Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Διαβάστε για να δείτε πώς το Ισλάμ γίνεται “όπλο” πολιτιστικής γενοκτονίας: Ανάλυση: Η ισλαμοποίηση της κατεχόμενης Κύπρου

Δημοσιεύτηκε στις

  Πέτρος Σαββίδης   

Η λέξη «ισλαμοποίηση» είναι, κατανοητά, ένας ευαίσθητος όρος αφού άπτεται της θρησκευτικής ελευθερίας, των πολιτιστικών δικαιωμάτων, αλλά και της πολιτικής αβρότητας. Στην περίπτωση, όμως, των κατεχόμενων εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας, η χρήση του όρου είναι δόκιμη και απόλυτα αιτιολογημένη, αφού η ισλαμική θρησκεία χρησιμοποιείται μεθοδευμένα ως εργαλείο, για την επίτευξη γεωπολιτικών στόχων, εκτός του πλαισίου των θρησκευτικών λειτουργιών.
Ενώ, ιστορικά, η τουρκοκυπριακή κοινότητα θεωρείται ως μια από τις πλέον κοσμικές στον ισλαμικό κόσμο, η Τουρκία και η τουρκοκυπριακή ηγεσία χρησιμοποιούν, σκόπιμα, τη θρησκεία ως φορέα:

  • Πρώτο, χειραγώγησης της πολιτιστικής ταυτότητας της κοινότητας, και
  • Δεύτερον, πολιτικής αλλοίωσης της ιστορικής φυσιογνωμίας και του πολιτισμικού χαρακτήρα του κατεχόμενων εδαφών, μετατρέποντας το βόρειο τμήμα του νησιού σε μια παράνομη, μη αναγνωρισμένη, επικράτεια με τεχνητά εμφυτευμένη ισλαμική ταυτότητα.

Ο σχηματισμός της τουρκοκυπριακής μειονότητας, κατά την οθωμανική κατοχή του νησιού (1571-1878), προέρχεται, σύμφωνα με ιστορικά στοιχεία, από τη συγχώνευση της οθωμανικής φρουράς που παρέμεινε στο νησί, την εθελοντική ή καταναγκαστική μεταφορά Οθωμανών εποίκων από την Ανατολία και τη θρησκευτική μετάλλαξη ελληνορθόδοξων χριστιανών σε μουσουλμάνους (Λινοβάμβακοι), για να επιβιώσουν της βαριάς οθωμανικής φορολογίας. Το 2017, επιστημονική έρευνα του Κυπριακού Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής αποκάλυψε τις χρωμοσωμικές ομοιότητες μεταξύ των δυο κοινοτήτων και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι μοιράζονται, πρωτίστως, μια κοινή προ-οθωμανική πατρική καταγωγή».

Η κοσμικότητα της τουρκοκυπριακής κοινότητας αντανακλάται και στην τυπολογία των παραδοσιακών της θρησκευτικών μνημείων πριν το 1974, τα οποία είχαν τοπικά αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά, όπως σκεπή από κεραμίδια και μπροστινή βεράντα με μυτερές αψίδες. Επιπλέον, τα δύο τρίτα των ισλαμικών τεμενών στην ύπαιθρο ήταν «mescit» χωρίς μιναρέ, ενώ τα υπόλοιπα τζαμιά που διέθεταν μιναρέ, αυτός ήταν χαρακτηριστικού τουρκοκυπριακού τύπου, με χοντρό και κοντό κορμό και πλατύ κωνικό κάλυμμα, συνήθως ύψους 8-12 μέτρων, τα οποία αναμιγνύονταν αρμονικά με τα υπόλοιπα αγροτικά σπίτια στο ταπεινό περιβάλλον των χωριών.

Η πρώιμη φάση ισλαμοποίησης, μεταξύ 1974 και 1980, εφαρμόστηκε αμέσως μετά την τουρκική εισβολή διαμέσου της εθνικής και πολιτισμικής εκκαθάρισης των κατεχόμενων εδαφών. Η αρχική τουρκοποίησή τους επιβλήθηκε με τη δημογραφική αλλοίωση του κατεχόμενου χώρου (εκδίωξη του γηγενούς ελληνικού πληθυσμού, μετακίνηση του τουρκοκυπριακού πληθυσμού στον βορρά, μεταφορά εποίκων από την Τουρκία), την εκρίζωση της μακραίωνης ελληνορθόδοξης ταυτότητάς του και την τουρκοποίηση των ιστορικών τοπωνυμίων. Παράλληλα, η αρχική φάση ισλαμοποίησης εδραιώθηκε στη βίαιη και μαζική καταστροφή της πολιτισμικής ταυτότητας των κατεχόμενων εδαφών της Δημοκρατίας, την οποία η Washington Post αποκάλεσε, το 1976, ως «θεσμοθετημένη εξαφάνιση» («institutionalised obliteration»).
Πέραν των 500 ελληνορθόδοξων εκκλησιών, μοναστηριών και εξωκκλησιών βεβηλώθηκαν, λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν, ενώ 74 από αυτά, αφού αποχριστιανοποιήθηκαν, ισλαμοποιήθηκαν και μετατράπηκαν σε τεμένη μεταξύ 1974-1980. Ομοίως, ούτε ένα ελληνορθόδοξο νεκροταφείο δεν επέζησε της βεβήλωσης και της καταστροφής, τόσο σε ελληνικά χωριά όσο και στα μεικτά όπου οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοί τους είχαν παραμείνει στα σπίτια τους. Βαριά εργαλεία χρησιμοποιήθηκαν για την αποκοπή των μαρμάρινων σταυρών από τους τάφους, οι φωτογραφίες των νεκρών αφαιρέθηκαν και καταστράφηκαν, και σε αυτές που απέμειναν, γδάρθηκαν με βιαιότητα τα μάτια και τα πρόσωπα. Ενώ η ευθύνη, για τη μαζική και συστηματική πολιτισμική καταστροφή, αποδίδεται, αόριστα, από την τουρκοκυπριακή πλευρά στον κατοχικό στρατό και στους Τούρκους εποίκους, η σύληση και η καταστροφή των ελληνορθόδοξων θρησκευτικών μνημείων διενεργήθηκε τα πρώτα χρόνια της κατοχής, όταν η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν τουρκοκυπριακή και ο αριθμός των εποίκων περιορισμένος. Επιπλέον, το επίπεδο της καταστροφής είναι πανομοιότυπο, τόσο στις περιοχές που εγκαταστάθηκε ο κατοχικός στρατός όσο και στις περιοχές που δεν είχε εγκατασταθεί, όπως η χερσόνησος της Καρπασίας.
Κατά την ενδιάμεση φάση ισλαμοποίησης, μεταξύ 1980 και 2003, εμφανίζονται σαφείς και ισχυρές αποδείξεις χρησιμοποίησης της ισλαμικής θρησκείας ως φορέα για την εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων παρά θρησκευτικών λειτουργιών. Η ανέγερση των πρώτων οκτώ τεμενών με σαουδαραβική επίδραση (1982-2000) βασίστηκε σε πολιτικά παρά θρησκευτικά κριτήρια αφού οι τοποθεσίες που επιλέχθηκαν, από τις τουρκοκυπριακές θρησκευτικές Αρχές, αποσκοπούσαν στην προβολή της ισλαμικής παρουσίας στο κατεχόμενο έδαφος παρά στην εξυπηρέτηση λειτουργικών αναγκών. Μόνο δύο από αυτά ανεγέρθηκαν σε πόλεις (Μόρφου και Λευκωσία), ενώ τέσσερα από αυτά ήταν σε απομονωμένα χωρία με περιορισμένο πληθυσμό (Ριζοκάρπασο, Δαυλός, Άγιος Ηλίας, Ποταμός του Κάμπου). Η υιοθέτηση οθωμανικού τύπου τζαμιών με θόλο, τα οποία είναι τυπολογικά ξένα προς τις θρησκευτικές παραδόσεις του νησιού (υπάρχουν μόνο τέσσερα θολωτά τεμένη από την Οθωμανική Περίοδο), η σκόπιμη χρήση του κατάλευκου χρώματος στην εξωτερική τους εμφάνιση, το οποίο τα καθιστά ορατά από μεγάλες αποστάσεις, και το δυσανάλογο μέγεθος των ψηλών και μυτερών μιναρέδων τους] θα μεταβάλλονταν, στη συνέχεια, σε πολιτικούς ενδείκτες της τουρκικής ισλαμικής κυριαρχίας στο κατεχόμενο έδαφος, εκτός του πλαισίου της λειτουργικής ισλαμικής αρχιτεκτονικής και της θρησκευτικής πίστης.
51 ΜΙΝΑΡΕΔΕΣ ΤΕΡΑΣΤΙΩΝ ΔΙΑΣΤΑΣΕΩΝ 
Η τακτική χρησιμοποίησης της θρησκείας ως πολιτικού εργαλείου εδραιώθηκε με τη μεθοδευμένη εμφύτευση πέραν των 51 νέων, δυσανάλογα ψηλών, μιναρέδων οθωμανικού τύπου σε ανάλογα μικροσκοπικά τουρκοκυπριακά «mescit» στα κατεχόμενα. Ενώ θα ήταν λογικό το Evkaf, ο τουρκοκυπριακός φορέας θρησκευτικών ιδρυμάτων, να χρησιμοποιήσει, κατά τη συντήρηση αυτών των μικρών θρησκευτικών χώρων, τους παραδοσιακούς μιναρέδες τουρκοκυπριακού τύπου, επέλεξε, σκόπιμα, μιναρέδες οθωμανικού τύπου 34 μέτρων, τριπλάσιου ύψους από αυτούς που είχαν τα τοπικά τεμένη πριν το 1974. Η τουρκοκυπριακή πολιτική προσθήκης δυσανάλογα ψηλών και μυτερών μιναρέδων δεν αποσκοπούσε στην εξυπηρέτηση θρησκευτικών αναγκών αφού αυτοί ήταν τυπολογικά ακατάλληλοι και ξένοι προς την τουρκοκυπριακή θρησκευτική αρχιτεκτονική. Σε αντίθεση με τον κοσμικό χαρακτήρα της τουρκοκυπριακής κοινότητας, η συστηματική τακτική εμφύτευσής τους προέβαλλε μια δυναμική πολιτική υψηλής ισλαμικής παρουσίας, κατά την οποία ο τουρκικός μιναρές οθωμανικού τύπου αναδείχθηκε σε κυρίαρχο θρησκευτικό και πολιτικό σύμβολο στο ταπεινό περιβάλλον των κατεχόμενων χωριών. Επιπλέον, η επαναλαμβανόμενη, εξέχουσα παρουσία τους στο κατεχόμενο τοπίο –είναι ορατοί από μεγάλες αποστάσεις πολλών χιλιομέτρων– εισήγαγε μια δραματική αλλαγή στην ιστορική φυσιογνωμία και τη φυσική απλότητα του αγροτικού τοπίου στο βόρειο τμήμα του νησιού.

Κρίσιμο ορόσημο η άνοδος του ΑΚΡ
Η ενδιάμεση φάση ισλαμοποίησης καταλήγει στο αυξημένο πολιτικο-θρησκευτικό ενδιαφέρον της Τουρκίας, την περίοδο 1999-2003, κατά την οποία κατασκευάστηκαν 14 κατάλευκα τεμένη οθωμανικού τύπου με πανύψηλους μιναρέδες, με την αποκλειστική πλέον χορηγία της Άγκυρας. Τρία κύρια τεμένη ανεγέρθηκαν σε εξέχουσες τοποθεσίες των κατεχόμενων πόλεων (Λευκωσία, Αμμόχωστος, Κερύνεια), όπου το επιβλητικό τους μέγεθος και οι δυσανάλογα ψηλοί τους μιναρέδες τα μετέτρεψαν σε κυρίαρχους ενδείκτες του αστικού ορίζοντα. Δύο από αυτά, τα τεμένη «Νουρετίν Ερσίν Πασά» στην Κερύνεια και «Οσμάν Φαζίλ Πολάτ Πασά» στην Αμμόχωστο, έφεραν τα ονόματα Τούρκων στρατηγών της εισβολής του 1974, ως υπενθύμιση της προσφοράς της «Μητέρας Τουρκίας» στις τουρκοκυπριακές υποθέσεις, αλλά και του αυξανόμενου ενδιαφέροντος της Άγκυρας για τα κατεχόμενα εδάφη. Την ίδια περίοδο, άλλα εννέα κατάλευκα τεμένη οθωμανικού τύπου ανεγέρθηκαν κυρίως στην χερσόνησο της Καρπασίας για την εξυπηρέτηση των θρησκευτικών αναγκών των εποίκων.
Η άνοδος του ισλαμικού Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) στην εξουσία, τον Νοέμβριο του 2002, θα μετατρεπόταν σε κρίσιμο ορόσημο για τη μοίρα των κατεχόμενων εδαφών. Μετά την αρχική σταθεροποίησή του στην εξουσία τα πρώτα χρόνια, το ΑΚΡ άρχισε να εφαρμόζει μια φιλόδοξη στρατηγική, η οποία στηρίχθηκε σε δυο πυλώνες. Στο εσωτερικό, η αυταρχική διακυβέρνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ­–η οποία αποκαλείται από ορισμένους αναλυτές ως «Ερντογανισμός»– επικεντρώθηκε στην ισχυροποίηση της τουρκικής εθνικής ταυτότητας, διαμέσου της ισλαμοποίησης των διαφόρων κρατικών και κοινωνικών δομών στην Τουρκία, και τον έλεγχο του, προηγουμένως κεμαλικού, τουρκικού οικονομικού και βιομηχανικού κατεστημένου.
Ομοίως, στην εξωτερική πολιτική ο Ερντογάν, αποπλανημένος από βλέψεις αναβίωσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας –που ονομάστηκε από πολιτικούς αναλυτές ως «Νεο-Οθωμανισμός»– υιοθέτησε αναθεωρητικές και επιθετικές πολιτικές στις διπλωματικές σχέσεις της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο.
Οι ισλαμικές φιλοδοξίες του ΑΚΡ σύντομα θα μεταφέρονταν και στα κατεχόμενα εδάφη της Δημοκρατίας, όταν η Άγκυρα, διαμέσου της «τουρκικής πρεσβείας» στην κατεχόμενη Λευκωσία, άρχισε να διοχετεύει οικονομικούς πόρους στο πλαίσιο εφαρμογής μια επιθετικής πολιτικής ισλαμοποίησης, η οποία εκτείνεται σε πολλαπλές διαστάσεις. Στόχος η προβολή, και σταδιακά η επιβολή, ισλαμικών θρησκευτικών και πολιτικών ιδεολογιών επί της κοινωνικής, πολιτικής, οικονομικής και πολιτιστικής ζωής των κατεχομένων. Το ΑΚΡ, με τη σιωπηλή αποδοχή της τουρκοκυπριακής ηγεσίας, εισήγαγε θρησκευτικά μαθήματα στο κοσμικό τουρκοκυπριακό εκπαιδευτικό σύστημα, ενθάρρυνε την εξωθεσμική εξάπλωση μαθημάτων Κορανίου και τη δημιουργία θρησκευτικών σχολείων, καλλιέργησε την ανάπτυξη της ισλαμικής θεολογίας στα «πανεπιστήμια» των κατεχομένων, υποστήριξε τον πολλαπλασιασμό των δημόσιων ισλαμικών δραστηριοτήτων και την αύξηση των ετήσιων ισλαμικών εορτασμών και προώθησε την καλλιέργεια θρησκευτικών και πολιτικών δεσμών με ισλαμικές οργανώσεις στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική.
Το AKP εφάρμοσε επίσης, μεταξύ 2007 και 2019, ένα μαζικό πρόγραμμα ανέγερσης 53 νέων τζαμιών με πανύψηλους μιναρέδες, το οποίο περιλαμβάνει 41 οθωμανικά τεμένη τύπου Α και Β. Οι ασημένιοι θόλοι τους, η κατάλευκη εμφάνισή τους και οι δυσανάλογα ψηλοί μιναρέδες τους προκάλεσαν δραματική αλλαγή στον ταπεινό ορίζοντα των κατεχόμενων χωριών, ενώ η κυρίαρχη και επαναλαμβανόμενη παρουσία τους στην κυπριακή ύπαιθρο εξυπηρέτησε αποτελεσματικά τον στόχο της πολιτικής αλλοίωσης του πολιτισμικού χαρακτήρα και της φυσικής απλότητας του κυπριακού τοπίου. Κάθε άλλο παρά τυχαία μπορεί να θεωρηθεί η ανέγερση νέων τεμενών σε απομακρυσμένες περιοχές με πολύ μικρό πληθυσμό, σε εξέχουσες τοποθεσίες όπως υψώματα και κύριες οδικές αρτηρίες, ακόμη και στα οδοφράγματα στη Γραμμή Κατάπαυσης του Πυρός (Πέργαμος και Ζώδια). Σε 21 περιπτώσεις, νέα τεμένη κατασκευάστηκαν σε εξαιρετική εγγύτητα με εγκαταλελειμμένες ελληνορθόδοξες εκκλησίες, υπογραμμίζοντας την έντονη αντίθεση μεταξύ των χλομών, από το πέρασμα του χρόνου, εκκλησιών με τα ταπεινά καμπαναριά και των κατάλευκων τζαμιών με τους πανύψηλους και μυτερούς μιναρέδες, υπονοώντας την επικράτηση του ξενόφερτου νέου επί του ιστορικά, ριζωμένου στον τόπο, παλαιού· του ισλαμικού δυναμισμού επί της χριστιανικής πνευματικότητας. Ομοίως, η κατασκευή δυο τεράστιων, οθωμανικού τύπου, αυτοκρατορικών «μεγατεμενών» πλησίον μεγάλων «πανεπιστημίων», με χωρητικότητα 7.500 και 10.000 πιστών και με μιναρέδες 62 και 81 μέτρων, αποτελεί θρησκευτική υπερβολή για το μέγεθος του νησιού.

Eυρύτερη στρατηγική οριστικής τουρκοποίησης
Στο ζήτημα της ισλαμοποίησης και του ελέγχου των τουρκοκυπριακών υποθέσεων από την Άγκυρα  αντιτάχθηκαν αποφασιστικά προοδευτικά τμήματα της κοινότητας, ειδικά οι συντεχνίες των Τουρκοκυπρίων δασκάλων και καθηγητών (KTOS και ΚΤOEOS). Ασκώντας δημόσια κριτική και πίεση, οι δύο συντεχνίες κατάφεραν να επιβάλουν την υιοθέτηση ενός νέου τύπου τζαμιού, με τοπικά χαρακτηριστικά (οροφή από κεραμίδια, μπροστινή βεράντα με μυτερές καμάρες), τα οποία είναι πιο συμβατά με την τουρκοκυπριακή θρησκευτική αρχιτεκτονική πριν το 1974. Μεταξύ 2012 και 2019, εννέα νέα τεμένη αυτού του τύπου κατασκευάστηκαν σε χωριά της υπαίθρου, χωρίς όμως να εγκαταλείπεται ο δυσανάλογα ψηλός μιναρές και η τακτική της μεγάλης εγγύτητας σε εγκαταλελειμμένες εκκλησίες.
Συμπερασματικά, η ισλαμοποίηση της κατεχόμενης Κύπρου δεν είναι μια μεμονωμένη θρησκευτική πολιτική αλλά τμήμα μιας ευρύτερης στρατηγικής οριστικής τουρκοποίησης των κατεχόμενων εδαφών, ανεξαρτήτως οποιωνδήποτε προσπαθειών επίλυσης του Κυπριακού. Επιπλέον, η ισλαμοποίηση, σε συνάρτηση με άλλες μεταβλητές, όπως η ανυπολόγιστη αύξηση του de facto πληθυσμού (φέρεται να ανέρχεται μεταξύ εξακοσίων και οκτακοσίων χιλιάδων), η ραγδαία άνοδος του μουσουλμανικού φοιτητικού πληθυσμού (πέραν των εκατό χιλιάδων), η ανάπτυξη ισλαμικών θεολογικών σπουδών και η αύξηση των δημόσιων ισλαμικών εορτασμών, οι αναδυόμενες σχέσεις με ισλαμικές οργανώσεις στη Μέση Ανατολή και την Αφρική και η ανομία που επικρατεί στη λεγόμενη τδβΚ εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους για τα ελεύθερα εδάφη της Δημοκρατίας. Στο περίπλοκο περιβάλλον της σύγχρονης γεωπολιτικής και των μη συμβατικών και ασύμμετρων απειλών, η ισλαμοποίηση του κατεχόμενου τμήματος του νησιού ενέχει την πιθανότητα μετατροπής του σε αθέατο πυρήνα θρησκευτικής ριζοσπαστικοποίησης και δημιουργίας υβριδικών απειλών κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας και φιλικών κρατών στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.
*O Πέτρος Σαββίδης είναι διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας και γεωπολιτικός αναλυτής για θέματα Ανατολικής Μεσογείου.

Πηγή: Ονήσιλος

Ο Σάββας Καλεντερίδης γεννήθηκε στη Βέργη Σερρών το 1960. Το 1977 εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε το 1981, ως ανθυπίλαρχος. Υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες των τεθωρακισμένων και των καταδρομών και σε κρίσιμες θέσεις στο εξωτερικό. Το Μάρτιο του 2000, ενώ φοιτούσε στην Ανωτάτη Σχολή Πολέμου, παραιτήθηκε από τις τάξεις του Ελληνικού Στρατού, με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Από το φθινόπωρο του 2000 ίδρυσε και διευθύνει τον εκδοτικό οίκο Ινφο-Γνώμων. Με το ψευδώνυμο Κώστας Νικοπολίδης μετέφρασε από τα τουρκικά και επιμελήθηκε την έκδοση του βιβλίου "Κράτος συμμορία", Εκδόσεις Τουρίκη, ενώ μετέφρασε από τα τουρκικά και την "Έκθεση Σουσουρλούκ", που συμπεριλήφθηκε στο ομώνυμο βιβλίο των Εκδόσεων Α.Α. Λιβάνη. Σε συνεργασία με το ίδρυμα "Φίλοι Λαογραφικού Μουσείου Μέλπως Μερλιέ" συμμετείχε και προλόγισε την έκδοση του διπλού CD "Τραγούδια του Πόντου, Ηχογραφήσεις του 1930" και του CD "Τραγούδια από τις παράλιες πόλεις του Πόντου και της Μικράς Ασίας". Επιμελήθηκε επίσης της έκδοσης του δίτομου έργου "Ανάλυση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, Μύθος και πραγματικότητα", του βιβλίου "Οι μειονότητες στην Τουρκία" και των ιστορικών ταξιδιωτικών οδηγών "Κάτω Ιταλία - Μεγάλη Ελλάδα", "Σικελία", "Ρόδος - Σύμη - Καστελόριζο - Καρία - Λυκία", "Χίος - Σμύρνη", "Βουλγαρία - Ανατολική Ρωμυλία", "Καππαδοκία - Κεντρική Ανατολία" και "Κωνσταντινούπολη - Μαρμαράς". Έγραψε τους ιστορικούς ταξιδιωτικούς οδηγούς "Κοζάνη, στην αγκαλιά των βουνών", "Ιωνία, Σάμος - Έφεσος - Μίλητος - Πριήνη", "Δυτικός Πόντος, Βιθυνία - Παφλαγονία" και "Ανατολικός Πόντος, Κοτύωρα - Κερασούντα - Τραπεζούντα - Αργυρούπολη - Καρς". Αναλύσεις και άρθρα του Σάββα Καλεντερίδη, με κύριο θέμα την Τουρκία και άλλα περιφερειακά ζητήματα, έχουν δημοσιευθεί στις εφημερίδες "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία" και "Παρόν" και στα περιοδικά "Άμυνα και διπλωματία", "Απόρρητο Δελτίο" και "Διπλωματία".

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO34 λεπτά πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός1 ώρα πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή