Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Πού σχεδιάζει να τρυπήσει την κυπριακή ΑΟΖ η Άγκυρα

Δημοσιεύτηκε στις

ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΦΛΕΡΤ ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΑΝ ΜΟΝΤΑΝΑ ΔΥΣΚΟΛΕΥΕΙ ΤΙΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΜΕΣΩ ΕΕ
ΠΟΙΕΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΕ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΣΥΜΜΑΧΟΥΣ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΥΠΡΙΟΤΕΡΟΙ ΤΩΝ ΚΥΠΡΙΩΝ
Του Δρα Γιάννου Χαραλαμπίδη
Οι τέσσερεις χάρτες αποτυπώνουν το χθες και τις πιθανές γεωτρήσεις στο μέλλον στις οποίες θα προβεί η Άγκυρα, εάν δεν πληρώσει κόστος για τις ενέργειές της
· Μόνον εάν η Τουρκία δεν έχει κόστος θα προχωρήσει σε άλλες γεωτρήσεις
· Γιατί ο Ερντογάν είναι διαβασμένος και ξέρει να παίζει το παιχνίδι

Οι Τούρκοι ετοιμάζονται για νέες γεωτρήσεις. Και οι περιοχές των νέων αυτών γεωτρήσεων προδικάζονται από τις έρευνες του «Μπαρμπαρός». Εμφανίζονται στους σχετικούς χάρτες που δημοσιεύουμε. Κάποιους από αυτούς τους είχαμε δημοσιεύσει και το 2017 και το 2018 προειδοποιώντας ότι θα κατέβαζαν τρυπάνι οι Τούρκοι στα ανοικτά της Πάφου, όπου μάλιστα πραγματοποιούσαν και ναυτικές ασκήσεις. Είναι, δε, πρόδηλον ότι, η άσκηση «Γαλάζια Πατρίδα» δεν ήταν εντυπωσιασμού, αλλά ουσίας και δείγμα ισχύος. Το ερώτημα είναι κατά πόσον μπορούν να αποτραπούν ή όχι τα νέα τετελεσμένα, στα οποία προσδοκά να προβεί η Άγκυρα.

Ξέρει καλά το παιχνίδι ο Ερντογάν

Ο Τούρκος Πρόεδρος, Ταγίπ Ερντογάν, και οι σύμβουλοί του γνωρίζουν καλά πώς παίζεται το παιχνίδι στις διεθνείς σχέσεις. Η απόφασή του να τρυπήσει στην Κυπριακή ΑΟΖ είναι προϊόν συνυπολογισμένης απόφασης. Δηλαδή, γνωρίζει ο Τούρκος Πρόεδρος ότι:

1. Ακόμη και αν διαμαρτυρηθεί η Κυπριακή Δημοκρατία στον ΟΗΕ, δεν θα προκύψει σοβαρό κόστος για τη χώρα του, διότι το θέμα δεν θα τεθεί κάτω από το κεφάλαιο 7, όπου μπορούν να ληφθούν οικονομικά και άλλα μέτρα, εν ολίγοις κυρώσεις, σε βάρος της Τουρκίας. Ακόμη και αν εκδοθεί ψήφισμα από το Συμβούλιο Ασφαλείας, η Άγκυρα μπορεί να το γράψει στα παλιά της τα παπούτσια, εφόσον δεν θα είναι στο κεφάλαιο 7. Για να περάσει το Κυπριακό στο κεφάλαιο 7 θα πρέπει να πειστεί το Σ. Ασφαλείας ότι η πολιτική της Τουρκίας απειλεί την παγκόσμια ή περιφερειακή ειρήνη και σταθερότητα. Η απόφαση ανήκει στα Μόνιμα Μέλη του Σ. Ασφαλείας. Ποιος θα στραφεί κατά της Άγκυρας, οι ΗΠΑ, η Ρωσία ή η Βρετανία;
2. Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει ναυτικές δυνάμεις και η Ελλάδα δεν αναλαμβάνει ούτε ηθικά ούτε πολιτικά και στρατιωτικά τις ευθύνες της έναντι της Κύπρου. Συνεπώς, δεν υπάρχει αποτροπή. Και εδώ αποδεικνύεται η εγκληματική διάλυση του Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος. Ταυτοχρόνως, η υφιστάμενη κρίση δίνει το δικαίωμα στον Υπουργό Άμυνας να ζητήσει πρόσθετο προϋπολογισμό για τη στοιχειώδη αμυντική Οργάνωση. Το πρόβλημα και η αχίλλειος πτέρνα είναι η Αθήνα, που δεν είναι ζεστή με την ιδέα του Δόγματος, ενώ δεν έχει πρόθεση για να οριοθετήσει τη δική της ΑΟΖ, για να εφάπτεται με εκείνην της Κύπρου και της Αιγύπτου.
3. Οι τριμερείς συμμαχίες έχουν ρητορικό χαρακτήρα, όπως πολλάκις επισημάναμε, διότι δεν έχουν στρατηγικό χαρακτήρα και διότι δεν έχουν υπογραφεί αμυντικά σύμφωνα, που σημαίνει ότι η επίθεση έναντι του ενός είναι επίθεση έναντι όλων.
4. Η ΕΕ έχει πολύ μεγαλύτερα συμφέροντα να εξυπηρετήσει στην Τουρκία παρά στην Κύπρο. Συνεπώς, θα ξεφύγει από τις ρητορικές καταδίκες μόνον εάν γίνουν συντονισμένες κινήσεις από τη Λευκωσία, η οποία, όπως προ καιρού έχουμε αναλύσει, θα έπρεπε να είχε δημιουργήσει διαφορετικό κλίμα από το υφιστάμενο στην ΕΕ. Δεν το έπραξε, διότι υπήρχε πίεση από τον ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ επί της Κυβέρνησης να μην «ενοχληθεί» η Άγκυρα, για να υπάρξουν ελπίδες επανέναρξης των συνομιλιών από το σημείο όπου διακόπηκαν στο Κραν Μοντανά.

Τα προβλήματα

Κινήσεις πριν από το άτυπο Συμβούλιο, όπως εκείνο της περασμένης Πέμπτης στη Ρουμανία, δεν μπορούν να επιφέρουν κυρώσεις εν μιά νυκτί, όταν μάλιστα πριν από δύο μήνες η κυπριακή Κυβέρνηση, διά του ΥΠΕΞ Ν. Χριστοδουλίδη, ήταν αντίθετη με τη διακοπή των ενταξιακών διαδικασιών με την Τουρκία, όπως είχε προταθεί από το ΕΛΚ, την πολιτική οικογένεια του ΔΗΣΥ στην Ευρώπη. Η θέση Χριστοδουλίδη έχει λογική βάση, υπό την έννοια ότι, εάν διατηρηθεί ζωντανή η ενταξιακή διαδικασία, μπορεί να ασκούντα πιέσεις επί της Τουρκίας για βιώσιμη λύση στο Κυπριακό.
Δυστυχώς, όμως, θα ήταν και στην πράξη ορθή αυτή η αντίληψη, εάν όντως η ΕΕ χρησιμοποιείτο για δίκαιη και ευρωπαϊκή λύση και όχι για τη νομιμοποίηση των διχοτομικών τετελεσμένων της εισβολής, όπως ήταν το κεκτημένο των συνομιλιών. Ποιο είναι λοιπόν το πρόβλημα; Πολλαπλό. Δηλαδή:
1. Μετά το Κραν Μοντανά δεν υπήρχε εναλλακτική στρατηγική ούτε από την Κυβέρνηση, ούτε από το ΑΚΕΛ, ούτε από τον ενδιάμεσο χώρο. Η συνέχιση μιας πολιτικής περί καλής, κακής ή άλλης ομοσπονδίας, που ο ίδιος ο Πρόεδρος παραδέχεται πλέον ότι δεν θα είναι λειτουργική, ουδόλως δικαιώνει εκείνους που αμέσως ή εμμέσως ισχυρίζονται ότι η επόμενη επιλογή είναι της συνομοσπονδίας ή της χαλαρής ομοσπονδίας ή των δύο κρατών. Πρόκειται για εναλλακτικές επιλογές διχοτόμησης.
Εάν, δε, συνεχιστούν οι συνομιλίες, αυτά που σήμερα θεωρούμε ως παράλογα να συμβαίνουν εντός της Κυπριακής ΑΟΖ, την επαύριον θα γίνουν νόμιμα. Γιατί; Διότι το καθιστά σαφές η Τουρκία και ο μετριοπαθής Ακιντζί: Προϋπόθεση για να επαναρχίσουν οι συνομιλίες είναι ο διαμερισμός του φυσικού αερίου και το τουρκικό βέτο στις σχετικές με το θέμα αποφάσεις. Συν του γεγονότος ότι θα υπάρχει επανακαθορισμός των ΑΟΖ. Ακριβώς, η Τουρκία κατεβάζει τρυπάνι στα δυτικά της Πάφου, για να δημιουργήσει τετελεσμένο, αποκαλύπτοντας τις προθέσεις για την αλλαγή των ΑΟΖ.
2. Δεν καλλιεργήθηκε στην ΕΕ η αντίληψη της κατοχής και των ευθυνών της Τουρκίας, διότι θα θύμωνε η Άγκυρα και θα έκλεινε την πόρτα σε νέο Κραν Μοντανά. Όταν γράφαμε τεκμηριωμένα ότι η Τουρκία θα αιγαιοποιήσει την κυπριακή ΑΟΖ και ότι θα εισβάλει στη θάλασσα της Κύπρου και ότι θα κατεβάσει τρυπάνι και τι δεν έλεγαν τα κοφτερά μυαλά του κατεστημένου κομματικού συστήματος, που θέλουν να διεκδικούν ακόμη πάσης φύσεως αξιώματα παραδίδοντας μαθήματα σωτηρίας! Σήμερα ορθώς ο Πρόεδρος δηλώνει ότι η Τουρκία εισέβαλε εκ νέου στην Κύπρο και δη στην ΑΟΖ της, αλλά η θέση αυτή θα πρέπει να συνοδευτεί με σειρά μέτρων στο πλαίσιο στρατηγικής και όχι κινήσεων τακτικής.

Νέα στρατηγική

Γιατί τα λέμε αυτά; Διότι, εάν μετά το Κραν Μοντανά υπήρχε νέα στρατηγική, που θα έστηνε την Τουρκία στον τοίχο εντός της ΕΕ και θα προχωρούσε σε βαθύτερες στρατηγικές συμμαχίες με αμυντικά σύμφωνα μη επιθέσεως και αλλαγή πολιτικής επί τη βάσει κοινών συμφερόντων, σήμερα θα μπορούσε ο Πρόεδρος να ζητήσει την ενεργοποίηση του 42,7 των Συνθηκών της ΕΕ, εφόσον η Κύπρος τελεί υπό καθεστώς επίθεσης.
Αφενός, λόγω της συνεχούς κατοχής, αφετέρου λόγω της υφιστάμενης εισβολής, όπως ο Πρόεδρος λέει, στην κυπριακή ΑΟΖ. Για να το ζητήσει αυτό, χρειάζεται μια νέα στρατηγική, που δεν θα έχει ως βάση λύσης του Κυπριακού το Κραν Μοντανά, αλλά:
Πρώτον, την αντιδήλωση της 21ης Σεπτεμβρίου του 2005, που καθορίζει ότι βασική προϋπόθεση για την τουρκική ενταξιακή πορεία είναι η ομαλοποίηση των σχέσεων της Άγκυρας με την Κυπριακή Δημοκρατία. Δεύτερον, αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων, αλλιώς θα πρέπει να επιβληθούν κυρώσεις σε βάρος της Άγκυρας, όπως συνέβη στην περίπτωση της Ρωσίας όταν εισέβαλε στην Κριμαία.
Εάν οι εταίροι μας δεν σεβαστούν τις θέσεις μας, τότε αφενός θα εκτεθούν διεθνώς και η αξιοπιστία της ΕΕ θα πληγεί, αφετέρου η Κυπριακή Δημοκρατία δεν θα δεσμεύεται πλέον από τα μέτρα της ΕΕ σε βάρος της Ρωσίας. Αλληλεγγύη και κοινή πολιτική δεν σημαίνει ότι η ΕΕ υπερασπίζεται τρίτες χώρες και αρνείται να υπερασπιστεί τα κράτη μέλη της.
Δεν μπορεί, όμως, η Κύπρος να ζητά κυρώσεις σε βάρος της Τουρκίας ή ενεργοποίηση του άρθρου 42,7 όταν η ίδια κρύβει την κατοχή κάτω από το χαλί και περιμένει να ανοίξει ο δρόμος για ένα νέο Κραν Μοντανά, ώστε να αναγνωριστεί το ψευδοκράτος ως ισότιμο συνιστών κράτος και να γίνει επανακαθορισμός της ΑΟΖ. Εφόσον είναι αυτή η πολιτική της Κύπρου, γιατί η ΕΕ να επιβάλει κυρώσεις ή να ενεργοποιήσει το 47,2;

Μέτρα και αντίμετρα

Εφόσον δεν υπήρξε αλλαγή στρατηγικής, αυτό που γίνεται σήμερα είναι οι τακτικές κινήσεις, δηλαδή τα εντάλματα σύλληψης των πληρωμάτων. Είναι ζήτημα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και η Κυπριακή Δημοκρατία έχει δικαιοδοσία να το πράξει. Ταυτοχρόνως, όμως, θα πρέπει να προχωρήσει η ίδια, αλλά και μέσω της ΕΕ, σε διώξεις σε βάρος των εταιρειών που εμπλέκονται σε παράνομες δραστηριότητες εντός της κυπριακής ΑΟΖ. Αυτό σημαίνει παραβίαση του κοινοτικού κεκτημένου και αποκλεισμό των εταιρειών αυτών από δραστηριότητες εντός της ΕΕ.
Επί τούτου, δε, μπορεί να συμβεί και κάτι άλλο: Να μη δραστηριοποιούνται οι ευρωπαϊκές εταιρείες με την Τουρκική Εταιρεία Πετρελαίων. Βεβαίως, η Άγκυρα δεν θα μείνει με σταυρωμένα τα χέρια, προχωρώντας σε αντίμετρα έναντι της ΕΝΙ ή και της TOTAL, εκτός και αν βρεθούν ισοδύναμα ανταλλάγματα, όπως ήταν η Ναυτική Βάση στο Μαρί ή το οικόπεδο 7.

Επιθετική διπλωματία

Πέραν των ανωτέρω, για να υπάρξει αποτροπή νέων τουρκικών προκλήσεων και της δημιουργίας τετελεσμένων θα πρέπει: Πρώτον, να καταστεί σαφές ότι δεν πρόκειται να προχωρήσει η λεγόμενη επικαιροποίηση της τελωνειακής ένωσης, εφόσον η Τουρκία δεν τηρεί τα συμφωνηθέντα με την Κυπριακή Δημοκρατία και δεν την αναγνωρίζει. Δεύτερον, να ζητηθεί η επιβολή κυρώσεων και να γίνει προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού, διότι δεν μπορεί τα τουρκικά προϊόντα να εξάγονται στην Κύπρο και όχι τα κυπριακά στην Τουρκία.
Τρίτον, να κινηθούν οι διαδικασίες κατόπιν απόφασης του Συμβουλίου για πάγωμα των προενταξιακών κονδυλίων προς την Τουρκία ενόσω συνεχίζει να πλήττει τα συμφέροντα της Κυπριακής Δημοκρατίας και της ΕΕ. Αυτές οι αποφάσεις θα έπρεπε να είχαν μελετηθεί και να είχαν ενταχθεί σε μιαν άλλη από την υφιστάμενη εξευμενιστική στρατηγική. Επιβάλλεται, λοιπόν, επιθετική διπλωματία. Διότι, εάν δεν επιβληθούν κυρώσεις στην Τουρκία, θα συνεχίσει τις γεωτρήσεις της στην κυπριακή ΑΟΖ.

Ποιος τροφοδότησε την κρίση

Η υφιστάμενη στρατηγική του Κραν Μοντανά και της ομοσπονδίας, καθώς και της αδυναμίας αντίληψης της αποτροπής και της σημασίας που έχει μια ισχυρή Εθνική Φρουρά, έχει τροφοδοτήσει την υφιστάμενη κρίση. Προτού αναρωτηθούμε τι κάνουν οι σύμμαχοί μας για μας, θα πρέπει να αναλογιστούμε τι εμείς πράττουμε για τους εαυτούς μας. Γιατί, π.χ., οι Ιταλοί να τα τσουγκρίσουν με τους Τούρκους, όταν εμείς είμαστε υπέρμαχοι μιας συμφωνίας με την Τουρκία στο πλαίσιο της λύσης που θα δίνει δικαιώματα στην Άγκυρα, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, στο φυσικό αέριο και την εκμετάλλευσή του από την Τουρκία;
Γιατί ο Ισραηλινός πιλότος να επέμβει στην κρίση της κυπριακής ΑΟΖ, όταν εμείς, των οποίων η θαλάσσια περιοχή είναι έντεκα φορές μεγαλύτερη της ξηράς, δεν μεριμνήσαμε να έχουμε αξιόπιστη αποτροπή; Ποιος από τους Κυπρίους θα έστελνε μια διμοιρία στη Γάζα μαζί με τους Ισραηλινούς; Εάν αυτό είναι ακραίο παράδειγμα, ας πάρουμε ένα πιο ήπιο: Θα σπεύδαμε να στείλουμε μισή διμοιρία να στηρίξει τους Ισραηλινούς εάν η Τουρκία έπραττε το ίδιο στην ισραηλινή ΑΟΖ; Όχι, βέβαια. Εάν, όμως, υπήρχαν στην περιοχή που δρουν παρανόμως οι Τούρκοι ισραηλινά, γαλλικά ή άλλα συμφέροντα, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά, και αυτή θα πρέπει να είναι η στρατηγική μας απ’ εδώ και πέρα. Αυτό συμβαίνει με το οικόπεδο της Exxon.

Μια «ευφυής» πρόταση…

Ο Ερντογάν δεν θα σταματήσει εδώ. Εκεί όπου έχουν γίνει έρευνες από το «Μπαρμπαρός» εντός της κυπριακής ΑΟΖ είναι τα πιθανά επόμενα κτυπήματα. Επιμένουμε στην αλλαγή στρατηγικής για να αποτραπούν τα χειρότερα. Διότι, δεν μπορούμε να ζητούμε από τους συμμάχους να τιμωρήσουν την Τουρκία και εμείς να ισχυριζόμαστε ότι είμαστε υποστηρικτές της πλήρους ένταξής της στην ΕΕ και ότι είμαστε έτοιμοι να αναγνωρίσουμε το ψευδοκράτος ως ισότιμο συνιστών κράτος. Προσδοκούμε, δε, ότι δεν θα ακούσουμε τις γνωστές “ευφυείς πολιτικές θέσεις” ότι: Για να αποφύγουμε τις νέες τουρκικές γεωτρήσεις να πάμε στο Κραν Μοντανά, έτσι ώστε πλέον οι σημερινές παράνομες γεωτρήσεις της Άγκυρας να είναι την επαύριον νόμιμες και, μάλιστα, με την υπογραφή μας…
Σημερινή

Ο Σάββας Καλεντερίδης γεννήθηκε στη Βέργη Σερρών το 1960. Το 1977 εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε το 1981, ως ανθυπίλαρχος. Υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες των τεθωρακισμένων και των καταδρομών και σε κρίσιμες θέσεις στο εξωτερικό. Το Μάρτιο του 2000, ενώ φοιτούσε στην Ανωτάτη Σχολή Πολέμου, παραιτήθηκε από τις τάξεις του Ελληνικού Στρατού, με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Από το φθινόπωρο του 2000 ίδρυσε και διευθύνει τον εκδοτικό οίκο Ινφο-Γνώμων. Με το ψευδώνυμο Κώστας Νικοπολίδης μετέφρασε από τα τουρκικά και επιμελήθηκε την έκδοση του βιβλίου "Κράτος συμμορία", Εκδόσεις Τουρίκη, ενώ μετέφρασε από τα τουρκικά και την "Έκθεση Σουσουρλούκ", που συμπεριλήφθηκε στο ομώνυμο βιβλίο των Εκδόσεων Α.Α. Λιβάνη. Σε συνεργασία με το ίδρυμα "Φίλοι Λαογραφικού Μουσείου Μέλπως Μερλιέ" συμμετείχε και προλόγισε την έκδοση του διπλού CD "Τραγούδια του Πόντου, Ηχογραφήσεις του 1930" και του CD "Τραγούδια από τις παράλιες πόλεις του Πόντου και της Μικράς Ασίας". Επιμελήθηκε επίσης της έκδοσης του δίτομου έργου "Ανάλυση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, Μύθος και πραγματικότητα", του βιβλίου "Οι μειονότητες στην Τουρκία" και των ιστορικών ταξιδιωτικών οδηγών "Κάτω Ιταλία - Μεγάλη Ελλάδα", "Σικελία", "Ρόδος - Σύμη - Καστελόριζο - Καρία - Λυκία", "Χίος - Σμύρνη", "Βουλγαρία - Ανατολική Ρωμυλία", "Καππαδοκία - Κεντρική Ανατολία" και "Κωνσταντινούπολη - Μαρμαράς". Έγραψε τους ιστορικούς ταξιδιωτικούς οδηγούς "Κοζάνη, στην αγκαλιά των βουνών", "Ιωνία, Σάμος - Έφεσος - Μίλητος - Πριήνη", "Δυτικός Πόντος, Βιθυνία - Παφλαγονία" και "Ανατολικός Πόντος, Κοτύωρα - Κερασούντα - Τραπεζούντα - Αργυρούπολη - Καρς". Αναλύσεις και άρθρα του Σάββα Καλεντερίδη, με κύριο θέμα την Τουρκία και άλλα περιφερειακά ζητήματα, έχουν δημοσιευθεί στις εφημερίδες "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία" και "Παρόν" και στα περιοδικά "Άμυνα και διπλωματία", "Απόρρητο Δελτίο" και "Διπλωματία".

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός8 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις8 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή