Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η αλήθεια για τη Βραζιλία

Δημοσιεύτηκε στις

Ιάκωβος Ιωάννου

ΕΙΚΟΝΑ---Βραζιλία
Η τοπική Ολιγαρχία σχεδιάζει να
ανατρέψει την πρόεδρο της χώρας – για να παραδώσει τον έλεγχο της 7ης
μεγαλύτερης οικονομίας του πλανήτη και μέλους των BRICS στην Goldman
Sachs και στις υπόλοιπες τοκογλυφικές συμμορίες

Η Βραζιλία είναι μία χώρα που επέλεξε τη «βοήθεια» του ΔΝΤ αντί τη χρεοκοπία της, εκλέγοντας μία αριστερή κυβέρνηση (ανάλυση) – οπότε όλα όσα συμβαίνουν εκεί οφείλουν να μας ενδιαφέρουν, αφού κάτι ανάλογο χαρακτηρίζει μέχρι στιγμής και την Ελλάδα.
Φυσικά δεν υπάρχει καμία οικονομική σύγκριση με τη χώρα μας, αφού η
Βραζιλία είναι η 7η μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη, προικισμένη με
εξαιρετικά πολύτιμους φυσικούς πόρους – ενώ τόσο σε έκταση, όσο και σε πληθυσμό δεν έχει καμία απολύτως σχέση μαζί μας. Βρίσκεται επί πλέον σε μία περιοχή του πλανήτη που έχει βυθιστεί σε επανειλημμένες κρίσεις μετά το 1980 – οι οποίες έκτοτε επιστρέφουν ξανά και ξανά.


Περαιτέρω, η Βραζιλία βιώνει το τελευταίο χρονικό διάστημα εκτός από την οικονομική, μία μεγάλη πολιτική κρίση, με την πρόεδρο της (Rousseff) να κατηγορείται για διαφθορά – με αποτέλεσμα να επιδιώκεται η ανατροπή της, μόλις 18 μήνες μετά την επανεκλογή της με 54.000.000 ψήφους.
Για να μπορέσει όμως να διαπιστώσει κανείς τι ακριβώς συμβαίνει,
οφείλει να ερευνήσει αυτόν που προτείνεται για διάδοχος της – τον
αντιπρόεδρο (Temer), τον οποίο φαίνεται πως θέλει να εγκαταστήσει η
βραζιλιάνικη Ολιγαρχία, σε συνεργασία με τα ΜΜΕ, στην προεδρία της
χώρας.
Εν προκειμένω εντυπωσιάζεται κανείς αμέσως από το γεγονός ότι, αφενός
μεν δεν είναι καθόλου δημοφιλής, αφετέρου κατηγορείται για εκτεταμένη
διαφθορά. Ειδικότερα, σύμφωνα με μία πρόσφατη δημοσκόπηση, μόλις το 2%
των Βραζιλιάνων θα τον επέλεγαν – ενώ έχει ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη, επειδή υπάρχουν μάρτυρες που τον συνδέουν με ένα τεράστιο σκάνδαλο χρηματισμού (πηγή).

Εκτός αυτού, ένα ανώτατο δικαστήριο της χώρας σύστησε στο κογκρέσο να
δρομολογήσει μία διαδικασία μομφής εναντίον του – γεγονός που σημαίνει
πως οι υποψίες για την ενοχή του είναι απόλυτα αιτιολογημένες. Εν
τούτοις, ο κύριος αυτός προετοιμάζεται να αναλάβει τα ηνία της
Βραζιλίας, εάν η Γερουσία αποφασίσει αυτό το μήνα να δρομολογήσει μία δικαστική έρευνα εναντίον της προέδρου – οπότε δεν θα μπορεί να παραμείνει στη θέση της.

Συνεχίζοντας, ο δεύτερος κατά σειρά ενδεχόμενος διάδοχος της προέδρου
Rousseff μετά τον Temer, είναι ο πρόεδρος της Βουλής (Cunha) – ο οποίος είναι αποδεδειγμένα διεφθαρμένος σε απίστευτο βαθμό, αφού
έχει τεκμηριωθεί πως χρηματίσθηκε με πολλά εκατομμύρια δολάρια, τα
οποία κρύβει σε ελβετικούς λογαριασμούς, παρά το ότι ο ίδιος το είχε
διαψεύσει (πηγή).
Εν τούτοις, θα είναι εκείνος που θα βρίσκεται στην κορυφή της
δικαστικής έρευνας εναντίον της προέδρου – οπότε πολύ δύσκολα θα μπορεί
να θεωρήσει κανείς ότι, η διαδικασία θα είναι αντικειμενική.
Από τη δική του πλευρά ο αντιπρόεδρος (Temer) στηρίζει τον πρόεδρο
της Βουλής (Cunha), παρά το σκάνδαλο που αποκαλύφθηκε – δηλώνοντας
επίσημα ότι, δεν θα του ζητήσει να παραιτηθεί από τη θέση του. Σύμφωνα
δε με τους NYT, εάν αναλάβει αυτός την προεδρία, τότε ο Cunha θα
τοποθετηθεί αντιπρόεδρος – γεγονός που επεξηγεί πολύ καλά την αλληλοϋποστήριξη των δύο διεφθαρμένων πολιτικών της Βραζιλίας, καθώς επίσης τις ίντριγκες τους εναντίον της προέδρου της χώρας.
Σύμφωνα τώρα με τη Guardian, είναι πλέον φανερό πως η διαφθορά δεν είναι η πραγματική αιτία, λόγω της οποίας επιχειρείται η ανατροπή της δύο φορές εκλεγμένης προέδρου της Βραζιλίας – αλλά η αφορμή για να εκδιωχθεί από την κυβέρνηση, από τους εχθρούς της (πηγή).
Αντίθετα όμως με αυτή τη διαπίστωση, τα μεγάλα ΜΜΕ της χώρας, καθώς επίσης ο ίδιος ο αντιπρόεδρος, ισχυρίζονται πως όταν η κυρία Rousseff απομακρυνθεί από την κυβέρνηση, τότε θα αποδοθούν ευθύνες και στους άλλους διαφθαρμένους πολιτικούς (πηγή)
– κάτι που φυσικά δεν μπορεί να είναι αληθινό, κρίνοντας από τη στάση
του αντιπροέδρου, καθώς επίσης από τη στήριξη εκ μέρους του, του
διεφθαρμένου προέδρου της Βουλής.
Στην πραγματικότητα βέβαια ο αντιπρόεδρος σχεδιάζει να τοποθετήσει
έναν πολιτικό στη θέση του Γενικού Εισαγγελέα, με στόχο να καταδικαστεί η
πρόεδρος – κυρίως όμως για να σταματήσουν οι δικαστικές έρευνες που αφορούν τη διαφθορά στη χώρα, έτσι ώστε να προστατευτεί η πάγια τακτική του χρηματισμού των πολιτικών, από την οποία ωφελείται σε μεγάλο βαθμό ο ίδιος (πηγή).
 .

Η Goldman Sachs και οι λοιπές συμμορίες

Στο σημείο αυτό υπεισέρχεται η Goldman Sachs – αφού, όπως ανέφερε το Reuters, ο αντιπρόεδρος σχεδιάζει, όταν εκλεγεί πρόεδρος, να
αναθέσει τη διοίκηση της κεντρικής τράπεζας της Βραζιλίας στο γενικό
διευθυντή του υποκαταστήματος της αμερικανικής τράπεζας (
Leme) στη Βραζιλία (πηγή). Λογικά λοιπόν η  Goldman
Sachs έχει ένα πολύ σοβαρό κίνητρο, για να ανατρέψει την πρόεδρο – αφού
τότε θα αναλάβει αυτή την οικονομία, καθώς επίσης το χρηματοπιστωτικό
σύστημα της Βραζιλίας.
Εκτός αυτού, φαίνεται πως ο πρόεδρος του πλέον ισχυρού τραπεζικού
συνδέσμου της Βραζιλίας και πρώην διευθυντικό στέλεχος του ΔΝΤ (M.
Portugal), θα αναλάβει τη θέση του υπουργού οικονομικών – όταν ανατραπεί
η πρόεδρος και αναλάβει τη διακυβέρνηση της Βραζιλίας ο αντιπρόεδρος. Ο τελευταίος (Temer) έχει
ήδη εξαγγείλει μέτρα λιτότητας (δραστικές μειώσεις των δαπανών του
προϋπολογισμού), τα οποία φυσικά θα επιδείνωναν την κρίση στη χώρα –
έτσι ώστε να λεηλατηθεί ευκολότερα τόσο από την εγχώρια, όσο και από τη διεθνή ελίτ (πηγή).
Από την άλλη πλευρά, ο διοικητής του πολυεθνικού ομίλου «Banco
Latinoamericano» δήλωσε πως η απομάκρυνση της προέδρου από την
κυβέρνηση, θα αποτελέσει ένα πρώτο βήμα προς την ομαλοποίηση της
οικονομίας της Βραζιλίας (πηγή)! Συμπλήρωσε δε πως μία νέα κυβέρνηση υπό
την ηγεσία του αντιπροέδρου, εάν κατάφερνε να επιβάλλει, καθώς επίσης να εφαρμόσει τις διαρθρωτικές αλλαγές που επιθυμεί ο χρηματοπιστωτικός τομέας,
θα βοηθούσε τη χώρα να ξεφύγει από την κρίση – αφού θα δημιουργούνταν
νέες επιχειρηματικές δυνατότητες και ευκαιρίες στη Βραζιλία, μέσω των
οποίων θα επιλυόντουσαν όλα της τα προβλήματα.
Παράλληλα, όλα τα μεγάλα ΜΜΕ της χώρας στηρίζουν σχεδόν μαζικά την καμπάνια που έχει στόχο την ανατροπή της προέδρου – ενώ από την αρχή έχουν συμβάλλει στην οργάνωση διαδηλώσεων διαμαρτυρίας σε ολόκληρη τη Βραζιλία, πάντοτε εναντίον της προέδρου. Το γεγονός αυτό δεν θεωρείται βέβαια περίεργο, αφού η χώρα ευρίσκεται στην 104η θέση παγκοσμίως (πηγή),
όσον αφορά την ελευθερία του Τύπου – αφενός μεν επειδή οι δημοσιογράφοι
εκβιάζονται από την εγχώρια ελίτ, αφετέρου επειδή η συγκέντρωση των ΜΜΕ
στα χέρια μίας μικρής μειοψηφίας είναι εξαιρετικά μεγάλη.
Ειδικότερα, δέκα επιχειρηματικές
οικογένειες με πολύ μεγάλη επιρροή κατέχουν, μέσω των ομίλων τους, τα
σημαντικότερα ραδιοφωνικά, τηλεοπτικά και έντυπα μέσα μαζικής ενημέρωσης
της Βραζιλίας
– παρά το ότι έχουν περάσει σχεδόν
τριάντα χρόνια από τη στρατιωτική δικτατορία, η οποία είχε προωθήσει
αυτή τη συγκέντρωση των ΜΜΕ στα χέρια λίγων, για την εξυπηρέτηση των
δικών της συμφερόντων.
 .

Συμπέρασμα

Συνοψίζοντας, η χρηματοπιστωτική και επιχειρηματική ελίτ της
Βραζιλίας, με τη βοήθεια των διεθνών τοκογλυφικών συμμοριών (Goldman
Sachs, ΔΝΤ), προσπαθεί να ανατρέψει την εκλεγμένη πρόεδρο με την αιτιολογία της διαφθοράς – διοργανώνοντας πονηρά μία συνωμοσία, για να προωθήσει στην εξουσία τους πλέον διεφθαρμένους πολιτικούς της χώρας.
Με πιο απλά λόγια, η εγχώρια Ολιγαρχία θέλει να ανατρέψει μία κυβέρνηση που έχει εκλεγεί για τέταρτη συνεχή θητεία, για να παραδώσει τον έλεγχο της 7ης μεγαλύτερης οικονομίας του πλανήτη και μέλους των BRICS, στην Goldman Sachs και στις υπόλοιπες συμμορίες
– με τη βοήθεια της εξαπάτησης των μαζών, καθώς επίσης με εγκληματικές
μεθόδους (το ότι η χώρα είναι μέλος των BRICS έχει τη δική του σημασία,
εξαιτίας της Ρωσίας – σε δεύτερο λόγο της Κίνας).
Με τον τρόπο αυτό η μεγαλύτερη χώρα της Λατινικής Αμερικής, με
200.000.000 κατοίκους, κινδυνεύει να λεηλατηθεί ακόμη μία φορά από μία
μικρή ελίτ – η οποία διεξάγει έναν ιδιοτελή πόλεμο εναντίον της νεαρής δημοκρατίας, αδιαφορώντας για τις τεράστιες ζημίες που προκαλεί στην ίδια της την πατρίδα.
.
Υστερόγραφο: Ο
γερουσιαστής της αντιπολίτευσης (PSDB) A. Nunes, επισκέφθηκε τις Η.Π.Α.
στις 20 Απριλίου, με πρωτοβουλία της «εταιρείας-λόμπι» της πρώην
υπουργού εξωτερικών M. Albright – με στόχο τη διεξαγωγή μυστικών συζητήσεων κατ’ εντολή του αντιπροέδρου της Βραζιλίας (πηγή), οι οποίες αποσκοπούν στη στήριξη του τελευταίου για την προεδρία της χώρας.
Οι Η.Π.Α. ασκούν παραδοσιακά σημαντική επιρροή στην πολιτική ζωή της
Βραζιλίας, έχοντας βοηθήσει στο παρελθόν δικτατορικά καθεστώτα να
ανέλθουν στην εξουσία, για να διευκολύνουν τη συμμετοχή των αμερικανικών ομίλων σε διάφορες τοπικές επιχειρήσεις
– ενώ η πρόεδρος Rousseff είχε εφαρμόσει μία εξωτερική και ενεργειακή
πολιτική, την οποία οι Η.Π.Α. θεωρούν εχθρική στα συμφέροντα τους.
Ειδικά στους τομείς της πυρηνικής ενέργειας (όπου η Βραζιλία σκοπεύει
να κατασκευάσει ακόμη οκτώ ατομικά εργοστάσια και ένα ναυπηγείο για
πυρηνικά υποβρύχια), καθώς επίσης της εξόρυξης πετρελαίου, η πρόεδρος αποσκοπούσε στην ανεξαρτησία της από την υπερδύναμη – κάτι που φυσικά δεν είναι πρόθυμες να αποδεχτούν οι Η.Π.Α.
Τα παραπάνω εγχειρήματα όμως σταμάτησαν, λόγω των δικαστικών
περιπετειών της προέδρου – ενώ έχουν ασκηθεί διώξεις σε σχέση με αυτά
όχι μόνο σε πολιτικούς αλλά, επίσης, σε άτομα και σε εταιρείες που
συμμετέχουν στην κατασκευή των εργοστασίων. Η ίδια η πρόεδρος αναίρεσε την παρουσία της στη σύσκεψη κορυφής για τα πυρηνικά που έγινε το Μάρτιο του 2016 στην Ουάσιγκτον – με την αιτιολογία πως δεν το επέτρεπαν τα προβλήματα της χώρας της (πηγή).
Περαιτέρω, η πρόεδρος θέλει να
εμποδίσει την επέκταση των αμερικανικών ομίλων στη Βραζιλία, για να
μπορέσει να ελέγξει η ίδια την εγχώρια ενεργειακή αγορά
–
υπενθυμίζοντας πως η μοναδική μεγάλη επιχείρηση της χώρας, η οποία δεν
ιδιωτικοποιήθηκε παρά τις πιέσεις του ΔΝΤ το 2000, είναι η εταιρεία
εξόρυξης Petrobras.
Παραδόξως δε σε αυτήν την εταιρεία διαπιστώθηκαν τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα διαφθοράς, για τα οποία κατηγορείται η Rousseff
– ενώ μέσω αυτών σχεδιάζεται η ανατροπή της, σε συνδυασμό με τις
υπερβολικές δαπάνες για τη διεξαγωγή των ολυμπιακών αγώνων, λόγω των
οποίων ξέσπασαν προηγουμένως (εννέα μήνες πριν το σκάνδαλο της
Petrobras) πολλές διαδηλώσεις εναντίον της.
Δυστυχώς οι λαοί επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από τα ΜΜΕ
– τα οποία στη Βραζιλία κατέχονται από τις δέκα ισχυρές οικογένειες που
ενδιαφέρονται μόνο για τα συμφέροντα τους και καθόλου για την πατρίδα
τους.
Συνεχίζοντας, για τη διαφθορά που διαπιστώθηκε στην Petrobras συνελήφθη ο πρώην πρόεδρος της Βραζιλίας, ο αριστερός Lula da Silva, ο οποίος ανήκει στον έμπιστο κύκλο της Rousseff – ενώ συμμετείχε στην επεξεργασία πολλών εθνικών εγχειρημάτων στον τομέα της εξόρυξης πετρελαίου (πηγή).
Φαίνεται λοιπόν πως οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες δεν αφήνουν τίποτα στην τύχη και δεν ξεχνούν
– γεγονός που σημαίνει επίσης ότι, οι Η.Π.Α. δεν είναι καθόλου πρόθυμες
να επιτρέψουν σε αριστερές κυβερνήσεις να καταστρέψουν το
νεοφιλελεύθερο σύστημα που επιβάλλουν σταδιακά σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Σε κάθε περίπτωση ο διάδοχος της προέδρου, όποιος και αν είναι, θα υπογράψει μία συμφωνία με τις Η.Π.Α. στον ενεργειακό τομέα, έτσι ώστε να αποκλεισθεί η Κίνα ή/και η Ρωσία
– οπότε θα αποκατασταθεί η κυρίαρχη θέση των αμερικανικών ομίλων στη
Βραζιλία. Στα πλαίσια αυτά, οι συνειρμοί για την Ελλάδα και τις
δυνατότητες ανάκτησης της εθνικής της κυριαρχίας είναι αυτονόητοι –
οπότε δεν χρειάζεται καθόλου να τους αναλύσει κανείς.

Στοιχεία: G. Greenwald, Reuters, Bloomberg

Ιάκωβος Ιωάννου, για το Analyst.gr
.

© Copyright 2016 — Analyst.gr. Απαγορεύεται η μερική ή ολική αναδημοσίευση / αναπαραγωγή περιεχομένων του παρόντος website

με οποιοδήποτε τρόπο χωρίς προηγούμενη έγγραφη άδεια των εκδοτών.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός5 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις5 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή