Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ με το Ισραήλ και το… φυλάκιο της Τουρκίας

Δημοσιεύτηκε στις

Ο τρεις πόλεμοι Τουρκίας – ΗΠΑ και η συνάντηση Πούτιν – Ερντογάν
Του Δρα Γιάννου Χαραλαμπίδη
ΠΩΣ OI ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ΚΤΥΠΟΥΝ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΛΙΡΑ, Η ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΜΟΣΧΑΣ ΠΡΟΣ AΓΚΥΡΑ, ΓΙΑΤΙ ΤΡΑΒΑ ΤΟ ΣΧΟΙΝΙ Ο ΕΡΝΤΟΓΑΝ ΚΑΙ ΠΟΙEΣ ΟΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ· Γιατί αστόχησαν οι αμερικανικοί πύραυλοι στη Συρία και πώς νέκρωσαν οι «οθόνες του Donald Cook»
· Πόσα χρωστά η Τουρκία σε τράπεζες των ΗΠΑ και της ΕΕ
· Γιατί αυξάνεται το τουρκικό χρέος
· Οι S-400 και το παιχνίδι της πολεμικής αγοράς
Ο άξονας της Τουρκίας με τη Ρωσία προκαλεί πονοκεφάλους και στις ΗΠΑ και στο ΝΑΤΟ. Η Άγκυρα βρίσκεται με την Ουάσιγκτον σε μια περίεργη σχέση. Αφενός είναι συμμαχική, λόγω ΝΑΤΟ, αφετέρου είναι συγκρουσιακή, γιατί υπάρχει: 1. Οικονομικός πόλεμος. 2. Πόλεμος εξοπλισμών, και 3. Υποβόσκει ένας ενεργειακός πόλεμος, εφόσον η Τουρκία ενισχύει τις ενεργειακές της εξαρτήσεις από τη Μόσχα, την ίδια ώρα που ο Πρόεδρος Τραμπ αξιώνει από τη Μέρκελ να μη διανοηθεί να κατασκευάσει τον Βόρειο Αγωγό 2 από την Ρωσία στη Γερμανία.
Το κεφάλι του Ερντογάν
Το ερώτημα είναι κατά πόσον ο Ερντογάν θα φάει ή όχι το κεφάλι του, διότι έχει πολλές αχίλλειες πτέρνες, ως αποτέλεσμα των εξαρτήσεών του από τη Δύση. Όταν, δε, μιλάμε για Δύση, εννοούμε και του Ευρωπαίους, οι οποίοι μέσω ΕΕ και ΝΑΤΟ ευθυγραμμίζονται κατά μεγάλο βαθμό με τις ΗΠΑ κάτω από την εξής ιδεαλιστική αντίληψη:
Ο Ερντογάν έχει εγκαθιδρύσει ένα αντιδημοκρατικό καθεστώς και πρέπει να τιμωρηθεί, αλλά χωρίς να εξοντωθεί η Τουρκία. Πίσω, βεβαίως, από την ορθή ιδεαλιστική προσέγγιση διακυβεύονται μεγάλα εθνικά συμφέροντα. Εκ των πραγμάτων, οι εξελίξεις αφορούν και την Κύπρο, διότι έχουν γεωπολιτικές επιπτώσεις, τις οποίες οφείλουμε να παρακολουθούμε, εάν θέλουμε να έχουμε εξωτερική και αμυντική πολιτική και γενικότερα στρατηγική.

Ρωσοτουρκική ατζέντα

Τι συζήτησαν, λοιπόν, Πούτιν και Ερντογάν την περασμένη εβδομάδα;
Πρώτον, τον πόλεμο στη Συρία. Εκεί διαπιστώνονται κάποιες διαφωνίες, αλλά η Μόσχα στηρίζει τη ζώνη ασφαλείας που δημιούργησε η Τουρκία.
Δεύτερον, το θέμα του τουρισμού, αφού κατά το 2018 υπήρχε ρεύμα 6 εκ. Ρώσων τουριστών στην Τουρκία, το οποίο προσδοκάται να αυξηθεί το 2019. Αυτό αποτελεί ανάσα για την τουρκική οικονομία.
Τρίτον, την αγορά και την εγκατάσταση των S-400. Ο Τούρκος Πρόεδρος υποστηρίζει ότι είναι δρόμος χωρίς επιστροφή.
Τέταρτον, την ενέργεια. Επί του θέματος αυτού υπάρχουν δύο βασικά έργα. Το ένα είναι η αποπεράτωση του Turkish Stream ώς το τέλος του 2019 και το άλλο είναι ο πυρηνικός σταθμός στο Άκιουγιου (παραγωγή 48.000 μεγαβάτ), ο οποίος κατασκευάζεται, κατά παράβαση των κανονισμών της Διεθνούς Οργάνωσης Ατομικής Ενέργειας, διότι η Τουρκία και η Ρωσία, βεβαίως, θα έπρεπε να ενημερώσουν σχετικά τα γειτονικά κράτη και δη αυτά που επηρεάζονται άμεσα, όπως είναι η Ελλάδα και η Κύπρος, για να ακουστούν οι απόψεις, οι ανησυχίες και οι ενστάσεις τους.

Οικονομικός πόλεμος

Εκείνο που μέχρι πρότινος ενδέχεται να ζήλευαν οι πάντες, δηλαδή το τουρκικό οικονομικό θαύμα με τους μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης, σήμερα έχει εξελιχθεί σε αχίλλειο πτέρνα, λόγω του οικονομικού πολέμου με τις ΗΠΑ, οι οποίες θέλουν να βάλουν χαλινάρι και μυαλό στον Ερντογάν, ο οποίος, στο πλαίσιο της πολιτικής του εκκρεμούς -μια με τις ΗΠΑ, μια με τη Ρωσία-, συμπεριφέρεται ηγεμονικά και εκβιαστικά, ισχυριζόμενος ότι είναι ανεξάρτητο κράτος και ενεργεί όπως θέλει.
Ο Ερντογάν μπορεί να λέει ότι θα κάνει ό,τι θέλει, όμως η λίρα κατρακυλά, χάνοντας το 2018 το 40% της αξίας της, ενώ η μεγαλύτερη απώλεια που είχε ο Τούρκος Πρόεδρος, ως αποτέλεσμα του οικονομικού πολέμου με τις ΗΠΑ, ήταν οι δήμοι της Κωνσταντινούπολης και της Άγκυρας στις τελευταίες δημοτικές εκλογές. Στις δύο μεγαλουπόλεις το βιοτικό επίπεδο και ο τρόπος ζωής είναι διαφορετικά από εκείνα της Ανατολίας, οι ανάγκες μεγαλύτερες και η κρίση γίνεται πιο εύκολα αντιληπτή. Εάν η απώλεια των δύο δήμων θα είναι η αρχή του τέλους για τον Ερντογάν, δεν το ξέρουμε ακόμη.
Άλλωστε, διατήρησε τα ποσοστά του μαζί με τους Γκρίζους Λύκους στο 50% συν. Από την άλλην, η αντιπολίτευση, τουλάχιστον ως προς το Κυπριακό, έχει πιο σκληρές θέσεις. Εάν, δε, ο Ερντογάν προχωρήσει σε υποχωρήσεις, τότε είναι που θα σπεύσουν οι Κεμαλιστές να τον κατηγορήσουν για προδοσία. Δηλαδή, να χρησιμοποιήσουν το Κυπριακό για να τον ρίξουν από την εξουσία και, αν χρειαστεί, να τον στήσουν μπροστά στην κρεμάλα.
Πώς, λοιπόν, εξελίσσεται ο οικονομικός πόλεμος των ΗΠΑ με την Τουρκία;
1. Ο Τραμπ επέβαλε διπλές ταρίφες στις εισαγωγές χάλυβα και αλουμινίου και η Τουρκία απάντησε με αύξηση των δασμών στα αμερικανικά αυτοκίνητα κατά 120%, στα ποτά 140% και στα είδη καπνού 60% (τσιγάρων κ.λπ.).
2. Το 40% του χρέους της Τουρκίας οφείλεται στις αμερικανικές και ευρωπαϊκές τράπεζες. Η υποτίμηση της λίρας αυξάνει το κόστος της αποπληρωμής.
Μεγαλώνει το χρέος και για το κράτος και για τους ιδιώτες. Γιατί, όμως, πέφτει η λίρα;
Α. Η χαμηλή βαθμολογία των οίκων αξιολόγησης ως προς την πορεία και τις προοπτικές της τουρκικής οικονομίας.
Β. Η αφαίρεση εξουσιών από την Κεντρική Τράπεζα προς όφελος της Κυβέρνησης, που δημιουργεί πρόσθετες συνθήκες ανασφάλειας και αναξιοπιστίας.
Γ. Η πολιτική αστάθεια, λόγω των προβλημάτων με τις ΗΠΑ και των εσωτερικών ζητημάτων, που αφορούν δημοκρατικά ελλείμματα και αδυναμία ή άρνηση εκσυγχρονισμού.
Σε αυτά προστίθεται και η διαφθορά. Το σκηνικό επέφερε μείωση των εισροών επενδύσεων, αύξησε το προβληματικό ανισοζύγιο εμπορικών συναλλαγών και έφερε πτώση της λίρας και αύξηση του πληθωρισμού, με την τουρκική οικονομία να παγιδεύεται στη δίνη της κρίσης. Το τουρκικό εξωτερικό χρέος, που ήταν περί το 50% επί του ΑΕΠ, αυξάνεται και τα πράγματα γίνονται όλο και πιο δύσκολα, χωρίς οι κατά καιρούς χρηματοδοτήσεις από το Κατάρ να σώζουν την παρτίδα, διότι, με τη συνεχή υποτίμηση της λίρας και χωρίς πολιτική σταθερότητα και αξιοπιστία, η οικονομία δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια της, ενώ η αύξηση του πληθωρισμού, που φτάνει το 15%, καθιστά και τους πολίτες και το κράτος φτωχότερους.

Ρωσική τεχνολογία και πολεμική αγορά

Εκεί όπου μπορεί να επωφεληθεί της κατάστασης η Τουρκία είναι στον τομέα του τουρισμού, διότι οι χαμηλές τιμές αυξάνουν την ανταγωνιστικότητα του τουρκικού τουριστικού προϊόντος. Εξ ου και η ενίσχυση στον τομέα αυτό των σχέσεων με τη Ρωσία. Δεν είναι, βεβαίως, ο μόνος. Η αγορά από την Τουρκία των S-400 και η συμφωνία για παροχή στρατιωτικής τεχνολογίας ρίχνει λάδι στη φωτιά των σχέσεών της με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ και, κατ’ επέκτασιν, με την ΕΕ, αφού η συντριπτική πλειοψηφία των κρατών της και δη των ισχυρών ανήκουν στη Συμμαχία.
Σημειώνουμε ότι η Ρωσία διαθέτει εξίσου σύγχρονη και ποιοτική τεχνολογία με τις ΗΠΑ και δη στους τομείς του ηλεκτρονικού πολέμου, του πολέμου στον κυβερνοχώρο και στους πυραύλους μακρού βεληνεκούς, που είναι ένας από τους στόχους του τουρκικού στρατού για να αλλάξει ριζικά τα ισοζύγια δυνάμεων στην περιοχή και να εδραιωθεί ως περιφερειακή δύναμη.
Σημειώνουμε τα εξής δύο γεγονότα, που μαρτυρούν τις δυνατότητες της ρωσικής τεχνολογίας και προκάλεσαν ανησυχία στη Δύση. Πρώτον, η αστοχία των αμερικανικών πυραύλων στην τελευταία επίθεση στη Συρία. Το ποσοστό επιτυχίας δεν ήταν ικανοποιητικό. Η επικρατούσα εκδοχή για την αστοχία, η οποία μελετάται και από τις ΗΠΑ, είναι η εξής: Η δυνατότητα παρέμβασης στην πλοήγηση των αμερικανικών πυραύλων από ρωσικά αντίμετρα. Δεύτερον, η δυνατότητα ρωσικών μαχητικών να νεκρώνουν ηλεκτρονικά συστήματα αμερικανικών πολεμικών πλοίων.
Αυτό συνέβη πριν από πέντε χρόνια στη Μαύρη Θάλασσα. Στις 12 Απριλίου του 2014, το αμερικανικό πολεμικό σκάφος «Donald Cook» έπλεε στη Μαύρη Θάλασσα, όταν ο Κυβερνήτης και οι αξιωματικοί της γέφυρας διαπίστωσαν ότι τα ηλεκτρονικά τους συστήματα είχαν νεκρώσει. Πάνω από το πλοίο διαπιστώθηκε ότι πετούσε ένα ρωσικό Su-24 fencer και προφανώς είχαν δεχθεί επίθεση ηλεκτρονικού πολέμου. Το οπλικό σύστημα ηλεκτρονικού πολέμου που έκανε τη ζημιά στους Αμερικανούς ονομάζεται Khibinly-M και η χρηματοδότηση της κατασκευής του έχει φτάσει το 1,5 δις ρούβλια.
Το πρόβλημα για τις ΗΠΑ δεν είναι ότι η Τουρκία απομακρύνεται από τη Συμμαχία, αλλά ότι η Ρωσία μπαίνει σε μια κλασική αγορά οπλικών συστημάτων, προσφέροντας, μάλιστα, χαμηλότερες τιμές για εξίσου υψηλής ποιότητας και αξιοπιστίας οπλικά συστήματα με εκείνα των Αμερικανών και άλλων δυτικών κρατών. Η θέση της Ουάσιγκτον είναι, επί του παρόντος, σαφής:
Εάν η Τουρκία εγκαθιδρύσει τους S-400, δεν θα πάρει ούτε τους Patriot, ούτε τα υπερσύγχρονα F-35. Πυκνώνουν, μάλιστα, οι έμμεσες ή άμεσες απειλές ότι, εάν η Άγκυρα συνεχίσει αυτήν την πολιτική, θα πρέπει να αποφασίσει εάν θα παραμείνει στο ΝΑΤΟ, ενώ από αμερικανικής πλευράς γίνεται λόγος για πρόσθετα μέτρα, όπως η επιβολή εμπάργκο όπλων γενικά ή σε ανταλλακτικά συγκεκριμένων τομέων, που σημαίνει σοβαρά προβλήματα στην επιχειρησιακή ικανότητα του τουρκικού στρατού είτε στη θάλασσα είτε στον αέρα είτε στην ξηρά.

Το φυλάκιο της Δύσης, ενέργεια και ασφάλεια

Η επιλογή να εγκαταλείψει η Τουρκία τη Δύση ή οι ΗΠΑ να υιοθετήσουν μια τέτοια προσέγγιση, ώστε να οδηγηθεί η Άγκυρα στις αγκάλες της Μόσχας, θα ήταν loss-loss game και για τις δύο πλευρές. Κερδισμένη θα ήταν η Ρωσία, η οποία θέλει την Τουρκία, και για ενεργειακούς σκοπούς, να είναι στο πλευρό της. Είναι, δε, ανταγωνιστική η σχέση του EastMed με τον Turkish Stream ή με έναν αγωγό από την Κύπρο προς την Τουρκία, διότι ενισχύονται οι εξαρτήσεις και των ΗΠΑ και της ΕΕ από την Άγκυρα, πράγμα που, επί τη βάσει των υφιστάμενων σχεδιασμών τους, δεν επιθυμούν.

Το ίδιο ισχύει και για την επιλογή του τερματικού. Εξ ου και η ευνοϊκή συγκυρία για την Κύπρο, δηλαδή του φλερτ με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Η Άγκυρα και η Μόσχα, με τις επιλογές της, το εδραιώνουν. Ειδικώς, η Ρωσία, οικεία βουλήσει, δεν ενεπλάκη στα ενεργειακά συμφέροντα της Κύπρου, διότι θεωρεί ότι έχει μεγαλύτερα συμφέροντα με την Τουρκία.
Υπάρχει, βεβαίως, και η λογική ότι θα τα βρουν οι ΗΠΑ με τους Τούρκους. Ακόμη και αν τα βρουν, που είναι ένα πιθανό σενάριο, εμείς ουδόλως θα πρέπει να χάσουμε την υφιστάμενη ευκαιρία για να μπούμε στο ενεργειακό παιγνίδι και σε αυτό της ασφάλειας, που οδηγεί στην αναβάθμιση του ρόλου μας και στην ΕΕ και αλλού.
Επειδή, όμως, είμαστε μικρό κράτος, θέλουμε συμμαχίες διαρκείας. Που να κρατούν. Και αυτό μπορεί να συμβεί μόνο με το δέσιμο των ενεργειακών συμφερόντων και της ένταξής μας σε μεγαλύτερους αμυντικούς σχεδιασμούς, όπως ο στρατηγικός άξονας Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ. Ταυτοχρόνως, δεν θα έβλαπτε μια σοβαρή μελέτη για κοινή ένταξή μας ακόμη και στο ΝΑΤΟ, ειδικώς εάν η Άγκυρα αποχωρήσει από τη Συμμαχία, κατά τρόπον ώστε να εξισορροπηθούν και τα δικά μας συμφέροντα, καθώς και αυτά των ενεργειακών εταίρων και συμμάχων μας στην περιοχή και ευρύτερα.
Αλλά και να μην αποχωρήσει η Τουρκία από το ΝΑΤΟ, γιατί όχι, καθώς η συμμετοχή μας στο ίδιο σύστημα ασφάλειας με την Άγκυρα, δεν θα δικαιολογεί, πλέον, την παρουσία τουρκικού στρατού. Συνεπώς, είναι άλλη μια στρατηγική επιλογή απαλλαγής της Κύπρου από τον Αττίλα ή εξουδετέρωσης της όποιας τουρκικής θέσης περί παραμονής στρατευμάτων στο νησί, καθώς και εμπέδωσης της ασφάλειας. Βεβαίως, υπάρχει και η άποψη του ΑΚΕΛ, που είναι σεβαστή και η οποία στρέφεται εναντίον του ΝΑΤΟ, υποστηρίζοντας, ταυτοχρόνως, ότι δεν θα πρέπει η Κύπρος να καταστεί φυλάκιο της Δύσης.
Ερώτημα: Εάν δεν γίνει μέσα από συμμαχίες η Κύπρος φυλάκιο της Δύσης, που είναι, ούτως ή άλλως, λόγω Βάσεων και άλλων διευκολύνσεων προς το ΝΑΤΟ και τη Γαλλία, τι θα είναι καλύτερα να γίνει; Φυλάκιο της Τουρκίας, μέσα από μιαν αποστρατιωτικοποιημένη και ομόσπονδη Κύπρο με εκ περιτροπής Προεδρία, στην οποία θα ασκεί μονομερώς την ασφάλειά μας η Άγκυρα και μέσω αυτής το ΝΑΤΟ; Οι δεύτερες σκέψεις πάντα ωφελούν. Τουλάχιστον, δεν βλάπτουν.
Σημερινή

Ο Σάββας Καλεντερίδης γεννήθηκε στη Βέργη Σερρών το 1960. Το 1977 εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε το 1981, ως ανθυπίλαρχος. Υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες των τεθωρακισμένων και των καταδρομών και σε κρίσιμες θέσεις στο εξωτερικό. Το Μάρτιο του 2000, ενώ φοιτούσε στην Ανωτάτη Σχολή Πολέμου, παραιτήθηκε από τις τάξεις του Ελληνικού Στρατού, με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Από το φθινόπωρο του 2000 ίδρυσε και διευθύνει τον εκδοτικό οίκο Ινφο-Γνώμων. Με το ψευδώνυμο Κώστας Νικοπολίδης μετέφρασε από τα τουρκικά και επιμελήθηκε την έκδοση του βιβλίου "Κράτος συμμορία", Εκδόσεις Τουρίκη, ενώ μετέφρασε από τα τουρκικά και την "Έκθεση Σουσουρλούκ", που συμπεριλήφθηκε στο ομώνυμο βιβλίο των Εκδόσεων Α.Α. Λιβάνη. Σε συνεργασία με το ίδρυμα "Φίλοι Λαογραφικού Μουσείου Μέλπως Μερλιέ" συμμετείχε και προλόγισε την έκδοση του διπλού CD "Τραγούδια του Πόντου, Ηχογραφήσεις του 1930" και του CD "Τραγούδια από τις παράλιες πόλεις του Πόντου και της Μικράς Ασίας". Επιμελήθηκε επίσης της έκδοσης του δίτομου έργου "Ανάλυση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, Μύθος και πραγματικότητα", του βιβλίου "Οι μειονότητες στην Τουρκία" και των ιστορικών ταξιδιωτικών οδηγών "Κάτω Ιταλία - Μεγάλη Ελλάδα", "Σικελία", "Ρόδος - Σύμη - Καστελόριζο - Καρία - Λυκία", "Χίος - Σμύρνη", "Βουλγαρία - Ανατολική Ρωμυλία", "Καππαδοκία - Κεντρική Ανατολία" και "Κωνσταντινούπολη - Μαρμαράς". Έγραψε τους ιστορικούς ταξιδιωτικούς οδηγούς "Κοζάνη, στην αγκαλιά των βουνών", "Ιωνία, Σάμος - Έφεσος - Μίλητος - Πριήνη", "Δυτικός Πόντος, Βιθυνία - Παφλαγονία" και "Ανατολικός Πόντος, Κοτύωρα - Κερασούντα - Τραπεζούντα - Αργυρούπολη - Καρς". Αναλύσεις και άρθρα του Σάββα Καλεντερίδη, με κύριο θέμα την Τουρκία και άλλα περιφερειακά ζητήματα, έχουν δημοσιευθεί στις εφημερίδες "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία" και "Παρόν" και στα περιοδικά "Άμυνα και διπλωματία", "Απόρρητο Δελτίο" και "Διπλωματία".

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός7 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις7 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή