Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Τουρκικός κατάλογος ανταλλαγμάτων – Τι θέλουν οι Τούρκοι από τις ΗΠΑ για να τα “βρουν”

Δημοσιεύτηκε στις

του Γιάννου Χαραλαμπίδη
Το νέο ζήτημα που προέκυψε στο πολιτικό σκηνικό είναι αυτό του Νομοσχεδίου  Μενέντεζ- Ρούμπιο. Και δικαιολογημένα προέκυψε, διότι αναφέρεται στην ασφάλεια και στη συνεργασία στην περιοχή μας, κυρίως μεταξύ της Κύπρου,  του Ισραήλ, της Ελλάδας και των ίδιων των ΗΠΑ, ειδικώς μετά την ανακάλυψη των υδρογονανθράκων. Από το σκηνικό, βεβαίως, δεν λείπει η Τουρκία, με την οποία είναι πρόδηλο ότι οι Αμερικανοί έχουν πρόβλημα, λόγω της πολιτικής Ερντογάν, ο οποίος κάνει απιστίες με τη Μόσχα και ταυτοχρόνως επιδιώκει να υιοθετήσει μιαν ανεξάρτητη, όπως ισχυρίζεται, πολιτική, στη λογική της περιφερειακής δύναμης. 

Τι θέλουν οι Τούρκοι από τους Αμερικανούς 
Συναφείς με τα ανωτέρω πληροφορίες αναφέρουν ότι, κατά τις επαφές των Αμερικανών και των Τούρκων στο πλαίσιο των προσπαθειών, που γίνονται για την ομαλοποίηση των σχέσεών τους, η Άγκυρα θέτει μεταξύ άλλων ως «αντάλλαγμα», το θέμα του φυσικού αερίου στην περιοχή και το συνδέει με λύση του Κυπριακού. Ο κατάλογος των τουρκικών ανταλλαγμάτων  περιλαμβάνει τα εξής: 
1. Τερματισμό στήριξης προς τους Ελληνοκυπρίους στο θέμα των υδρογονανθράκων. 
2.  Τερματισμό των μονομερών ερευνών από τους Ελληνοκυπρίους διότι πλήττονται τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων, που έχουν δικαιώματα στη λήψη αποφάσεων προ και μετά τη λύση. 
3.  Επανακαθορισμό των ΑΟΖ με τη λύση του Κυπριακού. 
4. Οι ΗΠΑ θα πρέπει να στηρίξουν τις «δίκαιες τουρκοκυπριακές θέσεις», εάν επαναρχίσουν οι συνομιλίες για λύση του Κυπριακού.   
5. Εάν επιβληθούν κυρώσεις σε βάρος της Τουρκίας θα προχωρήσει σε νέες έρευνες στην  Κυπριακή ΑΟΖ 
(Αυτό είναι συναφές και με τις εξελίξεις την προσεχή εβδομάδα και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 21ης Ιουνίου. Η Άγκυρα έχει προβάλει τον ισχυρισμό και προς τους εταίρους ότι, εάν της επιβληθούν κυρώσεις, θα σκληρύνει τη στάση της στην περιοχή ασκώντας, όπως ισχυρίζεται, τα δικά της νόμιμα δικαιώματα και προστατεύοντας εκείνα των Τουρκοκυπρίων, τα οποία παραβιάζουν οι Ελληνοκύπριοι).   
  
Το νομοσχέδιο και η κριτική του ΑΚΕΛ 
Μέσα σε αυτό το κλίμα το ΑΚΕΛ εξέφρασε ανησυχίες και κριτική επί του νομοσχεδίου για τη συνεργασία των ΗΠΑ με την Κύπρο, την Ελλάδα και το Ισραήλ. Τα επίμαχα σημεία τα έχει δώσει το ίδιο το κόμμα στη δημοσιότητα και ορθώς έπραξε. Παραθέτουμε, αυτούσια, τα κυριότερα εξ αυτών,  ενώ, ταυτοχρόνως, θα επιδιώξουμε να εξετάσουμε, εάν και σε ποιο βαθμό δικαιολογούνται οι ανησυχίες του ΑΚΕΛ.        
Παρατήρηση Πρώτη 
Στην παράγραφο 19 του νομοσχεδίου αναφέρεται ότι: «Αξιωματούχοι των ΗΠΑ έχουν βοηθήσει την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας με την ετοιμασία της στρατηγικής εθνικής ασφάλειας αυτού του έθνους». Ο δημόσιος ισχυρισμός του ΓΓ του ΑΚΕΛ Α. Κυπριανού ήταν ο εξής: Ότι περίπου τη  στρατηγική εθνικής ασφαλείας την έγραψαν οι Αμερικανοί. Στο κείμενο δεν γίνεται ρητή αναφορά σε κάτι τέτοιο. Και προφανώς δεν τεκμαίρεται ότι αυτό συνέβη, εκτός και αν υπάρχουν στοιχεία. Εάν υπάρχουν στοιχεία τα οποία μπορεί να δώσει το ΑΚΕΛ, συμφωνούμε ότι πρόκειται για πρακτική απαράδεκτη, που προσβάλλει και τους αρμόδιους εμπλεκόμενους λειτουργούς του κράτους και τους καθ’ ύλην αρμόδιους υπουργούς. Είναι ζήτημα και αξιοπρέπειας και κυριαρχίας. Εάν όμως δεν υπάρχουν στοιχεία, και συνέβη αυτό το οποίο αναφέρεται στο κείμενο, ότι δηλαδή δόθηκε βοήθεια στη σύνταξή του, καλή τη πίστει, η διαδικασία αυτή συμβαίνει διεθνώς, ειδικώς όταν εμπλέκονται κράτη όπως οι ΗΠΑ, δηλαδή υπερδυνάμεις των οποίων οι λειτουργοί ενδέχεται να έχουν σε διάφορους τομείς μεγαλύτερη εμπειρία και γνώση, την οποία μεταφέρουν και στα δικά μας στελέχη. Εάν αυτό συμβαίνει, τότε κατ’ ελάχιστον το ΑΚΕΛ και ο Γενικός του Γραμματέας αδικούν τα δικά μας στελέχη.    
Παρατήρηση 2 
Στην παράγραφο 20 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η Κυβέρνηση των ΗΠΑ παρέχει εκπαίδευση σε Κυπρίους αξιωματούχους σε τομείς όπως η ασφάλεια του κυβερνοχώρου, η καταπολέμηση της τρομοκρατίας, η εξουδετέρωση εναπομεινάντων εκρηκτικών υλών και η διαχείριση αποθεμάτων». Επί τούτου το ΑΚΕΛ διατυπώνει επιφυλάξεις. Τι κακό υπάρχει, εάν στο πλαίσιο της βελτίωσης των σχέσεων με τις ΗΠΑ, οι Αμερικανοί εκπαιδεύουν το δικό μας προσωπικό σε ευαίσθητους τομείς και δη αυτούς του κυβερνοχώρου, όπου γίνεται χρήση υψηλής τεχνολογίας, την οποία εμείς δεν διαθέτουμε;  Η σύνδεση της Κύπρου με τα συστήματα ασφάλειας των ΗΠΑ και τις υπηρεσίες της είναι αυτονόητη στη πρακτική της ενεργειακής ασφάλειας, όπως και με το Ισραήλ και την Ελλάδα.  
Η ευκαιρία 
Παρατήρηση 3 
Στην παράγραφο 26 τονίζονται τα εξής: «Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν, ως θέμα πολιτικής, αποφύγει την παροχή αμυντικού υλικού και υπηρεσιών προς την Κυπριακή Δημοκρατία, η Κυβέρνηση της Κύπρου έχει, στο παρελθόν, καταφύγει στην απόκτηση αμυντικού υλικού από άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένων χωρών, όπως η Ρωσία, που συνιστούν πρόκληση για τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών ανά τον κόσμο». Αυτή η παράγραφος δεν μπορεί να απομονωθεί, παρά μόνο να συνδεθεί με εκείνη που αναγνωρίζει ότι θα πρέπει να τερματιστεί η άρση του εμπάργκο στρατιωτικού υλικού σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η παράγραφος 26 θα μπορούσε να ήταν ενοχλητική  ως προς το σκέλος που αναφέρει ότι η αγορά όπλων από τη Ρωσία συνιστούσε πρόκληση για τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Αυτή είναι η θέση των Αμερικανών. Και είναι δημοσίως γνωστή και προφανώς εμείς διαφωνούμε. Διότι ήταν δική τους ευθύνη το γεγονός ότι καταφύγαμε στη Μόσχα εφόσον εκείνοι δεν μας πωλούσαν όπλα και ευνοούσαν τον θύτη αντί το θύμα. Η πρόθεση για άρση του εμπάργκο σε βάρος της Κύπρου αποδεικνύει ότι τα συμφέροντα των Αμερικανών αλλάζουν έστω και μερικώς στην περιοχή και ότι έχουν πολιτική πρόθεση για αναβάθμιση των σχέσεών τους με την Κύπρο.   Ακριβώς τώρα, για να μη θεωρούν ότι η αγορά ρωσικών όπλων είναι πρόκληση, προτίθενται να μας ανοίξουν τη δική τους αγορά και ως εκ τούτου εμείς θα πρέπει να εξετάσουμε κάτω από ποιες συνθήκες μπορούμε να αρπάξουμε την ευκαιρία, χωρίς υποτακτικές κινήσεις και άσκοπους αφορισμούς.  
Τα οπλικά συστήματα 
Παρατήρηση 4 
Στο  ΤΜΗΜΑ 3 του νομοσχεδίου και στη ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ υπογραμμίζεται στην παράγραφο 9 ότι «η πολιτική των ΗΠΑ είναι να υποστηρίξει τις προσπάθειες για αντιμετώπιση της παρέμβασης και επιρροής της Κυβέρνησης της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Ανατολική Μεσόγειο μέσω αυξημένης συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας με την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ, για να συμπεριλάβουν την ανταλλαγή  πληροφοριών, τον κυβερνοχώρο και την επίγνωση της κατάστασης στον θαλάσσιο τομέα». Και στις υπόλοιπες  παραγράφους προστίθενται τα ακόλουθα:  
«13) Να παροτρύνει χώρες στην περιοχή να αρνηθούν λιμενικές υπηρεσίες σε πλοία της Ρωσικής Ομοσπονδίας που 
αναπτύσσονται για στήριξη της κυβέρνησης του Μπασάρ Αλ-Άσαντ στη Συρία.
 14) Να υποστηρίξει κοινές στρατιωτικές ασκήσεις μεταξύ Ισραήλ, Ελλάδας και Κύπρου.
15) Να εφαρμόσει πλήρως τις σχετικές πρόνοιες του Νομού Περί Αντιμετώπισης των Αντιπάλων της Αμερικής Μέσω Κυρώσεων για να εμποδιστεί η επέμβαση της Κυβέρνησης της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην περιοχή.
16) Να υποστηρίξει προσπάθειες από χώρες στην περιοχή για απενεργοποίηση του στρατιωτικού εξοπλισμού που παρέχεται από την Κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας προς όφελος εξοπλισμού που παρέχεται από το ΝΑΤΟ και συμμαχικές χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ και,
17) Να υποστηρίξει σθεναρά την ενεργό και ισχυρή συμμετοχή του Ισραήλ, της Κύπρου και Ελλάδας στο Εταιρικό Πρόγραμμα Καταπολέμησης της Τρομοκρατίας».
Το ΑΚΕΛ προβάλλει ενστάσεις επί τριών σημείων: 
Πρώτο, η αντικατάσταση των ρωσικών οπλικών συστημάτων και δη αυτών που διαθέτει η Κύπρος από αμερικανικά ή ευρωπαϊκά. Μάλιστα, ο ΓΓ του ΑΚΕΛ αναφέρθηκε σε δισεκατομμύρια, τα οποία ενδέχεται να δαπανηθούν και ότι δεν είναι η ώρα για δαπάνες σε εξοπλιστικά συστήματα. Η αγορά εξοπλιστικών συστημάτων δεν είναι χαμένα χρήματα αλλά ενισχύει την ασφάλεια και την κυριαρχία των πολιτών και του κράτους από ξένες απειλές. Πόσω μάλλον όταν η απειλή είναι ήδη μέσα στο κράτος σου.    
Δεύτερο, ο ΓΓ του ΑΚΕΛ διαφωνεί με τη θέση ότι δεν θα πρέπει να δοθούν διευκολύνσεις στη Ρωσία για να στηρίξει το καθεστώς Άσαντ.  Αλίμονο εάν επιμένουμε να δίνουμε είτε άμεσα είτε έμμεσα στήριξη σε ένα καθεστώς που αποδεδειγμένα ήταν αντιδημοκρατικό και απάνθρωπο. Ο λαός της Συρίας μπορεί να αποφασίσει για το μέλλον του.      
Τρίτο, διαφωνεί το ΑΚΕΛ με την  προσπάθεια των ΗΠΑ να μειώσουν την επιρροή της Ρωσίας στην Κύπρο, και στην περιοχή. Αυτή είναι η άποψη των ΗΠΑ σε δικό τους νομοσχέδιο. Τι ανέμενε κάποιος να γράψουν; Ότι θα συνεργαστούν οι ΗΠΑ μαζί μας για την αναβάθμιση του ρόλου της Ρωσίας, ειδικώς όταν η Μόσχα μπαίνει στα χωράφια των Αμερικανών, δηλαδή στην Τουρκία; Ανάλογα ήταν και τα εσωτερικά σημειώματα των Ρώσων όταν μας πωλούσαν τους S-300, τους Buk, τους TOR – M1 και τα T-80. Δηλαδή οι Ρώσοι, όταν μας τα πωλούσαν, το έπρατταν από αγάπη ή επειδή οι ΗΠΑ τούς έδιναν την ευκαιρία να ενισχύσουν τη δική τους επιρροή επί της Κύπρου σε βάρος αυτής  των Αμερικανών; Τι έπρεπε να πούμε τότε στους Ρώσους; Μη μας δώσετε τα οπλικά συστήματα και να μείνουμε στο έλεος των Τούρκων επειδή θα ενοχλούνταν οι ΗΠΑ; Το τονίζουμε αυτό, διότι εάν απειλείται σήμερα η μείωση της ρωσικής επιρροής, είναι διότι η ίδια η Μόσχα επέλεξε να παίξει με την Τουρκία και να μείνει εκτός του ενεργειακού σχεδιασμού της Λευκωσίας. 
Συνεταιρισμός για την Ειρήνη και Patriot 
Τα ανωτέρω σχόλια είναι συναφή με το ΤΜΗΜΑ 5  του νομοσχεδίου που αναφέρεται στην «ΑΚΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗΣ ΓΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΕΙΔΩΝ ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΕΞΟΠΛΙΣΜΩΝ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΩΝ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ». Στο τμήμα αυτό τονίζονται και τα εξής, επί των οποίων εκφράζει τις ανησυχίες του το ΑΚΕΛ: «Είναι η αίσθηση της Γερουσίας ότι:
1) η άμεση πώληση ή μεταφορά όπλων/εξοπλισμού από τις Ηνωμένες Πολιτείες προς την Κυπριακή Δημοκρατία θα προωθούσε τα συμφέροντα ασφάλειας των ΗΠΑ στην Ευρώπη βοηθώντας να μειωθεί η εξάρτηση της Κυβέρνησης της Κύπρου από άλλες χώρες για υλικά που σχετίζονται με την άμυνα, συμπεριλαμβανομένων χωρών που συνιστούν απειλή για τα συμφέροντα των ΗΠΑ σε ολόκληρο τον κόσμο, και
2) είναι προς το συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτείων – 
Α) να συνεχίζουν να υποστηρίζουν τις προσπάθειες μέσω του ΟΗΕ προς μια συνολική λύση στη διαίρεση της Κύπρου, και
Β) για την Κυπριακή Δημοκρατία να ενταχθεί στο ΝΑΤΟϊκό πρόγραμμα του Συνεταιρισμού για την Ειρήνη.
Τα ανωτέρω για τα οποία  ανησυχεί το ΑΚΕΛ είναι συναφή με την παράγραφο 16 του νομοσχεδίου για την ανταλλαγή και πώληση των ρωσικών οπλικών συστημάτων, που διαθέτει η Κύπρος με άλλα, αμερικανικά και ευρωπαϊκά, καθώς και για τη συμμετοχή στο  ΝΑΤΟϊκό πρόγραμμα του Συνεταιρισμού για την Ειρήνη (ΣγΕ). Επί τούτων θα μπορούσαν να επισημανθούν τα ακόλουθα: 
Α. Πολλές χώρες εκτός του ΝΑΤΟ και πρώην κομμουνιστικές συμμετέχουν στο ΣγΕ. Ακόμη και η Ρωσία συμμετείχε στο παρελθόν. Η  Τουρκία έχει δικαίωμα βέτο και θα το ασκήσει. Σε αυτήν την περίπτωση, αφενός η Άγκυρα θα έρθει σε αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ  εφόσον αυτές ευνοούν την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, αφετέρου η Λευκωσία θα δύναται: 
1. Να επιχειρηματολογεί με τη στήριξη των ΗΠΑ και άλλων ΝΑΤΟϊκών χωρών στην ΕΕ ότι  δεν ευθύνεται η κυπριακή Κυβέρνηση για τα προβλήματα που παρατηρούνται στις σχέσεις ΝΑΤΟ – ΕΕ λόγω της μη επίλυσης του Κυπριακού, αλλά η Άγκυρα. 
2. Να επιχειρηματολογεί  με τη στήριξη των ΗΠΑ στην εξουδετέρωση του τουρκικού ισχυρισμού  ότι είμαστε ακόμη ο επιτήδειος ουδέτερος του ψυχρού πολέμου. 
Συνεπώς, η συμμετοχή στον ΣγΕ συνάδει με τη βελτίωση των σχέσεων Κύπρου – ΗΠΑ και με τη μερική αποδυνάμωση των σχέσεων ΗΠΑ – Τουρκίας.
Β. Δεν μας αναγκάζουν οι ΗΠΑ να απαλλαγούμε από το ρωσικό στρατιωτικό υλικό. Αυτό δεν προκύπτει από το κείμενο. Έχει, όμως, μερικώς δίκαιο το ΑΚΕΛ. Ότι, δηλαδή, αυτό υπονοείται και αυτό λέγεται πίσω από τις κλειστές πόρτες. Αυτή δεν είναι μια μονομερής πολιτική των ΗΠΑ για την Κύπρο αλλά αφορά  όλους, και σχετίζεται με τη συμβατότητα, την ασφάλεια  και το οικονομικό όφελος, καθώς και με τη  δημιουργία εξαρτησιακών σχέσεων. Συνεπώς, εφόσον η ασφάλεια και άμυνα είναι αναγκαία για την Κύπρο, λόγω της τουρκικής απειλής, τότε η δική μας πρόταση θα έπρεπε να ήταν πιο προχωρημένη: Πρώτο, αντικατάσταση των ρωσικών αντιπυραυλικών συστημάτων, που σήμερα διαθέτουμε, με Patriot και άλλα σύγχρονα εξοπλιστικά συστήματα, που θα καλύπτουν μαζί με τις δυνάμεις των ΗΠΑ στην περιοχή την Κυπριακή ΑΟΖ στο πλαίσιο των κοινών και άλλων  ενεργειακών συμφερόντων.  Δεύτερο, τη σύνδεση της κυπριακής με την ισραηλινή και την ελληνική Αεράμυνα με τη συμμετοχή των ΗΠΑ στο πλαίσιο της υπογραφής ενός αμυντικού συμφώνου μη επιθέσεως και κοινής άμυνας έναντι εξωτερικών απειλών και προάσπισης  των κοινών ενεργειακών συμφερόντων.        
  
Κριτική στις ΗΠΑ και αυτοκριτική του ΑΚΕΛ  και ο Ουραγός
Αλλά η ανησυχία όλων, και όχι μόνο του ΑΚΕΛ, είναι η εξής: Οι ΗΠΑ μπορεί να θέλουν να μας χρησιμοποιήσουν στα προβλήματα που έχουν με την Τουρκία, και μετά, όταν τα βρουν με την Άγκυρα, να μας πετάξουν και να χάσουμε ταυτοχρόνως την όποια στήριξη έχουμε από τη Ρωσία. Ο προβληματισμός είναι καίριος και απολύτως ορθώς. Γι’ αυτό και εμείς θα πρέπει να οικοδομήσουμε μια στρατηγική, κατά τρόπον ώστε να δεθούν από τώρα τα συμφέροντά μας με εκείνα των Αμερικανών και των Ισραηλινών, καθώς και με εκείνα της ΕΕ, κυρίως μέσω της ενέργειας, για να  μην έχουμε κόστος και να μην εμφανιστούμε ως αναλώσιμοι των ΗΠΑ. Συνεπώς, η συμμαχία με το Ισραήλ, την Ελλάδα και τις ΗΠΑ, στη βάση τμημάτων του νομοσχεδίου Μενέντεζ- Ρούμπιο και με δικέφαλο στρατηγικό στόχο, (α) τη διαφύλαξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, με ή χωρίς λύση, στη ζωή και (β) την ασφαλή εκμετάλλευση του φυσικού αερίου, αποτελεί μια εναλλακτική επιλογή σε πολιτικές και φόρμουλες που εφάρμοσαν με παταγώδη αποτυχία στο παρελθόν, όταν ήταν στην εξουσία, το ΑΚΕΛ, ο ΔΗΣΥ και το ΔΗΚΟ.  Μια τέτοια συμμαχία και στρατηγική έχει  καλύτερες προοπτικές από την πρόταση του ΑΚΕΛ για άμεση επανέναρξη των συνομιλιών, με μια Τουρκία πλήρως αδιάλλακτη και με τη διεξαγωγή διαλόγου κωφών, ο οποίος θα καταλήξει  σε μια λύση ομοσπονδίας με εκ περιτροπής Προεδρία. Και με την Τουρκία να επανακαθορίζει και να κλέβει την ΑΟΖ μας. Αυτά δεν αφορούν μόνο το ΑΚΕΛ, αλλά και την ηγεσία  του ΔΗΣΥ, η οποία  επιμένει να πιέζει τον Πρόεδρο να γίνεται ουραγός της πολιτικής του ΑΚΕΛ… 
Πηγή: Σημερινή

Ο Σάββας Καλεντερίδης γεννήθηκε στη Βέργη Σερρών το 1960. Το 1977 εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε το 1981, ως ανθυπίλαρχος. Υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες των τεθωρακισμένων και των καταδρομών και σε κρίσιμες θέσεις στο εξωτερικό. Το Μάρτιο του 2000, ενώ φοιτούσε στην Ανωτάτη Σχολή Πολέμου, παραιτήθηκε από τις τάξεις του Ελληνικού Στρατού, με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Από το φθινόπωρο του 2000 ίδρυσε και διευθύνει τον εκδοτικό οίκο Ινφο-Γνώμων. Με το ψευδώνυμο Κώστας Νικοπολίδης μετέφρασε από τα τουρκικά και επιμελήθηκε την έκδοση του βιβλίου "Κράτος συμμορία", Εκδόσεις Τουρίκη, ενώ μετέφρασε από τα τουρκικά και την "Έκθεση Σουσουρλούκ", που συμπεριλήφθηκε στο ομώνυμο βιβλίο των Εκδόσεων Α.Α. Λιβάνη. Σε συνεργασία με το ίδρυμα "Φίλοι Λαογραφικού Μουσείου Μέλπως Μερλιέ" συμμετείχε και προλόγισε την έκδοση του διπλού CD "Τραγούδια του Πόντου, Ηχογραφήσεις του 1930" και του CD "Τραγούδια από τις παράλιες πόλεις του Πόντου και της Μικράς Ασίας". Επιμελήθηκε επίσης της έκδοσης του δίτομου έργου "Ανάλυση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, Μύθος και πραγματικότητα", του βιβλίου "Οι μειονότητες στην Τουρκία" και των ιστορικών ταξιδιωτικών οδηγών "Κάτω Ιταλία - Μεγάλη Ελλάδα", "Σικελία", "Ρόδος - Σύμη - Καστελόριζο - Καρία - Λυκία", "Χίος - Σμύρνη", "Βουλγαρία - Ανατολική Ρωμυλία", "Καππαδοκία - Κεντρική Ανατολία" και "Κωνσταντινούπολη - Μαρμαράς". Έγραψε τους ιστορικούς ταξιδιωτικούς οδηγούς "Κοζάνη, στην αγκαλιά των βουνών", "Ιωνία, Σάμος - Έφεσος - Μίλητος - Πριήνη", "Δυτικός Πόντος, Βιθυνία - Παφλαγονία" και "Ανατολικός Πόντος, Κοτύωρα - Κερασούντα - Τραπεζούντα - Αργυρούπολη - Καρς". Αναλύσεις και άρθρα του Σάββα Καλεντερίδη, με κύριο θέμα την Τουρκία και άλλα περιφερειακά ζητήματα, έχουν δημοσιευθεί στις εφημερίδες "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία" και "Παρόν" και στα περιοδικά "Άμυνα και διπλωματία", "Απόρρητο Δελτίο" και "Διπλωματία".

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός13 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις13 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO13 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO13 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή