Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Φανερή και… κρυφή γοητεία του νεο-Οθωμανισμού

Δημοσιεύτηκε στις

Γιώργου Καραμπελιά

Τα τελευταία χρόνια, πολλαπλασιάζονται οι απόψεις που
προκρίνουν μια ριζική αναθεώρηση της ελληνικής στάσης απέναντι στην Τουρκία και
τον νεο-οθωμανισμό. Μοιάζει ως εάν μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας και
κατ’ εξοχήν των ελίτ –και στα δύο ελληνικά κράτη, στην Ελλάδα και την Κύπρο– να
έχουν αποδεχτεί την τουρκική υπεροχή –πληθυσμιακή, οικονομική, στρατιωτική και
γεωπολιτική– και να επιλέγουν τη λογική της προσαρμογής, της μικρότερης
αντίστασης και εν τέλει της υποταγής. Αυτή η αποδοχή στο πολιτικό και
γεωπολιτικό πεδίο, προϋποθέτει μια βαθύτατη ιδεολογική, ιστορική ακόμα και
θρησκευτική αναθεώρηση.
Έχουμε περιγράψει, συχνά τα τελευταία χρόνια, αυτή τη
σταδιακή διολίσθηση των πολιτικών και διανοούμενων ελίτ του εκσυγχρονισμού, από
μία στάση ενδοτικής υποχώρησης, σε μια θέση αποδοχής και ένταξης στη
νεο-οθωμανική στρατηγική:

Στο πολιτικό πεδίο, εκφράζεται με την «ελληνοτουρκική
φιλία» και την «προσέγγιση των δύο κοινοτήτων», σε Ελλάδα και Κύπρο, καθώς και
την αποδοχή της ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε., άσχετα και παρά τα κατοχικά
στρατεύματα στην Κύπρο, τις απειλές εναντίον της Θράκης και την αμφισβήτηση του
καθεστώτος του Αιγαίου.
Στο οικονομικό πεδίο, ενισχύεται η διασύνδεση της
ελληνικής οικονομίας με την τουρκική, και διαμορφώνονται ισχυρές ομάδες
συμφερόντων σε Ελλάδα και Κύπρο, που επιλέγουν τη στρατηγική της νεο-οθωμανικής
προσαρμογής. [Βλέπε Εθνική Τράπεζα, αγωγοί αερίου, ελεύθερη διακίνηση
Τουρκοκυπρίων  κ.λπ.]
Στο γενικότερο ιδεολογικό πεδίο, απαξιώνεται το έθνος,
η εθνική ταυτότητα, τα εθνικά σύμβολα, ενώ υποβαθμίζεται η δυνατότητα
αποτροπής, με την απαξίωση της στρατιωτικής θητείας και των ενόπλων δυνάμεων.
Ενισχύονται τα μεταμοντέρνα ιδεολογήματα του ξέφρενου ατομικισμού και της
ηδονοθηρίας («ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε…» ), η λογική των ατομικών δικαιωμάτων και
η απόρριψη των συλλογικών ταυτοτήτων – εκτός και αν πρόκειται για τις κάθε
είδους «μειονότητες».
Σε ό,τι αφορά στην Τουρκία και την εκεί πολιτική
κατάσταση, η δικαιολόγηση της υποταγής περνάει μέσα από την αποδοχή των
ιδεολογημάτων του «διπόλου», τα οποία επί χρόνια κυριαρχούν στους ελληνικούς
ακαδημαϊκούς, δημοσιογραφικούς και πολιτικούς κύκλους. Αυτή η λογική, στο
παρελθόν, εκθείαζε την «πολιτική» πτέρυγα, απέναντι στο κακό «βαθύ κράτος» και
τους «στρατηγούς», ενώ σήμερα επιδοκιμάζει τους «ήπιους» ισλαμιστές έναντι των
κακών κεμαλιστών. Αποκρύπτεται, έτσι, το γεγονός πως οι ισλαμιστές στην ηγεσία
της Τουρκίας, σε μια εποχή επανισλαμοποίησης των μουσουλμανικών κοινωνιών,
είναι πολύ πιο επικίνδυνοι, για την Ελλάδα, από τους κεμαλιστές, ιδιαίτερα
μεσο-μακροπρόθεσμα, διότι μπορούν να επεκτείνουν την τουρκική επιρροή και στις
λοιπές μουσουλμανικές χώρες της περιοχής, ενώ ταυτόχρονα αμβλύνουν τις
εσωτερικές αντιθέσεις με τον κουρδικό πληθυσμό. Αποκρύπτεται συναφώς ότι
ισλαμιστές και κεμαλιστές έχουν ήδη συγκροτήσει στην Τουρκία ένα ισλαμοκεμαλικό
νεο-οθωμανικό ιδεολογικό σύστημα με επεκτατική υφή.
Παράλληλα, αναπτύσσονται πολυάριθμες σχέσεις του
ακαδημαϊκού και καλλιτεχνικού κατεστημένου, καθώς και των ΜΜΕ, με την Τουρκία,
από τα σήριαλ, τα κινηματογραφικά έργα, τα συνέδρια κ.λπ., που «ομαλοποιούν»
την καθημερινότητα και εθίζουν σε αυτήν, λες και έχει σταματήσει η τουρκική
επιθετικότητα.
Στο εκκλησιαστικό πεδίο, η ίδια εξέλιξη εκφράζεται με
τη σταδιακή μεταφορά του κέντρου βάρους από το ελλαδικό κράτος προς το Φανάρι,
το οποίο, εξ αιτίας και της πληθυσμιακής συρρίκνωσης του ελληνισμού της Πόλης
και του ελέγχου των τουρκικών αρχών πάνω του, εντάσσεται –εκών ή άκων– στη
νεο-οθωμανική στρατηγική. Εξ ου και η ανοικτή στήριξη των εκσυγχρονιστών κάθε
χρώματος, από τον Σημίτη έως τον Αλαβάνο, και από τους Αγγελόπουλους έως τον
οικολόγο» Καρρά, στο Φανάρι, έναντι της Εκκλησίας της Ελλάδας, ιδιαίτερα για
τον πάρα πέρα κατατεμαχισμό της ελλαδικής εκκλησίας με τις περιβόητες «νέες
χώρες».
 Η επανάσταση του 21 ήταν… «λάθος»;
 Ωστόσο, όλα αυτά δεν αρκούν, διότι ένα έθνος, που
συγκροτείται, από τη… μάχη του Ματζικέρτ, το 1071, μέχρι σήμερα, σε ευθεία
αντιπαράθεση με τον τουρκικό επεκτατισμό, έχει αποκτήσει μια σχεδόν γονιδιακή,
θα λέγαμε, αντιπαλότητα μαζί του. Κατά συνέπεια, πρέπει να πραγματοποιηθεί και
μια αντίστοιχη γονιδιακή μετάλλαξη, ώστε να γίνει αποδεκτή από την ελληνική
κοινωνία, και ιδιαίτερα τον ελληνικό λαό εκτός των ελίτ, η επιστροφή σε μια
σχέση υποτέλειας προς τον νέο επικυρίαρχο της περιοχής. Και μια τέτοια
μετάλλαξη προϋποθέτει και απαιτεί την αλλοίωση και την  παραμόρφωση της
ιστορικής συνείδησης του ελληνισμού.
Και η ιστορική συνείδηση, δηλαδή η συνείδηση της
ιστορικής συνέχειας, είναι ο σκληρός πυρήνας της «νεο»ελληνικής ιδιοπροσωπίας
(κατά τον ίδιο τρόπο που ο σκληρός πυρήνας της αμερικανικής ιδιοπροσωπίας είναι
η διαρκής αναζήτηση «νέων συνόρων», εξ ου και ο επεκτατισμός των Η.Π.Α., ή
εκείνος του εβραϊσμού είναι η θρησκευτική συνείδηση του περιούσιου λαού).
Και η μετάλλαξη της ιστορικής συνείδησης είναι μια
διαδικασία περίπλοκη, σύνθετη και αντιφατική.
Κατ’ αρχάς, πρόκειται για όσους συνειδητά, ανοικτά ή
συγκεκαλυμμένα, ενστερνίζονται τη στρατηγική του νεο-οθωμανισμού, όπως είναι
εγχειρήματα ανάλογα με εκείνα του CDRSEE, και των βιβλίων «ιστορίας» του για τα
Βαλκάνια, ή το περιβόητο βιβλίο της ιστορίας της κ. Ρεπούση, καθώς και
αναρίθμητα ακαδημαϊκά εγχειρίδια των Πανεπιστημίων ή ακόμα και ανάλογες
απόπειρες στη Μέση Εκπαίδευση. Μέσα από αυτά, επιχειρείται να πληγεί άμεσα η
συνείδηση της ιστορικής συνέχειας (το ελληνικό έθνος αρχίζει να συγκροτείται μετά
τον 18ο αιώνα, και κυρίως μετά την ελληνική επανάσταση και, κατά συνέπεια, δεν
έχει καμία ή ελάχιστη σχέση με τον βυζαντινό και αρχαίο ελληνισμό)· να
αποκρυβούν τα τεκμήρια της τουρκικής κατάκτησης και των συνεπειών της
(παιδομάζωμα, εξισλαμισμοί, σφαγές και «αγνοούμενοι» στην Κύπρο, οικονομική και
πολιτιστική καταστροφή)· να αμβλυνθεί, επομένως, η αίσθηση της αντιπαλότητας με
τον τουρκικό επεκτατισμό και τον νεο-οθωμανισμό.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, γενικεύεται μια λογική
ιστορικού αναθεωρητισμού, έκφραση της απογοήτευσης που διαπνέει τους Έλληνες,
και επεκτείνεται σε δυνάμεις που υπερβαίνουν τους εκσυγχρονιστές και τους
συνειδητούς «νεο-οθωμανούς». Όταν το «καράβι κάνει νερά», αυξάνεται η εντροπία
και ο πανικός.
Μια πρώτη συνέπεια της κρίσης της ελληνικής ταυτότητας
είναι η αμφισβήτηση, σταδιακώς δε ακόμα και η κατασυκοφάντηση, των δύο
καταγωγικών επαναστάσεων των δύο ελληνικών κρατών, της επανάστασης του ’21 και
του αγώνα της ΕΟΚΑ, καθώς και όλων των εθνικο-απελευθερωτικών αγώνων του
ελληνισμού μέχρι το 1922. Η Επανάσταση του 21 ήταν λάθος, μας επαναλαμβάνουν
όλο και περισσότεροι ιστορικοί, διανοούμενοι και πολιτικοί, όσο για τον αγώνα
της ΕΟΚΑ, η κατασυκοφάντησή του έχει ξεπεράσει κάθε όριο. Σύμφωνα με αυτή την
αντίληψη, οι Έλληνες δεν ήταν ώριμοι για επανάσταση, γι’ αυτό έπρεπε να
ακολουθήσουν την τακτική των «Φαναριωτών», δηλαδή της «ελληνο-τουρκικής
συνεργασίας» (ή της ελληνο-αγγλικής στην Κύπρο), η οποία θα επέτρεπε τη
διατήρηση του ελληνισμού στην Πόλη και τη Μικρά Ασία, έστω και χωρίς πολιτική αυτονομία.
Πληθαίνουν, λοιπόν, τα βιβλία που επικρίνουν, με τον ένα ή άλλο τρόπο, την
ελληνική επανάσταση – για να μην αναφερθούμε στη «Μεγάλη Ιδέα», δηλαδή την
προσπάθεια απελευθέρωσης όλων των υπόδουλων ελληνικών εδαφών μέχρι το 1922, η
οποία έχει καταντήσει υβριστική έκφραση για τους «προοδευτικούς» ή
νεο-φιλελεύθερους διανοούμενους.
Μέσα στο κλίμα της γενικευμένης απογοήτευσης, μοιάζουν
να θέτουν πραγματικά ερωτήματα. Υποστηρίζουν πως, εάν η Ελλάδα δεν εγκαινίαζε
τις εθνικές επαναστάσεις το 1821, δεν θα αναπτυσσόταν ο εθνικισμός στα Βαλκάνια
και την Τουρκία και, επομένως, μια «βυζαντινού τύπου» κοινοπολιτεία θα μπορούσε
να συνεχίσει να υπάρχει με σύγχρονη μορφή.
Ωστόσο, αυτά τα επιχειρήματα είναι έωλα και ανιστόρητα
από πολλές πλευρές:
Κατ’ αρχάς, η Βυζαντινή Κοινοπολιτεία, όσο υπήρχε,
στηριζόταν στην ύπαρξη μιας κοινής θρησκείας –της Ορθοδοξίας– και μιας κοινής
λόγιας και επίσημης γλώσσας, της ελληνικής, σε αντίθεση με την Οθωμανική
Αυτοκρατορία όπου υπήρχε εθνο-θρησκευτικό χάσμα μεταξύ της μουσουλμανο-οθωμανικής
κυριαρχίας και των ραγιάδων, χωρίς να υπάρχει η ανάλογη γλωσσική κοινότητα. Οι
Τούρκοι παρέμεναν επικυρίαρχοι σε τελική ανάλυση, διότι διέθεταν το μονοπώλιο
της στρατιωτικής ισχύος, παρά την οικονομική και πνευματική ανάπτυξη των
Ελλήνων.
Δεύτερον, αυτή η Κοινοπολιτεία παύει να υπάρχει μετά
τον δέκατο ή ενδέκατο αιώνα και αναπτύσσονται τα πρωτο-εθνικά κράτη των
Βουλγάρων, των Σέρβων, των Αρμενίων, μέχρι τον 14ο αιώνα, τα οποία και
συγκρούονται με την Αυτοκρατορία των «Ρωμαίων», δηλαδή των Ελλήνων, διότι πλέον
μόνον Έλληνες συγκροτούν το ύστερο Βυζαντινό κράτος. Γι’ αυτό και ο Βατάτζης ή
ο Λάσκαρις στη Νίκαια, τον 13ο αιώνα, θα απευθύνονται στους «Έλληνες», ενώ όλοι
οι ιστορικοί μας, Παπαρρηγόπουλος, Άμαντος, Ζακυθηνός, Βακαλόπουλος, Σβορώνος, Δημαράς
κ.ά., θεωρούν το 1204 ως αφετηρία για τη συγκρότηση του νεώτερου ελληνισμού[1].
Επομένως, οι Ρωμιοί του 13ου, του 14ου και του 15ου αιώνα είναι πλέον Έλληνες,
ενώ οι Βούλγαροι, οι Σέρβοι οι Αρμένιοι αποκαλούνται με το εθνικό τους όνομα.
Τρίτον: Είναι αλήθεια πως η οθωμανική κατάκτηση
σχετικοποίησε εκ νέου τις εθνικές ταυτότητες των ορθόδοξων υπηκόων, με την
υπαγωγή τους στο ορθόδοξο-ρουμ μιλέτ. Έτσι, για ένα διάστημα, μπόρεσε να
δημιουργηθεί η αίσθηση πως η ελληνική γλώσσα θα ήταν δυνατό να μεταβληθεί στο
εκπαιδευτικό όχημα όλων των βαλκανικών λαών και να ανασυγκροτηθεί η ρωμέικη
συνείδηση των πρωτοβυζαντινών και μεσοβυζαντινών χρόνων. Ωστόσο, κάτι τέτοιο
ήταν ανέφικτο, διότι είχε πια αρχίσει να αφυπνίζεται η –υπνώττουσα, αλλά
υπαρκτή– εθνική συνείδηση αρχικώς των Σέρβων, και εν συνεχεία των Βουλγάρων και
των Ρουμάνων. Οι Σέρβοι, εξ άλλου, είχαν ήδη πραγματοποιήσει μια πρώτη εθνική
επανάσταση πριν από την ελληνική, το 1804, ενώ, στη διάρκεια της επανάστασης
στη Μολδοβλαχία, καταδείχθηκε η αδυναμία συγκρότησης σταθερού ενιαίου μετώπου
μεταξύ Ελλήνων και Ρουμάνων αγροτο-επαναστατών.
Κατά συνέπεια, η μη πραγματοποίηση της επανάστασης το
1821, και η εμμονή σε μια τουρκο-ελληνική «συμμαχία», θα οδηγούσε σε
γενικευμένη αντιπαράθεση με τους υπόλοιπους βαλκανικούς πληθυσμούς και σε
οριστική απώλεια της Μακεδονίας, τουλάχιστον. Η ανάλογη τακτική και μετά την
επανάσταση του 1821, από το Πατριαρχείο, τους Φαναριώτες και το ελλαδικό
κράτος, έθεσε σε άμεσο κίνδυνο τη Μακεδονία. Πράγματι, ενώ η Σερβία και, κυρίως,
η Βουλγαρία ετοιμάζονταν για τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και
ανακινούσαν το Μακεδονικό Ζήτημα, οι Έλληνες μεταπράτες, αρκούμενοι στα κέρδη
τους από το εμπόριο της Αυτοκρατορίας, συνέπρατταν μάλλον με την Αγγλία, στη
λογική της «ακεραιότητας» της Αυτοκρατορίας. Και μόνο ο Μακεδονικός Αγώνας και
οι αλλεπάλληλες κρητικές επαναστάσεις, που θα οδηγήσουν στο Γουδί και τον
Βενιζέλο, θα διασώσουν την τελευταία στιγμή τη Μακεδονία και, με τη συμμετοχή
στους Βαλκανικούς Πολέμους, θα οδηγήσουν στην απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης. Εξ
άλλου, έχουμε δίπλα μας και ένα ιστορικό παράλληλο, τους Ούγγρους στα πλαίσια
της Αυστροουγγαρίας. Η Αυστριακή, αρχικώς, Αυτοκρατορία των Αψβούργων
εξελίχθηκε σταδιακά σε διπλή αυτοκρατορία, Αυστριακών και Ούγγρων, η δε Ουγγαρία
έμοιαζε η μεγάλη κερδισμένη, διότι είχε ενσωματώσει τους πληθυσμούς της
Σλοβενίας, της Κροατίας, μέρος της Σερβίας, της Ρουμανίας, της Σλοβακίας,
κ.λπ., και είχε μία αίσθηση μεγάλης δύναμης δίπλα στους Αυστριακούς. Όταν όμως
ήρθε η ώρα της κρίσης, μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όχι μόνο απογυμνώθηκε από
τους σλαβικούς πληθυσμούς, αλλά και «έχασε» σημαντικές μειονότητες στην
Τρανσυλβανία, τη Βοϊβοντίνα, κ.λπ.
Προφανώς δε, το ζήτημα δεν είναι να κρίνουμε, ex post,
ποια θα ήταν η καλύτερη διεθνής συγκυρία για την έναρξη της επανάστασης –αυτά
είναι ζητήματα υποθετικά και, εν τέλει, χωρίς νόημα–, ακόμα και αν κάποιος
συμφωνούσε με τον Κοραή ή τον Καποδίστρια, που θεωρούσαν πρόωρη την έναρξή της.
Πάντως, η επανάσταση ήταν αναπόφευκτη για αναρίθμητους λόγους – επιδείνωση της
κατάστασης των αγροτικών μαζών, κρίση της βιοτεχνικής δραστηριότητας,
επιδείνωση της αναρχίας και της ταλαιπωρίας των πληθυσμών, ωρίμανση της
επαναστατικής συνείδησης των Ελλήνων κ.λπ. κ.λπ., ενώ ο Κοραής και ο
Καποδίστριας θα την υποστηρίξουν εν τέλει, μαζί με εκείνους που την
πυροδότησαν.
Η σημερινή κρίση του ελληνισμού δεν μπορεί και δεν
πρέπει να αποδοθεί στην έκρηξη της επανάστασης, σε αντίθεση με τη γραμμή μιας
ελληνοτουρκικής «διπλής αυτοκρατορίας», αλλά, αντίθετα, στο γεγονός ότι οι
άρχουσες ελίτ του ελληνισμού επεδείκνυαν πάντα μια δομική αμφιθυμία απέναντι
στη «μακρά ελληνική επανάσταση» που διήρκεσε μέχρι το 1922. Αυτό το γεγονός
εξάντλησε τις δυνάμεις του ελληνισμού σε εμφύλιες αντιπαραθέσεις, που
συνεχίζονταν μέχρι το τέλος, και μόνο οι λαϊκές τάξεις έμεναν σταθερές στους
εθνικο-απελευθερωτικούς αγώνες. Αυτή η αμφιθυμία και η σύγχυση, άλλοτε οδηγούσε
τις ελίτ σε συμμετοχή στα επαναστατικά κινήματα και άλλοτε στην υπονόμευσή τους
και στην προσπάθεια συντήρησης μιας επικερδούς, για τις ίδιες, δραστηριότητας
στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Αυτή η αμφιθυμία είχε δομικό χαρακτήρα, διότι οι
ελληνικές ελίτ της Αυτοκρατορίας είχαν υποχρεωτικά –εξ αιτίας της
ημι-αποικιακής και καθυστερημένης υφής της Αυτοκρατορίας– αποκλειστεί από τις
παραγωγικές δραστηριότητες και ανέπτυσσαν τη δραστηριότητά τους κατ’ εξοχήν
στους τομείς των μεταφορών, του εμπορίου και του δανεισμού. Η Μοσχόπολη θα
καταστραφεί από τις συμμορίες των Τουρκαλβανών και τα Αμπελάκια από τον
ανταγωνισμό των υφαντουργείων της Δύσης. Επομένως, δεν έμενε παρά το Φανάρι, οι
ηγεμονίες, η ενοικίαση των φόρων, οι τραπεζιτικές δραστηριότητες, η πραμάτεια,
το ναυτικό και το μεγαλεμπόριο. Γι’ αυτό, επειδή δια της βίας είχαν εκδιωχθεί
από τις παραγωγικές δραστηριότητες, από τη μια θα συμμερίζονται την τύχη του
γένους και από την άλλη θα ονειρεύονται, ή θα υποτάσσονται, σε αδιέξοδες
ελληνο-οθωμανικές στρατηγικές.
Τι πιο χαρακτηριστικό αυτών των αντιφάσεων από την
ηρωική και εμβληματική μορφή του πατριάρχη Γρηγόριου του Ε΄ που, από τη μία,
κατήγγελλε στανικώς την Επανάσταση, ενώ μερικές μέρες αργότερα οδηγιόταν στο
μαρτύριο και τον ηρωικό θάνατο, ή από τον Ίωνα Δραγούμη, που από τη μια πλευρά
πίστευε σε ένα ελληνο-τουρκικό condominium και από την άλλη πάλευε για τη
διάσωση της ελληνικότητας της Μακεδονίας.
Αυτοί ήταν οι λόγοι που δεν μας επέτρεψαν να
απελευθερώσουμε τους ελληνικούς τόπους στην ολότητά τους, και ιδιαίτερα την
ιστορική μας πρωτεύουσα, την Πόλη, καθώς και τη Σμύρνη, και όχι το ότι εξερράγη
η επανάσταση. Αντίθετα, αυτό το γεγονός μας επέτρεψε στη συνέχεια να
συγκροτήσουμε δύο ελληνικά κράτη, στην Ελλάδα και την Κύπρο, σε ένα σημαντικό
τμήμα του ελληνικού ιστορικού χώρου. Διαφορετικά, οι απώλειες θα ήταν σίγουρα
μεγαλύτερες και τραγικότερες.
Και η κρίση μας, σήμερα, είναι ακριβώς συνέχεια και
συνέπεια της υφής των αρχουσών ελίτ, ως παράσιτου της Δύσης στην Ανατολική
Μεσόγειο. Έχουμε τη μεγαλύτερη εμπορική ναυτιλία του κόσμου και κατά κεφαλήν
εισόδημα μεγαλύτερο της Ιταλίας με τη… μικρότερη βιομηχανία των Βαλκανίων, ενώ
αποδειχθήκαμε ανίκανοι να επιτύχουμε την Αυτοδιάθεση της Κύπρου. Η θεραπεία
λοιπόν δεν θα ανεβρεθεί στην αναθεώρηση και απόρριψη της αντιστασιακής υφής της
ταυτότητάς μας, αλλά στην απόρριψη και τον περιορισμό των κοσμοπολίτικων
παρασιτικών ελίτ, που θεωρούν την Ελλάδα ψωροκώσταινα και, κατά συνέπεια, την
μεταβάλλουν σε ψωροκώσταινα.
Και για να είμαστε ιστορικά δίκαιοι, οι Φαναριώτες
–λαϊκοί και κληρικοί– είχαν πολλές δικαιολογίες για τη γραμμή που ακολουθούσαν:
ήταν υποχρεωμένοι σε μεγάλο βαθμό, εξ αιτίας του τουρκικού ξίφους και της
δυτικής αποικιοκρατίας, να συμπεριφέρονται με αντιφατικό τρόπο. Η Εκκλησία
διατήρησε την ελληνική ταυτότητα, ιδιαίτερα στους πιο μαύρους αιώνες της
κατοχής (15ο -17ο), και εκατοντάδες ιεράρχες θυσιάστηκαν στην επανάσταση. Οι δε
λαϊκοί Φαναριώτες συνέβαλαν αποφασιστικά, ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα,
στην εκπαιδευτική αναγέννηση του ελληνισμού, καθώς και στην πολιτική του
χειραφέτηση, μέσα από την εμπειρία των ηγεμονιών, ενώ συμμετείχαν μαζικά και
στην ελληνική επανάσταση.
Αντίθετα, οι σημερινοί νεο-Οθωμανοί δεν έχουν καμία
δικαιολογία, εκτός από την ψοφοδεή και εθελόδουλη φύση τους. Διότι, ακόμα, η
Ελλάδα και η Κύπρος δεν έχουν υποταχθεί στον νεο-οθωμανισμό, ώστε να εμφανίζουν
την ιδεολογία και την πρακτική τους ως τέκνο της ανάγκης˙ είναι οι ίδιοι που
μας οδηγούν στην υποταγή και στην αναίρεση των κατακτήσεων μιας από τις πιο
μακρές επαναστάσεις της ιστορίας (1821-1922).
 Ελληνικότητα και «οικουμενισμός»
 Όμως αυτή η αναθεώρηση –δυστυχώς– δεν
περιορίζεται στους προερχομένους από το «διαφωτιστικό»-εκσυγχρονιστικό
στρατόπεδο και μόνο, αλλά επεκτείνεται και σε χώρους που βρίσκονται κοντά στο
«πατριωτικό στρατόπεδο», είτε προέρχονται από τον ορθόδοξο και «νεο-ορθόδοξο»
χώρο, είτε από άλλες συνιστώσες του.
Όπως τονίσαμε, η απογοήτευση από την πορεία του
σύγχρονου ελληνισμού είναι καθολική, γι’ αυτό και αγγίζει όλες τις επί μέρους
συνιστώσες, με τον ιδιαίτερο τρόπο και ιδεολογία που προσιδιάζει σε αυτές.
Έτσι, στον νέο-ορθόδοξο και εκκλησιαστικό χώρο, η απογοήτευση εκφράζεται τόσο
με μια μετακίνηση προς το Φανάρι και έναν ορθόδοξο «οικουμενισμό», όσο και με
μια νοσταλγία για την ορθόδοξη ρωμιοσύνη της οθωμανικής εποχής.
Και εδώ επιχειρείται ένας ακόμα ιστορικός
αναθεωρητισμός: Ως γνωστόν, η ελληνική επανάσταση του ’21 εμφανιζόταν
παραδοσιακά, από τους «φωταδιστές» διανοουμένους, ως αποκλειστικό τέκνο της
Γαλλικής Επανάστασης και του Διαφωτισμού. Πολύ σωστά, οι συγγραφείς που
βρίσκονταν πιο κοντά στην Εκκλησία, καθώς και οι οπαδοί της εθνικο-λαϊκής
παράδοσης –όπως ο Σβορώνος– υποστήριζαν πως ο Διαφωτισμός και η Γαλλική
Επανάσταση αποτελούν μία και μόνο συνιστώσα της Επανάστασης, η οποία ήταν κατ’
εξοχήν εθνική και, επομένως, είχε και μια ισχυρή ορθόδοξη και εκκλησιαστική
συνιστώσα. Η Επανάσταση του 21 ήταν μια σύνθετη εθνική επαναστατική διαδικασία.
Αίφνης όμως, όλο και περισσότεροι διανοούμενοι και
συγγραφείς του «ορθόδοξου χώρου» αποδέχονται την εκσυγχρονιστική εκδοχή και
χαρακτηρίζουν το ’21 ως το τέκνο του Διαφωτισμού, που προώθησε την ιδέα των
εθνών-κρατών. Σε αντιπαράθεση δε με αυτόν, οδηγούνται, σε τελική συνέπεια, και
σε απόρριψη της επανάστασης! Και, μάλιστα, με τα ίδια επιχειρήματα των
«φωταδιστών»: «Μια και η ιδέα των εθνών-κρατών είναι δημιούργημα της Γαλλικής
Επανάστασης, τότε και η επανάσταση του ’21 είναι δημιούργημα του Διαφωτισμού,
που οδήγησε σε αποσύνθεση τη ρωμιοσύνη και στην ταύτισή της με την Ορθοδοξία».
Συνεπώς, είχε δίκιο ο Αθανάσιος Πάριος, ο μεγάλος αντίπαλος του Κοραή, που, με
την Πατρική Διδασκαλία του, καλούσε σε υποταγή στην Αυτοκρατορία και τον
Σουλτάνο – παρότι ήταν πιθανό και αυτή να γράφτηκε καθ’ υπαγόρευσιν από τον
Σελίμ τον Γ΄[2]. Έτσι, ο αείμνηστος Κώστας Σαρδελής, που στο παρελθόν ανέδειξε
το έργο του Κοσμά του Αιτωλού ή του Κύριλλου Λούκαρι, και εξακολουθεί να
επικροτεί την επανάσταση του ,21 κλείνει, παρόλα αυτά, το τελευταίο του βιβλίο,
που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του ως εξής:
Το δηλητήριο του εθνικισμού ήταν φυσικό να δράσει
καταλυτικά. Και έγινε στο τέλος ένα κράτος «προκάτ», ένα κρατίδιο χωρίς θέμελα,
στον αέρα, παιχνίδι στα χέρια των προστατών του – και των δημιουργών του, θα
έλεγα. Η ιδέα της Ρωμαίικης Αυτοκρατορίας είχε πεθάνει μέσα στη φωτιά της
Επανάστασης και η τραγωδία της Ρωμιοσύνης είχε συντελεστεί. Η Ρωμανία
«πάρθεν»…[3]
Ο Χρήστος Γιανναράς, ο πιο γνωστός, ίσως, διανοούμενος
της νεο-ορθοδοξίας, επαναλαμβάνει διαρκώς τις ιερεμιάδες του ενάντια στον
Αδαμάντιο Κοραή, τον Διαφωτισμό και την «ελλαδική επαρχιωτίλα», ενώ παραπέμπει
νοσταλγικά στην κοινότητα της Αυτοκρατορίας και τη «διπλή ηγεμονία». Εσχάτως
δε, προχωράει ακόμα πιο πέρα, ταυτίζεται ανοικτά με τα ιδεολογήματα των κ.κ.
Κουλούρη και Ρεπούση περί «ανεκτικής» Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, του κυρίου
Σημίτη για συνεκμετάλλευση του Αιγαίου και του εναέριου χώρου, και του
Χριστόφια για την Κύπρο, εάν ο «σώφρων» Ερντογάν παραιτηθεί από τον κεμαλικό
επεκτατισμό:
Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η Οθωμανική
Αυτοκρατορία ήταν η ανεκτικότερη στη συνύπαρξη κοινωνικών ομάδων με τη δική της
η καθεμιά κοινωνική – πολιτιστική συνοχή. Ομάδων [ ] που ωστόσο συζούσαν
αρμονικά και κοινωνούσαν τη χρεία, όχι και την πίστη.
Ο εθνικισμός οδήγησε τους Τούρκους να συγκροτήσουν
κράτος, με προϋπόθεση συνοχής τις εξακολουθητικές γενοκτονίες και
εθνοκαθάρσεις, τον έλεγχο του πολιτικού βίου από τον στρατιωτικό βούρδουλα. Και
ο εθνικισμός [ ] οδήγησε τον Ελληνισμό στο ιστορικό του τέλος, τον μετάλλαξε
από κοσμοπολίτικη πρόταση πολιτισμού σε βαλκανική καχεξία, με αποφορά
επαρχιωτίλας, «μπαίγνιο» Σκοπιανών και Αλβανών.
Το όνειρο μπορεί να προετοιμάσει ένα μετα-εθνικιστικό
μέλλον για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. [  ] Αν η Τουρκία παραιτηθεί από
τις επεκτατικές βλέψεις του κρατικού εθνικισμού της, [ ] είναι άραγε αδύνατο να
βρεθεί πολιτικά ρεαλιστική λύση συνεκμετάλλευσης των πηγών ενέργειας ή κοινής
χρήσης θαλάσσιου και εναέριου χώρου;
Μοναδικό κομμάτι ελληνικής γης όπου η Τουρκία έχει
κάπως ευλογοφανή στρατηγικά ενδιαφέροντα προστασίας των νοτιοανατολικών της
περιοχών, είναι η Κύπρος. Εντελώς παραδειγματικά, και για να εικονογραφηθούν οι
στοχεύσεις ελληνο-τουρκικών σχέσεων σε ένα μετα-εθνικιστικό μέλλον, θα μπορούσε
κανείς να προβληματιστεί πολιτικά με το ενδεχόμενο: Θα αποτελούσε ξεπέρασμα των
διαφορών να αποδεχθεί η Τουρκία τίμια αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα στο
νησί (χωρίς καταπίεση, αλλά και χωρίς εκβιαστικές απαιτήσεις της μειονότητας),
με αντάλλαγμα να διεκδικηθούν από κοινού και να παραχωρηθούν στους Τούρκους οι
σημερινές Βρετανικές Βάσεις στη μεγαλόνησο;
Καλλιέργεια προοπτικών μετα-εθνικιστικού μέλλοντος θα
οικοδομούσε στην τουρκική κοινωνία ελπίδα απελευθέρωσης από την κεμαλική
στρατοκρατία. Και στους Έλληνες προσδοκία ανάκαμψης από τόσης αισχύνης ιστορικό
τέλος[4].
Έτσι, λοιπόν, πραγματοποιείται μια ολοκληρωτική
αναθεώρηση. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν σήμαινε εξισλαμισμούς, παιδομάζωμα
(πάνω από 1.000.000 στις ευρωπαϊκές περιοχές), αναρίθμητες σφαγές και δηώσεις,
πνευματική αποτελμάτωση και παρακμή, αλλά ήταν μια όαση «ανθρωπισμού», την
οποία κατέστρεψε ο εθνικισμός, που οδήγησε τους Τούρκους σε αγριότητες. Και
βέβαια, επειδή η Ελληνική Επανάσταση και οι εθνικο-απελευθερωτικοί αγώνες όλων
των βαλκανικών λαών, έως το 1922, «υποχρέωσαν» τους Τούρκους να γίνουν
εθνικιστές, είμαστε και ολίγον, έως πολύ, υπεύθυνοι για τις αγριότητες… των
Τούρκων. Για το Αιγαίο, λοιπόν, συνεκμετάλλευση, για δε την Κύπρο,
συγκυριαρχία, με τουρκικές βάσεις! Και για όλα αυτά, μία προϋπόθεση και μόνο,
να ηττηθεί ο «κακός» κεμαλισμός.
Στην ίδια κατεύθυνση επιστρατεύεται συστηματικά το
ζήτημα της Αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους.
Τότε, μετά από εισηγήσεις των Εγγλέζων και των Βαυαρών που ήθελαν να αποκόψουν
το μικροσκοπικό ελλαδικό κράτος από τον ευρύτερο υπόδουλο ελληνισμό της
Αυτοκρατορίας, και χρησιμοποιώντας τις «προτεσταντικού τύπου» ιδεοληψίες του
Κοραή και των οπαδών του, δημιουργήθηκε η Αυτοκέφαλη Ελλαδική Εκκλησία. Σήμερα,
πραγματοποιείται το διαμετρικά αντίθετο εγχείρημα. Επειδή η Αυτοκέφαλη Ελλαδική
Εκκλησία ταυτίζεται με το ελληνικό έθνος-κράτος, το οποίο θα πρέπει να
υποβαθμιστεί, η παγκοσμιοποιητική ιδεολογία της εποχής μας πραγματοποιεί μια
αντίστροφη κίνηση: Η ελληνική εκκλησία πρέπει να υποταχθεί στο Φανάρι, ακόμα
και διοικητικά, και γενικότερα το κέντρο βάρους να πέσει εκεί, πράγμα που
συνεπάγεται μεγαλύτερη αποδυνάμωση του ελληνικού έθνους-κράτους. Δηλαδή, αν
στον 19ο αιώνα, η Αυτοκεφαλία λειτουργούσε προς την κατεύθυνση της συρρίκνωσης
του ελληνισμού, σήμερα συμβαίνει το ακριβώς αντίστροφο: Η μεταφορά του κέντρου
βάρους της ελληνικής Ορθοδοξίας σε μια μουσουλμανική και τουρκική πόλη 15
εκατομμυρίων ανθρώπων αποτελεί ένα ακόμα πανίσχυρο ιδεολογικό όπλο του
νεο-οθωμανισμού.
Προς την ίδια αποσυνθετική κατεύθυνση κινούνται και
άλλες οικουμενιστικού τύπου ιδεολογίες, όπως η αρχαιολατρική, και ιδιαίτερα
εκείνη του Δαυλού, που θεωρεί ότι η σύγχρονη «ψωροκώσταινα»-Ελλάδα δεν εκφράζει
το αρχαιοελληνικό οικουμενικό ιδεώδες, το οποίο θα ανεβρεθεί μάλλον στη Δύση
και στην παγκοσμιοποίηση παρά στην Ελλάδα. Αντίστοιχα, σε μια εποχή κρίση της
συνεκτικής ισχύος του έθνους, εμφανίζονται πολλαπλές μορφές αναδίπλωσης σε μια
ιδιαίτερη ταυτότητα, έστω και φαντασιακή,  αρκεί αυτή να είναι αρκετά
ισχυρή.
 Να «ξεπεράσουμε» το έθνος-κράτος;
Στο βάθος, ακόμα και για καλοπροαίρετους ανθρώπους,
υπάρχει η αίσθηση ενός «τέλους εποχής» του ελληνικού έθνους-κράτους και της
αδυναμίας του να αντισταθεί στην πίεση του τουρκικού επεκτατισμού˙ αίσθηση που
εκφράζεται με διάφορες μορφές και τρόπους. Είτε στην προσφυγή σε μια φαντασιακή
δυτική ταυτότητα, που οδηγεί την ακραία πτέρυγα αυτού του χώρου να καίει τις
ελληνικές σημαίες και να βεβηλώνει τους χώρους της ορθόδοξης λατρείας, είτε
στην καταφυγή στην Ορθοδοξία, όχι πλέον σε συνέργεια με το έθνος –την οποία
χαρακτηρίζουν υποτιμητικά «εθνοφυλετισμό»– αλλά σε αντιπαράθεση με το έθνος.
Όπως ακριβώς τονίζουν οι πιο ειλικρινείς –ή ίσως οι πιο κυνικοί– «επειδή ο
ελληνισμός πεθαίνει, εμείς καταφεύγουμε στην Ορθοδοξία (ή την Ευρώπη,
αντίστοιχα), η οποία μπορεί να επιβιώσει ανεξάρτητα από τον ελληνισμό!»[5] Προς
επίρρωση αυτής της θέσης, ορισμένοι από την ορθόδοξη πτέρυγα καταφεύγουν,
μάλιστα, σε μια αναλογία με τον «ησυχασμό», στα μέσα του 14ου αιώνα. Τότε,
πράγματι, όταν διεφάνη ότι ο βυζαντινός ελληνισμός δεν μπορούσε να τα βγάλει
πέρα με την πληθώρα των αντιπάλων που αντιμετώπιζε, ο ησυχασμός και η προσφυγή
στην ορθόδοξη πνευματικότητα εμφανίστηκε ως το καταφύγιο του ελληνισμού, που
πλέον δεν μπορούσε να επιβιώσει σε επίπεδο πολιτειακών θεσμών.
Η αναλογία όμως είναι εσφαλμένη για δύο λόγους.
Πρώτον, διότι, εκείνη την περίοδο, έσβηναν όντως οι πολιτειακοί μας θεσμοί,
πράγμα που, τουλάχιστον ακόμα, δεν έχει συμβεί σήμερα, και, δεύτερον, διότι η
κατάδυση στην ορθόδοξη πνευματικότητα δεν ερχόταν σε αντιπαράθεση με την εθνική
επιβίωση, αλλά αποτελούσε την κύρια οδό για τη σωτηρία του έθνους. Και, βέβαια,
άλλος ο ρόλος και η σημασία του μοναχισμού, του ησυχασμού και της θρησκείας
κατά τον 14ο αιώνα, και άλλος την εποχή της τηλεοπτικής δικτατορίας, του
διαδικτύου και του… Βατοπεδίου. Σήμερα, εάν δεν επιβιώσουμε ως διακριτή
ταυτότητα, δεν έχουμε πλέον καμία ελπίδα.
Εν κατακλείδι, για μας τους Έλληνες –ευτυχώς, ακόμα
τους περισσοτέρους–, η προοπτική της επιστροφής στις αγκάλες του οθωμανισμού
δεν είναι αρεστή, ό,τι και αν ισχυρίζονται οι νεο-οθωμανικές, ή απλώς σε πλήρη
σύγχυση, άρχουσες τάξεις και οι διανοούμενοί μας. Και επειδή νιώθουμε το ίδιο,
αν όχι και περισσότερο «κοσμοπολίτες» από τους διάφορους «διεθνιστές» και
«οικουμενιστές», έχουμε ανάγκη από το έθνος μας, διότι, όποιος δεν έχει πίσω
του μια ισχυρή ταυτότητα, είναι ένα «οικουμενικό» ανδράποδο, ένας υποτελής. Οι
Έλληνες υπήρξαν οικουμενικοί εδώ και χιλιάδες χρόνια και δεν μπορούν να γυρίσουν
πίσω στον «επαρχιωτισμό».
Στην πραγματικότητα, «επαρχιώτες» είναι όλοι εκείνοι
που ξιπάζονται από τη Δύση –οι περισσότεροι– και ταυτόχρονα παραλύουν μπροστά
στην ισχύ των επεκτατικών γειτόνων μας, αναζητώντας διάφορα ιδεολογικά
ναρκωτικά – είτε στον ψευδο-διεθνισμό, είτε στη «ρωμιοσύνη» και σε μια
«α-εθνική» και οικουμενιστική ορθοδοξία, είτε στην αρχαιολατρία, είτε στις
χωριστικές ταυτότητες κάθε είδους.
Όπως επαναλαμβάνουμε μονότονα, εδώ και δεκάδες χρόνια,
όχι μόνο δεν έχει έρθει η ώρα των μετα-εθνικών ταυτοτήτων στην περιοχή μας,
αλλά, αν θέλει κάποτε το έθνος μας να «ξεπεράσει» το έθνος-κράτος μας, για να
συνεχίσει την ιστορική του πορεία και όχι για να εξαφανιστεί, θα πρέπει,
σήμερα, να το υπερασπιστεί με όλες του τις δυνάμεις, μέχρις ότου δημιουργηθούν
οι εξής, τουλάχιστον, προϋποθέσεις:
Α. Να συσπειρωθούν οι βαλκανικοί λαοί, με πυρήνα τους
λαούς ορθόδοξης παράδοσης, για να αντιμετωπίσουν τον νεο-οθωμανικό επεκτατισμό
και να αποτελέσουν έναν σχετικά αυτόνομο ευρωπαϊκό πόλο, υλοποιώντας έτσι το
όραμα του Ρήγα, με βάση τις σημερινές συνθήκες.
Β. Να ανακοπεί ο νεο-οθωμανικός επεκτατισμός, με τον
εκδημοκρατισμό της Τουρκίας, την παροχή δικαιωμάτων στις κάθε είδους
μειονότητες, την αυτοδιάθεση του κουρδικού λαού, την αποχώρηση των στρατευμάτων
από την Κύπρο, τον σεβασμό των ελληνικών συνόρων και της Θράκης.
Μόνο αν καλυφθούν αυτές οι προϋποθέσεις, και μάλιστα
αλληλοδιαδόχως, και με αυτή τη σειρά –διότι η ισχυρή Ελλάδα και τα συσπειρωμένα
Βαλκάνια αποτελούν προϋπόθεση για τον περιορισμό του νεο-οθωμανισμού–, είναι
δυνατόν να αρχίσει οποιαδήποτε συζήτηση για σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ Ελλάδας
και Τουρκίας. Διαφορετικά, θα πρόκειται για προπέτασμα καπνού της δειλίας και
της υποταγής των ελίτ και των διανοουμένων, που «κουράστηκαν» να φυλάττουν Θερμοπύλες.
 [1] Βλέπε αναλυτικότερα στο βιβλίο μου, Το 1204 και η
διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2006.
[2] Μ. Γεδεών, Η πνευματική Κίνησις του Γένους κατά
τον ιη’ και τον ιθ’ αιώνα, Ερμής,  Αθήνα 1976, σ. 89.
[3] Κώστας Σαρδελής, Ο θάνατος της Αυτοκρατορίας,
Αρμός, Αθήνα 2008, σ. 404.



 http://www.antibaro.gr/article/377

Ο Σάββας Καλεντερίδης γεννήθηκε στη Βέργη Σερρών το 1960. Το 1977 εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε το 1981, ως ανθυπίλαρχος. Υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες των τεθωρακισμένων και των καταδρομών και σε κρίσιμες θέσεις στο εξωτερικό. Το Μάρτιο του 2000, ενώ φοιτούσε στην Ανωτάτη Σχολή Πολέμου, παραιτήθηκε από τις τάξεις του Ελληνικού Στρατού, με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Από το φθινόπωρο του 2000 ίδρυσε και διευθύνει τον εκδοτικό οίκο Ινφο-Γνώμων. Με το ψευδώνυμο Κώστας Νικοπολίδης μετέφρασε από τα τουρκικά και επιμελήθηκε την έκδοση του βιβλίου "Κράτος συμμορία", Εκδόσεις Τουρίκη, ενώ μετέφρασε από τα τουρκικά και την "Έκθεση Σουσουρλούκ", που συμπεριλήφθηκε στο ομώνυμο βιβλίο των Εκδόσεων Α.Α. Λιβάνη. Σε συνεργασία με το ίδρυμα "Φίλοι Λαογραφικού Μουσείου Μέλπως Μερλιέ" συμμετείχε και προλόγισε την έκδοση του διπλού CD "Τραγούδια του Πόντου, Ηχογραφήσεις του 1930" και του CD "Τραγούδια από τις παράλιες πόλεις του Πόντου και της Μικράς Ασίας". Επιμελήθηκε επίσης της έκδοσης του δίτομου έργου "Ανάλυση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, Μύθος και πραγματικότητα", του βιβλίου "Οι μειονότητες στην Τουρκία" και των ιστορικών ταξιδιωτικών οδηγών "Κάτω Ιταλία - Μεγάλη Ελλάδα", "Σικελία", "Ρόδος - Σύμη - Καστελόριζο - Καρία - Λυκία", "Χίος - Σμύρνη", "Βουλγαρία - Ανατολική Ρωμυλία", "Καππαδοκία - Κεντρική Ανατολία" και "Κωνσταντινούπολη - Μαρμαράς". Έγραψε τους ιστορικούς ταξιδιωτικούς οδηγούς "Κοζάνη, στην αγκαλιά των βουνών", "Ιωνία, Σάμος - Έφεσος - Μίλητος - Πριήνη", "Δυτικός Πόντος, Βιθυνία - Παφλαγονία" και "Ανατολικός Πόντος, Κοτύωρα - Κερασούντα - Τραπεζούντα - Αργυρούπολη - Καρς". Αναλύσεις και άρθρα του Σάββα Καλεντερίδη, με κύριο θέμα την Τουρκία και άλλα περιφερειακά ζητήματα, έχουν δημοσιευθεί στις εφημερίδες "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία" και "Παρόν" και στα περιοδικά "Άμυνα και διπλωματία", "Απόρρητο Δελτίο" και "Διπλωματία".

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός3 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις3 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή