Διεθνή
“Συνταγή Τσαβούσογλου” για κυπριακή ΑΟΖ και αέριο πλασάρει η Βρετανία
Τσαβούσογλου, για σύσταση κοινής
επιτροπής Ελληνοκυπρίων-Τουρκοκυπρίων,
με φόντο τη συνδιαχείριση του φυσικού
αερίου και πρόσχημα την αποκλιμάκωση
της έντασης, πλασάρει σύμφωνα με
πληροφορίες της κυπριακής εφημερίδας
“Φιλελεύθερος”, το Φόρεϊν Όφις,
προτάσσοντας την ανάγκη “διαλόγου”
και ζητώντας από σημαίνοντες κύκλους
της Ε.Ε. να βάλουν στο περιθώριο τις
προθέσεις επιβολής μέτρων κατά της
Τουρκίας.
Όπως
αναφέρει το αναλυτικό ρεπορτάζ, το
Λονδίνο διατυπώνει τον ισχυρισμό ότι
“ο διάλογος” είναι η ενδεδειγμένη
οδός προκειμένου να λυθεί το ζήτημα που
προέκυψε στην “ανατολική Μεσόγειο”
και “όχι η λήψη μέτρων που θα μπορούσε
να οδηγήσει “σε ανεπανόρθωτη ζημιά”
τις ευρωτουρκικές σχέσεις.
άλλα λόγια, το Λονδίνο επιδιώκει όπως
η Τουρκία μείνει ατιμώρητη για τις
“έκνομες ενέργειές της”, από την
Ε.Ε., στην οποία μάλιστα σερβίρει τις
προτάσεις Τσαβούσογλου ως “μια λογική
βάση” για λύση του ζητήματος που
προέκυψε. Και έχει προφανώς και την
απαίτηση η Λευκωσία να τις αποδεχθεί.
συναφώς πληροφορούμαστε, η Βρετανία
κατέστησε κοινωνούς των θέσεών της,
συγκεκριμένα κράτη-μέλη, καθώς και
επίσημους της Ε.Ε. Εκδήλωσε παρεμβάσεις
σε διπλωματικό επίπεδο, με προφανή στόχο
να φρενάρει την επιβολή ευρωπαϊκών
κυρώσεων κατά της Τουρκίας ή έστω να
“ξεδοντιάσει” τα δρομολογούμενα
μέτρα.
πλαίσιο αυτό, Βρετανοί διπλωμάτες έθεσαν
δύο επιχειρήματα προκειμένου να πείσουν
για τη δήθεν “ορθότητα” των θέσεών
τους:
Υποστήριξαν ότι ενδεχόμενα ισχυρά μέτρα
κατά της Τουρκίας θα αυτοεγκλωβίσουν
την Ε.Ε. σε μια διαδικασία που δύσκολα
θα μπορεί να ανακληθεί, με ό,τι αυτό
συνεπάγεται για τις ευρωτουρκικές
σχέσεις, φροντίζοντας να υπενθυμίσουν
και τη συμφωνία Βρυξελλών-Άγκυρας στο
προσφυγικό, που ως γνωστόν καίει τα
κράτη-μέλη και κυρίως τη Γερμανία.
Παράλληλα, διατύπωσαν τον ισχυρισμό
ότι εάν ληφθούν ισχυρά μέτρα κατά της
Τουρκίας, τότε ίσως δημιουργηθεί η
εντύπωση ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά
αποκτά πλεονέκτημα, κάτι που σύμφωνα
με τους Βρετανούς δεν είναι βέβαιο ότι
θα λειτουργήσει εποικοδομητικά τόσο
για την εκτόνωση της έντασης, όσο και
για την επίλυση του κυπριακού προβλήματος.
κινήσεις της Βρετανίας αντανακλώνται
εν πολλοίς και στις τοποθετήσεις της
υπουργού Άμυνας της χώρας, Penny Mordaunt, η
οποία ανέφερε ότι όπου υπάρχουν διαφωνίες
πρέπει να λύνονται με διάλογο. Σύμφωνα
με τη Βρετανίδα αξιωματούχο “όπου
έχουμε διαφωνίες, αυτές τις διαφωνίες
θα πρέπει να τις συζητούμε. Αυτός είναι
ο μόνος τρόπος για να τις επιλύσουμε”
επεσήμανε, τοποθέτηση η οποία έχει
προφανώς την έννοια της νουθεσίας για
τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει όλοι
να αντιμετωπίσουν την εισβολή της
Τουρκίας στην κυπριακή ΑΟΖ: Μέσω διαλόγου.
Άλλωστε, για τους Βρετανούς οι ενέργειες
της Τουρκίας λαμβάνουν χώρα κάπου αλλού,
ή εν πάση περιπτώσει αόριστα, στην
ανατολική Μεσόγειο. Και σε κάθε περίπτωση
όχι στην ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας…
κινήσεις του Λονδίνου εντάσσονται στο
γενικότερο πλαίσιο της προσπάθειας
γκριζαρίσματος της κυπριακής ΑΟΖ, κάτι
που όπως αποκάλυψε ο “Φ”, είχε ως
αποτέλεσμα το Φόρεϊν Όφις να επιχειρήσει
αποδόμηση της υποστηρικτικής -προς τη
Λευκωσία- δήλωσης Μογκερίνι, αναγκάζοντας
την Ε.Ε. να αναφέρεται σε τουρκικές
έκνομες ενέργειες “στην ανατολική
Μεσόγειο” και όχι στην κυπριακή ΑΟΖ.
είναι τυχαίο ότι ο υφυπουργός Εξωτερικών
της Βρετανίας, Άλαν Ντάνκαν, προέβη σε
δημόσιο γκριζάρισμα της κυπριακής ΑΟΖ
(αφού συναντήθηκε με τον Τούρκο πρέσβη
στο Λονδίνο). Όπως βεβαίως δεν είναι
επίσης τυχαία η γραπτή “διευκρίνιση”
του Φόρεϊν Όφις, το οποίο έριξε λάδι στη
φωτιά και νερό στον μύλο της Τουρκίας,
προκαλώντας δικαίως θύελλα αντιδράσεων
στην Κύπρο.
ίδια ώρα, οι Βρυξέλλες επιχειρούν να
δρομολογήσουν το πακέτο “επιλογών”
μέτρων, στη βάση κοινών προτάσεων της
ΕΥΕΔ και της Κομισιόν.
πληροφορείται ο “Φ”, οι υπηρεσίες
της Ε.Ε. πραγματοποίησαν ήδη συντονιστική
συνάντηση, στο πλαίσιο της οποίας έγινε
ανταλλαγή απόψεων επί διαφόρων πιθανών
μέτρων. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες,
οι αρμόδιες υπηρεσίες “δεν θα
καθυστερήσουν και σύντομα αναμένεται
να υποβάλουν τις προτάσεις τους”,
προς τα γραφεία του Προέδρου της Κομισιόν
Ζαν Κλοντ Γιούνκερ και της Ύπατης
Εκπροσώπου της Ε.Ε. Φεντερίκα Μογκερίνι,
που έχουν αναλάβει συντονιστικό ρόλο.
Στόχος της Λευκωσίας είναι να υπάρξει
απόφαση για λήψη μέτρων από την Ε.Ε.,
“όσο είναι ζεστό το σίδερο”,
δυνατότητα που παρέχεται στο Συμβούλιο
Εξωτερικών Υποθέσεων στις 15 Ιουλίου ή
στο Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων, που
όπως πληροφορούμαστε, αναμένεται να
ορίσει η Φινλανδική Προεδρία στις 18
Ιουλίου.
της ουσίας, γίνεται κατανοητό ότι τα
δρομολογούμενα μέτρα δεν πρέπει να
εξαντλούνται στο πάγωμα προενταξιακών
κονδυλίων και στον τερματισμό των
συναντήσεων υψηλού επιπέδου Ε.Ε.-Τουρκίας,
κάτι που ήδη εξήγγειλε ο Επίτροπος
διεύρυνσης Γιοχάνες Χαν. Αν και τα εν
λόγω μέτρα έχουν τη δική τους σημασία
και δεν υποτιμούνται, γίνεται κατανοητό
ότι δεν μπορούν να θεωρηθούν ως επαρκής
απάντηση στην τουρκική εισβολή στην
ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας.
γι’ αυτό τον λόγο που θεωρείται απαραίτητη
η υλοποίηση της απόφασης της Συνόδου
Κορυφής για λήψη και “στοχευμένων
μέτρων”, τα οποία παραπέμπουν ευθέως
και σε κυρώσεις, που δυνητικά θα μπορούσαν
να επιβληθούν κατά της ίδιας της Τουρκίας,
εταιρειών ή/και προσώπων που ενέχονται
στις παράνομες γεωτρήσεις. Κάτι πάντως
που δεν θα γίνει αυτόματα, αλλά όπως
επανειλημμένα δημοσιεύσαμε, απαιτεί
χρόνο (όπως και στην περίπτωση της Ρωσίας
για το Ουκρανικό), “αναλόγως και της
κατάστασης επί του εδάφους”, δηλαδή
στην ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το
“στοίχημα” των στοχευμένων μέτρων
είναι εξαιρετικά σημαντικό, ενόψει και
της διαφαινόμενης κλιμάκωσης των
τουρκικών έκνομων ενεργειών, με την
παρουσία του δεύτερου γεωτρύπανου, που
όπως όλα δείχνουν θα επιχειρήσει σε
πρώτη φάση στη θαλάσσια περιοχή της
κατεχόμενης Καρπασίας. Γίνεται κατανοητό
ότι εάν η Τουρκία δεν κληθεί να καταβάλει
ουσιαστικό κόστος, τότε οι πιθανότητες
πλήρους αποθράσυνσης και επιχείρησης
και σε περιοχές αδειοδοτημένων οικοπέδων
στην κυπριακή ΑΟΖ, δεν θα μπορούν να
αποκλεισθούν. Κάτι που θα πρέπει να
συνυπολογιστεί κατά τη λήψη των αποφάσεων
της Ε.Ε.
Πυρετός διεργασιών
διεργασιών με στόχο την επιβολή μέτρων
κατά της Τουρκίας επικρατεί στο υπουργείο
Εξωτερικών. Ο Νίκος Χριστοδουλίδης
χειρίζεται προσωπικά το ζήτημα και
βρίσκεται σε διαρκή επαφή με τις Βρυξέλλες
και με ομολόγους του στην Ε.Ε., προσβλέποντας
σε υλοποίηση των αποφάσεων του Συμβουλίου
Γενικών Υποθέσεων και της Συνόδου
Κορυφής, με στόχο την επιβολή στοχευμένων
μέτρων κατά της Άγκυρας.
υπουργός Εξωτερικών επέβαλε συσκότιση,
με αποτέλεσμα επαφές και συναντήσεις
γύρω από το ζήτημα να μην δημοσιοποιούνται.
Η Λευκωσία έχει επίγνωση των δυσκολιών,
δεδομένης της στάσης κάποιων κρατών-μελών
και κυρίως της Βρετανίας. Παρά τις
δυσκολίες, η Λευκωσία δεν τα βάζει κάτω
και επιχειρεί να αξιοποιήσει τους δύο
“σταθμούς” που παρέχονται, στις 15
Ιουλίου στο Συμβούλιο Εξωτερικών
Υποθέσεων και στις 18 Ιουλίου στο Συμβούλιο
Γενικών Υποθέσεων, προσβλέποντας στην
έγκριση μέτρων κατά της Τουρκίας.
είναι να “ανοιχθεί λογαριασμός”
μέτρων και κυρώσεων, ούτως ώστε να
δημιουργηθεί δυνατότητα κλιμακωτής
ενίσχυσής τους, εάν και εφόσον κριθεί
απαραίτητο από τις συνθήκες που θα
επικρατούν επί του εδάφους, στην κυπριακή
ΑΟΖ. Δηλαδή, αναλόγως της στάσης που θα
τηρήσει η Άγκυρα.
ότι η έγκριση ενδεχόμενων στοχευμένων
μέτρων απαιτεί ομόφωνη απόφαση των
“28”, ενώ στη συνέχεια απαιτούνται
άλλες δύο αποφάσεις, μια επίσης με
ομοφωνία ούτως ώστε η απόφαση να προσλάβει
το απαραίτητο νομικό περίβλημα και μια
με ειδική πλειοψηφία (έγκριση του
εφαρμοστικού κανονισμού).
το Φόρεϊν Όφις
Λονδίνο είναι κυριολεκτικά ασταμάτητο
στην προσπάθεια εξυπηρέτησης των στόχων
της Άγκυρας κόντρα στη Λευκωσία, σε όλα
τα επίπεδα. Όπως πληροφορούμαστε, πριν
από μερικές εβδομάδες, στο Στρασβούργο,
ηγήθηκε προσπάθειας κλεισίματος της
υπόθεσης της Τιτίνας Λοϊζίδου, στηρίζοντας
την Τουρκία εις βάρος της Κυπριακής
Δημοκρατίας. Προφανής στόχος ήταν η
εξουδετέρωση των θετικών συνεπειών της
υπόθεσης Λοϊζίδου, αναδεικνύοντας τη
λεγόμενη “επιτροπή ακίνητης ιδιοκτησίας”
του ψευδοκράτους ως τον μοναδικό τρόπο
επίλυσης του ζητήματος, κάτι που θα είχε
αρνητικές συνέπειες για την ε/κ πλευρά
σε όλο το φάσμα του περιουσιακού.
ψηφοφορία που έγινε, 21 κράτη-μέλη του
Συμβουλίου της Ευρώπης, με πρώτο βιολί
τη Βρετανία, τοποθετήθηκαν υπέρ του
κλεισίματος της υπόθεσης Λοϊζίδου, ενώ
μόλις 5 κράτη-μέλη ψήφισαν εναντίον. Η
υπόθεση Λοϊζίδου δεν έκλεισε πάντως
και “η παρτίδα σώθηκε” την υστάτη
για τη Λευκωσία, καθώς 19 κράτη-μέλη
τήρησαν αποχή, με αποτέλεσμα η πρόταση
για κλείσιμο της υπόθεσης να μην
συγκεντρώσει τις απαραίτητες ψήφους.
Τα 21 κράτη που ψήφισαν υπέρ των θέσεων
της Τουρκίας για κλείσιμο της υπόθεσης
Λοϊζίδου είναι τα εξής: Ανδόρα,
Αζερμπαϊτζάν, Βέλγιο, Κροατία, Τσεχία,
Εσθονία, Φινλανδία, Γερμανία, Ισλανδία,
Λετονία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Μονακό,
Μαυροβούνιο, Ολλανδία, Νορβηγία, Πολωνία,
Σουηδία, Ελβετία, Τουρκία και Μεγάλη
Βρετανία. Εναντίον του κλεισίματος της
υπόθεσης ψήφισαν μόνο 5 χώρες: Κύπρος,
Αρμενία, Ελλάδα, Σερβία, Άγιος Μαρίνος.
Αποχή τήρησαν τα εξής 19 κράτη: Αλβανία,
Αυστρία, Βοσνία, Βουλγαρία, Δανία, Γαλλία,
Γεωργία, Ιρλανδία, Ιταλία, Λίχτενσταϊν,
Μάλτα, Μολδαβία, Βόρειος Μακεδονία,
Πορτογαλία, Ρουμανία, Ρωσία, Σλοβακία,
Σλοβενία και Ισπανία.
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

