Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η κρίση των Βουλιαράτων και το μέλλον των ελληνοαλβανικών σχέσεων

Δημοσιεύτηκε στις

Οι απαράγραπτες ευθύνες της δημοσιογραφικής και πολιτικής εξουσίας

Γράφει ο Σταύρος Γ. Ντάγιος*
Το αιματηρό γεγονός στους Βουλιαράτες και η επακόλουθη κρίση στις ελληνοαλβανικές σχέσεις ανέδειξε όλη τη δημοσιογραφική, πολιτική και ιστορική «κόπρο του Αυγείου».
Στα αλβανικά πάνελ παρέλασαν αποθρασυμένοι και αλαζονικοί ηθοποιοί, με διακριτό πλεόνασμα καιροσκοπικής ιδιοσυγκρασίας και λεκτικής βίας, δανειζόμενοι ποδοσφαιρικούς όρους, για να αποδείξουν την αλβανική υπεροχή έναντι της Ελλάδος, κάνοντας δόλιους συμφυρμούς των ιστορικών γεγονότων με μυθεύματα και συκοφαντικές επινοήσεις, τις οποίες παρουσίαζαν ως εμπεδωμένες ιστορικές βεβαιότητες, τηλεεισαγγελείς, ειδήμονες επί παντός του επιστητού, που όμως αδυνατούσαν να αποκρύψουν την κραυγαλέα άγνοιά τους, «ιστορικοί» οι οποίοι προσπαθούσαν να επιβληθούν διά των άναρθρων ιαχών, αλληλοκαλυπτόμενοι από επαγγελματίες «πράκτορες» και ειδήμονες, γνωρίζοντες καλύτερα και από τον Τζέιμς Μποντ έως και το νούμερο των υποδημάτων του εκλιπόντος Κωσταντίνου Κατσίφα, ένθερμοι υποστηρικτές της συνωμοσιολογίας, πολιτικολόγοι με διάχυτες εμμονές παλαιών εποχών, οι οποίοι έτριζαν τα δόντια και αναπαρήγαγαν εξολοθρευτικό μένος, ασίγαστο μίσος και ρατσισμό. Μάταια κάποιες φορές οι συντονιστές προσπαθούσαν να δαμάσουν τους παθιασμένους ρήτορες.

Στις εκπομπές αυτές και από «επαγγελματίες αναλυτές» διατυπώθηκε ένας ακατάσχετος ορυμαγδός ύβρεων, εθνικιστικής υστερίας, συκοφαντιών και απειλών κατά των Ελλήνων της Αλβανίας, διατυπώθηκαν κατά τρόπο αποκρουστικό και χωρίς να διατηρούν τους κοινούς τύπους της επαγγελματικής ευγένειας, οφθαλμοφανείς και προκλητικές αναλήθειες, με σκοπό την κραυγαλέα φαλκίδευση της ιστορικής παρουσίας και της πολιτισμικής δημιουργίας των Ελλήνων της περιοχής, όπως: οι Έλληνες Βορειοηπειρώτες δεν είναι παρά 20.000 κολοφύκια (προφανώς κολοκύθια), ανατολικοί νομάδες που έμαθαν τα ελληνικά ως ξένη γλώσσα, διατυπωμένες με βαθύ πνεύμα ρατσισμού και υβριστικό μένος. Σε πολλές περιπτώσεις θύμιζαν έναν αχαλίνωτο δημοσιογραφικό τυχοδιωκτισμό. Όλα αυτά, και κυρίως οι ερεθιστικές εκφράσεις ενός υποτιθέμενου δικηγόρου, με εμφανή πνευματική αρτηριοσκλήρωση, θα ήταν άκρως κωμικά και θα προκαλούσαν ιλαρότητα, μόνον εάν δεν ήταν επικίνδυνα και δεν υπέθαλπταν διακρίσεις, φυλετισμό και εχθρότητα, η οποία αναρριπίζει την εθνικιστική έπαρση και γονιμοποιεί το λαϊκό αίσθημα με αλυτρωτικό σοβινισμό.

Δυστυχώς, ένα μεγάλο μέρος των αλβανικών ΜΜΕ εκδήλωσαν περισσή εμπάθεια, εγκληματική λογική και ελάχιστο επαγγελματισμό. Παρόμοιες προσεγγίσεις -ευτυχώς λίγες- παρακολουθήσαμε και στην Ελλάδα.
Οι νηφάλιες φωνές σίγησαν ή ήταν ελάχιστες, τόσο απαραίτητες για την προώθηση του κατευνασμού, της διαλλακτικότητας και του πολιτισμένου διαλόγου.
Ως αποτέλεσμα, οι σχέσεις των δύο χωρών τορπιλίσθηκαν σοβαρά, με κίνδυνο να φτάσουν στο επίπεδο ψυχροπολεμικών εποχών, κάτι που το απεύχονται όλοι.
Για τον εκπεσμό αυτό φέρει τεράστια ευθύνη και ο ίδιος ο Αλβανός πρωθυπουργός, ο οποίος αντιμετώπισε την κρίση με ανεξήγητη ελαφρότητακαι χωρίς να νοιάζεται για τις ενδιάθετες τάσεις της κοινής γνώμης τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Αλβανία, που δεν ορέγεται οξύνσεις και λεονταρισμούς, αλλά όρους ειρηνικής συνύπαρξης, και από τον οποίο, κατ’ επιταγήν της άρσης της εμπεδωμένης καχυποψίας, περιμέναμε μεγαλύτερη υπευθυνότητα και εγκράτεια για ένα τόσο περίπλοκο ζήτημα.
Ο Ράμα -άνθρωπος με καλλιτεχνικές ευαισθησίες- παρουσίασε βαθιές παραδοξότητες και κρίση πολιτικής ταυτότητας: με περίτεχνα σχόλια και διάχυτη χλεύη –ως μη όφειλε- έσπευσε από την πρώτη στιγμή, αποποιούμενος την ιδιότητά του ως πολιτικού, να αναφερθεί απαξιωτικά, ρατσιστικά και ταπεινωτικά στον εκλιπόντα Κωνσταντίνο Κατσίφα, τον οποίο αποκάλεσε «φαντασμένο» (όρος που χρησιμοποιείται στην αργκό του πεζοδρομίου από σχετικούς χρήστες της γλώσσας και σημαίνει περίπου: άτομο που έχει αδικαιολόγητα μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και υποτιμά τους άλλους), προφανώς για να συσπειρώσει τους συμπαθούντες του, οι οποίοι τον επευφημούσαν: «Πες τα, μεγάλε!». Απευθυνόμενος ευσχήμως προς τους «αγαπημένους γείτονες» τούς νουθετούσε αντί να λυπούνται για έναν «φαντασμένο», να χαίρονται που δεν θρηνήσαμε ζωές αστυνομικών (!) (πράξη κολάσιμη, που βεβήλωνε τον ακήδευτο ακόμα νεκρό), ενώ στη συνέχεια με περίτεχνα διανοήματα ταυτοποίησε τους παριστάμενους στην εξόδιο ακολουθία με «ύαινες», «κοράκια», «γουρούνια» και «γαϊδούρια» με ένα σχόλιο αμφίσημο και αμφίλογο, αλλά με σαφή συμβολισμό, αρνητική σημασιολογική φόρτιση και ορατή μνησικακία για όσους γνωρίζουν τι συμβολίζουν τα κοράκια σε μία νεκρώσιμη ακολουθία -όσο και αν μόχθησαν οι «μεταφραστές» να το χαρακτηρίσουν ως «πολιτικά ορθό». Στη συνέχεια, όποιος τόλμησε να αμφισβητήσει τη ρητορική του αυθεντία και το πολιτικό του ανάστημα, ρίχτηκε στο «αναμμένο καζάνι» του εθνικισμού, αλλά και πάλι ο ίδιος βρήκε τρόπο να κατηγορήσει τους Αλβανούς «Καντρήδες» που αγωνιούσαν για την απειλή της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας τους, την οποία, όμως, εγγυόταν ο ίδιος. Από προβεβλημένους και υπεύθυνους Αλβανούς λόγιους, δημοσιογράφους και αναλυτές οι εκφράσεις του χαρακτηρίστηκαν «ως κατωτέρου επιπέδου».
Είναι ο ίδιος πολιτικός άνδρας που, ομιλών ως καραγωγέας, περιφρονούσε τα θρησκευτικά μας σύμβολα στη Χιμάρα πριν κάποιο καιρό, αποκαλώντας «γκαράζ» τον ιερό ναό της περιοχής, τον οποίο κατεδάφισε διαπράττονταςιεροσυλία. Λίγα χρόνια πριν, η πολιτική τάξη από την οποία προέρχεται ο ίδιος και την οποία υπηρέτησε ευπειθώς ο καθ’ όλα έντιμος πατέρας του και προβεβλημένος καλλιτέχνης Χριστάκη Ράμα, αποκαλούσε την ελληνική γλώσσα «μπασταρδεμένο ιδίωμα», περιγελώντας με αχρειότητα, αλλά εμφανώς απειλητικά, τους Βορειοηπειρώτες ως «χωροφύλακες», θυμίζοντας σε όλους μας μία προσπάθεια εθνικής ταπείνωσης, την οποία οι Έλληνες Βορειοηπειρώτες υπέμειναν αγόγγυστα.
Δυσκολεύομαι να διανοηθώ πώς αυτός ο «οξυδερκής πολιτικός» με επιλεκτική ιστορική μνήμη ξεχνάει ότι αυτή η κοινότητα, την οποία απαξιώνει και περιφρονεί -αλλά δεν παραλείπει να τη διαχωρίζει (λες και είναι αυτοφυής και αυθύπαρκτη) από το σύνολο του ελληνικού έθνους, το οποίο, όπως και ο ίδιος είπε, έδωσε τόσα στην παγκόσμια τέχνη και επιστήμη-, δεν προκάλεσε ποτέ κανένα πρόβλημα και ουδέποτε στάθηκε τροχοπέδη στις όποιες εξελίξεις και πολιτικές επιλογές της πολιτικής ηγεσίας της χώρας του, σε αντίθεση με την κοινότητα των μουσουλμάνων Τσάμηδων, που είχαν επιδοθεί σε ληστρικές λεηλασίες, σφαγές και ανοσιουργήματα υπό την ξιφολόγχη των Ιταλών και των Γερμανών, αλλά και σε αντίθεση με τους ληστές του Τζαφέρ Ντέβα και Μπεντρί Πεγιάνι που έπνιγαν τα Τίρανα στο αίμα τον χειμώνα του 1944με δεκάδες σφαγιασθέντες αθώους Αλβανούς. Λίγους μήνες πριν, παρόμοιοι ληστές είχαν οργανώσει την απονενοημένη σφαγή στη Γλύνα με περίπου τριάντα νεκρούς αθώους Βορειοηπειρώτες (1943).
Σε αντιδιαστολή με αυτούς, οι Βορειοηπειρώτες -αποτελώντας εξαίρεση στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο- με αλάνθαστο πολιτικό αισθητήριο συντάχθηκαν με το αλβανικό κίνημα εναντίον των πιο σκοτεινών δυνάμεων της ιστορίας, τον φασισμό, και αγωνίστηκαν πλάι στον αλβανικό λαό με τρία τάγματα, καταβάλλοντας βαρύ τίμημα: εκατοντάδες θύματα. Οι τότε παρτιζάνοι του Χότζα είχαν υποσχεθεί την εκπλήρωση όλων των εθνικών επιθυμιών στη μειονότητα αυτή, μέχρι και το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, αλλά γρήγορα ξέφτισαν τα ιδεολογικά τάματα, η δημοκρατική πληρότητα και η ηθική ευθιξία των κομμουνιστών, με αποτέλεσμα τα εθνικά, εκπαιδευτικά και θρησκευτικά δικαιώματα των Ελλήνων της Αλβανίας να αποψιλωθούν. Οι Βορειοηπειρώτες δεν προκάλεσαν ποτέ, ούτε επί της κομμουνιστικής δικτατορίας, όταν στην Πρίστινα -όλως δικαιωματικά- οι Αλβανοί του Κοσόβου ύψωναν ανεμπόδιστα από το 1969 την εθνική τους σημαία (αυτό που έθιξε τον εθνικιστικό οίστρο πολλών στην Αλβανία με την υπόθεση Κατσίφα, αλλά που συνιστά δικαίωμα και υποχρέωση κάθε ομογένειας που σέβεται την ιστορία της) στο ευκαταφρόνητο κατά τους Αλβανούς καθεστώς του Τίτο, ενώ οι γιαγιάδες μας έκρυβαν τρομοκρατημένες στα παλιά σεντούκια ως και τις φωτογραφίες των συζύγων τους, που είχαν αποκλειστεί στην Ελλάδα και την Αμερική και όταν πέθαιναν δεν μπορούσαν ούτε να τους θρηνήσουν.
Ο Χότζα, ο οποίος σε όλη του τη διαδρομή απέναντι στην Ελλάδα εκδήλωνε μία περίεργη και ανεξήγητη συμπλεγματική φοβία και σύνδρομο εθνικιστικού φανατισμού, είχε επινοήσει την Ελλάδα ως τον «υπολανθάνοντα εχθρό του έθνους», τον οποίο επικαλείτο με δόλο όταν είχε «εσωτερικά ζόρια», διαστρέφοντας σαν κοινός αγύρτης την ιστορία (για να καταστεί σήμερα ένα παραπλανητικό ιστορικό αφήγημα) εφευρίσκοντας συνοριακές προκλήσεις και ωρυόμενος ότι «θα χύσει μόλυβδο στο στόμα των μοναρχοφασιστών» (1949). Όταν όμως έσφιξε ο κλοιός, κατέκατσε το θράσος του και χρειάστηκε τη Δύση, μετέβη άρον άρον στη Γράψη της Δρόπολης, λίγα χιλιόμετρα μακριά από τους Βουλιαράτες και σαν άσωτος υιός σε μία προσπάθεια εξευμενισμού των ούτως ή άλλως σχέσεων προσποίησης και καχυποψίας, τις οποίες ο ίδιος είχε συστηματικά χτίσει, για να ζητήσει από την Ελλάδα να του ανοίξει την πύλη προς την Ευρώπη και να αποκαλέσει αυτούς που μία ζωή εξύβριζε ως «μοναρχοφασίστες» ως «φίλο λαό» (1978). Η παρακαταθήκη του είναι μόνον μίσος, δυστυχώς.
Οι ακραίες αυτές φωνές που ακούστηκαν τελευταία και η εμμονική πρόσδεση στα αταβιστικά εθνικιστικά ιδεώδη, δεν προσπορίζουν κανένα πολιτικό ή άλλο όφελος, απεναντίας συνεπάγονται πρόσθετες διπλωματικές περιπλοκές και δυστυχώς μας παραπέμπουν σε εποχές τις οποίες δεν επιθυμούμε ούτε να θυμόμαστε. Από την άλλη παγιδεύουν χιλιάδες τίμιους Αλβανούς μετανάστες που ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα, προκαλούν δυσχέρεια σε 65.000 Ελληνοαλβανούς που απέκτησαν την ελληνική ιθαγένεια και επωφελούνται πια όλα τα οφέλη ενός Ευρωπαίου. Τουναντίον, διατηρούν ζωντανή την εμπεδωμένη καχυποψία, αν όχι την υποκαίουσα εχθρότητα. Εάν συνεχιστεί αυτή η γλώσσα της μισαλλοδοξίας, τότε στο τέλος της θητείας, όταν ο κ. Ράμα απολογητικά παραστεί ενώπιον της ιστορίας, στον κρατικό του προϋπολογισμό θα έχει μόνον 3.700.000 δολάρια, όσα ακριβώς βρέθηκαν στο ταμείο του Χότζα όταν κατέρρευσε το «απόρθητο κάστρο» του, αλλά και χιλιάδες Αλβανούς πρόσφυγες που θα περιμένουν τη σειρά στο κατώφλι της Ελλάδας, φοβούμενοι να στραφούν προς τα ιταλικά λιμάνια, διότι είναι νωπές οι μνήμες από τον εμβολισμό του σαπιοκάραβου από την ιταλική ακτοφυλακή και τους δεκάδες βυθισθέντες αλβανούς αθώους στο Οτράντο (Μάρτιος 1997).
Ευελπιστώ ότι οι νουνεχείς φίλοι μου Αλβανοί θα αντιληφθούν πως αυτή η εμπρηστική γλώσσα οδηγεί ακριβώς εκεί και θα την αποτρέψουν, αλλά και ότι η φιλία με την Ελλάδα είναι μονόδρομος και συνιστά την αναπότρεπτη πορεία της ιστορίας.
*Διδάκτωρ ιστορίας του ΑΠΘ.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO51 δευτερόλεπτα πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

GEOPOLITICO30 λεπτά πριν

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Αρμενία–Ινδία: Στο τραπέζι παραγωγή Pinaka Mk2 – Τα ανοίγματα σε ΕΕ και ΗΠΑ

Συζητήσεις για παραγωγή ινδικών πυραύλων στην Αρμενία, στενότερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και επαφές στην Ουάσιγκτον συνθέτουν την ατζέντα...

Δημοφιλή