟΗΕ. Στο πλαίσιο της ίδιας συλλογιστικής πολλά κράτη της Ευρώπης
υπέγραψαν την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ή την αντίστοιχη σύμβαση
του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου αλλά αυτό αφορά συγκεκριμένες κοινά αποδεκτές
διατάξεις που δεν αναιρούν την εθνική τους ανεξαρτησία και την πολιτική τους
κυριαρχία. Κοντολογίς, συγκροτείται μια κοινή διακρατική δημόσια σφαίρα η οποία
ανταποκρίνεται στην εθνοκρατική ανεξαρτησία και στην αξίωση όλων των κοινωνικών
οντοτήτων για πολιτική κυριαρχία και εσωτερική πολιτική αυτοδιάθεση.
της πολιτικής καθημερινότητας κάθε εθνοκράτους, απαιτείται να είναι συμβατός με
τα κοσμοθεωρητικά του θεμέλια. Για να θυμηθούμε τον Κονδύλη, «συλλογικές
θεμελιώδεις στάσεις και έσχατες λογικές που εκλογικεύουν πολιτικά και
ιδεολογικά συλλογικές στάσεις απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο βρίσκονται οι ίδιες
πέραν κάθε λογικής αιτιολόγησης: Μονάχα η εκλογίκευση της θεμελιώδους στάσης ή
απόφασης μπορεί να πραγματοποιηθεί με «λογική» συνέπεια όχι η ίδια η θεμελιώδης
στάση: στα έσχατα ερωτήματα η απάντηση δίνεται με αξιωματικές αποφάνσεις.
Υπάρχουν τόσες μορφές λογικής συνέπειας όσες και οι θεμελιώδεις στάσεις.
Μολονότι τα τυπικά λογικά μέσα παραμένουν τα ίδια, ωστόσο υπηρετούν κάθε φορά
την εκλογίκευση θεμελιωδών αποφάσεων με διαφορετικό περιεχόμενο».
πολιτικές εκλογικεύσεις και συγκροτεί τις δικές της συμβατές με αυτές πολιτικές
δομές. Όσο και αν προκαλεί τα αισθήματα κάθε πλατωνίζουσας ιδεαλιστικής ύπαρξης
που κινείται πάνω στο εκκρεμές των διεθνιστικών παραδοχών, η σκέψη και μόνο ότι
ένα οντολογικά διαφοροποιημένο διακρατικό σύστημα μπορεί να διακυβερνηθεί
εξισωτικά ως και να ήταν ανθρωπολογικά εξομοιωμένο, δεν είναι μόνο ουτοπική
αλλά και επικίνδυνη για την σταθερότητα μεταξύ εθνικά ανεξάρτητων κρατών. Η
ιστορία το καταμαρτυρεί καθημερινά τους τελευταίους αιώνες.
δεν μπορεί παρά να λάβει υπόψη την εθνοκρατική διαφοροποίηση και οι κοινοί
(υπερεθνικοί) θεσμοί να αντιστοιχούν σε συγκλίσεις συμφερόντων που συγκροτούν
μια συναινετικά θεμελιωμένη διακρατική σφαίρα. Οι δε θεσμοί μιας διακρατικά συμπεφωνημένης υπερεθνικής δομής να είναι
εντολοδόχοι αυτής της δημόσιας σφαίρας. Έτσι, μόνο η υπερεθνική δημόσια
σφαίρα της ΕΕ μπορεί να είναι συμβατή με την διαφοροποιημένη εθνοκρατοκεντρική
πολιτική δομή της Ευρώπης. Τώρα, αυτά είναι αμιγείς αξιολογικά ελεύθερες
περιγραφικές και ερμηνευτικές επισημάνσεις. Αν κανείς τις αμφισβητεί δεν έχει
παρά να μελετήσει την πορεία της ΟΝΕ από το 1992 μέχρι το 2012 και ιδιαίτερα
από το 2008 μέχρι το 2012. Μπορεί επίσης να ανατρέξει στην Σοβιετική εμπειρία
για να διαπιστώσει ότι όλες οι περιπτώσεις υπερίσχυσης διεθνιστικών παραδοχών
με ιδεολογικά πρόσημα είναι μορφικά πανομοιότυπες. Ο καθείς βέβαια είναι
ελεύθερος να μην μιλά γήινα αλλά να επιλέγει να μιλά εξωγήινα φτάνει να μην
προκαλεί ανθρώπινες κακουχίες και θανάτους.
επισημάνσεις μας φέρνουν σε δύο ακόμη θεμελιώδη ζητήματα. Συγκεκριμένα, στα
κτισμένα πλην εύθραυστα αντι-ηγεμονικά ερείσματα της ΕΕ και στις συναρτημένες
με αυτά κοσμοθεωρητικές παραδοχές του Κοινοτικού εγχειρήματος. Το κυριότερο
πολιτικοπνευματικό έρεισμα της εθνοκρατοκεντρικά δομημένης ΕΕ είναι η
αντί-ηγεμονική της φύση που σφυρηλατήθηκε επί έξη δεκαετίες. Αν η ΕΕ δεν
αποκτούσε αυτά τα εγγενή χαρακτηριστικά θα είχε από καιρό διαλυθεί.
κρατά όρθια τις τελευταίες δεκαετίες. Γι’ αυτό και η αναβίωση γερμανικών
ηγεμονικών αντιλήψεων που δεν ελέγχονται είναι άκρως προβληματική εξέλιξη. Η επιβίωσή της ΕΕ είναι αντιστρόφως
ανάλογη επίπλαστων θεσμών, ανορθολογικών
οικονομικών πολιτικών και ηγεμονικών συμπεριφορών. Τόσο στην Ευρώπη όσο και
στον υπόλοιπο εθνοκρατοκεντρικό κόσμο η σταθερότητα και η ειρήνη δεν ήταν και
ποτέ δεν θα είναι υπόθεση αλτρουισμού ή κάποιας αγαθής ανθρώπινης πρόθεσης.
Συναρτάται με τη φύση κάθε διακρατικού συστήματος κάθε εποχής: Σταθερότητα
έχουμε μόνο όταν διασφαλίζεται ισορροπία ισχύος και συμφερόντων και η
δυνατότητα γρήγορων αντί-ηγεμονικών συσπειρώσεων.
αντι-ηγεμονική κοσμοθεωρία της ΕΕ θα διασωζόταν και θα αποτελούσε τρόπο
διεξόδου αν οι αντιπρόσωποι της Ελλάδας με ταχύτητα και συγκροτώντας ένα
αξιόπιστο πολιτικό λόγο ευρωπαϊκών προδιαγραφών συμβατό με την ευρωπαϊκή
νομιμότητα και τα βαθύτερα συμφέροντα διατήρησης των μεταπολεμικών ισορροπιών
στην Ευρώπη, συνάσπιζε αντί-ηγεμονικά όχι μόνο πολλά ευρωπαϊκά κράτη αλλά και
πολλούς πολιτικοστρατηγικά σκεπτόμενους Γερμανούς. Τα ευρωπαϊκά κράτη και οι
κοινωνίες τους συμπεριλαμβανομένων των γερμανών έχουν πολλά να χάσουν αν
αναβιώσουν ανεξέλεγκτες ηγεμονικές συμπεριφορές.
να τονίσω ότι όταν τερματίστηκε ο Ψυχρός Πόλεμος και άρχισαν διαδοχικές
διευρύνσεις, ενώ οι στρατηγικές δομές άλλαζαν με καταιγιστικούς ρυθμούς, η
μέριμνα όλων λογικά έπρεπε να είναι όχι άλματα τεχνοκρατικής εμβάθυνσης αλλά
πολύ μικρά βήματα ή και βήματα σημειωτόν επί τόπου για να διατηρηθεί η
συμβατότητα της οικονομικής σφαίρας με τις σφαίρες της πολιτικής, της
στρατηγικής και της προαναφερθείσης υπαρκτής μεν πλην εύθραυστης κοινής
αντί-ηγεμονικής υφής του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος.
να περπατήσει αλλά πατώντας πάνω σε στέρεα πολιτική και στρατηγική σκέψη να
διασφαλίσει τα κεκτημένα. Δηλαδή, με σκεπτικό την εθνοκρατοκεντρική φύση της ΕΕ
να κατοχυρωθεί το acquis communatauire με θεσμικοπολιτικές αναδιατάξεις που θα
καθιστούσαν το νομικό και θεσμικό εποικοδόμημα συμβατό με την υποκείμενη
εθνοκρατικά διαφοροποιημένη οντολογία. Αν κανείς ψάχνει για πολιτική δράση αυτό
είναι το πεδίο.
αποκομμένη από τα εθνικά κοινωνικοπολιτικά συστήματα. Ενός κακού μύρια έπονται.
Τις δύο τελευταίες δεκαετίες διαδοχικές και άκρως ανορθολογικές αποφάσεις
αντιστρέφουν τους όρους εντολέα – εντολοδόχου σε όλα τα ενδοκρατικά και
διακρατικά επίπεδα συμπαρασύροντας τις εθνικές πολιτικές στην μια ανορθολογική
απόφαση μετά την άλλη. Αν αυτά δεν είναι πολιτικός ανορθολογισμός τότε τι
είναι; Η δε εικόνα τεχνοκρατών που κηρύττουν ένα ξύλινο λόγο στερούμενο κάθε
πολιτικής και στρατηγικής σκέψης δεν είναι μόνο αντί-αισθητικός αλλά στρατηγικά
και πολιτικά και άκρως επικίνδυνος.
πιο πάνω αντλούν από προγενέστερες δημοσιεύσεις του συγγραφέα όπου οι
ενδιαφερόμενος μπορεί να αναζητήσει περιπτωσιολογικές μελέτες, τεκμηριώσεις και
θεωρητική ανάπτυξη. Κυρίως, στα εξής βιβλία που παρατίθενται με χρονολογική σειρά. 1. P. Ifestos, European
Political Cooperation, towards a framework of supranational diplomacy?
(England: Gower Publishers). 2. P. Ifestos, Nuclear
Strategy and European Security Dilemmas, towards an Autonomous European Defence
System? (England:
Gower Publishers) 3. Π. Ήφαιστος, «Το
ευρωπαϊκό σύστημα ασφαλείας προς το 2000», μέρος Β στο Ήφαιστος Π. &
Τσαρδανίδης Χ., Το Ευρωπαϊκό σύστημα
Ασφαλείας και η Ελληνική – Εξωτερική Πολιτική προς το 2000. Αθήνα: Σιδέρης).
4. Π. Ήφαιστος, Ευρωπαϊκή άμυνα και
ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, η Ευρώπη των
πολλών Ταχυτήτων και κατηγοριών κατά της Ευρωπαϊκής Ιδέας (Αθήνα:
Οδυσσέας). 5. Π. Ήφαιστος, Διπλωματία και
στρατηγική των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, Μεγάλης Βρετανίας, Γαλλίας,
Γερμανίας (Αθήνα: Ποιότητα). 6. Π. Ήφαιστος, Θεωρία διεθνούς και ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (Αθήνα: Ποιότητα). 7. Π.
Ήφαιστος-Κ. Αρβανιτόπουλος, Ευρωατλαντικές
σχέσεις (Αθήνα: Ποιότητα 1999). 9. Κοσμοθεωρητική
Ετερότητα και αξιώσεις πολιτικής κυριαρχίας, Ευρωπαϊκή Άμυνα, Ασφάλεια και
Πολιτική Ενοποίηση (Αθήνα: Ποιότητα). 10. Π. Ήφαιστος, Οι διεθνείς σχέσεις ως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης στην Ελλάδα
και στο εξωτερικό, διαδρομή, αντικείμενο, περιεχόμενο και γνωσιολογικό
περιεχόμενο (Ποιότητα, Αθήνα). 11. Π. Ήφαιστος, Κοσμοθεωρία των Εθνών, Συγκρότηση και συγκράτηση των κρατών, της
Ευρώπης και του κόσμου (Αθήνα: Ποιότητα). Στο κεφάλαιο 6 του τελευταίου
βιβλίου αναλύονται οι προϋποθέσεις εξορθολογισμού της ΕΕ σύμφωνα με την
οντολογική διαφοροποίηση του εθνοκρατοκεντρικού συστήματος της Ευρωπαϊκής
ολοκλήρωσης.
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

