Ακολουθήστε μας

Οικονομία

H πυρκαγιά στο Μάτι τσουρούφλισε τον Τσίπρα – Μια προβοκάτσια στη Μεσόγειο θα τον (μας) αποτεφρώσει

Δημοσιεύτηκε στις

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου
Η ελληνική (και κυπριακή) πολιτική και στρατιωτική ηγεσία βρίσκεται ενώπιον ζητημάτων που, αν δεν προσεχθούν δεόντως, μπορούν να έχουν σοβαρότερες συνέπειες και από αυτές των αποφάσεων που έλαβαν οι Έξι, όταν έστελναν τον ελληνικό στρατό στον Σαγγάριο, τη υποδείξει των Αγγλογάλλων, με αποτέλεσμα την Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Αλλά και αυτών που είχαν οι αποφάσεις του Δημήτριου Ιωαννίδη που, με βάση την ενθάρρυνση, τις υποδείξεις και τις διαβεβαιώσεις των Αμερικανών και των συμμάχων τους, διέταξε το πραξικόπημα στην Λευκωσία, ανοίγοντας τον δρόμο στην τουρκική εισβολή στην Κύπρο και στην καταστροφή του μισού κυπριακού ελληνισμού, το 1974.
Γιατί τώρα, στην κατάσταση που είναι η χώρα, αλλά και το διεθνές περιβάλλον, με μια κλιμακούμενη παγκόσμια σύρραξη και όλες σχεδόν τις παγκόσμιες σταθερές υπό αίρεση, τυχόν πολεμική εμπλοκή της Ελλάδας και της Κύπρου στο ηφαίστειο της Μέσης Ανατολής, με την Τουρκία, ή, πολύ περισσότερο, με τη Ρωσία, συνεπάγεται τον κίνδυνο όχι μιας Μικρασιατικής ή μιας Κυπριακής καταστροφής, αλλά ενός ελληνικού Εθνικού Ολοκαυτώματος.

Είναι σωστό αυτό που ορισμένοι περιγράφουν ως μετατροπή της Ελλάδας σε «χώρα πρώτης γραμμής», νομίζοντας ότι συνιστά δήθεν ευκαιρία «γεωπολιτικής αναβάθμισης».

Στην πραγματικότητα οι στρατιώτες που πηγαίνουν στην πρώτη γραμμή, μία συνήθως ευκαιρία έχουν. Να πεθάνουν πρώτοι.
Ο άξονας ΗΠΑ-Βρετανία-Γαλλία-Ισραήλ, όσο ποτέ άλλοτε, υπό την επιρροή των Νεοσυντηρητικών, βρίσκεται σε σφοδρότατη σύγκρουση με τον άξονα Συρία-Ιράν-Λίβανος-Ρωσία-Κίνα. Η Τουρκία αιωρείται ανάμεσα στους δύο. Αυτό σημαίνει ότι θα αυξηθούν εκθετικά οι πιέσεις για να παίξει ενεργό ρόλο η Ελλάδα και η Κύπρος σε αυτές τις αντιπαραθέσεις και ήδη έχουν αυξηθεί. Θα βρεθούν οι αφορμές, θα αναζητηθούν οι πρόθυμοι, θα γίνουν οι προβοκάτσιες αν χρειαστούν.
Τώρα παραμένουμε «αποικία χρέους» (Κοτζιάς) σε «σπείρα θανάτου» (Σόρος) προς μια «Ελλάδα –και Κύπρο– χωρίς Έλληνες» (Θεοδωράκης).
Δεν ξέρουμε αν και πως θα ξεφύγουμε από την κατάσταση αυτή. Αλλά μια εμπλοκή σε πολεμικές ιστορίες, απειλεί να φέρει άμεσα το επιδιωκόμενο στο βάθος, από τις δυνάμεις που μας επιτίθενται, είτε στην Κύπρο επιμένοντας σε λύσεις τύπου Ανάν, είτε στην Ελλάδα και την Κύπρο με οικονομικούς πολέμους, τέλος μας.
Αναστασιάδης, Exxon και Πορθητής
Μετά τις τελευταίες προεδρικές εκλογές στην Κύπρο, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης έδωσε μια μεγάλη συνέντευξη στον Φάνη Παπαθανασίου της ΕΡΤ. Ο δημοσιογράφος τον ρώτησε τι θα κάνει αν η Άγκυρα προχωρήσει σε γεωτρήσεις στην ΑΟΖ που η Τουρκία θεωρεί ότι ανήκουν στο ψευδοκράτος. Ο Αναστασιάδης τον κοίταξε ελαφρά παραξενεμένος και του είπε, τι θέλετε να κάνουμε, θα διαμαρτυρηθούμε διεθνώς, θα θέσουμε το ζήτημα στην ΕΕ και σε όλα τα φόρουμ κ.λπ. Ο δημοσιογράφος δεν έμεινε ικανοποιημένος. Τον ξαναρώτησε πιο επίμονα, ο Αναστασιάδης τον κοίταξε ακόμα πιο παραξενεμένος και του έδωσε πάλι την ίδια απάντηση.
Υπάρχει σημαντική ομοιότητα μεταξύ των επαγγελμάτων του ηθοποιού και του πολιτικού. Υπάρχει όμως και μια μεγάλη διαφορά. Οι ηθοποιοί μελετάνε και μαθαίνουν όλο το έργο, οι πολιτικοί ξέρουν μόνο τον ρόλο τους και συχνά τον μαθαίνουν την τελευταία στιγμή.
Πολεμικά συμβούλια στο Ισραήλ;
Υποθέτουμε ότι ο κ. Αναστασιάδης, όταν έλεγε αυτά που έλεγε στην ΕΡΤ, δεν γνώριζε ότι θα έστελνε τον υπουργό του των Εξωτερικών μαζί με τον κ. Κοτζιά στο… Τελ-Αβίβ, στις 13 Σεπτεμβρίου, να συνεδριάσουν υπό τον Πρωθυπουργό Νετανιάχου, άμεσα εμπλεκόμενο σε όλες τις, αναρίθμητες και εξαιρετικά επικίνδυνες πολεμικές αναμετρήσεις στην περιοχή, για να αντιμετωπίσουν λέει την Τουρκία, παρουσία ενδεχομένως Ελλήνων και Κυπρίων στρατιωτικών.
Το site αμυντικών θεμάτων Pronews, επικαλούμενο πηγές του ΓΕΕΘΑ, την ονομάζει πολεμική σύσκεψη! Ελπίζουμε ότι πρόκειται για σαχλαμάρες, γιατί αλλιώς θα πρέπει να επαναλάβουμε το «Κύριος μωραίνει ον βούλεται απωλέσαι».
Το 1974 δεν κάναμε πόλεμο στην Κύπρο, όπως μπορούσαμε και έπρεπε, για να προστατεύσουμε τους Έλληνες του νησιού από τον τουρκικό στρατό. Θα κάνουμε άραγε τώρα για να προστατεύσουμε δήθεν τα δικαιώματα της Κύπρου επί των θαλασσών που την περιβάλλουν, ή τα συμφέροντα της Exxon, της Total, της ΕΝΙ και ένας Θεός ξέρει ακόμα ποιών, από τις γεωτρήσεις από τις οποίες αμφιβάλλω πάρα πολύ αν θα καταλήξει οτιδήποτε στις τσέπες του κυπριακού λαού (και στην πραγματικότητα για να εξυπηρετήσουμε τα Δυτικά και ισραηλινά σχέδια κατά του Ερντογάν;)
Θα γίνουμε δηλαδή για μια ακόμα φορά στην ιστορία μας, την τελευταία πιθανώς, οι χρήσιμοι ηλίθιοι του Δυτικού παράγοντα, την λογική του οποίου την έχει περιγράψει περίφημα ο Ουίνστον Τσώρτσιλ με τη φράση του «Θα πολεμήσουμε την Γερμανία μέχρι τελευταίας ρανίδας του αίματος των Ινδών»;
Αν είναι να κάνουμε πόλεμο, γιατί δεν πάμε τότε να απελευθερώσουμε τα κατεχόμενα από την Τουρκία κυπριακά εδάφη; Από τις γεωτρήσεις θα αρχίσει η «απελευθέρωση»;
Ενδιαφέρον για τα κοιτάσματα, αδιαφορία για το Κράτος!
Και πως άραγε γίνεται να μας ενδιαφέρουν τόσο πολύ τα υποθαλάσσια δικαιώματα του κυπριακού κράτους ώστε να είμαστε μάλιστα διατεθειμένοι να διακινδυνεύσουμε πόλεμο για να τα υπερασπίσουμε, αλλά δεν μας ενδιαφέρει η ίδια η… ύπαρξη αυτού του κράτους, του οποίου την κατάλυση διαπραγματευόμαστε!!!;;; Ο κ. Κοτζιάς έφτασε μάλιστα, ως μη όφειλε, να προτείνει ρητά την κατάργηση του κυπριακού κράτους ως ανεξάρτητου, δημοκρατικού και κυρίαρχου, σε συνέντευξη που έδωσε στο Γερμανικό Πρακτορείο Ειδήσεων, τον Ιανουάριο του 2017, τον μετασχηματισμό του σε δυτική αποικία και την θέση του υπό την εξουσία Διεθνούς Αστυνομικής Δύναμης!
Αφού αυτό το μέλλον ονειρευόμαστε για την Κύπρο, τότε ας μην εμπλέξουμε τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις και την κυπριακή Εθνοφρουρά. Ας περιμένουμε την μέλλουσα να συσταθεί διεθνή αστυνομική δύναμη να ασχοληθεί με τις γεωτρήσεις του Ερντογάν!
Ξένη Εξάρτηση
Τέτοιοι παραλογισμοί δεν εμφανίζονται τυχαία. Ούτε οι Έλληνες πολιτικοί είναι τόσο παράλογοι, όσο αυτά που κάνουν. Δυστυχώς, άλλη είναι η εξήγηση και αντανακλά το θεμελιώδες και δυνητικά θανάσιμο πρόβλημα του νεώτερου ελληνικού κράτους.
Μας είπαν το 1974 να κάνουμε πραξικόπημα στην Κύπρο, το κάναμε. Μας είπαν μετά να μην αντισταθούμε στην τουρκική εισβολή, δεν αντισταθήκαμε. Μας είπαν να μην εγκαταστήσουμε τα αντιαεροπορικά όπλα S300 που αγόρασε η Κύπρος από τη Ρωσία, δεν τα εγκαταστήσαμε, τώρα παραπονιόμαστε γιατί τα αγοράζει η Τουρκία, μας είπαν να «κατεβάσουμε τα βρακιά μας» απέναντι στην Τουρκία, το κάναμε (περίοδος Σημίτη – Γ. Παπανδρέου, με τον κ. Κοτζιά σύμβουλό τους στα Ίμια, στη Μαδρίτη, με τον Οτσαλάν). Ώρα είναι να μας πούνε, κάντε και έναν πόλεμο με την Τουρκία γιατί θέλουμε να ρίξουμε τον Ερντογάν!
Αυτή είναι η λογική πίσω από τους φαινομενικούς παραλογισμούς. Στην ελληνική ιστορία ονομάστηκε Ξενοκρατία και πήρε κατά καιρούς διαφορετικές μορφές.
Το συγκλονιστικό παράδειγμα των Κούρδων – Η αξιοπιστία των Αμερικανών και των συμμάχων τους
Μας λένε «μα θα ‘χουμε πίσω μας τους Αμερικανούς και το Ισραήλ» Αλήθεια; Αυτό πίστεψαν και οι Κούρδοι. Είδατε εσείς τους Αμερικανούς και τους Ισραηλινούς στο Ιράκ και στο Αφρίν; Προστάτεψαν τους «συμμάχους» τους;
Αλλά γιατί να πάμε στο Κουρδιστάν; Δεν μας φτάνει ο Ιωαννίδης; Του είπανε οι Αμερικανοί, οι νέοι σύμμαχοι της Λευκωσίας και της Αθήνας, «βγάλε από τη μέση τον παπά και θα γίνει η Ένωση». Έγινε όντως η Ένωση. Όχι της Κύπρου με την Ελλάδα, αλλά της Τουρκίας με τη Βόρειο Κύπρο. Όπως είπανε στον Μακάριο «αποποιήσου την Ένωση και θα κερδίσεις την ανεξαρτησία» (Πλουτή Σέρβα, Οι Ευθύνες). Αποποιήθηκε την Ένωση και πήρε τη Ζυρίχη και το Λονδίνο. Μετά, τον ενθάρρυναν οι Βρετανοί να ζητήσει συνταγματική αναθεώρηση. Το ‘κανε ο άνθρωπος και εισέπραξε τις διακοινοτικές ταραχές. Στους Αμερικανούς στηρίχτηκε κι ο Τσίπρας, για να την πατήσει αγρίως στο τέλος με το τρίτο μνημόνιο και τον βάλανε τώρα και στο γεωπολιτικό.
Αυτά για να μείνουμε στον ελληνικό χώρο και να μην αναφέρουμε τι έπαθαν ο Γκορματσώφ, ο Καντάφι, ο Μιλόσεβιτς, ο Σαακασβίλι, ο Σαντάμ Χουσεΐν και άπειροι άλλοι που πίστεψαν τις διαβεβαιώσεις των υπερατλαντικών φίλων και των συμμάχων τους.
Με τέτοιους σπουδαίους συμμάχους που βρήκαν η Ελλάδα και η Κύπρος, εγώ τουλάχιστον είμαι σίγουρος για το αποτέλεσμα.
Η διάλυση της Τουρκίας
Μου έγραψε ένας κουφιοκεφαλάκιας ένα mail και περίπου με κατηγορούσε για προδότη, ότι δεν θέλω να διαλυθεί η Τουρκία, λες και περνάει από το δικό μου το χέρι!
Αυτή την ιστορία με τη διάλυση της Τουρκίας την ακούω να περιφέρεται καμιά εικοσαετία. ‘Έως τώρα την Ελλάδα έχω δει να διαλύεται, όχι την Τουρκία.
Γιατί δεν διαλύθηκε η Τουρκία και διαλύθηκε η Ελλάδα; Φοβάμαι για έναν και μοναδικό λόγο. Η Τουρκία έχει, ενδεχομένως αυταρχικό, αλλά πάντως σχετικά συγκροτημένο κράτος με ένα στοιχειώδη βαθμό ανεξαρτησίας και κυριαρχίας, η Ελλάδα δεν έχει κράτος.
Η Άγκυρα δεν έκανε αυτά που ήθελαν από αυτήν να κάνει οι Δυτικοί υποτιθέμενοι φίλοι, εταίροι και σύμμαχοι, η Αθήνα προθυμοποιήθηκε να τα κάνει και με το παραπάνω.
Το παράδειγμα της οικονομικής και κοινωνικής της καταστροφής την τελευταία δεκαετία, με τα Μνημόνια και τις Δανειακές, μιας καταστροφής από τις μεγαλύτερες στην παγκόσμια ιστορία του καπιταλισμού, είναι εξόχως διαφωτιστικό για το τι παθαίνουν οι υποτελείς. Στο μέλλον, τα εγχειρίδια οικονομικών παγκοσμίως, θα αρχίζουν με ένα πρώτο κεφάλαιο: «Τι δεν πρέπει ποτέ να κάνει μια χώρα. Το παράδειγμα του ελληνικού προγράμματος διάσωσης».
Εν πάση περιπτώσει, αν η Αμερική και το Ισραήλ θέλουν να διαλύσουν την Τουρκία ας το κάνουν με τα δικά τους μέσα. Και στρατούς έχουν και πολλά όπλα. Την Ελλάδα δεν θέλω εγώ να μπλέξουνε στις ιστορίες τους, πόσω μάλλον στην κατάσταση που βρίσκεται. 
Μπορεί όντως να γίνει σύγκρουση με την Τουρκία;
Κανονικά δεν μπορεί. Είμαι απολύτως βέβαιος ότι δεν υπάρχει καμία βούληση προς τούτο ούτε στην κυβέρνηση της Αθήνας, πολύ περισσότερο στον ΣΥΡΙΖΑ, ούτε και στον κ. Αναστασιάδη. Δεν βλέπω και τον παραμικρό λόγο που ο Ερντογάν θα θελήσει κάτι τέτοιο. Έχει ήδη πάρα πολλά και εξαιρετικά επικίνδυνα μέτωπα, για να ανοίξει άλλο ένα.
Για να γίνει πολεμική σύγκρουση, πρέπει τρίτες δυνάμεις με επιρροή στις δύο χώρες να την προκαλέσουν, όπως έπραξαν συστηματικά μετά το 1955. Πρέπει να φτιαχτεί το κλίμα που χρειάζεται, να γίνει και μια προβοκάτσια.
Γι’ αυτό, αν ο κ. Τσίπρας και ο κ. Αναστασιάδης δεν θέλουν να μας αποτεφρώσουν και να αποτεφρωθούν και οι ίδιοι οφείλουν να εξασφαλίσουν την απόλυτη και πιο αυστηρή στεγανοποίηση του ελληνικού και του κυπριακού κράτους από φορείς ξένων επιρροών.
Αυτό είναι σήμερα το βασικό πρόβλημα εθνικής ασφάλειας του ελληνικού λαού.
Ζωτικά αναγκαία η αποσαφήνιση των όρων της ειρήνης και του πολέμου
Για να αποφευχθούν επικίνδυνες καταστάσεις, έχει ζωτική σημασία να είναι κρυστάλλινα σαφές πότε ένα κράτος θα πάει σε πόλεμο.
Η Ελλάδα πρέπει ασφαλώς να πάει σε πόλεμο με την Τουρκία, για δύο και για δύο μόνο λόγους:
– Σε περίπτωση τουρκικής επίθεσης και μείζονος απειλής κατά της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας, απειλής που να τη διαπιστώσει η ίδια, με ένοπλες δυνάμεις και υπηρεσίες πληροφοριών υπό ελληνικό έλεγχο, όχι να την πληροφορηθεί από τους φίλους και συμμάχους ή να την εικάσει επί τη βάσει πληροφοριών που θα της μεταδώσουν
– Πρέπει, επίσης, να πάει σε πόλεμο σε περίπτωση προέλασης των τουρκικών στρατευμάτων πέραν της γραμμής εκεχειρίας του 1974 στην Κύπρο, που θα έθετε σε κίνδυνο τους Έλληνες του νησιού και την Κυπριακή Δημοκρατία (οι όροι του ελληνικού casus belli προς την Άγκυρα, όπως τους προσδιόρισε ο Πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου στην ομιλία του στη Βουλή τον Μάρτιο 1987).
Η Αθήνα οφείλει να μην αφήνει καμία αμφιβολία για τις προθέσεις της αυτές και να είναι κρυστάλλινα σαφής προς όλες τις κατευθύνσεις, περιλαμβανομένης της Τουρκίας, της ΕΕ και των υποτιθέμενων συμμάχων μας.
Τα υπόλοιπα είναι εξαιρετικά επικίνδυνοι τυχοδιωκτισμοί ανεγκέφαλων.
Και δεν θα αντιδράσουμε στις παρανομίες της Τουρκίας;
Φυσικά και πρέπει να αντιδράσουμε, έστω και αν, όπως αποδεικνύεται εκ των αποτελεσμάτων, η πετρελαϊκή πολιτική της Κύπρου δεν έχει πάρει υπόψη της τα πιο βασικά στρατηγικά δεδομένα, με τα αποτελέσματα που τώρα παρατηρούνται, αλλά αυτό δεν είναι το θέμα του παρόντος άρθρου.
Υπάρχουν πολλά μέσα για την αντιμετώπιση των όποιων παράνομων ενεργειών της Τουρκίας, πέραν του πολέμου. Το έκανε η, πολύ ισχυρότερη της Ελλάδας, Ρωσία, όταν η Τουρκία της κατέρριψε ένα αεροσκάφος, χωρίς να καταρρίψει τουρκικό αεροσκάφος και βγήκε απολύτως κερδισμένη.
Οι αντιδράσεις έναντι οποιουδήποτε αντιπάλου δεν πρέπει να είναι κατ΄ ανάγκη συμμετρικές, αλλά πρέπει να γίνονται στο έδαφος που είναι ευνοϊκότερο για τον αντιδρώντα και να εντάσσονται σε ένα ευρύτερο εθνικό στρατηγικό σχέδιο. Τέτοιο σχέδιο δυστυχώς δεν υφίσταται στην περίπτωση της Ελλάδας και της Κύπρου και αυτό ακριβώς, μαζί με τον ανεπαρκή έλεγχο των μηχανισμών του κράτους και την εξωφρενική διείσδυση ξένων δυνάμεων σε όλη τη δημόσια ζωή της χώρας, συνιστά σήμερα την μακράν σοβαρότερη απειλή εθνικής ασφάλειας για την Ελλάδα και την Κύπρο.
Δυστυχώς, τα πλοία Ελλάδα και Κύπρος έχουν εξάλλου μπατάρει τόσο πολύ προς έναν και μόνο διεθνή πόλο, που δεν θα έχουν τη συμπαράσταση που είχαν στο παρελθόν. Επιβάλλεται ταχύτατα εξισορρόπηση της ελληνικής και κυπριακής εξωτερικής πολιτικής.
Σε ότι αφορά τα ελληνοτουρκικά, αυτό που μπορεί και πρέπει ρεαλιστικά να επιδιωχθεί κατά τη γνώμη μας από την Ελλάδα και την Κύπρο, είναι η διατήρηση του στάτους κβο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ώστε να αντιμετωπίσουν απερίσπαστες τα σοβαρότατα οικονομικά, που είναι σήμερα τα κύρια εθνικά προβλήματά τους. Μια έξυπνη διπλωματία (όχι βεβαίως ο στρατός) θα μπορούσε και να επιχειρήσει σε ορισμένα ζητήματα να βελτιώσει την κατάσταση, δεν βλέπουμε όμως πολιτικούς που να είναι σε θέση να το κάνουν. Τουλάχιστον ας αποφύγουν καταστροφές κι ας κρατήσουν ανοιχτά τα κανάλια επικοινωνίας με την Άγκυρα (και με τη Μόσχα).
Μια πολεμική σύγκρουση Ελλάδας και Τουρκίας δεν θα είναι κατ’ ανάγκη περιορισμένη σε κάποιο σημείο. Είναι τεράστιο σφάλμα να μεταφέρεται η εμπειρία προηγούμενων κρίσεων στο μέλλον, γιατί τότε οι δύο χώρες ελέγχονταν από το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ, που ήταν πίσω και από τις δύο πλευρές της σύγκρουσης.
Τώρα δεν ισχύει αυτό. Υπάρχει ο κίνδυνος κλιμάκωσης μιας σύγκρουσης και εξέλιξής της σε επεισόδιο μιας παγκόσμιας αντιπαράθεσης (άγνωστης και απρόβλεπτης μάλιστα έκβασης), με αποτέλεσμα, δεδομένων των όπλων που υπάρχουν εκατέρωθεν, μια πιθανή βιβλική καταστροφή και των δύο χωρών.
Αθήνα, 12 Σεπτεμβρίου 2018

GEOPOLITICO

Freedom of Press: Λιγνίτης, αμερικανικό LNG και η μάχη για την ενεργειακή ασφάλεια

Το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, οι συμφωνίες για αμερικανικό LNG και η προσφυγή πολιτών στο ΣτΕ βρέθηκαν στο μικροσκόπιο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αιχμή τις καταγγελίες Πολάκη και τις παρεμβάσεις για τον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: ποιος εγγυάται την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας όταν αποξηλώνονται εγχώριες παραγωγικές υποδομές;

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Το ερώτημα ποιος αποφασίζει για την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας και με ποια κριτήρια βρέθηκε στο επίκεντρο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αφετηρία τις καταγγελίες του Παύλου Πολάκη στη Βουλή, ο δημοσιογράφος συνέδεσε την απολιγνιτοποίηση με τις συμφωνίες εισαγωγής αμερικανικού LNG, αναδεικνύοντας παράλληλα τη δικαστική διεκδίκηση πολιτών που ζητούν να αποτραπεί η αποξήλωση κρίσιμων εγκαταστάσεων της ΔΕΗ. Κεντρικό ζήτημα της εκπομπής ήταν κατά πόσο η χώρα μπορεί να εγκαταλείπει οριστικά εγχώριες ενεργειακές υποδομές μέσα σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας.

Η εκπομπή άνοιξε με απόσπασμα κοινοβουλευτικής παρέμβασης του Πολάκη, ο οποίος κατηγόρησε ευθέως τον Νίκο Τσάφο για υπονόμευση της ενεργειακής ασφάλειας. Ο βουλευτής υποστήριξε ότι, σε σύσκεψη με δεκαεπτά ανώτερα τεχνικά στελέχη της ΔΕΗ, ανακοινώθηκε πως οι λιγνιτικές μονάδες θα κλείσουν «με τρόπο που δεν θα μπορούν να ξανανοίξουν ποτέ ξανά». Η αναφορά παρουσιάστηκε ως καταγγελία του Πολάκη, με τον Πολυχρονιάδη να την εντάσσει στην κριτική του για τον κυβερνητικό ενεργειακό σχεδιασμό.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην Πτολεμαΐδα 5. Ο Πολάκης ανέφερε ότι πρόκειται για σύγχρονη μονάδα, για την οποία δαπανήθηκαν περίπου 1,5 δισ. ευρώ, και αμφισβήτησε την επιλογή οριστικής εγκατάλειψης της λιγνιτικής λειτουργίας της. Έθεσε, μάλιστα, το ενδεχόμενο επέκτασης πολεμικών συγκρούσεων ή διακοπής της τροφοδοσίας με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ζητώντας να διατηρηθεί η δυνατότητα αξιοποίησης του λιγνίτη ως εγχώριου καυσίμου. Παράλληλα, απέδωσε τις κυβερνητικές επιλογές στην προώθηση συμφωνιών με εταιρείες αμερικανικού LNG.

Ο Πολυχρονιάδης παρουσίασε στη συνέχεια τις αμφιβολίες που, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Wall Street Journal» το οποίο επικαλέστηκε, εκφράζονται για την οικονομική βιωσιμότητα σχετικών συμφωνιών. Όπως μετέφερε, το υπουργείο Ενέργειας της Αλβανίας δεν εμφανίζεται πλήρως πεπεισμένο για τη βιωσιμότητα της συμφωνίας, η ουκρανική Naftogaz έχει διακόψει τις σχετικές διαπραγματεύσεις, ενώ η ρουμανική Transgaz αναφέρει ότι το μνημόνιο κατανόησης που είχε υπογράψει έχει λήξει. Οι αναφορές αυτές αξιοποιήθηκαν στην εκπομπή για να αμφισβητηθεί η εικόνα μιας εξασφαλισμένης εμπορικής επιτυχίας.

Στο ίδιο πλαίσιο παρουσιάστηκε ο ρόλος της Atlantic SEE LNG Trade, με μετόχους τη ΔΕΠΑ Εμπορίου και την AKTOR Energy, καθώς και του Αλέξανδρου Εξάρχου. Ο δημοσιογράφος αναφέρθηκε στην ανακοίνωση με την οποία ο Εξάρχου εξήρε τη συμβολή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου, χαρακτηρίζοντας την πρωτοβουλία στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αντιπαρέβαλε αυτήν την επιχειρηματολογία με τις επιφυλάξεις για το κόστος του αμερικανικού φυσικού αερίου και την πορεία των διαπραγματεύσεων.

Το δεύτερο σκέλος της εκπομπής επικεντρώθηκε στις αλλαγές στις εγκαταστάσεις της ΔΕΗ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Πολυχρονιάδης, στις 18 Μαΐου 2026 υπογράφηκε υπουργική απόφαση τροποποίησης περιβαλλοντικών όρων για τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου.

Επικαλούμενος δημοσιεύματα, ανέφερε κόστος περίπου 400 εκατ. ευρώ και ανάληψη του έργου από τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Προβλήθηκε επίσης η καταγγελία Πολάκη ότι η χωροθέτηση νέας μονάδας στον χώρο απόθεσης λιγνίτη θα εμποδίσει τη μελλοντική επαναχρησιμοποίηση της υπάρχουσας υποδομής.
Παράλληλα, ο παρουσιαστής αναφέρθηκε σε μνημόνιο συνεργασίας της ΔΕΗ με την Amazon Web Services για δημιουργία μεγάλου κέντρου δεδομένων στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Υπογράμμισε ότι οι πληροφορίες για την ηλεκτροδότησή του δεν συγκλίνουν: κυβερνητικοί κύκλοι, όπως είπε, παραπέμπουν στη νέα μονάδα φυσικού αερίου, ενώ πηγές της ΔΕΗ μιλούν για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κατά την εκπομπή, αυτή η διαφορετική ενημέρωση αφήνει αναπάντητα ουσιώδη ερωτήματα για τον σχεδιασμό, τις υποδομές και τον τρόπο κάλυψης των ενεργειακών αναγκών.

Ξεχωριστή θέση είχε η αναφορά στην παράταση λειτουργίας της Πτολεμαΐδας 5 μέχρι τις 31 Μαρτίου 2027. Ο Πολυχρονιάδης απέδωσε την παράταση στην ανάγκη διασφάλισης της επάρκειας του ηλεκτρικού συστήματος εν μέσω ενεργειακής κρίσης και πολεμικών αναταράξεων. Η συγκεκριμένη εξέλιξη παρουσιάστηκε ως στοιχείο που ενισχύει τη συζήτηση για τη διατήρηση διαθέσιμων λιγνιτικών υποδομών, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο. Το βάρος της επιχειρηματολογίας του ήταν ότι η επάρκεια πρέπει να εξετάζεται πριν ληφθούν αποφάσεις που δυσκολεύουν την επιστροφή σε προηγούμενες δυνατότητες παραγωγής.

Η δικαστική διάσταση αφορά προσφυγή πενήντα πολιτών, η οποία, σύμφωνα με την εκπομπή, αναμένεται να συζητηθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 20 Οκτωβρίου. Αντικείμενό της είναι η αποξήλωση πέντε πύργων ψύξης στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Σε συνέντευξη Τύπου, από την οποία προβλήθηκαν αποσπάσματα, ο πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ Μανώλης Παναγιωτάκης υποστήριξε ότι η ασφάλεια εφοδιασμού υπερβαίνει τις επιδιώξεις μιας ανώνυμης εταιρείας, αλλά και τη θητεία μιας κυβέρνησης. Ζήτησε συγκεκριμένες θεσμικές διαδικασίες και αρμόδια όργανα για τη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής.

Η δικηγόρος Μαρία Μαγαλιού προανήγγειλε νέα προσφυγή κατά διοικητικής πράξης της 21ης Σεπτεμβρίου, που αφορά έγκριση πρόδρομων εργασιών καθαίρεσης και απομάκρυνσης εξοπλισμού και κτιριακών εγκαταστάσεων. Εξήγησε ότι η προσβολή της πράξης δημιουργεί στέρεη νομική βάση για αίτημα αναστολής, εφόσον ξεκινήσουν κατεδαφίσεις, αντιμετωπίζοντας το επιχείρημα ότι η προκήρυξη της ΔΕΗ αποτελεί ιδιωτική πράξη. Οι προσφεύγοντες επιδιώκουν, όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις τους, να παραμείνει ανοιχτή η δυνατότητα επαναλειτουργίας εγκαταστάσεων, μέχρι να κριθούν οι αποφάσεις και οι συνέπειές τους εθνικά. Μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις, η εκπομπή ανέδειξε ένα συγκεκριμένο διακύβευμα: αν οι αποφάσεις για την ενεργειακή μετάβαση διατηρούν περιθώρια ασφάλειας ή οδηγούν σε μη αναστρέψιμη απώλεια παραγωγικών υποδομών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ακρίβεια στα καύσιμα: Η πρόταση Καλόγηρου για άμεση φορολογική ανάσα

Ο Αντώνης Καλόγηρος, επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, παρεμβαίνει στο Ionian για την ακρίβεια, τις τιμές των καυσίμων και το ενεργειακό κόστος.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Την ανάγκη άμεσης μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης στα καύσιμα υπογράμμισε ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, Αντώνης Καλόγηρος, μιλώντας στο Ionian για το ενεργειακό κόστος και τις πιέσεις που δέχονται νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ο κ. Καλόγηρος αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν επιτρέπουν τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ. Όπως ανέφερε, περισσότερες από δέκα ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε αντίστοιχες παρεμβάσεις, επικαλούμενος τα παραδείγματα της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Σουηδίας και της Μάλτας.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αμόλυβδη βενζίνη, σημειώνοντας ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης φτάνει περίπου τα 70 λεπτά ανά λίτρο, ενώ επάνω στη συνολική τιμή επιβάλλεται και ΦΠΑ 24%. Κατά τον ίδιο, το βάρος για τους Έλληνες καταναλωτές γίνεται ακόμη μεγαλύτερο εξαιτίας της σημαντικής απόστασης που χωρίζει το μέσο ελληνικό εισόδημα από εκείνο άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

«Η ακρίβεια πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε συνάρτηση με τους μισθούς», τόνισε, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση διαθέτει τα περιθώρια για ουσιαστικές φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά δεν επιδεικνύει την απαιτούμενη πολιτική βούληση.

Ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ επικαλέστηκε επίσης τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τα οποία, σύμφωνα με όσα παρουσίασε, καταγράφουν έσοδα υψηλότερα από τον στόχο. Υποστήριξε ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την υπερφορολόγηση και πρέπει να επιστρέψει στην κοινωνία μέσω χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών για πολίτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Παρουσιάζοντας τις προτάσεις της ΝΙΚΗΣ, ο κ. Καλόγηρος εισηγήθηκε:

  • μείωση του ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα,
  • αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων,
  • εντατικότερους ελέγχους για εικονικά τιμολόγια και εταιρείες,
  • σταδιακή κατάργηση του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών,
  • έκτακτη εισφορά στα υπερκέρδη των ενεργειακών ομίλων.

Κλείνοντας, έστρεψε το ενδιαφέρον στην κερδοφορία των διυλιστηρίων, υποστηρίζοντας ότι η μεγάλη αύξηση των κερδών τους ενισχύει το αίτημα για έκτακτη φορολόγηση. Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι η ελάφρυνση της κοινωνίας είναι οικονομικά εφικτή, εφόσον υπάρξει διαφορετική κατανομή των φορολογικών βαρών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η ενεργειακή συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας και η νέα γεωπολιτική εξίσωση: Οι επιπτώσεις στην Ευρώπη, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι και η παράμετρος των ενδιάμεσων εκλογών

Η Ουάσιγκτον ανοίγει ενεργειακό δίαυλο με τη Μόσχα, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η Ευρώπη αναζητά στρατηγική αυτονομία. Ποιος κερδίζει από τη χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, τι κρύβουν οι διερευνητικές συζητήσεις για τον Nord Stream και γιατί οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν κρίσιμο παράγοντα; Μια ανάλυση για την επιστροφή της ενεργειακής διπλωματίας και τον κίνδυνο η Ευρωπαϊκή Ένωση να βρεθεί ξανά εγκλωβισμένη ανάμεσα στις επιλογές Ουάσιγκτον και Μόσχας.

Δημοσιεύτηκε

στις

Η γεωπολιτική δεν γνωρίζει μόνιμες φιλίες και εχθρότητες. Γνωρίζει, πρωτίστως, συμφέροντα. Και όταν η ενεργειακή ασφάλεια μιας υπερδύναμης συναντά τις οικονομικές ανάγκες ενός στρατηγικού αντιπάλου, ακόμη και οι πιο ισχυρές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές μπορούν να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Η ενεργειακή προσέγγιση Ουάσιγκτον και Μόσχας, με φόντο τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, την πίεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων και τις επικείμενες αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, αποκαλύπτει μια σύνθετη πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν τρόπους περιορισμού του ενεργειακού κόστους, η Ρωσία επιδιώκει οικονομική και διπλωματική ανάσα, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να επηρεαστεί καθοριστικά από αποφάσεις στις οποίες δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Πρόκειται για μια περιορισμένη συναλλαγή υπαγορευμένη από την οικονομική συγκυρία ή για την απαρχή μιας βαθύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης; Η απάντηση δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τους αγωγούς. Αφορά το μέλλον των κυρώσεων, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και τις ισορροπίες ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.

Του Δημήτρη Παπαδογιάννη

Εισαγωγή: Όταν η ενέργεια μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής

Η πρόσφατη ενεργειακή προσέγγιση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: τη σχέση μεταξύ οικονομικών συμφερόντων, ενεργειακής ασφάλειας και στρατηγικού ανταγωνισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται και επιβαρύνει την αλληλεπίδραση Ρωσίας-Δύσης σε όλα τα πεδία, η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να άρει de facto τον οικονομικό αποκλεισμό στη Ρωσική Ομοσπονδία και να διευκολύνει την προμήθεια ρωσικού ντίζελ προς τις αμερικανικές και διεθνείς αγορές συνιστά αξιοσημείωτη μεταβολή στην εφαρμογή της αμερικανικής πολιτικής των κυρώσεων.

Στις 9 Οκτωβρίου 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει τις διεθνείς αγορές με περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ αρχικά, ενώ προανήγγειλε πρόσθετες ποσότητες κατά τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση συγκεκριμένων περιορισμών για τις σχετικές συναλλαγές. Η ανακοίνωση έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ είχαν εκτιναχθεί, εν μέρει εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν και των διαταραχών στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά. Σύμφωνα με το Reuters, η τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε αυξηθεί περίπου κατά 70% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026. Η αποτελεσματικότητα της συμφωνίας στην αποκλιμάκωση των τιμών, ωστόσο, παραμένει αβέβαιη. (Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026).

Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν περιορίζεται στην προμήθεια καυσίμων. Παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί διερευνητικές επαφές μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων σχετικά με πιθανή συμμετοχή αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων στις υποδομές των αγωγών Nord Stream και με την αξιοποίηση ρωσικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται, όμως, για ξεχωριστές συζητήσεις, οι οποίες δεν έχουν οδηγήσει σε επιβεβαιωμένη συμφωνία επαναλειτουργίας των αγωγών. (Reuters, 8 Οκτωβρίου 2026).

Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν στον ενεργειακό τομέα. Ο κεντρικός προβληματισμός έγκειται στο γιατί επιλέγουν τη δεδομένη χρονική φάση, ποιά συμφέροντα εξυπηρετούνται, ποιές συνέπειες προκύπτουν για την Ευρώπη και κατά πόσο η συγκεκριμένη εξέλιξη προαναγγέλλει μια ευρύτερη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων, ενεργειακών και στρατηγικών.

Η σημασία της χρονικότητας. Η ενεργειακή κρίση και η πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ

Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να περιορίσει το κόστος ζωής και να παρουσιάσει αποτελέσματα σε ένα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.

Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της αμερικανικής οικονομίας. Χρησιμοποιείται στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές και σε ένα ευρύ μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η αύξηση της τιμής του, επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, παράγωντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Επομένως, η μείωση της τιμής των καυσίμων έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγροτικές περιοχές, τους επαγγελματίες οδηγούς, τις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Η προεκλογική διάσταση είναι σαφής. Το Reuters και το Associated Press συνδέουν την ενεργειακή πρωτοβουλία με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές πριν από τις εκλογές, από τις οποίες θα κριθεί κατά πολύ ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. (Reuters, Associated Press).

Η συμφωνία εξυπηρετεί, συνεπώς, δύο παράλληλους στόχους. Ο πρώτος είναι οικονομικός: η αύξηση της προσφοράς καυσίμων και η προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών. Ο δεύτερος είναι πολιτικός: η δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να παρουσιάσει μια άμεση πρωτοβουλία που ανταποκρίνεται στις επισφάλεια των ψηφοφόρων.

Υπάρχει, ωστόσο, μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ της πολιτικής ανακοίνωσης και του πραγματικού αποτελέσματος. Οι διεθνείς τιμές εξαρτώνται από το σύνολο της προσφοράς και της ζήτησης, τη διαθεσιμότητα διυλιστηριακής παραγωγής, τα αποθέματα, το κόστος μεταφοράς και τη γεωπολιτική κατάσταση. Ακόμη και μια σημαντική συμφωνία προμήθειας δε λειτουργεί ως εχέγγυο για την αισθητή μείωση στις τιμές λιανικής.

Επιπλέον, η συμφωνία δεν αποτελεί τη μοναδική παρέμβαση της Ουάσιγκτον. Στις αρχές Οκτωβρίου, η κυβέρνηση είχε ήδη πιέσει τις χώρες της G7 για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και καυσίμων, με στόχο την αύξηση της προσφοράς. (Reuters, 2 Οκτωβρίου 2026).

Αυτό υποδηλώνει ότι η αμερικανική πολιτική δεν στηρίζεται σε μία μόνο κίνηση, αλλά σε μια προσπάθεια συνδυασμού διαφορετικών εργαλείων για τον περιορισμό της ενεργειακής πίεσης. Η συνεργασία με τη Ρωσία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα πολιτικό μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί ακόμη και με έναν στρατηγικό αντίπαλο, όταν το θεωρεί οικονομικά αναγκαίο, στα πλαίσια της άσκησης μίας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής.

Η σύνδεση με τις εκλογές είναι, επομένως, ισχυρή και τεκμηριωμένη. Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει από μόνη της το σύνολο των εξελίξεων, ιδίως τις παράλληλες συζητήσεις για τις ενεργειακές υποδομές και τις πιθανές επενδύσεις σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.

Τα στρατηγικά κίνητρα της Ρωσίας: Έσοδα, αγορές και διπλωματική επαναπροσέγγιση

Για τη Μόσχα από την άλλη, η ενεργειακή συνεργασία προσφέρει περισσότερα από τα έσοδα που μπορούν να προκύψουν από την πώληση συγκεκριμένων ποσοτήτων ντίζελ. Δημιουργεί τη δυνατότητα επανασύνδεσης με αγορές από τις οποίες οι συναλλαγές περιορίστηκαν σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.

Οι κυρώσεις στοχεύουν στον περιορισμό των εσόδων που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια και να αυξήσουν το κόστος της παράτασης του πολέμου. Η προσωρινή χαλάρωση ορισμένων περιορισμών για τις εξαγωγές καυσίμων προκαλεί, επομένως, μια διαφορετική οικονομική συνθήκη για τη Ρωσία.

Η Μόσχα αποκτά δυνητικά τρία οφέλη.

Πρώτον, μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές, εφόσον οι ανακοινωθείσες ποσότητες παραδοθούν και οι συναλλαγές υλοποιηθούν.

Δεύτερον, θα βρίσκεται σε θέση να διευρύνει τις εμπορικές της διεξόδους και να μειώσει την εξάρτησή της από περιορισμένο αριθμό αγοραστών.

Τρίτον, αποκτά διπλωματικό πλεονέκτημα, καθώς η συνεργασία με την Ουάσιγκτον δείχνει ότι η ενεργειακή της ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμο παράγοντα που για τις αμερικανικές αποφάσεις.

Το τρίτο στοιχείο είναι ιδιαίτερα μείζον. Η Μόσχα επιδιώκει εδώ και χρόνια να διαχωρίσει την οικονομική συνεργασία από τη συνολική πολιτική αντιπαράθεση με τη Δύση. Μια επιλεκτική ενεργειακή συμφωνία μπορεί να ενισχύσει αυτή την επιδίωξη, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι διαφωνίες για την Ουκρανία ή ότι έχουν αρθεί συνολικά οι κυρώσεις.

Ωστόσο υπάρχουν προϋποθέσεις. Η πραγματική εξαγωγική δυνατότητα της Ρωσίας εξαρτάται από την κατάσταση των διυλιστηρίων της, τις εγχώριες ανάγκες και την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει την παραγωγική ικανότητα, ενώ οι ανάγκες της ρωσικής αγοράς επηρεάζουν την ποσότητα των καυσίμων που μπορούν να διατεθούν στο εξωτερικό.

Η ανακοίνωση της συμφωνίας δεν αποδεικνύει, συνεπώς, ότι όλες οι προβλεπόμενες ποσότητες θα παραδοθούν στον προβλεπόμενο χρόνο. Το πραγματικό οικονομικό όφελος της Ρωσίας θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της συμφωνίας και όχι μόνο από την πολιτική της ανακοίνωση.

Οι ΗΠΑ: Οικονομική αναγκαιότητα ή αλλαγή στρατηγικής;

Η ενεργειακή προσέγγιση με τη Ρωσία αναδεικνύει μια αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής. Από το 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στηρίξει ένα ευρύ πλαίσιο κυρώσεων με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής οικονομικής και ενεργειακής ισχύος. Η τρέχουσα όμως κυβέρνηση, εφαρμόζοντας μία περισσότερο πολυδιάστατη πολιτική, εδραζόμενη εν μέρει στην καλή πίστη, επιτρέπει μια επιλεκτική εξαίρεση, επικαλούμενη την ανάγκη αντιμετώπισης των υψηλών τιμών καυσίμων.

Η εξέλιξη μπορεί να ερμηνευθεί ως εφαρμογή μιας περισσότερο συναλλακτικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική: η οικονομική συνεργασία δεν αποκλείεται a priori, ακόμη και όταν οι δύο χώρες παραμένουν αντίπαλες σε άλλα πεδία.

Από αμερικανικής πλευράς, η επιδίωξη είναι κατανοητή. Η αύξηση της προσφοράς καυσίμων μπορεί να συμβάλει στη μείωση των πιέσεων στην αγορά, ενώ η απευθείας διαπραγμάτευση με τη Μόσχα προσφέρει έναν πρόσθετο δίαυλο επικοινωνίας.

Πάρα ταύτα η κίνηση δημιουργεί τρία προβλήματα.

Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα. Οι ανακοινωθείσες ποσότητες ενδέχεται να μην επαρκούν για να μεταβάλουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές, ιδίως όταν οι διαταραχές προέρχονται από ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.

Το δεύτερο αφορά τη συνέπεια των κυρώσεων. Εάν οι περιορισμοί χαλαρώνουν κάθε φορά που προκύπτει οικονομική πίεση, η προβλεψιμότητα της αμερικανικής πολιτικής μειώνεται και οι άλλες χώρες ενδέχεται να αμφισβητήσουν τη σταθερότητά της.

Το τρίτο αφορά την Ουκρανία. Η παροχή πρόσθετων εσόδων στη Ρωσία, χωρίς αντίστοιχες πολιτικές δεσμεύσεις, πιθανότατα θα αποδυναμώσει την πίεση που επιδιώκει να ασκήσει η Δύση στη Μόσχα.

Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, μπορεί να υποστηρίξει ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν άμεσες προτεραιότητες. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η εξαίρεση θα παραμείνει περιορισμένη ή θα εξελιχθεί σε ευρύτερη αναθεώρηση της πολιτικής κυρώσεων.

Προς ώρας, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεωρήσουμε ότι η συμφωνία σηματοδοτεί μία θεμελιακή μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Δείχνει, ωστόσο, ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής και πως στο τέλος της ημέρας έκαστο κράτος θα προτεραιοποιήσει τα προσωπικά του συμφέροντα.

Η Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό δίλημμα

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εξέλιξη είναι περισσότερο σύνθετη. Μετά το 2022, η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική στηρίχθηκε στη διαφοροποίηση των προμηθευτών, στην ανάπτυξη υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου και στη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία.

Η κατεύθυνση αυτή δεν ήταν αποκλειστικά πολιτική επιλογή. Συνδέθηκε με την εμπειρία της ενεργειακής πίεσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή, με τις διακοπές και τις μειώσεις στις ροές φυσικού αερίου και με την εκτίμηση ότι η υπερβολική εξάρτηση από έναν προμηθευτή μπορεί να δημιουργήσει στρατηγικούς κινδύνους.

Η πρόσφατη αμερικανορωσική προσέγγιση επαναφέρει το δίλημμα ανάμεσα στο κόστος και στην ασφάλεια.

Από τη μία πλευρά, μια αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς καυσίμων θα μπορούσε να ωφελήσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, εφόσον μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές. Οι μεταφορές, η βιομηχανία, η γεωργία και οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη μείωση του κόστους.

Από την άλλη, η πιθανότητα επανεμφάνισης ρωσικών ποσοτήτων φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά δημιουργεί νέα πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα. Η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε πρόσθετες ποσότητες ενέργειας, αλλά κάτι τέτοιο επισύει τον κίνδυνο να επαναφέρει μορφές εξάρτησης που επιδίωξε να περιορίσει.

Σύμφωνα με το Reuters, οι συζητήσεις για το Nord Stream περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο συμμετοχής Αμερικανών επενδυτών στις σχετικές υποδομές. Ωστόσο, οι αγωγοί υπόκεινται σε κυρώσεις, ενώ η γερμανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την επαναλειτουργία τους υπό τις παρούσες συνθήκες. Συνεπώς, η επανέναρξη των ροών δεν αποτελεί άμεσο ή εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.

Το σημαντικότερο ζήτημα για την Ευρώπη είναι ότι οι συζητήσεις φαίνεται να διεξάγονται πρωτίστως μεταξύ αμερικανικών και ρωσικών διπλωματικών διαύλων, ενώ οι συνέπειες αφορούν άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά. Εάν οι δύο χώρες καταλήξουν σε ένα επενδυτικό ή εμπορικό πλαίσιο χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία θα βρεθεί αντιμέτωπη με αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την ενεργειακή της ασφάλεια χωρίς να έχει διαμορφώσει η ίδια τους βασικούς όρους. Συνεπώς σε ενεργειακό εγκλωβισμό

Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι;

Η κατανομή των ωφελειών και των κινδύνων δεν είναι ομοιόμορφη. Διαφέρει ανάλογα με το αν εξετάζουμε το βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποτέλεσμα ή τη μακροπρόθεσμη γεωπολιτική ισορροπία.

Η Ρωσία: οικονομικό και διπλωματικό όφελος

Η Ρωσία είναι ένας από τους βασικούς δυνητικούς ωφελημένους. Η δυνατότητα εξαγωγής πρόσθετων ποσοτήτων καυσίμων μπορεί να ενισχύσει τα έσοδά της, ενώ η επιλεκτική χαλάρωση των κυρώσεων προλειαίνει το έδαφος για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.

Το σημαντικότερο κέρδος, όμως, μπορεί να είναι πολιτικό: η αποδοχή ότι η ενεργειακή συνεργασία με τη Μόσχα μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία ακόμη και από την Ουάσιγκτον, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.

Η αμερικανική κυβέρνηση: πολιτικό όφελος με αβέβαιο οικονομικό αποτέλεσμα

Η κυβέρνηση Τραμπ αποκτά ένα εργαλείο για να αντιμετωπίσει την πίεση γύρω από το κόστος ζωής και να εμφανίσει μια ενεργειακή πρωτοβουλία παράλληλη και με την αποκλιμάκωση ενός πολεμικού μετώπου, ενόψει των midterms.

Το πολιτικό όφελος θα εξαρτηθεί, ωστόσο, από το αν οι πολίτες διαπιστώσουν πραγματική μείωση στις τιμές. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να μην αποδώσει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται.

Η Ουκρανία: κίνδυνος ακύρωσης της πολιτικής των κυρώσεων

Για την Ουκρανία, η ενεργειακή συμφωνία δημιουργεί τον κίνδυνο να αυξηθούν τα έσοδα της Ρωσίας χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη πολιτική ή στρατιωτική αποκλιμάκωση.

Στις 11 Οκτωβρίου, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία σταματήσει τις επιθέσεις κατά της ουκρανικών ενεργειακών υποδομών. Η θέση αυτή υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ μιας μονομερούς παραχώρησης και μιας αμοιβαίας, επαληθεύσιμης αποκλιμάκωσης. (Reuters, 11 Οκτωβρίου 2026).

Η Ευρωπαϊκή Ένωση: ενδεχόμενο οικονομικό όφελος αλλά και στρατηγικός κίνδυνος.

Η Ευρώπη μπορεί να ωφεληθεί από χαμηλότερες τιμές ενέργειας, αλλά αντιμετωπίζει τον κίνδυνο νέων διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες.

Οι χώρες που δίνουν προτεραιότητα στο χαμηλότερο ενεργειακό κόστος μπορεί να αντιμετωπίσουν θετικότερα μια πιθανή επανέναρξη ροών. Άλλες, ιδίως στην ανατολική Ευρώπη, ενδέχεται να τη θεωρήσουν απειλή για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πιθανότητα αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο να αποδυναμωθεί η ευρωπαϊκή συνοχή, εάν δεν υπάρξει κοινή προσέγγιση.

Οι ενδιάμεσες εκλογές και η επόμενη ημέρα

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο χρονικό ορόσημο, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθούν αυτόματα το τέλος ή η αρχή μιας νέας ενεργειακής στρατηγικής.

Εάν η κυβέρνηση Τραμπ καταφέρει να περιορίσει τις τιμές καυσίμων, θα μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως ένδειξη αποτελεσματικότητας. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η πολιτική αξία της εν λόγω στρατηγικής κίνησης θα μειωθεί.

Μετά τις εκλογές, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει η κυβέρνηση. Εάν μεταβληθεί ο έλεγχος του Κογκρέσου, ενδέχεται να δυσκολέψει η προώθηση ορισμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής ή η αναδιαμόρφωση του πλαισίου των κυρώσεων. Ωστόσο, δεν θα υπάρξει αυτομάτως τροποποίηση της ενεργειακής πολιτικής μόνο και μόνο λόγω του εκλογικού αποτελέσματος.

Εξίσου σημαντική θα είναι η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Εάν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος προς μια συμφωνία αποκλιμάκωσης, η ενεργειακή συνεργασία θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών ανταλλαγμάτων. Εάν δεν υπάρξει τέτοια πρόοδος, οι ενεργειακές συναλλαγές ενδέχεται να παραμείνουν αποσπασματικές, ενώ η σύγκρουση και οι κυρώσεις θα συνεχίσουν να περιορίζουν τις δυνατότητες συνεργασίας.

Η χρονική συγκυρία, κατά συνέπεια, ερμηνεύεται από τη σύγκλιση τριών παραγόντων: της ενεργειακής κρίσης, της προεκλογικής πίεσης στις ΗΠΑ και της προσπάθειας να διερευνηθούν οι οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, επαρκής βάση για να θεωρηθεί ότι η συμφωνία αποτελεί ήδη μέρος μιας ολοκληρωμένης ειρηνευτικής διευθέτησης.

Ποια είναι η πιθανότερη κατάληξη;

Η εξέλιξη μπορεί να κινηθεί προς τρεις κατευθύνσεις.

Το πρώτο ενδεχόμενο είναι η διατήρηση μιας περιορισμένης, επιλεκτικής ενεργειακής συνεργασίας. Η προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών επιτρέπει ορισμένες συναλλαγές, χωρίς να οδηγεί σε συνολική άρση των κυρώσεων ή σε άμεση επαναλειτουργία του Nord Stream.

Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η σταδιακή επέκταση της συνεργασίας σε επενδύσεις και ενεργειακές υποδομές. Για να επιτευχθεί μία τέτοια πρόοδος, θα χρειαστούν συγκεκριμένες συμφωνίες, σαφείς όροι για τις κυρώσεις και σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, αλλά δεν είναι δεδομένη.

Το τρίτο ενδεχόμενο είναι η περιορισμένη εφαρμογή της συμφωνίας. Εάν οι παραδόσεις αποδειχθούν ποσοτικά χαμηλότερες από τις ανακοινωθείσες ή οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να αποδώσει περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα, ενώ θα διατηρηθούν οι πολιτικές αντιδράσεις.

Κατά τη δική μου εκτίμηση δε θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε πως πρόκειται για πλήρη επαναπροσέγγισητων δύο ενεργειακών παικτών ούτε την άμεση επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη ως προδιαγεγραμμένες εξελίξεις. Η πιο επισταμένη ανάγνωση είναι ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα διερευνούν τη δυνατότητα επιλεκτικής οικονομικής συνεργασίας, με την ενέργεια να λειτουργεί ως πιθανό μέσο διαπραγμάτευσης.

Το εάν αυτή η προσέγγιση θα εξελιχθεί σε ευρύτερη συμφωνία θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, τις αμερικανικές πολιτικές εξελίξεις, την εφαρμογή των κυρώσεων και την αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Συμπερασματικά, η ενεργειακή προσέγγιση ΗΠΑ–Ρωσίας καταδεικνύει ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να ανοίξουν παράθυαρα συνεργασίας ακόμη και μεταξύ κρατών που βρίσκονται σε στρατηγική αντιπαράθεση.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμφωνία συνδέεται με την προσπάθεια περιορισμού των τιμών καυσίμων και με την πολιτική πίεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Για τη Ρωσία, προσφέρει τη δυνατότητα πρόσθετων εσόδων, εμπορικής πρόσβασης και διπλωματικής αναβάθμισης. Για την Ουκρανία, δημιουργεί τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγει ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο βραχυπρόθεσμο ενεργειακό όφελος και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτονομία.

Η πιο αξιοσημείωτη συνέπεια, ωστόσο, δεν θα κριθεί από τα πρώτα φορτία ντίζελ. Αλλά από το εάν η ενεργειακή συναλλαγή θα παραμείνει ένα περιορισμένο μέτρο διαχείρισης της αγοράς ή θα αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας για τις κυρώσεις, τις επενδύσεις, τις ενεργειακές υποδομές και τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Εάν παραμείνει μεμονωμένη συναλλαγή, οι επιπτώσεις θα είναι κυρίως οικονομικές και βραχυπρόθεσμες. Εάν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική και τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.

Για την Ευρώπη, η κρίσιμη επιλογή είναι να μην αντιμετωπίσει τις εξελίξεις μόνο ως ευκαιρία για φθηνότερη ενέργεια. Οφείλει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις για την ενεργειακή της τροφοδοσία θα λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη δυνατότητα ανεξάρτητων στρατηγικών επιλογών.

Η παράμετρος της ενέργειας ενίοτε αποτελεί γέφυρα διαπραγμάτευσης μεταξύ αντιπάλων όχι όμως εγγύηση ειρήνης από μόνη της. Επιπρόσθετα η μείωση του ενεργειακού κόστους δεν εξασφαλίζει αυτομάτως μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πραγματική δοκιμασία για την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εναπόκειται στο αν θα κατορθώσουν να μετατρέψουν τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα σε μια σταθερότερη πολιτική διευθέτηση, χωρίς να δημιουργήσουν νέες εξαρτήσεις και νέες εστίες έντασης.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις6 ώρες πριν

Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο

Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Freedom of Press: Λιγνίτης, αμερικανικό LNG και η μάχη για την ενεργειακή ασφάλεια

Το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, οι συμφωνίες για αμερικανικό LNG και η προσφυγή πολιτών στο ΣτΕ βρέθηκαν στο μικροσκόπιο της...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Ο Τομ Μπάρακ θα γκρεμίσει την κληρονομιά του Τραμπ

Του Μάικλ Ρούμπιν, Washington Examiner Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει αποδεκατίσει χωρίς να ζητήσει συγγνώμη το Υπουργείο Εξωτερικών υπέρ των...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Ρούμπιο, καλώδιο και Τουρκία: Πού τελειώνουν τα λόγια και αρχίζει η αποτροπή

Τα όρια της αμερικανικής στήριξης, η ευρωπαϊκή ευθύνη για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου και η ανάγκη αξιόπιστης αποτροπής βρέθηκαν στο...

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

Λυγερός: Η ελληνική ελίτ “προσκύνησε” τη Γκίλφοϊλ

Ο Σταύρος Λυγερός, στη συνέντευξή του στη Βασιλική Πολίτου στον Θήτα FM 107,1, εκτιμά ότι η Ελλάδα οδεύει προς κυβέρνηση...

Δημοφιλή