Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Αεροναυτική συνεργασία Κύπρου – Γαλλίας

Δημοσιεύτηκε στις

Oι μακράς διαρκείας συνομιλίες και συζητήσεις με πολλούς παρευρισκόμενους δημιουργούν τις πλείστες φορές την εντύπωση των σοβαρών συζητήσεων και λήψης σημαντικών αποφάσεων. Κι όμως, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι σύντομες συναντήσεις, καλά προετοιμασμένες, δεν έχουν αποτελέσματα ουσιαστικά. 
Κι αυτό αποδείχθηκε την περασμένη Τρίτη με τη σύντομη επίσκεψη του Γάλλου Προέδρου Εμανουέλ Μακρόν στη Λευκωσία στο πλαίσιο της Συνόδου των εφτά νοτίων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε συνάντηση, διάρκειας μισής ώρας, οι Πρόεδροι της Γαλλίας και της Κύπρου έλαβαν εκείνες τις αποφάσεις που χρειάζονταν προκειμένου να προχωρήσει παραπέρα η συνεργασία Κύπρου-Γαλλίας.  Νίκος Αναστασιάδης και Εμανουέλ Μακρόν γνώριζαν εξαρχής πως αυτοί ήταν που θα έπρεπε να λάβουν τις αποφάσεις, κι αυτό έπραξαν. Ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για να αρχίσει η υλοποίηση της αεροναυτικής συνεργασίας μεταξύ Κύπρου και Γαλλίας.  
Πιο συγκεκριμένα, όπως έχει γίνει ευρέως γνωστό:
  •  Η Κυπριακή Δημοκρατία θα προχωρήσει στη δημιουργία ενός ναύσταθμου στο Μαρί, τον οποίο να μπορούν να χρησιμοποιούν πλοία του πολεμικού ναυτικού της Γαλλίας που θα βρίσκονται στην περιοχή.
  • Η γαλλική πολεμική αεροπορία θα μπορεί να χρησιμοποιεί την αεροπορική βάση της Πάφου. 
Βεβαίως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτές οι συμφωνίες προϋπήρχαν και δεν προέκυψαν μέσα από τη συνάντηση Αναστασιάδη-Μακρόν στη Λευκωσία. Οι δύο χώρες είχαν, από τις ημέρες της παρουσίας του Χριστόφορου Φωκαΐδη στο υπουργείο Άμυνας, συμφωνήσει στην αναβάθμιση της βάσης στο Μαρί προκειμένου να καταστεί προσβάσιμη στα γαλλικά πλοία. Στα πλαίσια εκείνης της συμφωνίας Γάλλοι ειδικοί συμφωνήθηκε να αναλάβουν τον σχεδιασμό των έργων αναβάθμισης της βάσης, η οποία θα μετατραπεί σε ναύσταθμο. 
Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που θα πρέπει να σημειωθεί είναι η αποφασιστικότητα που επιδεικνύει η γαλλική πλευρά ως προς τη χρήση της Κύπρου για τις δραστηριότητές της στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Ο τρόπος που το έθεσε ο Γάλλος Πρόεδρος είναι αρκούντως κατατοπιστικός για τις προθέσεις του. Επέλεξε το βήμα της συνόδου των Εφτά του Ευρωπαϊκού Νότου (MED 7) για να στείλει τα μηνύματά του.
Τι ακριβώς μας είπε ο Γάλλος Πρόεδρος το βράδυ της Τρίτης 29 Ιανουαρίου 2019: «Η διμερής σχέση μεταξύ της Κύπρου και της Γαλλίας είναι εξαιρετική και τροφοδοτείται από μια υποδειγματική συνεργασία ιδιαίτερα στους τομείς της άμυνας και της ενέργειας. 
Ειδικότερα η Κύπρος αποτελεί έναν ενδιάμεσο σταθμό για το γαλλικό ναυτικό και ιδιαίτερα για το αεροναυτικό συγκρότημα που σχηματίστηκε γύρω από το αεροπλανοφόρο Charles de Gaulle. Υπολογίζω πολύ σε αυτή τη συνεργασία, η οποία απεικονίζει τη φιλοδοξία μιας κυρίαρχης Ευρώπης η οποία εξασφαλίζει τα μέσα για να προφυλάξει τον εαυτό της. Αυτή η συνεργασία αποτελεί για μένα ένα σημαντικό στοιχείο του ευρωπαϊκού σχεδιασμού άμυνας τον οποίο έχουμε ενισχύσει πολύ στη διάρκεια του τελευταίου χρόνου. 
Ευχαριστώ τις κυπριακές Αρχές για τον στρατηγικό δεσμό που δημιουργήσαμε και η τελευταία συνάντηση μάς επέτρεψε να ανοίξουμε πολλές προοπτικές για να εντατικοποιήσουμε περισσότερο τη σχέση ανάμεσα στις δύο χώρες μας».
Αναλύοντας τα όσα είπε ο Εμανουέλ Μακρόν βλέπουμε πιο συγκεκριμένα πως οι Γάλλοι θέλουν να αξιοποιήσουν την παρουσία τους στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. 
*Πρώτον, θέλουν στην Κύπρο μια βάση όπου να μπορούν να σταθμεύουν οι αεροναυτικές δυνάμεις της χώρας τους. 
*Δεύτερον, η Κύπρος προσφέρει στη Γαλλία μια μόνιμη παρουσία στην ευρύτερη περιοχή, κάτι που έψαχνε εδώ και δεκαετίες το Παρίσι αλλά δεν μπορούσε να βρει.  
Η παρουσία των γαλλικών πλοίων θα αποφέρει οικονομικά οφέλη για την Κύπρο αφού θα υπάρχουν συνεχείς ανάγκες ανεφοδιασμού και συντήρησης. Πιο σημαντικό όμως για τη Λευκωσία αποτελεί το γεγονός ότι η Γαλλία δεν βλέπει την Κύπρο ως «κτήμα της» και για αποκλειστική χρήση και δεν περιορίζει τη συνεργασία σε διμερές επίπεδο. Σύμφωνα με τον Εμαουνέλ Μακρόν, η συνεργασία αυτή μπαίνει κάτω από την ευρύτερη ευρωπαϊκή ομπρέλα. «Αυτή η συνεργασία αποτελεί για μένα ένα σημαντικό στοιχείο του ευρωπαϊκού σχεδιασμού άμυνας», τόνισε ο Γάλλος Πρόεδρος.  
Είναι ίσως η πρώτη φορά που με τόση σαφήνεια η Κύπρος συμπεριλαμβάνεται στους ευρωπαϊκούς αμυντικούς σχεδιασμούς. Μια εξέλιξη που κάθε άλλο παρά αρνητική μπορεί να είναι, εάν λάβει κανείς υπόψη ποια ήταν η στάση και η συμπεριφορά άλλων χωρών που δραστηριοποιούνται στο νησί.  
Σε αντίθεση με τους Βρετανούς, που διατηρούν για δεκαετίες βάση στο νησί, οι Γάλλοι θέλουν την Κύπρο στους ευρωπαϊκούς σχεδιασμούς. Η Βρετανία ουδέποτε θέλησε οι βάσεις της να αποτελέσουν χώρο συνεργασίας είτε της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε ακόμα του ΝΑΤΟ. Η μόνη χώρα που τύγχανε διευκολύνσεων από τις βρετανικές βάσεις στην Κύπρο ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Και αναπόφευκτα μπορούν και θα πρέπει να γίνουν συγκρίσεις μεταξύ της βρετανικής παρουσίας στο νησί και μιας γαλλικής. Οι Βρετανοί θεωρούν τις εδώ βάσεις τους ως κυρίαρχες και δεν έχουν ποσώς να κάνουν με την Κύπρο και την ασφάλειά της. Οι βρετανικές βάσεις στην Κύπρο εντάσσονται στο πλαίσιο του αμυντικού σχεδιασμού της Βρετανίας και κανενός άλλου.
Αντίθετα με τους Βρετανούς οι Γάλλοι δεν αποξενώνουν την Κύπρο και δεν θέλουν να αποκτήσουν κυριαρχία σε κάποιο τμήμα του νησιού. Βλέπουν ένα τριπλό όφελος μέσα από την κυπρογαλλική συνεργασία: Όφελος για τη Γαλλία και τη δραστηριοποίησή της στην περιοχή, όφελος για την Κύπρο γιατί θα προκύψουν αναβαθμίσεις στον στρατιωτικό τομέα και όφελος για την Ευρώπη γενικότερα στους δικούς της αμυντικούς σχεδιασμούς.  
Μέχρι τώρα το μόνο που συνέδεε την Ευρώπη με την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου ήταν η Κύπρος ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τίποτε άλλο και καμιά απολύτως δραστηριότητα. Η Βρετανία, κυρίως για δικούς της λόγους, εμφανιζόταν ως δήθεν εκπρόσωπος της Ευρώπης στην περιοχή. Κι η ίδια η Ευρώπη άφηνε τον έλεγχο της περιοχής στη Βρετανία. Με την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ είναι εμφανές ότι αυτή η περιοχή δεν μπορεί να παραδοθεί σε δυνάμεις εκτός Ευρώπης.  
Γιατί πέρα από τους Βρετανούς την περιοχή τη θεωρούν δική τους οι Αμερικανοί, οι Ρώσοι δεν περιορίζονται πλέον στο κομμάτι της Συρίας αλλά κινούνται ευρύτερα, οι Τούρκοι θέλουν να παίξουν οι ίδιοι πρωταγωνιστικό ρόλο, ακόμα και το Ιράν θέλει να πατήσει στη Μεσόγειο, ενώ βλέψεις έχει και η Κίνα. 
Η Γαλλία μπήκε δυναμικά στο παιχνίδι της περιοχής κινούμενη πάνω σε δύο άξονες: την ενεργειακή συνεργασία με την Κύπρο και τις έρευνες στην κυπριακή αποκλειστική οικονομική ζώνη από τη μια και από την άλλη προχωρώντας σε μιας μορφής στρατιωτική συνεργασία με την Κύπρο κάτω από την ομπρέλα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  
Οι κινήσεις αυτές σίγουρα αντιστρατεύονται τα συμφέροντα των Βρετανών και θα πρέπει μέσα στο επόμενο διάστημα, όταν θα καταλαγιάσει και το θέμα του Brexit, να δούμε ποια θα είναι η απάντηση του Λονδίνου. Και γι’ αυτό η Λευκωσία θα πρέπει στο μεταξύ να λάβει τα μέτρα της.
 
Ερωτηματικά για τους Ιταλούς 
Η συνάντηση του Προέδρου Νίκου Αναστασιάδη με τον Τζουζέπε Κόντε, το βράδυ της Τρίτης, μάλλον επιβεβαίωσε παρά διασκέδασε τις ανησυχίες της Ρώμης σ’ ό,τι αφορά στους ενεργειακούς σχεδιασμούς. Εμφανώς ο Ιταλός Πρωθυπουργός έχει να ασχοληθεί με πολλά τρέχοντα εσωτερικά ζητήματα και τις σχέσεις της χώρας με την Ευρώπη. 
Ζητήματα όπως οι συμμαχίες της Ανατολικής Μεσογείου και οι δραστηριότητες της ΕΝΙ έρχονται σε δεύτερη ή τρίτη μοίρα.
Οι Ιταλοί, αυτή τη στιγμή, εμφανίζονται διστακτικοί σ’ ό,τι αφορά στον αγωγό EastMed. Αυτή τη στιγμή και χωρίς να υπάρχει μια ξεκάθαρη εικόνα ως προς την προοπτική δημιουργίας και λειτουργίας του αγωγού κατά τρόπο που να είναι οικονομικά συμφέρον, μάλλον δεν θα πρέπει να αναμένεται μια ιδιαίτερη δραστηριοποίηση από τους Ιταλούς. 
Γεγονός που γεννά ερωτηματικό ως προς την ετοιμότητα της ιταλικής πλευράς να είναι παρούσα στην επόμενη σύνοδο κορυφής και την εμπλοκή της σε μια τετραμερή διάσκεψη. Ο ιταλικός παράγοντας λήφθηκε υπόψη το προηγούμενο διάστημα. Άγνωστο εάν θα μπορούν Κύπρος και Ελλάδα μαζί με τις άλλες χώρες της περιοχής να συνεχίσουν να υπολογίζουν στην ιταλική συμμετοχή. 
Ερωτηματικά υπάρχουν και σε σχέση με την ΕΝΙ. Όταν στο παρελθόν με μια σχετικά πιο ισχυρή ιταλική Κυβέρνηση η Ρώμη εμφανίστηκε αδύναμη να υπερασπιστεί τις δραστηριότητες της εταιρείας της, γεννάται το ερώτημα εάν υπάρχει διάθεση να το πράξει σήμερα. Γι’ αυτό το κεφάλαιο ι«ταλική εμπλοκή στα ενεργειακά της Ανατολικής Μεσογείου» είναι κάτι που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής όχι μόνο από τη Λευκωσία αλλά τις άλλες συνεργαζόμενες πρωτεύουσες.
 
Φιλελεύθερος

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις11 λεπτά πριν

Από τη Σαρία στην Ατομική Ελευθερία; Η Αλλαγή που Συντελείται στη Μέση Ανατολή

Μεταξύ 2000 και 2020, επέβλεψα μια σειρά ερευνών στη Μέση Ανατολή, πραγματοποιώντας προσωπικές συνεντεύξεις με αντιπροσωπευτικά δείγματα πληθυσμού σε πέντε...

Αναλύσεις41 λεπτά πριν

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για...

Newsroom1 ώρα πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Δημοφιλή