Ακολουθήστε μας

Διεθνή

« Η χρεωμένη Ευρώπη αναπαράγει τα δικά μας λάθη »

Δημοσιεύτηκε στις

Correa Rafael ,
[Βασιλοπούλου Κορίνα (μτφ)]  Le Monde Diplomatique

Ο Ραφαήλ Κορέα, πρόεδρος του Ισημερινού
Σε μια διάλεξή του στη Σορβόνη, στις 6 του
περασμένου Νοεμβρίου, ο πρόεδρος του Εκουαδόρ, Ραφαέλ Κορέα, εγκάλεσε
τους Eυρωπαίους ομολόγους του ως προς τον τρόπο που χειρίζονται την
κρίση χρέους. Αυτός, όπως πιστεύει, χαρακτηρίζεται από μία και μοναδική
εμμονή : να εξασφαλιστούν τα συμφέροντα των τραπεζών. Εδώ μας δίνει μια
αναλυτική προσέγγιση του σκεπτικού του.


Εμείς οι Λατινοαμερικάνοι είμαστε ειδικοί στις κρίσεις. Όχι γιατί ίσως είμαστε πιο έξυπνοι από τους άλλους, αλλά γιατί τις έχουμε ζήσει όλες. Ο τρόπος που τις χειριστήκαμε μάλιστα ήταν τραγικός, διότι είχαμε μία και μόνη προτεραιότητα : να διασφαλίσουμε τα δικαιώματα του κεφαλαίου, έστω κι αν αυτό σήμαινε ότι η περιοχή θα βυθιζόταν σε μια μακροχρόνια κρίση χρέους. Σήμερα, παρατηρούμε με ανησυχία την Ευρώπη να ακολουθεί με τη σειρά της τον ίδιο δρόμο.

Τη δεκαετία του 1970, οι χώρες της Λατινικής Αμερικής μπήκαν σε μια κατάσταση εντατικής εξωτερικής χρέωσης. Η επίσημη ιστορία δηλώνει ότι η κατάσταση αυτή προέκυψε από τις πολιτικές « ανεύθυνων » κυβερνήσεων και τις συσσωρευμένες ανισότητες του μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης που υιοθετήθηκε στην ήπειρο μετά τον πόλεμο : τη δημιουργία, δηλαδή, μιας βιομηχανίας ικανής να παράγει τοπικά τα προϊόντα που εισάγονταν ή, άλλως, την « εκβιομηχάνιση δια της υποκατάστασης των εισαγωγών ».

Αυτή η εντατική χρέωση στην πράξη προωθήθηκε –και μάλιστα επιβλήθηκε– από τους διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς. Η υποτιθέμενη λογική τους υπαγόρευε ότι, χάρη στη χρηματοδότηση προγραμμάτων υψηλής αποδοτικότητας, τα οποία αφθονούσαν εκείνη την εποχή στις χώρες του τρίτου κόσμου, θα φτάναμε στην ανάπτυξη, ενώ τα κέρδη από αυτές τις επενδύσεις θα επέτρεπαν την αποπληρωμή του συσσωρευμένου χρέους.

Αυτό διήρκησε ώς τις 13 Αυγούστου του 1982, όταν το Μεξικό κήρυξε αδυναμία αποπληρωμής του χρέους. Από τότε, ολόκληρη η Λατινική Αμερική αναγκάστηκε να υποστεί τη διακοπή στην παροχή δανείων από το εξωτερικό, παράλληλα με την απότομη αύξηση των επιτοκίων του χρέους τους. Δάνεια τα οποία είχαν συναφθεί με κυμαινόμενα επιτόκια της τάξης του 4% με 6%, έφτασαν ξαφνικά στο 20%. Ο Μαρκ Τουέιν έλεγε : « Ο τραπεζίτης είναι κάποιος που σας δανείζει ομπρέλα όταν έχει λιακάδα και σας την ξαναπαίρνει μόλις αρχίσει να βρέχει… ».

Έτσι ξεκίνησε η δική μας « κρίση χρέους ». Τη δεκαετία του 1980, η Λατινική Αμερική πραγματοποίησε καθαρή μεταφορά πόρων προς τους πιστωτές της αξίας 195 δισ. δολαρίων (η σημερινή τους αξία ανέρχεται περίπου στα 554 δισ. δολάρια). Την ίδια εποχή, το εξωτερικό χρέος της περιοχής σκαρφάλωνε από τα 223 δισ. δολάρια το 1980, στα… 443 δισ. δολάρια το 1991 ! Κι αυτό όχι εξαιτίας νέων δανείων, αλλά λόγω της επαναχρηματοδότησης και της συσσώρευσης τόκων.

Στην πράξη, η Νότια Αμερική είδε τη δεκαετία του 1980 να κλείνει με τα ίδια επίπεδα κατά κεφαλήν εισοδήματος των μέσων της δεκαετίας του 1970. Κάνουν λόγο για μια « χαμένη δεκαετία για την ανάπτυξη ». Στην πραγματικότητα, αυτό που χάθηκε ήταν μια ολόκληρη γενιά.

Παρόλο που υπήρχε κοινό μερίδιο ευθύνης, οι κυρίαρχες χώρες, οι διεθνείς γραφειοκρατικοί οργανισμοί, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Παγκόσμια Τράπεζα και η Παναμερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης (BID), καθώς φυσικά και οι διεθνείς ιδιωτικές τράπεζες απέδωσαν συνοπτικά τις δυσκολίες στην υπερχρέωση των κρατών (overborrowing). Δεν ανέλαβαν ποτέ την ευθύνη για το ρόλο που οι ίδιες διαδραμάτισαν στην ανεύθυνη παροχή δανείων(overlending), την άλλη όψη του προβλήματος.

Οι σοβαρές δημοσιονομικές κρίσεις και οι κρίσεις υπερσυσσώρευσης εξωτερικού χρέους που προκλήθηκαν από την καθαρή μεταφορά πόρων της Λατινικής Αμερικής προς τους πιστωτές της, οδήγησαν αρκετές χώρες της περιοχής να συντάξουν « επιστολές προθέσεως » τις οποίες υπαγόρευε το ΔΝΤ. Αυτές οι δεσμευτικές συμφωνίες επέτρεπαν τη λήψη δανείων από τον οργανισμό, καθώς και την εγγύησή του στην επαναδιαπραγμάτευση των διμερών χρεών που είχαν συναφθεί με τις πιστώτριες χώρες, όλες μέλη του Κλαμπ των Παρισίων.

Έλλειψη ηγετών και ιδεών
Τα προγράμματα δομικής προσαρμογής και σταθεροποίησης επέβαλαν τις γνωστές συνταγές : δημοσιονομική λιτότητα, αύξηση στις τιμές των δημοσίων υπηρεσιών, ιδιωτικοποιήσεις κ.λπ.. Ένα σωρό μέτρα, τα οποία δεν είχαν στόχο να οδηγήσουν στην έξοδο από την κρίση το συντομότερο δυνατό ούτε να ενισχύσουν την ανάπτυξη και την απασχόληση, αλλά να εγγυηθούν την εξυπηρέτηση του χρέους στις ιδιωτικές τράπεζες. Τελικά, τα κράτη παρέμεναν χρεωμένα όχι μόνο σε αυτά τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, αλλά και στους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, οι οποίοι προστάτευαν τα συμφέροντα των τραπεζών.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης άρχισε να επιβάλλεται στην Αμερική και στον κόσμο : ο νεοφιλελευθερισμός. H νέα « συναίνεση » ως προς τη στρατηγική της ανάπτυξης ονομάστηκε « συναίνεση » της Ουάσινγκτον, καθώς οι κύριοι εμπνευστές και διαφημιστές της ήταν οι πολυμερείς χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί με έδρα την Ουάσινγκτον. Σύμφωνα με το πνεύμα της μόδας, η κρίση στη Λατινική Αμερική οφειλόταν στην υπερβολική παρέμβαση του κράτους στην οικονομία, στην απουσία ενός κατάλληλου συστήματος ελεύθερων τιμών και στην απομάκρυνση από τις διεθνείς αγορές –με δεδομένο ότι τα χαρακτηριστικά αυτά απέρρεαν από το λατινοαμερικάνικο μοντέλο εκβιομηχάνισης δια της αντικατάστασης των εισαγωγών.

Χάρη σε μια άνευ προηγουμένου καμπάνια ιδεολογικού μάρκετινγκ υπό τη μορφή επιστημονικής έρευνας, καθώς και στις άμεσες πιέσεις που ασκούσαν το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα, η περιοχή πέρασε από το ένα άκρο στο άλλο : τη δυσπιστία απέναντι στην αγορά και την υπερβολική εμπιστοσύνη στο κράτος αντικατέστησαν οι ελεύθερες συναλλαγές, η απορρύθμιση και οι ιδιωτικοποιήσεις.

Η κρίση δεν ήταν μόνο οικονομική. Προέκυψε από ένδεια ηγετών και ιδεών. Φοβηθήκαμε να σκεφτούμε για λογαριασμό μας και δεχτήκαμε παθητικά όσο και παράλογα τις έξωθεν επιταγές.

Η περιγραφή της κρίσης που βίωσε το Εκουαδόρ σίγουρα θα φανεί οικεία σε πολλούς Ευρωπαίους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση πάσχει από υπερχρέωση, η οποία παράγεται και επιδεινώνεται από το νεοφιλελεύθερο φονταμενταλισμό. Μολονότι σεβόμαστε την εθνική κυριαρχία και την ανεξαρτησία κάθε περιοχής του κόσμου, μας εκπλήσσει η διαπίστωση ότι η πεφωτισμένη Ευρώπη επαναλαμβάνει κατά γράμμα όλα τα λάθη που διέπραξε χθες η Λατινική Αμερική.

Οι ευρωπαϊκές τράπεζες δάνεισαν την Ελλάδα κάνοντας πως δεν έβλεπαν ότι το ελληνικό δημοσιονομικό έλλειμμα ήταν τρεις φορές μεγαλύτερο απ’ ό,τι δήλωνε το κράτος. Τίθεται εκ νέου ένα πρόβλημα υπερχρέωσης, ενώ παραλείπεται να αναφερθεί η άλλη του όψη : ο υπερβολικός δανεισμός. Λες και το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο δεν είχε ποτέ το παραμικρό μερίδιο ευθύνης.

Από το 2010 ώς το 2012, η ανεργία στην Ευρώπη έφτασε σε ανησυχητικά επίπεδα. Μεταξύ 2009 και 2012, η Πορτογαλία, η Ιταλία, η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Ισπανία μείωσαν τις δαπάνες στον προϋπολογισμό τους κατά 6,4% κατά μέσο όρο, πλήττοντας σοβαρά με αυτό τον τρόπο τις υπηρεσίες της υγείας και της παιδείας. Η δικαιολογία για αυτή την πολιτική ήταν η έλλειψη πόρων. Ωστόσο, απελευθερώθηκαν σημαντικά χρηματικά ποσά για την ενίσχυση του τραπεζικού τομέα. Στην Πορτογαλία, στην Ελλάδα και στην Ιρλανδία, τα ποσά της « τραπεζικής διάσωσης » ξεπερνούν το σύνολο των ετήσιων μισθών.

Κι ενώ η κρίση χτυπά με δριμύτητα τους λαούς της Ευρώπης, συνεχίζουν να τους επιβάλλουν τις συνταγές που απέτυχαν παντού ανά τον κόσμο.

Ας πάρουμε το παράδειγμα της Κύπρου. Όπως πάντα, το πρόβλημα ξεκινά με την απορύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Το 2012, ο κακός χειρισμός του ξεφεύγει εκτός ορίων. Οι τράπεζες της χώρας, κυρίως η Τράπεζα Κύπρου και η Λαϊκή, είχαν παραχωρήσει στην Ελλάδα ιδιωτικά δάνεια για ποσά που ξεπερνούσαν το κυπριακό ΑΕΠ. Τον Απρίλιο του 2013, η τρόικα προτείνει « διάσωση » ύψους 10 δισ. ευρώ. Τη συνδέει με ένα πρόγραμμα προσαρμογής, το οποίο περιλαμβάνει τη μείωση του δημόσιου τομέα, την κατάργηση του συστήματος μερισματικής συνταξιοδότησης για τους νέους δημόσιους υπαλλήλους, την ιδιωτικοποίηση δημοσίων επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας, μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής ώς το 2018, τον περιορισμό των κοινωνικών δαπανών και τη δημιουργία ενός « ταμείου χρηματοπιστωτικής διάσωσης » που στόχο έχει να στηρίξει τις τράπεζες και να επιλύσει τα προβλήματά τους, πέρα από το κούρεμα των καταθέσεων που υπερβαίνουν τις 100.000 ευρώ.

Ουδείς αμφιβάλλει για την αναγκαιότητα μεταρρυθμίσεων ούτε για το ότι πρέπει να διορθωθούν σοβαρά λάθη, των προπατορικών συμπεριλαμβανομένων : η Ευρωπαϊκή Ένωση έκανε δεκτές στους κόλπους της χώρες με πολύ σημαντικές αποκλίσεις στην παραγωγικότητα τους, αποκλίσεις χωρίς αντανάκλαση στους εθνικούς μισθούς. Μόνο που, κατ’ ουσία, οι πολιτικές που ακολουθούνται δεν έχουν ως ζητούμενο την έξοδο από την κρίση με το μικρότερο κόστος για τους Ευρωπαίους πολίτες, αλλά να εγγυηθούν την πληρωμή του χρέους στις ιδιωτικές τράπεζες.

Αναφερθήκαμε στις χρεωμένες χώρες. Τι γίνεται με τους ιδιώτες που αδυνατούν να εξοφλήσουν τα δάνειά τους ; Ας πάρουμε το παράδειγμα της Ισπανίας. Η απουσία ελέγχου και η πανεύκολη πρόσβαση στο χρήμα των ισπανικών τραπεζών είχαν ως αποτέλεσμα μια τεράστια ποσότητα υποθηκευτικών δανείων, τα οποία όξυναν την κερδοσκοπία στα ακίνητα. Οι ίδιες οι τράπεζες έψαχναν πελάτες, εκτιμούσαν την τιμή της κατοικίας τους και τους δάνειζαν πάντα επιπλέον χρήματα για την αγορά αυτοκινήτου, επίπλων, ηλεκτρικών συσκευών κ.λπ..

Όταν σκάει η φούσκα των ακινήτων, ο καλόπιστος δανειολήπτης δεν μπορεί πια να πληρώνει το δάνειό του : δεν έχει δουλειά. Του παίρνουν το σπίτι, μόνο που αυτό κοστίζει πια λιγότερο από όταν το αγόρασε. Η οικογένειά του βρίσκεται στο δρόμο και χρεωμένη δια βίου. Το 2012 καταμετρήθηκαν περισσότερες από 200 εξώσεις την ημέρα, πράγμα που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τις αυτοκτονίες στην Ισπανία…

Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα : γιατί δεν προστρέχουμε σε αυτονόητες λύσεις και γιατί επαναλαμβάνεται πάντα το χειρότερο σενάριο ; Διότι το πρόβλημα δεν είναι τεχνικής, αλλά πολιτικής φύσης. Καθορίζεται από το συσχετισμό δυνάμεων. Ποιος διοικεί τις κοινωνίες μας ; Οι άνθρωποι ή το κεφάλαιο ;

Το μεγαλύτερο άδικο που διαπράξαμε με την οικονομία είναι ότι την αποσπάσαμε από την αρχική της φύση, της πολιτικής οικονομίας. Μας έκαναν να πιστέψουμε ότι όλα τα ζητήματα είναι τεχνικά. Μας μεταμφίεσαν την ιδεολογία σε επιστήμη και ενθαρρύνοντάς μας να μην λαμβάνουμε υπόψη τους συσχετισμούς δυνάμεων στους κόλπους μιας κοινωνίας, μας έθεσαν όλους στην υπηρεσία των κυρίαρχων δυνάμεων, αυτών που ονομάζω « αυτοκρατορία του κεφαλαίου ».

Η στρατηγική της εντατικής χρέωσης που εξαπέλυσε την κρίση στη λατινοαμερικάνικη ήπειρο δεν είχε στόχο να βοηθήσει τις χώρες μας να αναπτυχθούν. Υπάκουε στην επείγουσα ανάγκη να τοποθετηθεί κάπου το χρηματικό πλεόνασμα που πλημμύριζε τις χρηματοπιστωτικές αγορές του « πρώτου κόσμου », τα πετροδόλαρα που οι αραβικές πετρελαιοπαραγωγές χώρες είχαν τοποθετήσει στις τράπεζες των αναπτυσσόμενων χωρών. Η ρευστότητα προερχόταν από την άνοδο στην τιμή του πετρελαίου που ακολούθησε τον πόλεμο του Οκτωβρίου του 1973, καθώς ο Οργανισμός Εξαγωγών Πετρελαιοπαραγωγών Χωρών (ΟΠΕΚ) διατηρούσε τις τιμές αυτές σε υψηλά επίπεδα. Μεταξύ 1975 και 1980, οι καταθέσεις στις διεθνείς τράπεζες αυξήθηκαν από 82 σε 440 δισ. δολάρια (σημερινή αξία 1,226 τρισ. δολάρια).

Μπροστά στην ανάγκη να τοποθετηθούν τόσο σημαντικά χρηματικά ποσά, ο « τρίτος κόσμος » ξύπνησε το ενδιαφέρον. Έτσι, από το 1975 άρχισαν να παρελαύνουν οι διεθνείς τραπεζίτες που επιθυμούσαν να τοποθετήσουν κάθε είδους δάνειο –ακόμα και για τη χρηματοδότηση των τρεχόντων εξόδων και για την αγορά όπλων από τους δικτάτορες που κυβερνούσαν πολλά κράτη. Αυτοί οι γεμάτοι ζήλο τραπεζίτες, οι οποίοι δεν είχαν έρθει ποτέ στην περιοχή, ούτε καν ως τουρίστες, έφεραν μαζί τους και μεγάλες βαλίτσες με μίζες που προορίζονταν για τους δημόσιους λειτουργούς, για να τους κάνουν να δεχτούν νέα δάνεια με οποιοδήποτε πρόσχημα. Συγχρόνως, οι διεθνείς χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί και οι αναπτυξιακοί οίκοι συνέχιζαν να πουλούν την ιδέα ότι η λύση όλων ήταν να χρεώνεσαι.

Ιδεολογία μεταμφιεσμένη σε επιστήμη
Παρόλο που η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών χρησιμεύει, στην πράξη, στο να διασφαλίσει τη συνέχιση του συστήματος ανεξάρτητα από την ετυμηγορία της κάλπης, επιβλήθηκε ως « τεχνική » αναγκαιότητα στις αρχές της δεκαετίας του 1990, υποστηριζόμενη από υποτιθέμενες εμπειρικές μελέτες που απεδείκνυαν ότι ένας τέτοιος μηχανισμός επέφερε καλύτερες μακροοικονομικές επιδόσεις. Σύμφωνα με αυτές τις « έρευνες », οι ανεξάρτητες κεντρικές τράπεζες μπορούσαν να ενεργούν « τεχνικά », πέρα από επιβλαβείς πολιτικές πιέσεις. Με ένα εξίσου παράλογο επιχείρημα, θα έπρεπε ομοίως να αυτονομηθεί και το υπουργείο Οικονομικών, αφού η δημοσιονομική πολιτική θα έπρεπε να έχει κι αυτή καθαρά « τεχνικό » χαρακτήρα. Όπως υπαινίχθηκε ο Ρόναλτν Κόουζ, κάτοχος του βραβείου Οικονομικών Επιστημών το οποίο προσφέρει η Βασιλική Τράπεζα της Σουηδίας στη μνήμη του Άλφρεντ Νόμπελ, τα αποτελέσματα αυτών των μελετών είχαν την εξήγησή τους : είχαν βασανίσει τόσο πολύ τα δεδομένα, ώσπου να πουν όσα ήθελαν οι άλλοι να τα κάνουν να πουν.

Στην περίοδο που προηγήθηκε της κρίσης, οι αυτόνομες κεντρικές τράπεζες αφιερώθηκαν αποκλειστικά στη διατήρηση της νομισματικής σταθερότητας, δηλαδή στον έλεγχο του πληθωρισμού, παρά το γεγονός ότι διάφορες κεντρικές τράπεζες είχαν διαδραματίσει πρωταρχικό ρόλο στην ανάπτυξη χωρών όπως η Ιαπωνία ή η Νότια Κορέα. Ώς τη δεκαετία του 1970, ο βασικός ρόλος της Αμερικανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας ήταν να ευνοεί τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την οικονομική μεγέθυνση. Μόνο με την πίεση του πληθωρισμού, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, προστέθηκε στο καλάθι ο στόχος της προώθησης της σταθερότητας των τιμών.

Η προτεραιότητα που δίνεται στη σταθεροποίηση των τιμών σημαίνει επίσης στην πράξη ότι εγκαταλείπονται οι πολιτικές που στοχεύουν στη διατήρηση της πλήρους χρήσης των πόρων στην οικονομία. Σε σημείο που η δημοσιονομική πολιτική αντί να αμβλύνει τα υφεσιακά επεισόδια και την ανεργία, να τα οξύνει με την αδιάκοπη συμπίεση των εξόδων.

Οι λεγόμενες « ανεξάρτητες » κεντρικές τράπεζες, που το μόνο τους μέλημα είναι η νομισματική σταθερότητα, αποτελούν κομμάτι του προβλήματος, όχι της λύσης. Είναι ένας από τους παράγοντες που εμποδίζουν την Ευρώπη να βγει συντομότερα από την κρίση.

Το δυναμικό της Ευρώπης, ωστόσο, παραμένει άθικτο. Διαθέτει τα πάντα : ανθρώπινο ταλέντο, παραγωγικές πηγές, τεχνολογία. Νομίζω ότι πρέπει να αντλήσετε ισχυρά συμπεράσματα από αυτό : εδώ έχουμε να κάνουμε με πρόβλημα κοινωνικού συντονισμού, δηλαδή πολιτικής οικονομίας της ζήτησης ή όπως θέλει να το πει κανείς. Αντίθετα, οι σχέσεις εξουσίας στο εσωτερικό των χωρών σας και σε παγκόσμιο επίπεδο είναι όλες ευνοϊκές προς το κεφάλαιο, κυρίως το χρηματοπιστωτικό, λόγος για τον οποίο οι πολιτικές που εφαρμόζονται είναι αντίθετες με αυτό που θα ήταν κοινωνικά ευκταίο.

Πολλοί πολίτες, οι οποίοι δέχονται το σφυροκόπημα της υποτιθέμενης οικονομικής επιστήμης και των διεθνών γραφειοκρατιών, έχουν πειστεί ότι « δεν υπάρχει εναλλακτική ». Κάνουν λάθος.

 http://www.monde-diplomatique.gr/spip.php?article498

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO12 λεπτά πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός59 λεπτά πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή