Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Αντιρατσιστικό, γενοκτονίες και εργαλειοποίηση της μνήμης

Δημοσιεύτηκε στις

του Αντώνη Λιάκου*
Βγάλτε τους νεκρούς από τη ζυγαριά!

Ποιες γενοκτονίες εννοεί ο νομοθέτης; 
Εκείνες που έχουν αναγνωριστεί από τον ΟΗΕ ή και εκείνες που έχουν αναγνωριστεί από τα εθνικά κοινοβούλια;

Τα ερωτήματα αυτά τροφοδοτούν συχνά μια αφοριστική συζήτηση που πολώνεται ανάμεσα σε εκείνους που υποστηρίζουν πως τον όρο γενοκτονία πρέπει να τον χρησιμοποιούμε μόνο στην περίπτωση των Εβραίων, και στους άλλους που τον επεκτείνουν και στους Ποντίους ή τους Έλληνες της Μικρασίας.

Η έννοια της γενοκτονίας και των εγκλημάτων εναντίον της ανθρωπότητας εισήγαγαν νομικές παραμέτρους και μια ηθική διάσταση στην ιστορία. Ο όρος καθιερώθηκε μετά από επίμονες προσπάθειες του Raphael Lemkin, Πολωνοεβραίου που διέφυγε από τους ναζί· τον χρησιμοποίησε για να χαρακτηρίσει όσα υπέστησαν οι Εβραίοι της Πολωνίας κατά τη διάρκεια του πολέμου, αν και δεν μπορούσε να φανταστεί την όλη διάσταση του εγκλήματος. Σύμφωνα με τη Σύμβαση του ΟΗΕ (1948), γενοκτονία χαρακτηριζόταν κάθε πράξη με πρόθεση να καταστρέψει, εν μέρει ή συνολικά, μια εθνική, εθνοτική, φυλετική ή θρησκευτική ομάδα. 

Στην πρόταση να περιληφθούν στα εγκλήματα και μαζικές εξοντώσεις ανθρώπων για πολιτικούς λόγους, οι μαζικές θανατώσεις πολιτικών αντιπάλων, αντέδρασαν οι Σοβιετικοί — και καταλαβαίνουμε τον λόγο. Πάντως, μερικές από τις μεγαλύτερες μαζικές σφαγές έγιναν για πολιτικούς λόγους και έμειναν ατιμώρητες. Ο όρος που προτάθηκε Geno-/politicides (γενο/πολιτικοκτονίες) δεν καθιερώθηκε ως νομικά δόκιμος. Από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου συνέβησαν 50 περίπου μαζικά εγκλήματα αυτού του τύπου, με θύματα ανάμεσα στα 12 και στα 22 εκατομμύρια. Η εισαγωγή του όρου «γενοκτονία» σημαίνει ότι τα μαζικά εγκλήματα του παρελθόντος δεν πρέπει να μείνουν ατιμώρητα, και πρέπει να γίνουν αντικείμενα δημόσιας αποδοκιμασίας. Ο όρος αφορά την πολιτική διάσταση της ιστορικής γνώσης. Διεκδικώντας την αναγνώριση γενοκτονίας, διεκδικούμε την τιμωρία των δραστών και των εμπνευστών αυτών των εγκλημάτων.

Από τα μεταπολεμικά χρόνια έως σήμερα, το ζήτημα της αναγνώρισης των γενοκτονιών πήρε μεγάλες διαστάσεις. Υπήρξαν πάνω από σαράντα αιτήσεις στον ΟΗΕ και σε εθνικά κοινοβούλια. Η αναγνώριση μερικών, όπως η αρμενική γενοκτονία, το ουκρανικό Holodomor, καθώς και τα μαζικά εγκλήματα των Ιαπώνων στη Ματζουρία και την Κορέα, αποτελούν ακόμη αντικείμενο διεθνούς διαμάχης. Η αρμενική γενοκτονία αναγνωρίστηκε σε χώρες που η αρμενική διασπορά είχε ιδιαίτερο βάρος στο εκλογικό σώμα, ικανή να αντισταθμίσει την επιρροή της Τουρκίας. Ανάλογοι πολιτικοί υπολογισμοί βαραίνουν στην αναγνώριση της ουκρανικής λιμοκτονίας ή των μαζικών εκτελέσεων στις Βαλτικές χώρες από τους Σοβιετικούς. Άλλα εγκλήματα, στη Ρουάντα και στη Βοσνία λ.χ., εκδικάζονται ως γενοκτονίες ή πράξεις γενοκτονίας στα ad hoc διεθνή ποινικά δικαστήρια. Το αίτημα για την αναγνώριση γενοκτονιών συνδέεται με αιτήματα αναδυομένων εθνικοτήτων, όπως στην περίπτωση των Τσετσένων, των Κούρδων, των Τσερκέζων, των Ουιγούρων κ.ά. Μερικές γενοκτονίες, που αναφέρονται σε γεγονότα που συνέβησαν αιώνες πριν, όπως των Αφρικανών σκλάβων και των Ινδιάνων της Αμερικής, προβλήθηκαν στο πλαίσιο των κινημάτων αναγνώρισης πολιτικών δικαιωμάτων και ανα-θεώρησης της ιστορίας.

Θεσμοποιώντας τη μνήμη των εγκλημάτων εναντίον της ανθρωπότητας, η παγκόσμια τάξη που εγκαθιδρύθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπεράσπισε έναν συγκεκριμένο τρόπο ανάμνησης του παρελθόντος, τον οποίο θεώρησε ως αγαθό που χρειάζεται προστασία. Η επέκταση και ο προσδιορισμός του τι συνιστά «γενοκτονία», με τη σειρά του, δημιούργησε μια τάση να ονομασθεί γενοκτονία κάθε αδικία που είχε υποστεί κάθε λαός στο παρελθόν, καθώς η αναγνώριση ενίσχυε τoν αυτοσεβασμό και την ταυτότητά του. Ωστόσο, το γεγονός ότι αναγνωρίστηκε η μαζική εκτέλεση αμάχων στη Σεμπρένιτσα (8-12.000 νεκροί) ως γενοκτονία, ενώ δεν έχουν αναγνωρισθεί θανατώσεις εκατομμυρίων για πολιτικούς λόγους, πρέπει να μας βάλει σε σκέψεις ως προς το τι προσδιορίζεται ως γενοκτονία. Άλλωστε, τα μαζικότερα εγκλήματα έχουν μείνει ατιμώρητα: Σουδάν (1956-1972, θύματα 400-600.000), Νότιο Βιετνάμ (1965-1975: 400-500.000), Ινδονησία (1965-1966: 500.000-1 εκατ.), Πακιστάν (1971: 1-3 εκατ.), Καμπότζη (1975-1979: 1,9-3,5 εκατ.), Ουγκάντα (1980-1986, 200-500.000).

Με ποια κριτήρια λοιπόν ονομάζεται μια μαζική εξόντωση γενοκτονία; Το ζήτημα δεν είναι αν η διαδικασία της εξόντωσης έχει ως θύματα αμάχους χωρών που βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση ή η μελετημένη εξόντωση πληθυσμών με κριτήριο τη φυλή ή το θρήσκευμα. Ένα γεγονός δεν συνιστά από μόνο του γενοκτονία. Ονομάζεται εκ των υστέρων έτσι, κάτω από συγκεκριμένες νομικοπολιτικές προϋποθέσεις που αφορούν το παρόν της αναγνώρισης και όχι το παρελθόν της διάπραξης. Η γενοκτονία δηλαδή δεν είναι ένα «αντικειμενικό γεγονός». Η χρήση του όρου εξαρτάται από το ποιες συνέπειες επιδιώκουμε να έχει ο τρόπος που αναφερόμαστε στο γεγονός.

Δεν θα πρέπει, όθεν, να ξενίζει το ότι η διαδικασία της αναγνώρισης μιας γενοκτονίας γίνεται αντικείμενο πολιτικής διεκδίκησης και διαβούλευσης. Υπάρχει ακόμη και μια διεθνή ένωση αναγνώρισης γενοκτονιών, η οποία δεν έχει εντούτοις καμία υπόσταση στα αντίστοιχα φόρα των ιστορικών ή έχει αντίστοιχο βάρος με τις λεγόμενες «ευρωπαϊκές σπουδές» — κατηγορία φτερού.

Το ερώτημα είναι, τώρα, γιατί επιμένουμε σε ένα αντιρατσιστικό νομοσχέδιο να υπάρχει διάταξη για την άρνηση του Ολοκαυτώματος, ενώ διστάζουμε να δεχτούμε κάτι παρόμοιο για το Ποντιακό και το Μικρασιατικό. 

Η πρώτη απάντηση αφορά τις νομικές συνεπαγωγές. Μπορούν να καταδιωχτούν οι δράστες; Αν μια κυβέρνηση, όπως η προηγούμενη ιρανική, αρνείται το Ολοκαύτωμα, υφίσταται διεθνείς συνέπειες. Μπορεί να καταδιωχτεί η τουρκική κυβέρνηση όσον αφορά τους Πόντιους; Είναι δυνατό να προβάλλουν οι Έλληνες ως όρο την αναγνώριση των γενοκτονιών στις επαφές τους με τους Τούρκους; Ο νομικός ορισμός κατοχυρώνεται από τις κυρώσεις που μπορούν να επιβληθούν. Στην αντίθετη περίπτωση, ο χαρακτηρισμός αδειάζει από το νόημά του και υπονομεύει τη μνήμη του ίδιου του γεγονότος. 
Να το πω διαφορετικά. Ο πληθωρισμός του όρου δημιουργεί δυο τάξεις γενοκτονιών: τις «ισχυρές», που επιβάλλουν νομικές δεσμεύσεις, και τις «ανίσχυρες», που δεν μπορούν να επιβάλλουν. Επιπλέον, μερικοί εθνικιστές χρησιμοποιούν την επίκληση των γενοκτονιών, προκειμένου να δημιουργήσουν εστίες έντασης ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία. Εδώ πρόκειται για κατάφωρη εργαλειοποίηση της μνήμης και των νεκρών: η προβολή τους λίγο απέχει από την προσβολή τους.

Οι μαζικές σφαγές πληθυσμών είναι κάτι που δεν λείπει από την ιστορία — και καθεμιά έχει τις δικές της ιδιαίτερες συνθήκες. Αν σε κάτι διακρίνεται η εξόντωση των Εβραίων από τους ναζί, είναι γιατί συνιστά, ταυτόχρονα, και ιδιαίτερο και καθολικό γεγονός. Ο αντισημιτισμός είναι ένα κουκούτσι που κρύβεται μέσα σε κάθε ρατσισμό, σε κάθε έξαψη του φασισμού. Η έκρηξη του νεοναζισμού είναι έκρηξη αντισημιτισμού. Πρόκειται για μια βαθιά ιδεολογία, για μια ριζωμένη καχυποψία που κρύβεται ακόμη και στις πιο αθώες προτάσεις. Αυτό το διάχυτο αλλά βαθύ αίσθημα μεταμορφώθηκε μεθοδικά από τους ναζί σε συστηματική πολιτική εξόντωσης ολόκληρων πληθυσμών από το 1933 έως το 1945. Οι ναζί πυροδότησαν μια ολόκληρη δέσμη αντισημιτικών αντιλήψεων. Γι’ αυτό ακόμη και σήμερα, η άρνηση του Ολοκαυτώματος σημαίνει ρατσισμό. Κάθε είδους ρατσισμό.

Το Ολοκαύτωμα είναι πάντα επίκαιρο, με την έννοια ότι δεν αποτελεί τη μνημόνευση ενός εγκλήματος ανάμεσα στα άλλα, αλλά τη μνημόνευση του εγκλήματος που αναπαράγεται σε κάθε νέο ρατσιστικό έγκλημα. Δεν συνιστά την εξόντωση του εθνικά διαφορετικού ή του θρησκευτικού «άλλου», αλλά την εξόντωση εκείνου που δεν θεωρείται πλέον άνθρωπος. Έτσι, η συνάθροιση του Ολοκαυτώματος δίπλα στα άλλα εγκλήματα το ουδετεροποιεί και το εξουδετερώνει: του αφαιρεί τον δυναμικό και διδακτικό του χαρακτήρα ως προς το σήμερα, επομένως τη σημασία του ως προς τον ρατσισμό που το νομοσχέδιο έχει σκοπό να καταπολεμήσει.

Η τιμωρία όσων αρνούνται ότι έγινε μια γενοκτονία, ή μειώνουν τη σημασία της, είναι ένα βήμα παραπέρα. Καθορίζει κανόνες μνήμης: τι και πώς οφείλουμε να θυμόμαστε και τι όχι. Πολλοί ιστορικοί έχουν αντιδράσει. Θυμίζω την έκκληση της Blois «Liberté pour l’histoire» (2009), που καταδικάζει παρόμοιους νόμους ως περιοριστικούς της ελευθερίας της έρευνας και της έκφρασης γνώμης. Οι περισσότεροι συμφωνούν να καταδικάζεται ο λόγος του μίσους (hate speech) για τα θύματα και ο εγκωμιασμός των εγκλημάτων. Κι αυτό σημαίνει την καταδίκη του λόγου του μίσους όχι μόνο για τα θύματα των γενοκτονιών, αλλά για όλα τα θύματα που υπέστησαν βίαιο θάνατο εξαιτίας της φυλετικής, εθνικής, θρησκευτικής ή γενετήσιας ιδιαιτερότητάς τους.

Τα παραπάνω δεν αποσκοπούν σε μια «διαβάθμιση» εγκλημάτων. Ούτε κάποιοι νεκροί βαραίνουν περισσότερο από άλλους. Αυτό που υποστηρίζω είναι πως οι διατάξεις του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου οι οποίες διαχέουν το αδίκημα της άρνησης των γενοκτονιών, όπως στην περίπτωση των Ποντίων και των Μικρασιατών, στην πραγματικότητα εξουδετερώνουν τον λόγο που μπαίνουν σε ένα αντιρατσιστικό νομοσχέδιο. Και, επίσης, η πράξη της διαπραγμάτευσης, δηλαδή τι θα ονομαστεί γενοκτονία, εργαλειοποιεί τη μνήμη και προσβάλει τους νεκρούς, γιατί τους βάζει στη ζυγαριά της διαπραγμάτευσης. Η μνήμη και ο σεβασμός στους νεκρούς των μεγάλων σφαγών δεν έχει ανάγκη κανονικοποίησης μέσω του νόμου. Ο σεβασμός κερδίζεται με το να σκύψουμε πάνω στις συνθήκες που γέννησαν αυτά τα τρομερά εγκλήματα, και κυρίως την εμπειρία των ανθρώπων που τα υπέστησαν. Η αναγνώριση αυτής της εμπειρίας, η ενσυναίσθηση αυτών των συνθηκών θα μας ενδυναμώσει ιστορικά ώστε να αντιταχτούμε σε όσους διαπράττουν ή καλλιεργούν το κλίμα για εγκλήματα εναντίον των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων σήμερα.

Μια εκτενέστερη εκδοχή του άρθρου δημοσιεύεται στο ηλεκτρονικό περιοδικό «Χρόνος» (http://www.chronosmag.eu/)

 http://www.avgi.gr/article/1498566/antiratsistiko-genoktonies-kai-ergaleiopoiisi-tis-mnimis

*Αντώνης Λιάκος: το δεξί χέρι του Σημίτη στο πλευρό του Τσίπρα

Ποιος ο καθηγητής Αντώνης Λιάκος που αποτέλεσε το δεξί χέρι του Κώστα Σημίτη και τώρα βρίσκεται στο πλευρό του Αλέξη Τσίπρα;


Μια ξεχωριστή «μεταγραφή» στο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, αποτελεί ο καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Αντώνης Λιάκος,
ο οποίος στον πανεπιστημιακό και πνευματικό χώρο ήταν γνωστός όχι μόνο
για τις επιστημονικές του παρεμβάσεις , αλλά και για τις στενές σχέσεις
του με τον πρώην πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη και το περιβάλλον του…

Σε αντίθεση όμως με άλλους της «στενής» αυτής ομάδας, όπως ο
γνώριμος του από την εποχή εκείνη Γιάννης Στουρνάρας, ακολούθησε έναν
αντίθετο πολιτικά δρόμο και αποτελεί πλέον έναν από τους θεωρητικούς
υποστηρικτές της προσπάθειας που κάνει το κόμμα της αξιωματικής
αντιπολίτευσης να ανέβει στην εξουσία. Μέσω της «πανεπιστημιακής» πένας
του και της ιδιαίτερης κοσμοθεωρίας του, δημιουργεί το κατάλληλο
υπόβαθρο σε ένα πιο εξειδικευμένο κοινό να «ακούσει» τον ΣΥΡΙΖΑ,
διευρύνοντας έτσι το ακροατήριο που απευθύνεται ο Αλέξης Τσίπρας.

Η προεδρία στον «σημιτικό» όμιλο ΟΠΕΚ

Ο Αντώνης Λιάκος τα τελευταία χρόνια κινείτο
στον στενό πυρήνα των εκσυγχρονιστών του σημιτικού ΠΑΣΟΚ, καθώς εκτός
των άλλων ήταν αυτός που ο- απαιτητικός με τους συνεργάτες του- Κώστας
Σημίτης, του είχε εμπιστευτεί τα ηνία ενός δημιουργήματος του. Ο
καθηγητής έχει διατελέσει πρόεδρος του ΟΠΕΚ, ενός ομίλου σημιτικής
έμπνευσης που τα αρχικά του σημαίνουν «Όμιλος Προβληματισμού για τον
Εκσυγχρονισμό της κοινωνίας» και μέλη του ήταν μια σειρά από γνήσια
στελέχη του εκσυγχρονισμού. Στην σχετική λίστα των κύριων αρθογράφων του
Ομίλου φιγούραραν επί προεδρίας του καθηγητή, μια σειρά από γνωστά
στελέχη του κινήματος εκ των οποίων πολλά ανήκαν στο εκσυγχρονιστικό
μπλόκ, όπως αυτό του νυν υπουργού Οικονομικών Γιάννη Στουρνάρα, του
Βασίλη Ράπανου, του Τάσου Γιαννίτση, του πρώην «τσάρου» Νίκου
Χριστοδουλάκη, του «λοχαγού» του εκσυγχρονισμού Σωκράτη Κοσμίδη , του εκ
ων πρωτεργατών της ανάδειξης του Κώστα Σημίτη σε αρχηγό του ΠΑΣΟΚ,
Παρασκευά Αυγερινού και φυσικά του ίδιου του πρώην πρωθυπουργού. Ο
όμιλος εξάλλου είχε δημιουργηθεί από τον ίδιο τον πρώην ηγέτη του
κινήματος, με στόχο την προώθηση των θέσεων του εκσυγχρονισμού στην
ελληνική κοινωνία. Πάντως στο βιογραφικό του καθηγητή δεν υπάρχει
πουθενά αναφορά σε αυτή την περίοδο.

Η σχέση του με την Ρεπούση και το βιβλίο της ΣΤ’ Δημοτικού

Όσοι έχουν παρακολουθήσει από κοντά το έργο και την πορεία του
καθηγητή Ιστορίας, κάνουν λόγο για μία ισχυρή και ιδιαίτερη
προσωπικότητα, που έχει αφήσει το στίγμα του στην νεώτερη ιστοριογραφία.
Δεν έχει διστάσει να έρθει σε ευθεία σύγκρουση με κατεστημένες απόψεις ,
προσπαθώντας να γκρεμίσει «εθνικούς» μύθους, κάτι που έχει ως
αποτέλεσμα να δημιουργήσει φανατικούς φίλους αλλά και εχθρούς. Στο
παρελθόν μάλιστα έχει καλέσει ιστορικούς και δασκάλους «αντί να
ενισχύουν την εθνική ταυτότητα, να δίνουν στους μαθητές τους τα εφόδια
για να επιλέγουν οι ίδιοι την ταυτότητά τους». Υποστηρικτής του
ιστορικού Φαλμεράιερ, βρέθηκε απέναντι πολλές φορές με τις επικρατούσες
«εθνικές» απόψεις. Δεν είναι λίγοι αυτοί που τον κατατάσσουν ως έναν από
τους κορυφαίους ταγούς του «εθνομηδενισμού» στις ανθρωπιστικές
επιστήμες. Ήταν μάλιστα από τους πρώτους που έσπευσαν να υπερασπιστούν
την Μαρία Ρεπούση μετά τις επιθέσεις που δέχτηκε για το βιβλίο της ΣΤ’
Δημοτικού, αφού εκτός των άλλων θεωρείται και μέντορας της. Τότε σε
δημόσιες παρεμβάσεις του είχε κάνει λόγο για «νοικοκυρές» και
«ψυχωτικούς» του εθνικιστικού λόμπυ που αντιδρούν στην έκδοση του
βιβλίου.

Μεταγραφή στον …ΣΥΡΙΖΑ

Παραμονές των κρίσιμων εκλογών του Ιουνίου και ο καθηγητής
αρθρογραφεί εν όψει της εκλογικής μάχης. Δεν διστάζει τότε ευθέως να
επιχειρηματολογήσει υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ και με την πανεπιστημιακή του
ιδιότητα και την ευγλωττία που τον διακρίνει, να προσπαθήσει να δώσει
μία επιπλέον ώθηση στο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα. Πολλές φορές ακόμα και με
χαρακτήρα συμβουλευτικό. Χαρακτηριστικά έλεγε τότε:
«ο ΣΥΡΙΖΑ εξέφρασε στις εκλογές αυτές (σς του Μαϊου) τον κεντρικό
παραγωγικό ιστό της χώρας και επίσης την απόρριψη του πολιτικού
συστήματος. Δεν πολιτεύεται τώρα για τον εαυτό του, αλλά για λογαριασμό
της χώρας. Η αποτυχία του δεν θα βαρύνει μόνο το ίδιο, αλλά θα
ταπεινώσει τη χώρα συνολικά. Η δυναμική που τον ανέδειξε ως την έκφραση
του παραγωγικού κορμού του ελληνικού λαού, το νεανικό σφρίγος, η
ποιότητα του κόσμου που τον στήριξε, πρέπει να βρει έκφραση στη συνολική
εικόνα του, πέραν από την εικόνα του επικεφαλής. Το κόμμα διαμαρτυρίας
πρέπει να μεταμορφωθεί σε κόμμα που προσπαθεί να ανασυντάξει την
κοινωνία και να επανορίσει τους κανόνες της πολιτικής αντιπροσώπευσης.
Αυτό είναι ένα δύσκολο αλλά μεγάλο, ιστορικό διακύβευμα» και κατέληγε
ακόμα πιο εμφατικά «ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να γίνει η μήτρα ενός μεγάλου
κόμματος της Αριστεράς που θα εμπνεύσει ελπίδα αλλά επίσης σεβασμό και
δέος στο εσωτερικό και στο εξωτερικό» δείχνοντας πως έχει πάρει οριστικό
διαζύγιο με το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ και την ομάδα εκείνη με την οποία
συμπορεύτηκε στον ΟΠΕΚ.

Υπουργοποίηση

Δεν ήταν λίγες μάλιστα την εποχή εκείνη, οι αναφορές στον τύπο
που έκαναν λόγο για πιθανή υπουργοποίηση του στο υπ. Παιδείας , σε
περίπτωση που ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερνε να είναι κυβέρνηση. Ο ίδιος είχε δώσει
τροφή , καθώς σε ρόλο άτυπου συμβούλου, έγραφε στην Αυγή: «O ΣΥΡΙΖΑ
πρέπει να γνωρίζει από τώρα τα ονόματα των βασικών υπουργών την επόμενη
μέρα, ποιος μπορεί να είναι ο πρωθυπουργός σε περίπτωση συμμαχιών, τι θα
κάνει και με ποιους θα μιλήσει από το βράδυ των αποτελεσμάτων, τα μέτρα
για τις επόμενες ώρες, μέρες και βδομάδες. Οι δίαυλοι επικοινωνίας
πρέπει να είναι από τώρα προετοιμασμένοι»

Στην γραμμή Τσίπρα

Ο Αντώνης Λιάκος και μετά τις εκλογές δεν
σταμάτησε να αρθογραφεί τακτικά για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα,
επιβεβαιώνοντας πως ο δημόσιος βίος δεν τον αφήνει αδιάφορο. Ένα άρθρο
του στα τέλη μάλιστα Ιανουαρίου, προκάλεσε πολλές συζητήσεις. Καθώς όχι
μόνο δίνει το στίγμα μιας νέας πολιτικής τακτικής της αριστεράς, αλλά
έρχεται σε απόλυτη σύμπνοια με όσα λέει ο Αλέξης Τσίπρας για την μεγάλη
δημοκρατική παράταξη και το άνοιγμα στον μεσαίο χώρο. Κάτι που πολλοί το
μετέφρασαν ως ανοικτό δίαυλο επικοινωνίας με την ηγετική ομάδα του
ΣΥΡΙΖΑ. Συγκεκριμένα γράφει πως «Η αποσαφήνιση λοιπόν του «εμείς» αφορά
τη συγκρότηση μιας κοινωνικής και ιδεολογικής ηγεμονίας, και ως εκ
τούτου πολιτικό πεδίο διαμάχης. Αν λοιπόν η Δεξιά στοχεύει σε μια
αμφίπλευρη διεύρυνση του χώρου και της επιρροής της, και προς την
ακροδεξιά και προς την κεντροαριστερά (το μεγάλο πατριωτικό ευρωπαϊκό
κόμμα), τότε η συγκρότηση ενός αντίπαλου πολιτικού δέους, αφενός δεν
πρέπει ούτε είναι δυνατό να διεκδικήσει ολόκληρο τον αντιμνημονιακό
χώρο, αφετέρου πρέπει να ρίξει γέφυρες με κόσμο που βρίσκεται πέραν του
μνημονιακού συνόρου. Και από τον κόσμο αυτό δεν πρέπει να περιμένει
κανείς ότι θα μεταστραφεί. Πρέπει να συναντηθεί μαζί του στη δημιουργία
ενός νέου «εμείς» {…} Το πεδίο της συνάντησης θα είναι η μετάβαση από
την αντιμνημονιακή πολιτική της ανάσχεσης στην πολιτική της δημιουργίας
που θα βγάλει την Ελλάδα από το μεταμνημονιακό βάλτο που βρίσκεται τώρα.
Και αυτό δεν μπορεί να είναι μια στιγμιαία πράξη (λ.χ. ακύρωση των όρων
του μνημονίου ή επαναδιαπραγμάτευση). Αυτό θα είναι ένα διαφορετικό
σχέδιο κοινωνίας, μια πρόταση για μια νέα κοινωνική σύμβαση».

«Έκπτωτος» καθηγητής

Μπλεξίματα με την νομιμότητα της έδρας του είχε στο παρελθόν ο
καθηγητής. Το 1988, η Φιλοσοφική Σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών
προκήρυξε θέση αναπληρωτή καθηγητή με γνωστικό αντικείμενο την «Ιστορία
Νεωτέρας Ελλάδος». Υποψήφιοι ήταν οι Δημήτρης Μιχαλόπουλος και Αντώνης Λιάκος,
επίκουροι καθηγητές τότε στο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τελικά τη θέση
την πήρε ο Λιάκος, αλλά όπως κατήγγειλε ο έτερος υποψήφιος Δημήτρης
Μιχαλόπουλος, όχι με νόμιμη διαδικασία κάτι που τον έκανε να προσφύγει
στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Εφτά χρόνια μετά εκδόθηκε η απόφαση
3138/1996, με την οποία ακυρώνεται η εκλογή του Λιάκου, ο οποίος στο
μεταξύ είχε φτάσει στην βαθμίδα του καθηγητή. Στην απόφαση ωστόσο
τονιζόταν πως , εφόσον προϋπόθεση της εξέλιξής του αυτής αποτελούσε η
νόμιμη εκλογή του στη βαθμίδα του αναπληρωτή (η οποία εκλογή αποδείχτηκε
παράνομη), έπρεπε να εκπέσει στη βαθμίδα του επίκουρου καθηγητή και να
επαναληφθεί η διαδικασία πλήρωσης της θέσης του αναπληρωτή, νομίμως
αυτήν τη φορά και με συνυποψήφιό του τον Δημήτρη Μιχαλόπουλο.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός11 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις11 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή