Γενικά θέματα
Σμύρνη: Η αθάνατη πατρίδα
ραγιάς.Ήταν Έλληνας από το Τσιρίγο καί
ήρθε στή Σμύρνη κάνοντας τό σαράφη στή
Μπόρσα. Ήταν καλό έπάγγελμα, γιατί
κυκλοφορούσαν πολλές καί διαφορετικές
μονέδες καί περνούσε πολύς κόσμος, ξένος
καί δικός μας, άπό τό έμπορικό λιμάνι
της. Ήταν άκόμα καί έπίτροπος στήν
έκκλησία του Αγίου Γεωργίου καί μέλος
τής «Λέσχης τών Κυνηγών».
κέρδισε στό έλεύθερο χρηματιστήριο τής
Αθήνας, μου αγόρασε τήν πρώτη μου
φωτογραφική μηχανή, μιά’«Μέντορ – Ρεφλέξ»
καί μου έδωσε τήν εύχή του: «Έδώ πού
ήρθαμε, παιδί μου, πρέπει νά προκόψεις».
Εκείνο τό πρώτο καιρό
είχα φιλοδοξίες καί τήν έλπίδα ότι
γρήγορα θα ξαναβλέπαμε τήν πατρίδα, τή
Σμύρνη μας. ‘Ονειρευόμουνα νά μεταφέρω
εκεί ότι μάθαινα στήν έλεύθερη μάνα,
τήν Ελλάδα, καί ιδιαίτερα τό φιλελεύθερο
άθηναϊκό πνεΰμα. ‘Ετσι βρέθηκα μέ μιά
μηχανή στό χέρι. Άπό τό σήμα του έρασιτέχνη
φωτογράφου, πού είχα στή Σμύρνη, στό
μανίκι τής προσκοπικής μου στολής, έγινα
έπαγγελματίας φωτορεπόρτερ.
ότι σπουδαίο καί ωραίο έβλεπα καί πού
πάντα ήθελα νά τό μεταδώσω στούς άλλους.
Γιατί πιστεύω ότι, στό χρόνο πού περνάει,
δέν υπάρχει τίποτα σπουδαιότερο άπό
τήν έπικαιρότητα καί τήν ιστορία. Καί
πιστέψτε με: είναι κάτι νά άκινητοποιεΐς
τό χρόνο, νά τόν πιάνεις ζωντανό μέ τό
φακό σου. Τό φακό πού τόσο βοηθάει τή
μνήμη, όταν κωδικοποιεί τό άποτέλεσμά
του σέ ιστορικό ντοκουμέντο.
Στρατός στη Σμύρνη
όδήγησαν νά τό καταγράψω ή φλόγα τών
άναμνήσεων καί τά ξεχωριστά γεγονότα
πού έσφράγισαν, παιδί, τή ζωή μου.
δυό είναι γιά τόν Ελληνισμό οί πιό
σημαντικές ημερομηνίες. Ή πρώτη είναι
ή μεγάλη μέρα τής Ιωνίας, ή ήμέρα πού
έγιναν πραγματικότητα τά όνειρα, οί
πόθοι, οι εύχές αίώνων: 2 Μαΐου 1919. Είναι
ή μέρα πού άποβιβάσθηκε στή Σμύρνη ό
έλληνικός στρατός. Γιά κείνους πού
έζησαν αύτές τίς μέρες, ή Σμύρνη θά μένει
πανέμορφη, ολόχαρη, ξέφρενη, μοναδική.
γκρεμίστηκαν καί έγιναν στάχτη καί
βουβάθηκε καί ξεριζώθηκε ή Ρωμιοσύνη
άπό τά μικρασιατικά χώματα.
Στάθηκα μάρτυράς τους, μέ τά παιδικά
μου μάτια. Καί τώρα καταγράφω – όπως
είναι ύποχρέωση γιά όλους τούς μικρασιάτες,
πού έζησαν τά πικρά εκείνα τραγικά
χρόνια – ότι θυμάμαι. Στή φωτογραφική
μου μνήμη προσθέτω καί τίς φωτογραφίες
πού άνασύρω άπό τό αρχείο μου, τίς κάρτ
– ποστάλ καί εκείνες πού ευγενικοί φίλοι
μου έμπιστεύθηκαν. Πρόθεσή μου δέν είναι
ή συγγραφική άποκάλυψη. Σάν όφειλή στήν
πατρίδα μου καί γιά τούς σημερινούς
νέους, ή προσπάθειά μου σέ τούτο τό
βιβλίο είναι νά παραθέσω συμπυκνωμένο
σέ μιά φωτογραφική άναπαράσταση τό
τραγικό τρίπτυχο τής ‘Αξέχαστης Σμύρνης:
Εικόνες τής προπολεμικής άκμαίας
πολιτείας, τίς μεγαλειώδεις ώρες τής
Άπελευθέρωσής της καί τήν καταστροφή
της. Είναι φοβερό να θυμάμαι και να ζώ
τα νιάτα μου στα εβδομήντα τέσσερα
χρόνια μου, καί νά προσπαθώ νά ξαναζήσω
τά χαμένα δνειρά μου. Φοβερή καί ή δουλειά
μου, πού λαχταρούσα νά βρώ καί νά πιάσω
μέ τό φωτογραφικό μου φακό τό χρόνο πού
τόσο γρήγορα έφευγε.
όρυγμα / Φωτό: Π. Πουλίδης
τίς μνήμες άπό μιά μαρτυρική έποχή, πού
έχει τή μαγεία του παρελθόντος καί
παλεύεις μέ τό χρόνο, πού άπό τό χέρι σέ
οδηγεί πρός τό τέλος. Αυτή ή άναδρομή
έχει βέβαια καί τά καλά της, γιατί γιά
τήν κάθε έποχή θυμάμαι κι ένα περιστατικό.
κουδουνάτοι τήν έποχή τής άποκριάς, πού
μέσα άπ’ τίς καρότσες, φορτωμένες μέ
ματσάκια μέ μενεξέδες, ζουμπούλια,
πετούσαν μέ τσί χούφτες τίς «τσικολάντες»
καί τά «κρουστάκια», κορδέλλες καί
πεταλάκια οί λιμοκοντόροι καί τά πούλουδα
στίς άφράτες σκαρπιτσιόζες Σμυρνιωτοπούλες
καί όσες δέν έφταναν έως τά ψηλά μπαλκόνια
καί έπεφταν στό ντουσεμέ τίς άρπάζαμε
εμείς τά παιδιά, πού νεαροί φορούσαμε
μουτσούνες καί παίζαμε τουμπελέκια,
ροκάνες, σφυριχτράκια καί τραγουδούσαμε:
«Σμυρνιωτοπούλα μου τρελλή/ μέ τά μεγάλα
μάτια,/ έκανες τήν καρδούλα μου/ σαρανταδυό
κομμάτια». Αύτό τό ξεφάντωμα στό Φαρδύ
τής ‘Αγίας Αικατερίνης, στό Παραλέλλι,
στού ‘Αγίου Τρύφωνα καί στά Τράσσα. Πώς
νά ξεχάσω αύτές τίς τσαχπίνες, καμωματούδες,
ναζιάρες Φραγκοσυριανές, ‘Αρμένισες
καί Ρωμιές.
Κυριακή τής άποκριάς πού μ’ έπαιρναν
μαζί τους οί γονείς μου στό χορό τής
«Μεγάλης Λέσχης τών Κυνηγών», πού ήταν
ό μεγαλύτερος κι άριστοκρατικότερος
χορός, κι ήταν τό κλού τής άποκριάς,
ντυμένος μέ μαρνέρικα άπό βελούδο ρούχα,
χάζευα άπό τή «λότζα» τρώγοντας τή
γλασσάδα μου κάτω στή Σάλλα τούς χορούς,
τίς πόλκες, τά βάλς, τίς μαζούρκες καί
τίς καντρίλλιες, πού χόρευε όλη ή
άφρόκρεμα τής Σμύρνης. Καί οί ντάμες
είχαν κάτι ωραία χρυσά βιβλιαράκια καί
μέ ένα στενό μολύβι έγραφαν τούς χορούς
πού παραχωροΰσαν στούς καβαλιέρους
των. Οί μουσικάντηδες έπαιζαν άκατάπαυστα
εύρωπαϊκούς σκοπούς καί τελείωναν
πάντοτε μέ τόν έλληνικότατο καλαματιανό.
Τήν άλλη μέρα, πρωί πρωί, μπαίναμε σέ
μιά μεγάλη καρότσα φορτωμένη μέ τά
φρέσκα θαλασσινά του κόλπου τής Σμύρνης,
τ’ άπαραίτητα «λόπια», «λουμπινάρια»
καί «λεμονλού».
τσερκένι, τό κουβάρι μέ τό διμισκί
βενέτικο σπάγγο, τό τσιρίσι καί στό χέρι
μου ή μάνα μου μου έβαζε τή μπλίρα μέ
κόκκινη κλωστή στριμμένη, γιά νά μή μέ
κάψει ό Μάρτης. ‘Απαραίτητο ήταν νά
φορούσαμε έκείνη τήν ήμέρα τή
«χαλβαδόπιττα», δηλαδή τό ψαθάκι του
Άριανούτσου, καί ξεκινούσαμε μέ χαρά
καί μέ τραγούδια γιά τό Βουντζά, τόν
Παράδεισο καί τό Κοζαγάκι: «Είς τόν
άφρόν τής θάλασσας/ ή άγάπη μου κοιμάται,/
παρακαλώ τά κύματα/ μή μού τηνε ξυπνάτε».
με νερό / Φωτό: Π. Πουλίδης
ξένοιαστη, άδολη νεανική ζωή στήν ώραία
έκείνη μακρινή Σμύρνη. Θυμάμαι τήν έποχή
τής γλυκόριζας, πού ήταν φορτωμένες
έπάνω στίς καμήλες καί τίς φέρνανε άπ’
τήν ‘Ανατολή καί τά μεγάλα παιδιά έλυναν
τήν τελευταία καμήλα όπως ήταν δεμένες
ή μία πίσω άπό τήν άλλη καί ό καμηλιέρης
τήν έχανε καί τή ζητούσε στά στενά
σοκάκια τής Σμύρνης. Τήν έποχή τών σύκων,
τής σουλτανίνας καί τών καπνών, τόν
κόσμο πού έφτανε μέ καΐκια καί μέ βαπόρια
άπό τά αιγαιοπελαγίτικα νησιά καί
φορούσαν βράκες καί φράγκικα γιά νά
δουλέψουν στό πακετάρισμα σέ μικρά
κομψά κουτάκια πού τά έστελναν στήν
‘Αγγλία καί σέ όλη τήν Ευρώπη. Θυμάμαι
καί τό γαλατά μας, τόν κυρ – Σπύρο τόν
Κουκλουντζαλή μέ τά άσπρα μαλλιά, μέ
τίς βράκες του καί τά γεμενιά παπούτσια,
πού κρατούσε τό λογαριασμό μέ τήν
«τσέτουλα» καί είναι αύτός πού μ’ έμαθε
νά ξορκίζω τό μάτι μέ μιά προσευχή, πού
δέν πρέπει νά τήν πώ ποτέ σέ άλλον, γιατί
θά χάσει τή δύναμή της.
ωραΐο «χαμάμι του Γουρουνά» πού ήταν
βιζαβί στό «Μεγάλο χάνι» καί είχε
μαρμάρινες μεγάλες γούρνες πού έτρεχαν
άκατάπαυστα ζεστά καί κρύα νερά καί πού
ή θείτσα μου μ’ έπαιρνε μαζί της καί
έβρισκε τό μπελά τση άπό τίς φιλενάδες
τση. «Καλέ δέν είναι σωστό, ό Μανολάκης
μεγάλωσε, ντροπή, παίρνομε καί τά κορίτσια
μαζί μας». Καί ή θεία μου άπαντούσε:
«Καλέ αυτό είναι μωρό άκόμη». Εγώ χαμήλωνα
τά μάτια καί τά ‘παιρνα άπό τά όρεκτικά
καί τά πήγαινα στήν «καλαθούνα» μέ τά
ωραΐα σμυρνέϊκα φαγητά, πού τό «Χαμάμ»
καί τό φαγοπότι κρατούσε όλη τήν ήμέρα
καί χόρταινες άπ’ όλα τά καλά.
/ Φωτό: Π. Πουλίδης.
«Τουρμπαλί», πού θά στεφάνωνε ό πατέρας
μου, καί δ γαμπρός μάς πήρε άπό τό σταθμό,
πού είχαμε πάει έως εκεί μέ τό βαποράκι
τής στεριάς καί μετά θά συνεχίζαμε μέ
νταλίκες καί άραμπάδες νά πάμε στό
«κούλα» του. Εκεί θυμάμαι τά «μπερικέτια»
τής ‘Ανατολής, τό τραπέζι τό μεγάλο του
γάμου, πού έτρωγε όλο τό χωριό επί μιά
βδομάδα. Έγώ φοβόμουνα, κι άς λέγανε ότι
τούς Ρωμιούς δέν τούς πειράζει, γιατί
είχα άκούσει ότι εκεί κοντά ήτο τό λημέρι
του περιβόητου Τσακιντζή.
μου Χριστούγεννα, τήν άγια αύτή νύχτα
πού κρατοΰσα μέ τό ένα χέρι ένα στρογγυλό
χάρτινο φαναράκι καί μέ τό άλλο τόν
πατέρα μου, πού μέ πήγαινε στήν έκκλησία.
‘Αργότερα ώς Πρόσκοπος νά κατασκηνώνω
στίς παλιές Φώκιες, πού ό άρχηγός μας
μάς μάθαινε ότι οί αρχαίοι Έλληνες
Φωκαεϊς έχτισαν τή Μασσαλία. Καί θυμάμαι
τίς έκδρομές μέ τά ποδήλατα στό «Μπουνάρ
– Μπασί», φορτωμένοι στήν έπιστροφή μέ
λουλούδια καί τραγουδώντας στούς
έξοχικούς δρόμους έμβατήρια, πού κρυφά
μάς μάθαιναν στό έλληνικό σχολειό, σάν
τό «Μέριασε βράχε νά διαβώ» ή «Εσείς
τόν Τούρκο σφάξατε» – καί πολλές φορές
σέ κάποια άλλη αίθουσα του σχολείου
δίδασκε ό Τοΰρκος δάσκαλος.
είχα μιά κορδέλλα πού έγραφε «Αβέρωφ»,
πού, ήταν άπό τό κασκέτο κάποιου Έλληνα
ναύτη πού έλαβε μέρος στή νικηφόρο
ναυμαχία. Θυμάμαι τό πρώτο μου σχολείο
τής κυρίας Σταυριάνθης Αναστασιάδου
(ήταν απέναντι στήν ‘Αγία Αικατερίνη)
καί ό γιός της καί συμμαθητής μου, Μιχαήλ
Άναστασι-άδης, είναι καθηγητής τής
Φυσικής Πειραματικής τοΰ Πανεπιστημίου
‘Αθηνών. Θυμάμαι τούς συμμαθητές μου
καί δασκάλους μου. Αύτούς τούς φίλους
μου τούς «Ταμπαχανιώτες», «Άιδημητριώτες»,
πού μαζευόμαστε στό «ντουρσέκι» του
σοκακιοΰ μας, «βιζαθί» στου «Ρήγα τό
Φούρνο». Πώς σκορπίσανε έδώ κι έκεΐ καί
που νά βρίσκονται τώρα άραγε. Οί
Τσακίρηδες, ό ένας ύπηρέτησε σά Διευθυντής
τής Γεωπονικής Σχολής Ιωαννίνων, ό άλλος
ήταν καθηγητής τής Σωματικής ‘Αγωγής,
στήν ‘Αεροπορία, μετεκπαιδεύθηκε στήν
‘Αμερική. Τέσσερις άλλοι, άφού σπούδασαν
έδώ, έφυγαν γιά τό Εξωτερικό, ό Γ. Σελλάς,
σάν έμποροπλοίαρχος, ό Σαββάκης, ό Ψύχας,
ό Καλογερόπουλος καί ό Άρώνης πήγαν στή
Λυών τής Γαλλίας καί εκεί ό τελευταίος,
όπως μαθαίνω, έγινε ένας μικρός ‘Ωνάσης.
Ό Μέγκουλας έμαθε σωφέρ καί κίνησε
πρώτος στούς Ποδαράδες τό πρώτο Λεωφορείο.
Οί Παυλίδηδες συνέχισαν έδώ τίς σπουδές
τους, έμεναν στό Βύρωνα, ό ένας έφτασε
στά άνώτατα άξιώματα ώς δικαστικός καί
ό άλλος ώς έπιστήμων Χημικός.
μου δέν είναι ό γιός τοΰ Τενεκίδη, πού
είχαν τό «Βερχανέ» (Στοά) καί πού είναι
Πρύτανις τής Παντείου. ‘Από αύτούς πού
γεννήθηκαν τόν ίδιο χρόνο στήν Πατρίδα
Σμύρνη, ό ένας, ό Σεφέρης, πήρε τό Νομπέλ
καί ό άλλος ό ‘Ωνάσης πέθανε τόσο
πικραμένος πού έχασε τό γιό του ‘Αλέξανδρο,
καί άς είχε κερδίσει στόν άέρα, στή γή
καί στή θάλασσα τά πάντα.
περισφίγγουν, οί μνήμες, σάν άκούω τής
μάνας μου τή γλυκιά φωνή νά μέ φωνάζει:
«Μανόλη έλα».
επιβιβάζονται σε βάρκες να σωθούν (1922)
τα πλάτη της γης είναι η Μάνα. Αλλά στην
περίπτωση της μάνας , τής μικρασιατικής
υπόδουλης γής, είχε ένα πρόσθετο βαρύ
καθήκον, νά φροντίζει καί νά προσέχει
τά παιδιά της άπό τόν δυνάστη. ‘Επρεπε
ούτε μιά στιγμή νά μή τής φύγουν άπό
κοντά της, άπό τήν έπιτήρησή της. Στά
παιχνίδια τους, στούς δρόμους, στά
σχολεία, λαχταρούσε ώσότου τά δει νά
έπιστρέφουν. Μέ τί φόβο, στοργή καί
άφοσίωση μας περίμενε νά γυρίσουμε άπό
τίς κρυφές συγκεντρώσεις τών Προσκόπων
ή άν μάς έστελνε σέ καμιά δουλειά. Τό
ίδιο έκανε καί γιά τόν πατέρα μου όταν
πλησίαζε ή ώρα τοΰ έρχομοΰ του στό σπίτι.
Μπαινόβγαινε στό μπαλκόνι γιά νά δει
άν έρχεται. Καί τότε μόνο ήσύχαζε, όταν
τόν έβλεπε νά γυρίζει καί έκανε τό σταυρό
πού γύρισε σώος. Αύτή μάς μάθαινε τά
βράδια τά πατριωτικά τραγούδια, «τόν
τύραννο σπαράξατε», «νά ζήσει ή πατρίς
μου νά έλευθερωθεΐ».
(1918)
τραπέζι νά κάνουμε τό σταυρό μας, νά μήν
άγγίζουμε τίποτε άν δέν έπαιρνε πρώτος
ό πατέρας, αύτή μάς έμαθε νά παίρνουμε
πάντα τό μικρότερο φρούτο άπό τή
φρουτιέρα, άφήνοντας τό μεγαλύτερο γιά
τούς άλλους, καί ποτέ νά μή σηκωνόμαστε
άπό τό τραπέζι άν δέν κάναμε τό σταυρό
μας. Έδώ πού έζησε ώς τήν Κατοχή τό
«ξυλόψωμό της» τό έκρυβε γιά νά τό
προσφέρει σέ μάς, γιατί έκείνη είχε
χορτάσει μέ τά 30 γραμμάρια πού έδιναν
οί Γερμανό – ‘Ιταλοί. – ‘Εσείς νά φάτε, πού
έργάζεστε, έχετε άνάγκη, έγώ τά ψωμιά
μου τά ‘φαγα. Θυμάμαι τήν παλιά, τήν
εύτυχισμένη ώραία Σμύρνη, αύτή τήν
πατρίδα τή μοσχοβολισμένη μέ τά σοκάκια
της, τούς μαχαλάδες, τίς άλάνες καί τά
«ντουρσέκια», τίς σαράντα τέσσερις
ώραΐες έκκλησίες της, τά θαυμάσια
ίδρύματα, όπως τήν «Εύσέβεια», τό
«Όμήρειον», τήν περίφημη «Ευαγγελική
της Σχολή», τό «’Εθνικόν Παρθεναγωγεΐον»,
τό Πανεπιστήμιο, τά Κοινοτικά «Σπιτάλια»
– νοσοκομεία, τίς ωραίες άξέχαστες
μπυραρίες, τά καλλιμάρμαρα μέγαρα, τά
θέατρα καί τούς κινηματογράφους της,
τούς ώραίους «θερχανέδες» μέ τά ευρωπαϊκά
καταστήματα, σάν τό «Λούβρο», τό
«Ορόσδιμπάκ», τό «Ξενοπούλου» καί τόσα
άλλα. Πώς νά ξεχάσει κανείς τά καταπράσινα
προάστιά της, τό Βουντζά, τό Μπουρνόβα,
τόν Κουκλουντζά, τό Κορδελιό, τήν
Καραντίνα, τό Καρατάσι, τό Γκιός – Τεπέ,
καί τό Κοκάρ – Γιαλί.
Από την εκκένωση της Μ. Ασίας (φ. αρχείου
Εθνικού Ιδρύματος «Ελευθέριος Βενιζέλος».
αύλάκωναν τόν κόλπο τής Σμύρνης καί
μετέφεραν τούς Σμυρνιούς στά έξοχικά
τους σπίτια. Αύτή ή Σμύρνη ήταν μιά
λαγγεμένη ‘Ανατολή καί ταυτόχρονα μιά
ώραία Ευρωπαϊκή – Ελληνική πόλη.
1919
Σμύρνη, την “Γκιαούρ Ισμίρ” που
έλεγαν μαθηταί φίλοι, πρόσκοποι,
Άγιοδημητριώτες καί Ταμπαχανιώτες
φύγαμε χαράματα γιά τόν Κουκλουντζά,
ένα μυροβόλο χωριό τής άξέχαστης
πολιτείας. Από τήν συντροφιά έκείνη
θυμάμαι τόν βα-θμοΰχο πρόσκοπο,
Νεοσμυρνιώτη Γιώργιο Τσακίρη, τόν Γιάννη
Άρώνη, τόν ‘Αλέξανδρο Καλογερόπουλο,
τόν Γιάννη Σελλά, τόν Πανά καί τόν
‘Απόστολο Μαρόλο, άλλους πού δέν τούς
θυμάμαι ή δέν ύπάρχουν πλέον. Μαθηταί
όλοι του Σχολείου τής Σταυριάνθης
‘Αναστασιάδη. Ήταν μιά λαμπρή, όλόφωτη
μέρα, μ’ έκεϊνο τό φώς πού μόνο ή
αιγαιοπελαγίτικη παραλία τής Μικράς
‘Ασίας μπορεί νά δίνει σέ τέτοια έξαρση.
Ένα θάμβος, μία γλυκεία θαλπωρή, μία
μέρα μακάριας γαλήνης… Ήταν σάν δέκα
άνοιξες μαζί… Ό άέρας μοσχοβολούσε άπό
τά λουλούδια τών γύρω περιβολιών. Θά
‘λεγε κανείς πώς ή φύση χάριζε τήν πιό
όμορφη πρωτομαγιά στή Σμύρνη, καί στούς
“Ελληνες, γιά νά έορτάσουν, υστέρα
άπό τόσους αίώνες σκλαβιάς τήν πιό
μεγάλη ήμέρα τής ‘Ιστορίας των. Μέ
τραγούδια γεμάτα Ελλάδα, καί αβάσταχτο
πόνο άπό τή σκλαβιά τραγουδούσαμε:
«Εσείς τόν Τούρκον σφάζετε,/ τόν τύραννον
σπαράζετε,/ νά ζήσει τό σπαθί μου/ ν’
άναστηθεΐ ή Πατρίς μου».
εμβολιάζει κορίτσι ντόπιου πληθυσμού
/ Φωτό: Π. Πουλίδης
περάσαμε τήν ήμέρα καί τό άπόγευμα
φορτωμένοι μέ στεφάνια καί τραγουδώντας
τό: «Σμύρνη Πατρίδα μου γλυκιά,/ χαριτωμένη
χώρα,/ γιά νά σέ βγάλω άπό τό νοΰ/ ποτέ
δέν θά ‘ρθει ώρα…» καί μέ προσκοπικά
έμθατήρια καί βήμα γυρνούσαμε στή
Σμύρνη. ‘Αλλά τί Σμύρνη ήτανε αύτή,
άνάστατη, χαρούμενη, πλημμυρισμένη, θά
‘λεγα, σέ μία κυανόλευκη σημαία. Οί
καμπάνες τών έκκλησιών χτυπούσαν
χαρμόσυνα. Κι έμεϊς πιά δέν περπατούσαμε,
τρέχαμε, πετούσαμε… Όταν φτάσαμε στούς
πρώτους μαχαλάδες καί στά σοκάκια τής
Σμύρνης, βλέπομε έναν κόσμο έξαλλο,
άνάστατο, νά τρέχει πέρα – δώθε, τίς γριές
μέ τά θυμιατήρια στίς εξώπορτες νά
θυμιατίζουν καί νά σταυροκοπιούνται.
‘Ολοι νά κλαίνε καί νά δυσκολεύονται νά
μάς άπαντήσουν τί συμβαίνει. Οί άνθρωποι
άπό τούς μαχαλάδες τοΰ ‘Αγίου Τρύφωνα,
άπό τά Τράσιες, τή Μπέλλα -Βίστα, τό
Παραλλέλι, τίς Μεγάλες Ταβέρνες καί τό
Φραγκομαχαλά τρέχανε στή Μητρόπολη,
πού ήταν ή καρδία, ό παλμός καί ή ψυχή
τής Σμύρνης. Μέ κομμένη τήν άναπνοή μας
φθάσαμε στό σπίτι. Μιά λέξη μπόρεσαν νά
πουν: ΕΡΧΟΝΤΑΙ. Άπό τή συγκίνηση δέν
μπορούν νά μάς μιλήσουν. Ό Ελληνικός
Στρατός, ό Στόλος, «ό Αβέρωφ», «ό Λέων»,
«ή Λήμνος», έρχονται νά μάς έλευθερώσουν.
Καί έσάς, μάς λένε, σάς ζήτησαν νά πάτε
άμέσως στήν «Ευσέβεια». (Μέσα εκεί ήταν
τό κρυφό κέντρο τών προσκόπων). Νά
φορέσετε φανερά, έλεύθερα τήν προσκοπική
σας στολή.
Φωτό: Π. Πουλίδης
«Στολή» κρυφά τήν φορούσαμε, άλλά πόσο
τήν τιμούσαμε. Τήν είχαμε φέρει άπό τήν
Ελλάδα. Έως τώρα θυμάμαι τί μάς στοίχισε:
35 δραχμές ή 7 μπαλκανότες. Μεταλίκι –
μεταλίκι τά μάζευα γιά νά τά κάνω μελλίτι
καί ύστερα «μπαλκανότα» γιά νά πάρω τίς
35 δραχμές. “Ηθελα νά τήν πάρω κρυφά
καί μέ δικά μου λεπτά γιά νά μέ δούνε οί
δικοί μου ξαφνικά “Ελληνα πρόσκοπο.
Όταν τήν πρωτόβαλα ήμουνα έγώ όλόκληρη
ή ‘Ελλάδα.
άρχηγός μας, τής 4ης όμάδος, κ.Παπαδημητρίου
μάς έδωσε όδηγίες. Τό πρωί νά είμεθα
δλοι στό «Κάς» έμπρός στή Λέσχη τών
Κυνηγών.
σάν όδηγοί τοΰ Έλληνικοΰ Στρατού. Τώρα
κλαίω καί λυπάμαι γιά τή χαμένη μου
Σμύρνη, άλλά τότε κρυφοδάκρυζα, άπό χαρά
καί υπερηφάνεια. Όπως είμεθα, τρέξαμε
στή Μητρόπολη, οϋτε καρφίτσα δέ χωρούσε
στόν αύλόγυρο τής ‘Αγίας Φωτεινής. Όλος
αύτός ό κόσμος, έκλαιγε, γελοΰσε,
ζητωκραύγαζε καί ζητοΰσε νά δει τόν
Μητροπολίτη της, τόν Χρυσόστομο.
βγαίνει στό μπαλκόνι τής Μητροπόλεως
ό Σμύρνης Χρυσόστομος, έχοντας δίπλα
του τόν Κυβερνήτη τοΰ «Λέοντος» κ. Ήλ.
Μαυρουδή, τόν «Καθάση» μέ φουστανέλλα
καί πολλούς δημογέροντες καί προκρίτους
τής Σμύρνης. Στό χέρι του κρατούσε ένα
χαρτί τό κουνούσε καί τό ‘δείχνε στόν
κόσμο. Πέρασαν πάρα πολλά λεπτά γιά νά
μπορέσει νά μιλήσει… «Νΰν άπολύεις τόν
δοΰλον σου, Δέσποτα… ότι είδον οι
οφθαλμοί μου”.ταμάτησε, δε μπόρεσε
να συνεχίσει… Ο κόσμος βουβός έκλαιγε.
Τό χαρτί ήταν ένα τηλεγράφημα τοΰ
πρωθυπουργού Βενιζέλου. Μέ προσπάθεια
μεγάλη καί μέ δάκρυα άρχισε νά διαβάζει…
/ Φωτό: Π. Πουλίδης
ήλθεν ό Θεός μάς λυπήθηκε Χριστιανοί.
Στήτε καλώς»… Καί συνέχισε μέ λυγμούς:
«. . . Αΰριον τήν πρωΐαν 2 Μαΐου ό Ελληνικός
Στρατός ύπό τόν συνταγματάρχην Ζαφειρίου
θά καταλάβει τήν Σμύρνην…». Ό κόσμος
όλος έκλαιγε, έκαναν τό σταυρό τους,
πέρασε πολλή ώρα γιά νά συνέλθουν.
‘Ύστερα άρχισαν νά τρέχουν πρός όλους
τούς μαχαλάδες καί τά χωριά, έτσι άκριβώς
όπως τρέχουν μετά τήν ‘Ανάσταση γιά νά
μεταφέρουν τό άγιο φώς…
15 έλληνοχώρια γύρω άπό τή Σμύρνη καί
κατέφθασαν μέ τά βαποράκια; ‘Από τό
Κορδελιό, τοΰ Παπά τή Σκάλα, τά Πετρωτά,
τήν ‘Αγία Τριάδα, τό Μπαϊρακλί, άπό τήν
Καραντίνα, τό Καρατάσι, τό Κοκάρ – Γιαλί
καί τό Γκιός – Τεπέ. Μέ τά τραμβάλια καί
τά τοπικά τραίνα, άπό τό Βουντζά, τό
Βουρνά τοΰ Παραδείσου, τό Σιθδίκιοϊ,
τόν Κουκλουντζά καί τό Καζαμίρ. Άπό τόν
έπάνω Μαχαλά τόν Άγιο Γιάννη, άπό τόν
Άγιο Βούτελα.
τοπικά τραίνα, πώς μποροΰσαν νά χωρέσουν
όλον αύτό τόν κόσμο. Ούτε μποροΰσαν νά
περιμένουν, τούς έφαίνετο ότι τά τραίνα
πήγαιναν άργά, γι’ αύτό κατέβαιναν στή
Σμύρνη μέ τά πόδια, τρέχοντας όλη τή
νύχτα. Όλων τά μάτια ήταν στραμμένα στό
πέλαγος. Περίμεναν πεντακόσια χρόνια
καί δέ μποροΰν νά περιμένουν νά
ξημερώσει… Μαζί μέ τόν κόσμο κι έμεΐς,
τρέξαμε όλοι στήν παραλία καί περιμέναμε
νά περάσει ή νύχτα, κανείς δέν κοιμήθηκε
έκεΐνο τό βράδι.
Μά πότε θά ‘ρθουν. Αβάσταχτη αύτή ή
μεγαλύτερη νύχτα τής προσμονής. Τά
παράθυρα, τά μπαλκόνια, τά καμπαναριά,
τά δέντρα, άκόμα καί τά φανάρια, ήταν
γεμάτα άνθρώπους. Όλες οί βάρκες γεμάτες
κόσμο πάνε νά προϋπαντήσουν τό στόλο.
Οί καμπάνες καί οί καρδιές μας κοντεύουν
νά σπάσουν.
άχνα φάνηκε στό βάθος ό θρυλικός Αβέρωφ,
άκολουθοΰσε τό «Πατρίς» μέ τό 34ο Εύζωνικό
Σύνταγμα. ΕΡΧΟΝΤΑΙ άκούστηκε μιά
μυριόστομη φωνή… Τό κλάμα δέν τούς
άφηνε νά δοΰνε καθαρά… Πρώτος τών πρώτων
ό Χρυσόστομος μέ τά χρυσοποίκιλτα άμφιά
του, όρθιος πάνω στήν «Καρότσα» μέ τό
Σταυρό στό χέρι εύλογοΰσε τά έλληνικά
όπλα. ‘Ύστερα κατέβηκε γονάτισε καί
ευχαρίστησε τόν Θεό. Αύτή είναι ή
ευτυχέστερη ήμέρα τής ζωής του. Δέν
είναι ούτε πέντε μήνες πού είχε έπιστρέψει
ό Χρυσόστομος στή Σμύρνη, ύστερα άπό
τετραετή έξορία. Θυμάμαι τότε είχαμε
πάει όλα τά Σχολεία στό Σταθμό τοΰ Χανέ
γιά νά πάρουμε μέρος στήν άποθεωτική
ύποδοχή, πού τοΰ έπιφύλαξαν οί Σμυρναίοι
κατά τήν έπάνοδό του άπό τήν έξορία. Καί
δέν ήταν παρά λίγες μέρες πού ό πατέρας
μου μέ πήρε άπό τό χέρι καί μέ πήγε γιά
Πάσχα στήν «Αγία Φωτεινή», γιά νά δώ τό
Δεσπότη μας άπό κοντά. Τόν βλέπω έμπρός
στήν ώραία Πύλη, μέ δέος καί θαυμασμό,
όλόχρυσα ντυμένο, μέ τά κηροπήγια στά
χέρια τόν άκούω νά ψέλνει: «Κύριε, Κύριε,
έπίβλεψον έξ ουρανού καί ϊδε . . .».
πυροβολείο / Φωτό: Π. Πουλίδης
ξεχάσω, όσα χρόνια καί νά περάσουν αύτή
τή στιγμή. ‘Ετσι όπως τόν έβλεπα μέ τήν
παιδική μου φαντασία, τόν έβλεπα σάν
Άγιο… Καί θυμάμαι ότι όταν ύστερα άπό
λίγα χρόνια, στό 1930, έπιστρέφοντας άπό
τήν Άγκυρα όπου είχα πάει ώς φωτογραφικός
άπεσταλμένος τοΰ «Βήματος» γιά τήν
υπογραφή τοΰ Συμφώνου Φιλίας Βενιζέλου
– Κεμάλ, πήγα στή Σμύρνη κρυφά γιά νά τή
δώ καί νά τή φωτογραφήσω.
καταστροφή, ζήτησα νά προσκυνήσω αυτό
τό “Αγιο Βήμα… Πόσο δυσκολεύτηκα νά
τό βρω… όπως ήταν γκρεμισμένο,
χορταριασμένο, μές στίς σαύρες, τά φίδια,
τίς τσουκνίδες, τ’ άγκάθια, τά λασπόνερα…
Έφυγα τρέχοντας, φοβισμένος.
μου μέ βγάζει ό κόσμος πού άρχισε νά
φωνάζει: Μά γιατί άργούν;
βλέπουν τά πλοία νά πλησιάζουν. Καθαρά
φαίνονται οί τσολιάδες. Νά καί ή πολεμική
έλληνική σημαία, όλος ό κόσμος μαζί μέ
τόν Χρυσόστομο ψέλνουν: «Τή Ύπερμάχω
Στρατηγώ τά νικητήρια». Τί συγκινητική
στιγμή, χιλιάδες μάτια δακρυσμένα
βλέπουν γιά πρώτη φορά εύζώνους καί τήν
ένδοξη πολεμική Ελληνική σημαία.
«Πατρίς» οί τσολιάδες δέν έβρισκαν πού
νά πατήσουν. Ή ιωνική γή ήταν στρωμένη
μέ χαλιά, μύρτα, δάφνες, μαργαρίτες,
μυρτιές κι ένα κόσμο γεμάτο άγάπη. Οί
Σμυρνιωτοπούλες άγκάλιαζαν καί φιλούσαν
τούς ήλιοκαμένους ελευθερωτές,
προσφέροντάς τους τριαντάφυλλα, γλυκά,
ποτά, αγάπη. Τά παιδιά τούς έραιναν μέ
ροδοπέταλα. Οί ‘Ελληνες στρατιώτες τά
είχαν χάσει, άντίκρυζαν έναν ένθουσιώδη,
γεμάτο Ελληνισμό καί μιά ώραία πόλη,
μεγαλύτερη άπό τήν Αθήνα, μέ ωραία
κτίρια, θέατρα, κινηματογράφους, σχολεία,
σάν τήν Εύαγγελική Σχολή, Εκκλησίες,
Νοσοκομεία, ιδρύματα, ένα ώραϊο κτίριο
– τό Κεντρικό Παρθεναγωγείο -, Αθλητικούς
Συλλόγους, σάν τόν Πανιώνιο, τόν Απόλλωνα,
τόν Πέλοπα, έλληνικές έφημερίδες, έναν
ιππόδρομο καί τόσα άλλα.
πρώτοι “Ελληνες άξιωματικοί.
Κυβερνήσεως προβαίνω είς τήν Στρατιωτικήν
Κατάληψιν τής Σμύρνης», γράφει στήν
προκήρυξη έκείνης τής ήμέρας, 2 Μαΐου
1919, ό Μέραρχος Συνταγματάρχης Νικόλαος
Ζαφειρίου. Αύτή ήταν ή Εορτή τών Εορτών,
όλος ό κόσμος κλαίει άπό άβάσταχτη χαρά.
Σκλάβοι Ελεύθεροι, από Ραγιάδες – Έλληνες,
Χριστιανοί.
Γενικά θέματα
Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο
Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την Καππαδοκία, τόπους που συνδέονταν βαθιά με τις ρίζες του και το όραμά του να ζήσει ως ασκητής. Τα ίχνη του όμως χάθηκαν μέσα στην απέραντη τουρκική επικράτεια, βυθίζοντας την οικογένειά του στην αγωνία.
Πρόκειται για τον μοναχό Ιωσήφ, κατά κόσμον Νικόλαο Τσιγκόζη, ο οποίος έφυγε στις 23 Ιουλίου από τον Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, χωρίς έκτοτε να έχει επικοινωνήσει με την οικογένειά του.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η απάντηση του ελληνικού Προξενείου στην Κωνσταντινούπολη, σύμφωνα με την οποία ένα άτομο που μοιάζει με τον αγνοούμενο εμφανίστηκε στα γραφεία του στις 25 Ιουλίου, αναζητώντας πληροφορίες για το πώς θα μπορούσε να ταξιδέψει προς τον Πόντο.
Το όνειρο να επιστρέψει στις πατρογονικές εστίες και να ζήσει ως ασκητής
Η απόφαση του 58χρονου να ταξιδέψει στην Τουρκία δεν ήταν, σύμφωνα με τους συγγενείς του, μια παρορμητική ενέργεια. Αντίθετα, αποτελούσε μια βαθιά προσωπική επιθυμία που είχε εκφράσει επανειλημμένα.
Ο μοναχός Ιωσήφ ήθελε να επισκεφθεί τον Πόντο και την Καππαδοκία, περιοχές με τις οποίες συνδεόταν η οικογενειακή του καταγωγή, αλλά και το όραμά του να ακολουθήσει μια πιο απομονωμένη ασκητική ζωή.
«Είχε διακαή πόθο να πάει στον Πόντο. Έλεγε ότι θέλει να γίνει ασκητής», ανέφερε η αδελφή του, Ευαγγελία, στην εκπομπή.
Η ίδια μίλησε και για την πορεία του αδελφού της στον μοναχισμό, εξηγώντας ότι είχε αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής του στη μοναστική κοινότητα.

«Ο αδελφός μου ανήκει στο σχήμα του μοναχισμού. Το 2003 ήταν στο Άγιον Όρος και μετέβη μετά στην Αγία Τριάδα Λαγκαδά. Ακολούθησε τον ηγούμενό του στην Ελασσόνα και έκανε και κουρά. Από Νικόλαος μετονομάστηκε σε Ιωσήφ αλλά το μοναστήρι ορφάνεψε από ηγούμενο και το διάστημα της μετάβασης του σε άλλο μοναστήρι, έμενε μαζί μου στο πατρικό μας», περιέγραψε.
Έτσι, ο 58χρονος βρισκόταν το τελευταίο διάστημα στο οικογενειακό σπίτι στον Νέο Μυλότοπο, περιμένοντας να μεταβεί σε άλλο μοναστήρι. Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε, είχε ήδη αρχίσει να σχεδιάζει το ταξίδι του στην Τουρκία.
Η αναχώρηση στις 23 Ιουλίου και το εισιτήριο για την Τουρκία
Η εξαφάνιση του μοναχού έγινε αντιληπτή την Πέμπτη 23 Ιουλίου, όταν οι συγγενείς του διαπίστωσαν ότι είχε φύγει από το χωριό χωρίς να γνωρίζουν τον προορισμό του.
Η αδελφή του, Ευτυχία, που κατοικεί στη Θεσσαλονίκη, κινητοποιήθηκε άμεσα και ξεκίνησε να τον αναζητά. «Το πρωί της 23ης Ιουλίου, ημέρα Πέμπτη, έφυγε ο αδερφός μου. Πήγα στο χωριό μας το Μυλότοπο στα Γιαννιτσά. Ξεκινήσαμε να τον ψάχνουμε αλλά δεν τον βρίσκαμε πουθενά. Πήγα στην αστυνομία, το δήλωσα αλλά έκανα και τον συνειρμό στο μυαλό μου ότι ανέφερε συνέχεια την Κωνσταντινούπολη και πήγαμε να ψάξουμε στα τρένα. Εκεί ήταν ένα ταξιδιωτικό γραφείο και βρήκαμε ότι ένα εισιτήριο κόπηκε στο όνομά του. Επιβεβαιώσαμε αργότερα ότι ανέβηκε στο λεωφορείο για Τουρκία», ανέφερε.
Η επίσκεψη στο ελληνικό Προξενείο και η αναζήτηση διαδρομής προς την Τραπεζούντα
Οι προσπάθειες των συγγενών οδήγησαν και σε επικοινωνία με το ελληνικό Προξενείο στην Κωνσταντινούπολη.
Σύμφωνα με όσα περιέγραψε η Ευτυχία, ο αδελφός τους που ζει στον Καναδά επικοινώνησε με τις προξενικές Αρχές, αναζητώντας πληροφορίες για τον αγνοούμενο.
«Ο αδελφός μου από τον Καναδά πήρε τηλέφωνο στο προξενείο της Κωνσταντινούπολης. Εγώ είχα ενημερώσει και την αστυνομία και μας είπαν ότι όντως ήρθε ένας κύριος που δεν φορούσε ράσα, με ταξί και έψαχνε πώς να πάει στην Τραπεζούντα», ανέφερε.
Κατά την οικογένεια, οι υπάλληλοι του Προξενείου είδαν το διαβατήριο του άνδρα και του έδωσαν οδηγίες για να μεταβεί στον σταθμό υπεραστικών λεωφορείων, ώστε να συνεχίσει το ταξίδι του. Η πληροφορία αυτή ενίσχυσε την εκτίμηση των συγγενών ότι ο μοναχός είχε φτάσει στην Κωνσταντινούπολη και προσπαθούσε να βρει τρόπο να μετακινηθεί προς τον Πόντο. Ωστόσο, κανείς δεν γνωρίζει αν τελικά επιβιβάστηκε σε άλλο λεωφορείο, ποια διαδρομή ακολούθησε ή αν έφτασε στην Τραπεζούντα.
Η επίσημη απάντηση του Προξενείου
Στην προσπάθεια να συγκεντρώσει περισσότερες πληροφορίες για την εξαφάνιση, η εκπομπή «Φως στο Τούνελ» επικοινώνησε με το ελληνικό Προξενείο στην Κωνσταντινούπολη, το οποίο έδωσε γραπτή απάντηση. Σύμφωνα με όσα ανέφερε το Προξενείο, το μεσημέρι του Σαββάτου 25 Ιουλίου εμφανίστηκε στα γραφεία του ένα άτομο που έμοιαζε με τον αγνοούμενο μοναχό.
Ο άνδρας αναζητούσε πληροφορίες σχετικά με τους τρόπους μετάβασης στην περιοχή του Πόντου.
Στην απάντησή του, το Προξενείο ανέφερε: «Ζητούσε πληροφορίες σχετικά με τρόπους μετάβασής του στην περιοχή του Πόντου. Καθώς επρόκειτο για μη εργάσιμη ημέρα, κατόρθωσε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον αρμόδιο υπάλληλο στον αριθμό έκτακτης ανάγκης της Αρχής, με χρήση κινητού τηλεφώνου που ανήκε, ωστόσο, σε τρίτο πρόσωπο. Αργά το βράδυ της ίδιας μέρας, αδελφός του αγνοούμενου επικοινώνησε για πρώτη φορά μαζί μας».
Η αναφορά στη χρήση κινητού τηλεφώνου τρίτου προσώπου αποτελεί ένα ακόμη στοιχείο που ενδεχομένως θα μπορούσε να βοηθήσει στην αναζήτηση του μοναχού. Παράλληλα, η χρονική ακολουθία των γεγονότων δείχνει ότι η εμφάνιση του άνδρα στο Προξενείο έγινε δύο ημέρες μετά την αναχώρηση του 58χρονου από τα Γιαννιτσά. Πάντως, στην απάντηση του Προξενείου γίνεται λόγος για άτομο που μοιάζει με τον αγνοούμενο και όχι για οριστική ταυτοποίηση του μοναχού Ιωσήφ.
Η ενημέρωση της Interpol και η αγωνία των συγγενών
Η οικογένεια συνεχίζει τις προσπάθειες εντοπισμού του μοναχού, έχοντας απευθυνθεί τόσο στις ελληνικές Αρχές όσο και στις αρμόδιες υπηρεσίες που μπορούν να συνδράμουν στη διασυνοριακή αναζήτηση. «Η Ίντερπολ και το ελληνικό προξενείο στην Τουρκία έχουν ενημερωθεί», ανέφερε η αδελφή του, Ευαγγελία.
Οι συγγενείς θεωρούν ότι οι έρευνες θα πρέπει να επικεντρωθούν κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, στην Τραπεζούντα και στις υπόλοιπες περιοχές του Πόντου, καθώς εκεί σκόπευε να κατευθυνθεί ο 58χρονος. Παράλληλα, δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να προσπάθησε να μεταβεί στην Καππαδοκία, την οποία επίσης επιθυμούσε να επισκεφθεί. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, δεν υπάρχουν επιβεβαιωμένες πληροφορίες για το πού μπορεί να βρίσκεται ή αν έχει εγκατασταθεί σε κάποια μοναστική κοινότητα. Η μεγαλύτερη αγωνία των συγγενών του είναι να μάθουν αν είναι καλά στην υγεία του και αν βρίσκεται σε ασφαλές περιβάλλον.
«Θέλουμε να μάθουμε… Ζει; Είναι καλά;», λένε χαρακτηριστικά.
Τα χαρακτηριστικά του αγνοούμενου μοναχού
Ο μοναχός Ιωσήφ, κατά κόσμον Νικόλαος Τσιγκόζης, είναι 58 ετών και έχει ύψος περίπου 1,64 μέτρα. Έχει μακριά γκρίζα μαλλιά, τα οποία συνήθως πιάνει σε κοτσίδα, γκρίζο μουστάκι, κοντοκουρεμένο μούσι και πράσινα μάτια. Είναι κανονικού σωματικού βάρους. Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, κατά την επίσκεψη του άνδρα που του έμοιαζε στο ελληνικό Προξενείο δεν φορούσε μοναχικά ράσα, στοιχείο που ενδέχεται να δυσχεραίνει την αναγνώρισή του από ανθρώπους που γνωρίζουν μόνο τη μοναχική του εμφάνιση.
Η οικογένεια απευθύνει έκκληση σε όποιον μπορεί να έχει πληροφορίες για τις κινήσεις του στην Τουρκία ή γνωρίζει εάν βρίσκεται σε κάποιο μοναστήρι ή ασκητήριο να επικοινωνήσει με τις αρμόδιες Αρχές. Σχεδόν τρεις μήνες μετά την αναχώρησή του, το βασικό ερώτημα παραμένει αναπάντητο: Κατάφερε ο μοναχός Ιωσήφ να φτάσει στον Πόντο και να πραγματοποιήσει το όνειρό του ή συνέβη κάτι που διέκοψε το ταξίδι του; Για τους δικούς του ανθρώπους, το μόνο που έχει σημασία είναι να υπάρξει ένα σημάδι ζωής και να μάθουν ότι ο 58χρονος είναι ασφαλής.
Γενικά θέματα
Η πετρελαϊκή «μάχη» που ενώνει Τραμπ-Πούτιν και δισεκατομμυριούχους του Κόλπου
Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».
Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».
Η συμφωνία, η οποία δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί και τελεί υπό την αίρεση της έγκρισης της αμερικανικής κυβέρνησης και του Κρεμλίνου, αφορά ένα εκτεταμένο χαρτοφυλάκιο πετρελαιοπηγών, διυλιστηρίων και πρατηρίων καυσίμων της Lukoil σε διάφορες χώρες.
Σύμφωνα με τους «New York Times», στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται κοινοπραξία με επικεφαλής τον Αμερικανό επενδυτή Τοντ Μπόελι, στην οποία συμμετέχουν επίσης επενδυτικοί όμιλοι από τη Μέση Ανατολή. Στην προτεινόμενη συμφωνία συμμετέχει και η αμερικανική κυβέρνηση, μέσω της U.S. International Development Finance Corporation (DFC).
Στο τραπέζι των συνομιλιών Τραμπ-Πούτιν
Οι πολύμηνες διαπραγματεύσεις, σύμφωνα με οκτώ πρόσωπα με γνώση της υπόθεσης που επικαλούνται οι «New York Times», συνδέονται με την ευρύτερη προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να αποκαταστήσει οικονομικούς δεσμούς με τη Ρωσία στο πλαίσιο των συνομιλιών για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.
Το ζήτημα της Lukoil φέρεται να τέθηκε από τον Βλαντιμίρ Πούτιν κατά τη συνάντησή του με τους Αμερικανούς διαπραγματευτές Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ στο Κρεμλίνο, στις 5 Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με πηγή που επικαλείται η αμερικανική εφημερίδα, ο Ρώσος πρόεδρος πρότεινε την προώθηση της συμφωνίας ως ένδειξη ότι η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να συνεργαστούν επιχειρηματικά.
Οι Αμερικανοί διαπραγματευτές φέρεται να απάντησαν ότι θα εργαστούν για την προώθηση της συμφωνίας, τόσο ως ένδειξη «καλής θέλησης» προς το Κρεμλίνο όσο και με στόχο τη μείωση των διεθνών τιμών ενέργειας.
Η ενδεχόμενη συμφωνία παρουσιάζει ιδιαίτερο οικονομικό ενδιαφέρον για τους υποψήφιους αγοραστές. Η έγκρισή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να οδηγήσει στην απελευθέρωση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων από τις αμερικανικές κυρώσεις, αυξάνοντας παράλληλα την αξία τους.
Οι διασυνδέσεις των επενδυτών
Στην κορυφή της κοινοπραξίας βρίσκεται ο Αμερικανός επενδυτής Τοντ Μπόελι, συνιδιοκτήτης των Los Angeles Dodgers και γνωστός υποστηρικτής του Τραμπ. Στο επενδυτικό σχήμα συμμετέχουν επίσης επιχειρηματικοί όμιλοι από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Οι «New York Times» επισημαίνουν ότι ορισμένοι από τους επενδυτές διατηρούν επιχειρηματικές σχέσεις με πρόσωπα που βρίσκονται κοντά στην κυβέρνηση Τραμπ.
Μεταξύ αυτών είναι οι αδελφοί Μουτάζ και Ράμεζ αλ-Χαγιάτ από το Κατάρ, οι οποίοι έχουν συνεργαστεί με τον Τζάρεντ Κούσνερ και την Ιβάνκα Τραμπ για τη χρηματοδότηση επενδυτικού σχεδίου στην Αλβανία.
Στην κοινοπραξία συμμετέχει επίσης επενδυτικό ταμείο με έδρα το Αμπού Ντάμπι, το οποίο ελέγχεται από τον σεΐχη Ταχνούν μπιν Ζαγιέντ Αλ Ναχιάν, σύμβουλο εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Ο ίδιος συνδέεται με επενδύσεις στην World Liberty Financial, την εταιρεία κρυπτονομισμάτων της οικογένειας Τραμπ.
Παράλληλα, επενδυτικό ταμείο που συνδέεται με τον σεΐχη Ταχνούν αποτελεί σημαντικό μέτοχο της εταιρείας private equity που ίδρυσε ο Κούσνερ μετά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο.
Τα ερωτήματα για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων
Οι διασυνδέσεις αυτές έχουν προκαλέσει ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο προσωπικές επιχειρηματικές σχέσεις μπορεί να διασταυρώνονται με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων για μια συμφωνία που συνδέεται με την αμερικανική εξωτερική πολιτική.
Οι «New York Times» αναφέρουν ότι δεν υπάρχει ένδειξη πως ο Γουίτκοφ ή ο Κούσνερ πρόκειται να αποκομίσουν προσωπικό οικονομικό όφελος από τη συμφωνία. Ωστόσο, η υπόθεση έχει εγείρει ζητήματα σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρηματιών και προσώπων του στενού περιβάλλοντος του Τραμπ.
Η Χούι Τσεν, πρώην εισαγγελέας και σύμβουλος σε θέματα οικονομικού εγκλήματος και δεοντολογίας, χαρακτήρισε τις διασυνδέσεις «ανησυχητικές» και έθεσε το ερώτημα κατά πόσο προσωπικά συμφέροντα θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αξιολόγηση των υποψήφιων αγοραστών.
Από την πλευρά του, εκπρόσωπος του Γουίτκοφ απέρριψε οποιοδήποτε ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων, υποστηρίζοντας ότι ο Αμερικανός διαπραγματευτής δεν λαμβάνει μισθό και καλύπτει ο ίδιος τα έξοδα των ταξιδιών του στο πλαίσιο της αποστολής του για λογαριασμό του Τραμπ.
Η κούρσα για τα περιουσιακά στοιχεία της Lukoil
Η Lukoil είχε θέσει προς πώληση τα διεθνή περιουσιακά της στοιχεία μετά την επιβολή αμερικανικών κυρώσεων. Αρκετοί υποψήφιοι αγοραστές είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον, μεταξύ των οποίων και μεγάλοι αμερικανικοί ενεργειακοί όμιλοι.
Τον Ιανουάριο, η επενδυτική εταιρεία Carlyle είχε καταλήξει σε προκαταρκτική συμφωνία για την εξαγορά σημαντικού μέρους του διεθνούς χαρτοφυλακίου της Lukoil. Η συμφωνία, ωστόσο, δεν ολοκληρώθηκε, καθώς απαιτούσε την έγκριση της αμερικανικής κυβέρνησης.
Στη συνέχεια, ο όμιλος υπό τον Μπόελι εμφανίστηκε ως ένας από τους βασικούς διεκδικητές των περιουσιακών στοιχείων.
Η αξία των διεθνών περιουσιακών στοιχείων της Lukoil είχε υπολογιστεί από την ίδια την εταιρεία σε περίπου 20 δισ. δολάρια στις αρχές του έτους. Ωστόσο, οι οικονομικοί όροι της υπό διαπραγμάτευση συμφωνίας δεν έχουν γίνει γνωστοί.
Ο ρόλος της αμερικανικής κυβέρνησης
Η αμερικανική κυβέρνηση συμμετέχει στην προτεινόμενη συμφωνία μέσω της U.S. International Development Finance Corporation, η οποία επενδύει και παρέχει χρηματοδότηση για έργα στο εξωτερικό.
Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε ότι μια ενδεχόμενη συμφωνία για τη Lukoil θα μπορούσε να ενισχύσει την οικονομική ασφάλεια των ΗΠΑ, να εξυπηρετήσει στόχους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και να συμβάλει στη μείωση του ενεργειακού κόστους για τους Αμερικανούς.
Η συμφωνία, ωστόσο, χρειάζεται την έγκριση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, το οποίο είναι αρμόδιο για την εφαρμογή των κυρώσεων κατά της Ρωσίας.
Η ενεργειακή διάσταση
Στο υπό διαπραγμάτευση χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνονται διυλιστήρια της Lukoil στην Ολλανδία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, καθώς και άλλες ενεργειακές υποδομές και πρατήρια καυσίμων σε διάφορες χώρες.
Η ενεργειακή διάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η κυβέρνηση Τραμπ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η αποκατάσταση οικονομικών σχέσεων με τη Ρωσία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κίνητρο για τη Μόσχα ώστε να προχωρήσει σε συμβιβασμούς για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.
Ο Ρώσος οικονομικός απεσταλμένος Κίριλ Ντμίτριεφ έχει επίσης εμπλακεί στη διαδικασία, ενώ, σύμφωνα με τους «New York Times», έχει δηλώσει ότι ο διάλογος ΗΠΑ-Ρωσίας συνεχίζεται σε πολλούς τομείς, μεταξύ των οποίων και η ενέργεια.
Η συμφωνία για τη Lukoil παραμένει, πάντως, ανοικτή και δεν έχει οριστικοποιηθεί. Η τελική απόφαση θα εξαρτηθεί από τις απαιτούμενες εγκρίσεις των αμερικανικών αρχών και της ρωσικής πλευράς.
skpress.gr
Γενικά θέματα
Πώς μια «Ελληνίδα» έγινε το «θεμέλιο» της Εθνικής Πινακοθήκης της Ουγγαρίας
Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.
Πριν λίγο καιρό επισκεφθήκαμε την Εθνική Πινακοθήκη της Ουγγαρίας στη Βουδαπέστη, ένα από τα πλέον σημαντικά μουσεία της χώρας, στο οποίο παρουσιάζεται με μοναδικό τρόπο η εξέλιξη της ουγγρικής εικαστικής τέχνης από τον 11ο αιώνα μέχρι σήμερα. Βρίσκεται στο Βασιλικό Ανάκτορο του Κάστρου της Βούδας και ιδρύθηκε το 1957 με βάση κυρίως τις ουγγρικές συλλογές του Μουσείου Καλών Τεχνών. Η συλλογή της περιλαμβάνει περίπου 110.00 έργα.
Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.
Το έργο του με τίτλο «Ελληνίδα», φιλοτεχνημένο το 1845, θεωρείται εξαιρετικά σημαντικό για τη δημιουργία της συλλογής της Ουγγρικής Εθνικής Πινακοθήκης. Είναι το πρώτο έργο που σηματοδότησε την έναρξη της συστηματικής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής στα εθνικά ιδρύματα. Είναι επίσης το πιο γνωστό και εμβληματικό έργο του ζωγράφου.
Οι διαστάσεις του είναι 77Χ61,5 cm περίπου. Το μοντέλο δεν είναι Ελληνίδα, αλλά η σύζυγος του Marastoni, η Giovanna Bianchi, με καταγωγή από τη Βενετία. Ο ζωγράφος την απεικόνισε με παραδοσιακή (ή φανταστική) ελληνική φορεσιά της εποχής, σύμφωνα με τη μόδα του ρομαντισμού. Η εικόνα συνδυάζει εξωτισμό, ελαφρύ ερωτισμό και ιδανική ομορφιά.
Η ιστορία
Το 1845 η Pest Art Society — η πρώτη καλλιτεχνική εταιρεία στην Ουγγαρία — αγόραζε κάθε χρόνο ένα έργο από την ετήσια έκθεσή της για να το δωρίσει στο Ουγγρικό Εθνικό Μουσείο, το οποίο τότε περιλάμβανε και την πινακοθήκη.
Η «Ελληνίδα» του Marastoni ήταν αυτό που επέλεξαν και δώρισαν τον Νοέμβριο του 1845. Έτσι, καταγράφηκε ως το πρώτο έργο στη συλλογή ζωγραφικής του μουσείου. Το Εθνικό Μουσείο είχε ήδη κάποιες δωρεές, αλλά η συστηματική συλλογή ουγγρικής τέχνης ξεκινάει ουσιαστικά με αυτό το έργο. Η Εθνική Πινακοθήκη κληρονόμησε αυτή τη συλλογή από το Εθνικό Μουσείο.
Η επιλογή του προκάλεσε έντονες συζητήσεις και αποτέλεσε το «πρώτο καλλιτεχνικό σκάνδαλο» της εποχής, λόγω του ερωτισμού που απέπνεε το μοντέλο. Ωστόσο ο πίνακας αυτός ήταν και ιδιαίτερα δημοφιλής, κάτι που ενίσχυσε την εθνική συζήτηση για την τέχνη.
Σήμερα, το έργο παραμένει εμβληματικό και εκτίθεται συχνά ως αφετηρία της συλλογής ζωγραφικής του 19ου αιώνα στην Πινακοθήκη. Συμβολίζει το πώς η ουγγρική τέχνη χτίστηκε με συνεισφορές από ξένους καλλιτέχνες που ενσωματώθηκαν στη χώρα, όπως ο Marastoni.
Η δημιουργία της Πινακοθήκης
Αν κάνετε περίπατο στην οδό Deák Ferenc στο κέντρο της πόλης ίσως αξίζει κάποιες φορές να σηκώσετε το βλέμμα πάνω από τις βιτρίνες των καταστημάτων. Το βλέμμα σας θα συναντήσει όχι μόνο κλασικές προσόψεις, αλλά και αναμνηστικές πλάκες, όπως για παράδειγμα εκείνη στον αριθμό 21, όπου αναγράφεται: «Η Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής – ιδρυθείσα από τον Jakab Marastoni».
Η Πέστη του 19ου αιώνα ήταν μια πραγματικά πολυπολιτισμική πόλη. Γερμανοί, Ούγγροι, Έλληνες, Ιταλοί, Σέρβοι και πολλές άλλες μικρότερες εθνότητες ζούσαν εδώ δίπλα-δίπλα ειρηνικά. Ο καθένας καλλιεργούσε τον δικό του πολιτισμό, αλλά ένα πράγμα τους ένωνε: όλοι ήθελαν να είναι και Ούγγροι και επιδίωκαν να υπηρετήσουν τον ουγγρικό πολιτισμό με τις δραστηριότητές τους.
Εκείνη την εποχή ο Marastoni υπέβαλε την αίτησή του για την ακαδημία ζωγραφικής στο Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών, όταν ιδρύθηκε εντός του Ουγγρικού Εθνικού Μουσείου ο Σύλλογος Εθνικής Πινακοθήκης, ένα «τμήμα που συνέλεγε αποκλειστικά ουγγρική ζωγραφική».
Όλα αυτά συνέβησαν το 1845 και αυτή η μεγάλη πολιτιστική δραστηριότητα μπορεί να ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι εκείνη τη χρονιά το Εθνικό Μουσείο ήθελε να τιμήσει δεόντως την πεντηκοστή επέτειο της ανάληψης καθηκόντων του αρχιδούκα Ιωσήφ της Αυστρίας.
Ο σύλλογος που έφερε το όνομα του αρχιδούκα εγκρίθηκε τελικά από το Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών τον Σεπτέμβριο του 1845. Η Εθνική Πινακοθήκη του αρχιδούκα Ιωσήφ μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ως το πρώτο εθνικό ίδρυμα που συνέλεγε ουγγρικούς πίνακες.
Η πινακοθήκη δέχθηκε δωρεές έργων τόσο από συλλόγους, όσο και από ιδιώτες, και ανάμεσά τους το σημαντικότερο ήταν το έργο του Jakab Marastoni «H Ελληνίδα», το οποίο δωρήθηκε στην πινακοθήκη τον Νοέμβριο του 1845 από την Καλλιτεχνική Εταιρεία της Πέστης. Έτσι, μπορεί να πει κανείς ότι η ιστορία της μουσειακής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής ξεκίνησε με την «Ελληνίδα».
Αλλά γιατί μια Ελληνίδα; Το σύγχρονο (όχι αρχαίο) ελληνικό θέμα εμφανίστηκε στην ευρωπαϊκή ζωγραφική με την Ελληνική Επανάσταση ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τη δεκαετία του 1820. Φυσικά, οι συμπάθειες του ευρωπαϊκού ρομαντισμού προς τους Έλληνες άσκησαν επιρροή και στην ουγγρική τέχνη.
Οι Έλληνες, και ιδιαίτερα οι Ελληνίδες, αποτελούσαν συχνά θέμα στην ουγγρική ζωγραφική του 19ου αιώνα, και κατά μία έννοια η «Ελληνίδα» κατέληξε να αντιπροσωπεύει ένα εξωτικό θέμα αρωματισμένο με ερωτισμό.
Και αν σήμερα βρίσκουμε την «Ελληνίδα» να αποκαλύπτει ανοιχτά την ομορφιά και τη γοητεία της, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι επρόκειτο για θέμα μόδας. Και όσο κι αν μας γνέφει σαγηνευτικά αυτή η όμορφη γυναίκα, με την ιστορική έννοια το έργο αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα της ουγγρικής μουσειολογίας.
Ο ζωγράφος
Ο Jakab Marastoni (Giacomo Marastoni) γεννήθηκε το 1804 στη Βενετία και σπούδασε στην περίφημη Ακαδημία Καλών Τεχνών.
Ταξίδεψε στη Βιέννη στις αρχές της δεκαετίας του 1830, πέρασε από τη σημερινή Μπρατισλάβα το 1833 και εγκαταστάθηκε οριστικά στην Πέστη το 1836. Έγινε περιζήτητος πορτρετίστας μεταξύ αριστοκρατικών και αστικών οικογενειών, αλλά και κατά τη διάρκεια κοινοβουλευτικών συνεδριάσεων.
Το 1846 ίδρυσε την Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής στην Πέστη – την πρώτη ιδιωτική σχολή αποκλειστικά για ζωγραφική στην Ουγγαρία. Ανάμεσα στους μαθητές του περιλαμβάνονται σημαντικοί Ούγγροι καλλιτέχνες όπως ο Károly Lotz, ο Mihály Zichy, ο Soma Orlai Petrich κ.ά. Το 1846 έγινε Επίτιμος Πολίτης της Πέστης.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολήθηκε με την δαγκεροτυπία ήταν ο πρώτος επαγγελματίας αυτής της τεχνικής στην Ουγγαρία. Πέθανε σε ψυχιατρική κλινική και η σχολή του έκλεισε λίγο μετά.
tovima.gr
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας













