Διεθνή
Κοιτάζοντας πέραν από τους S-400
Γράφει ο Ιπποκράτης Δασκαλάκης, Αντιστράτηγος εα
Είναι αναγκαία η εξάντληση της φαντασίας και των ικανοτήτων μας στην εξεύρεση λύσεων και κατάλληλων απαντήσεων στις προκλήσεις της Άγκυρας.
Δημοσιεύματα
σχετικά την παραλαβή του ρωσικής
κατασκευής αντιαεροπορικού συστήματος
S-400 από την Τουρκία και οι ενδεχόμενες
συνέπειες αυτής της ενέργειας κατακλύζουν
τα ελληνικά (και όχι μόνο) ΜΜΕ. Η
συγκεκριμένη προμήθεια έχει -δικαιολογημένα-
ξεφύγει των ορίων μιας σημαντικής
διακρατικής αμυντικής συναλλαγής και
έχει καταστεί ενδείκτης των τουρκικών
προθέσεων απεξάρτησης από δυτικές πηγές
αλλά κυρίως αυτονόμησης της εξωτερικής
της πολιτικής.
αντιπαράθεση μεταξύ Ουάσιγκτον και
Άγκυρας δεν πρέπει να εξετάζεται μόνο
υπό το πρίσμα της συγκεκριμένης αγοράς
αλλά ως ένα σύνολο διαφορετικών
προσεγγίσεων των δύο σε πλειάδα ζητημάτων.
Η αντιπαράθεση αυτή δεν είναι πρωτόγνωρη
στις σχέσεις των δύο κρατών και δεν
προδικάζει μια μόνιμη και ριζική
απομάκρυνση της Άγκυρας από το δυτικό
στρατόπεδο. Αρκετά δημοσιεύματα
υπενθυμίζουν προηγούμενες περιόδους
έντασης των σχέσεων τους με αφορμή την
περιβόητη επιστολή του Προέδρου Johnson
(1964) και το αμερικανικό εμπάργκο οπλισμού
(1975-1978). Σε αμφότερες τις περιπτώσεις η
Άγκυρα κινήθηκε προσεκτικά προς τη
Μόσχα η οποία και έσπευσε να αποδεχθεί
-ομοίως προσεκτικά- αυτά τα ανοίγματα.
Τουρκία και Ρωσία όμως γνώριζαν καλά
τα όρια των ελιγμών που επέτρεπαν οι
συνθήκες του ψυχρού πολέμου. Τελικά, οι
ψυχροπολεμικές ισορροπίες, παρά τη
ρευστότητα των διεθνών εξελίξεων,
οδήγησαν στη θεαματική επαναπροσέγγιση
ΗΠΑ και Τουρκίας σε μικρό χρονικό
διάστημα. Στη δε περίπτωση της Κύπρου,
πολύ σύντομα, την έντονη προειδοποίηση
περί των συνεπειών ενδεχόμενης τουρκικής
επέμβασης (1964), διαδέχθηκε η σιωπηρή
αποδοχή (ίσως και ενθάρρυνση) της εισβολής
(1974). Θα μπορούσε κάποιος ορθά να προσθέσει
ότι στη σημερινή όξυνση των σχέσεων
έχουν προστεθεί και άλλα επεισόδια που
σχετίζονται με σειρά μη ικανοποιητικών
θέσεων της Τουρκίας σε θέματα ενδιαφέροντος
των ΗΠΑ (μη χρήση τουρκικού εδάφους το
2003 για εισβολή στο Ιράκ, συριακό ζήτημα,
σχέσεις με Τεχεράνη, θέσεις κατά του
Ισραήλ κλπ).
αυτή όμως δεν μεταβάλλει τη στρατηγική
αξία της Τουρκίας και την προσπάθεια
προσεταιρισμού της από Ανατολή και
Δύση. Όμως η σημερινή Τουρκία διαφέρει
παρασάγγας από την Τουρκία της δεκαετίας
του 1960-1970. Η πολυεπίπεδη ισχύς της
επιτρέπει να διαπραγματεύεται σε ίσους
όρους με τις μεγάλες δυνάμεις και να
αναλαμβάνει συχνά τολμηρά εγχειρήματα
στην περιοχή της.
σημείο εξακολουθεί να είναι η οικονομία
της που είναι ευπρόσβλητη σε περιορισμούς
και κυρώσεις που μπορεί -συγκεκαλυμμένα
ή μη- να προωθήσει η Ουάσιγκτον. Η Άγκυρα
γνωρίζει ότι η εθνική αμυντική βιομηχανία
της και η Μόσχα μπορούν να καλύψουν
σταδιακά και μερικώς τις εξοπλιστικές
ανάγκες αλλά σε οικονομικά θέματα η
Ρωσία είναι ανεπαρκής ενώ σίγουρα οι
όροι που θα θέσει θα είναι δυσβάστακτοι.
Η δε παντοκρατορία του Erdogan στηρίζεται
εν πολλοίς και σε μια αξιοθαύμαστη άλλη
εύθραυστη οικονομική άνοδο της χώρας.
ανακύπτει και φυσικά υπερπροβάλλεται
από την μερίδα των συμπατριωτών μας που
αναζητούν απεγνωσμένα τον «από μηχανής
θεό» για τη σωτηρία μας είναι αν θα
υπάρξει μια δραματική ρήξη των
αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Σε μια
τέτοια υποθετική εξέλιξη, η απομόνωση
της Άγκυρας θα ενίσχυε τις ελληνικές
θέσεις και η ενδεχόμενη διακοπή της
αμυντικής συνεργασίας (αν υποθέσουμε
ότι θα λάβει χώρα) θα μείωνε τις μαχητικές
ικανότητες των τουρκικών ενόπλων
δυνάμεων. Η μη παραλαβή των F-35 θα προσέφερε
«ανάσα» (μάλλον περαιτέρω απραξίας)
στην Ελλάδα για λήψη πολυδάπανων -αλλά
αναπόφευκτων- αποφάσεων ενίσχυσης της
άμυνας. Κινούμενοι σε αυτή την προσέγγιση,
ΜΜΕ και αναλυτές (ορισμένοι), διακρίνουν
μια «επική» σύγκρουση μεταξύ του Προέδρου
Trump και των εκπροσώπων των νομοθετικών
σωμάτων που επιζητούν μια σκληρότερη
αντιμετώπιση της Τουρκίας. Εύλογα
πανηγυρίζουν όταν διεθνή δημοσιεύματα
κάνουν λόγο για μια απαράδεκτη στάση
της Τουρκίας στο πλαίσιο της δυτικής
συμμαχίας και παρουσιάζουν δυσοίωνες
προβλέψεις για το μέλλον αυτής της
«επιτήδειας» χώρας. Δυστυχώς δεν
αντιλαμβάνονται ότι οι πολιτικές
διαμάχες της Ουάσιγκτον έχουν να κάνουν
αφενός με εσωτερικά παιχνίδια εξουσίας
και αφετέρου -οι ακραίες θέσεις- ενισχύουν
την πίεση επί της Άγκυρας ενώ ένας
διαλλακτικός Πρόεδρος εξασφαλίζει την
αποφυγή μιας ανεπιθύμητης ρήξης και
κρατάει τις γέφυρες της λογικής και
συνεργασίας ανοικτές. Λησμονούν επίσης
τα δυτικά δημοσιεύματα της δεκαετίας
του 1980 που ανέφεραν την Ελλάδα του Ανδρέα
Παπανδρέου, ως έναν «εμπρηστή» της
νοτιανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ και
τα πάμπολλα σενάρια αποσταθεροποίησης
της χώρας που εμφανίζονταν ακόμη και
σε νατοϊκές ασκήσεις. Τελικά η Ελλάδα
επέζησε και ελέω Ανδρέα και ΣΥΡΙΖΑ, έχει
καταστεί στυλοβάτης της αμερικανικής
και νατοϊκής παρουσίας στην περιοχή
(όχι απαραιτήτως κακή επιλογή).
εμάς η γεωπολιτική και γεωστρατηγική
θέση της Τουρκίας είναι σημαντικότατη
και το διακύβευμα της απώλειας της
τεράστιο. Για όποιον αμφιβάλλει δεν
απομένει παρά να ανατρέξει στα ελεύθερα
προσβάσιμα αρχεία του State Department (Foreign
Relations United States), ειδικά την περίοδο
1948-1952, που επικείμενης της ένταξης
Ελλάδος-Τουρκίας στο ΝΑΤΟ- εμφανίζουν
γεωπολιτικές και αμυντικές εκτιμήσεις
που παραμένουν αναλλοίωτες μέχρι σήμερα.
Ανάλογη αξία είχε και το Ιράν και σίγουρα
η περίπτωση του στοιχειώνει τους αναλυτές
της Ουάσιγκτον. Παρά ταύτα, αν δεν
εθελοτυφλούν, πρέπει να αντιλαμβάνονται
ότι η αυτονόμηση της Τουρκίας είναι ένα
αναπόφευκτο γεγονός, συνέπεια πλήθους
παραγόντων και όχι λόγω της μεγαλομανίας
ενός ηγέτη (Erdogan) ή ακραίων προσεγγίσεων
ενός πολιτικοθρησκευτικού χώρου (AKP).
Λογικά πρέπει να εκτιμούν ότι η πλήρης
απεξάρτηση της Τουρκίας θα συμβεί
σταδιακά στα επόμενα 20 χρόνια. Ενδεικτικό
άραγε και το βιβλίο του Freedman (The Next 100
Years) που προβλέπει θερμή σύγκρουση, περί
το 2050, με τις ΗΠΑ και Τουρκία να ευρίσκονται
σε αντίπαλα στρατόπεδα!
τουρκικής απεξάρτησης από Δύση και
Ανατολή, η χρήση πυρηνικής ενέργειας
(ενεργειακή απεξάρτηση) και η απόκτηση
πυρηνικών όπλων (ή τουλάχιστον η απόκτηση
τεχνολογίας και υποδομών που θα
καταστήσουν την κατασκευή τους ζήτημα
μηνών) είναι αναπόφευκτα βήματα. Μη
ξεχνάμε την κατόπιν τουρκικής επιμονής,
πρόβλεψη ικανότητας των πυρηνικών
εργοστασίων (ρωσικού και ιαπωνικού
consortium) σε Akkuyu και Sinop αντίστοιχα, περί
απόκτησης ικανότητας για παραγωγή και
επεξεργασία πυρηνικών καυσίμων. Η
ανωτέρω πρόβλεψη, επιτρεπτή από τη
Συνθήκη Nuclear Non-Proliferation Treaty, αποτελεί το
πρώτο και αναγκαίο βήμα για κατασκευή
πυρηνικών όπλων .
σίγουρα την κατανοούν πολύ καλύτερα
και εντονότερα στο Τελ-Αβίβ. Στην απόκτηση
των πυρηνικών δυνατοτήτων της Τουρκίας
η Μόσχα έχει αυτή τη στιγμή το «πάνω
χέρι» γεγονός που σίγουρα θα οδηγήσει
την Άγκυρα να συνεργαστεί και με άλλες
χώρες για τα επόμενα πυρηνικά εργοστάσια.
Άραγε ένα εντονότερο τουρκικό ενδιαφέρον
προς γαλλικούς πυρηνικούς αντιδραστήρες
(ήδη συμμετέχει στο ιαπωνικό consortium) πόσο
θα επηρέαζε τη σημερινή γαλλική στάση
σε θέματα Ανατολικής Μεσογείου;
τις εκτιμήσεις των διαφόρων γεωπολιτικών
παραγόντων θα ήταν σφάλμα να μην λάβουμε
υπόψη και την προσωπικότητα και τρόπο
αντιδράσεων των ηγετών (Trump, Putin, Erdogan).
Άπαντες ξεφεύγουν από τα συνηθισμένα
πρότυπα των δυτικών ηγετών έχοντας μια
υπερεμπιστοσύνη στο «αλάθητο» ένστικτο
τους και μια ροπή προς κινήσεις
εντυπωσιασμού και ανάληψη πρωτοβουλιών
λελογισμένου ρίσκου. Ειδικά Trump και
Erdogan αρέσκονται να δημιουργούν ένα
συγκρουσιακό κλίμα διατηρώντας μυστικούς
διαύλους επικοινωνίας και προβάλλοντας
την ύστατη στιγμή, την ικανότητα
προσωπικής επίτευξης μιας «μοναδικής»
και «win-win» λύσεως (βλέπε περίπτωση
Βορείου Κορέας). Ας μην εκπλαγούμε αν
αύριο ανακοινωθεί μια συμφωνία διευθέτησης
του συστήματος της προμήθειας του
αντιαεροπορικού συστήματος S-400 και οι
μέχρι χθες ανησυχούντες για τη διαρροή
δυτικής τεχνολογίας στη Μόσχα πανηγυρίζουν
για την πρόσβαση στα άδυτα της υψηλής
ρωσικής αντιπυραυλικής τεχνολογίας
των S-400 (και των πλέον επίφοβων και με
ικανότερες αντιβαλλιστικές ικανότητες
S-500)!
ουδεμία ασφαλής πρόβλεψη μπορεί να
γίνει για την εξέλιξη των αμερικανοτουρκικών
σχέσεων. Μια πλήρης ρήξη, καλοδεχούμενη
εκ πρώτης όψεως, κρύβει πλήθος κινδύνων
αλλά δεν αποτελεί το επικρατέστερο
σενάριο. Φυσικά και η προετοιμασία
οποιαδήποτε χώρας δεν μπορεί να στηρίζεται
στο ευμενέστερο σενάριο των εξελίξεων
αλλά μάλλον στο δυσμενέστερο. Παραταύτα,
η τουρκική αυτονόμηση σε βάθος χρόνου
είναι αναπόφευκτη και το γνωρίζει
σίγουρα Ουάσιγκτον και Μόσχα. Η προσωρινή
διακοπή της τουρκικής συμμετοχής στο
πρόγραμμα κατασκευής των F-35 φαίνεται
ότι δρομολογείται και κάθε μήνας που
περνάει καθιστά πιο πιθανή την οριστική
της έξοδο καθώς νέοι υποκατασκευαστές
θα εντάσσονται στο πρόγραμμα. Ο μεγαλύτερος
υπαρκτός κίνδυνος φαίνεται ότι είναι
η δημιουργία πειρασμού στα αμερικανικά
επιτελεία να ενθαρρύνουν τη εμφάνιση
μιας μείζονος κρίσεως στην περιοχή που
θα τους καταστήσει επιδιαιτητές για
μια συνολική ρύθμιση όλων των προβλημάτων
σε Κύπρο και Αιγαίο. Μη θεωρούμε όμως
ως δεδομένο ότι η Ουάσιγκτον έχει πάντα
τη δυνατότητα αποτροπής μιας ανάλογης
κρίσεως που μπορεί να προέλθει από
στοχευμένες ενέργειες της Άγκυρας ή
και τυχαίο γεγονός. Το ρίσκο όμως της
παραπάνω επιλογής είναι μεγάλο καθόσον
μπορεί να οδηγήσει στην ενδυνάμωση της
παρουσίας της Μόσχας στη μια από τις
δύο πλευρές του Αιγαίου θέτοντας σε
κίνδυνο την νοτιανατολική πτέρυγα του
ΝΑΤΟ. Πιθανόν όμως οι αμερικανοί
αξιολογητές να εκτιμήσουν ότι η κρίση
θα είναι ελεγχόμενη και δεν θα περιλάβει
στρατιωτικά μέσα αλλά απλά την ενάσκηση
αφόρητης ψυχολογικής πίεσης για μοιραία
πολεμική σύγκρουση στο πιο αδύναμο
μέρος.
πάλι, διαχρονικά, το πλέον αδύναμο μέρος
και επιρρεπές σε αναδίπλωση εμφανίζεται
η χώρα μας καθώς παρουσιάζει έλλειμμα
σχετικής αμυντικής ισχύος (έναντι της
Τουρκίας), μη επαρκείς εγγυήσεις πρακτικής
εξωτερικής στήριξης (για αντικειμενικούς
λόγους πέραν των δυνατοτήτων της) και
αποτυχία δημιουργίας αποτρεπτικής
φήμης και συνέπειας λόγων και πράξεων
(με αποκλειστική δική της ευθύνη). Εύχομαι
ολόψυχα να κάνω λάθος στις εκτιμήσεις
μου, αναγνωρίζω τη δεινή θέση των
υπευθύνων για την άμυνα και ευελπιστώ
στη λήψη των κατάλληλων προπαρασκευαστικών
μέτρων (σε κάθε επίπεδο, αμυντικό,
διεθνούς συνεργασίας, οικονομικό,
ψυχολογικών επιχειρήσεων) με γνώμονα
την αποτελεσματικότητα, μακριά από κάθε
πολιτική ή ατομική σκοπιμότητα και με
εκμετάλλευση στο έπακρο των πραγματικά
στενών -αλλά όχι απαγορευτικών- οικονομικών
δυνατοτήτων της χώρας. Παράλληλα όμως
πρέπει να προχωράμε έγκαιρα σε σταθμισμένες
κινήσεις που θα περιορίζουν τις διαθέσιμες
ευκαιρίες δημιουργίας τετελεσμένων
στην Άγκυρα. Ταυτόχρονα όμως είναι
αναγκαία η εξάντληση της φαντασίας και
των ικανοτήτων μας (μέσα, σχεδίαση,
εκπαίδευση, ετοιμότητα, αποφασιστικότητα)
στην εξεύρεση λύσεων και κατάλληλων
απαντήσεων στις προκλήσεις της Άγκυρας
στο τακτικό επίπεδο, σε αέρα και θάλασσα,
εκεί που κρίνεται στην καθημερινότητα
η πολύπλευρη αντιπαράθεση μας.
huffingtonpost.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

