Ακολουθήστε μας

Γενικά θέματα

Αρετή Τούντα-Φεργάδη: Η Συνθήκη Ειρήνης του Νεϊγύ – Πριν από 100 χρόνια

Δημοσιεύτηκε στις

«Η Ελλάς, […] είνε ίσως η μόνη χώρα, της οποίας ουδέν εθνικόν ζήτημα ελύθη οριστικώς, […]». Ελευθέριος Βενιζέλος, εφημερίδα Μακεδονία, 19 Νοεμβρίου 1919.

Στις 27 Νοεμβρίου 1919, στο πλαίσιο των εργασιών της Συνδιάσκεψης Ειρήνης των Παρισίων, υπογράφονταν δύο διεθνείς πράξεις: η πολυμερής Συνθήκη Ειρήνης του Νεϊγύ και η διμερής Σύμβαση του Νεϊγύ. Η πρώτη, ανάμεσα στην ηττηθείσα στον Μεγάλο Πόλεμο, Βουλγαρία και στις Σύμμαχες και Συνασπισμένες Δυνάμεις, τις νικήτριες του Πολέμου, η δεύτερη μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας. Η πρώτη αφορούσε στη ρύθμιση των εκ του πολέμου, και όχι μόνο, εκκρεμών προβλημάτων, που αναφέρονταν στην πρώτη συμβαλλόμενη και την επιβολή σ’ αυτήν τιμωρητικών όρων· η δεύτερη στην αμοιβαία και εθελούσια μετανάστευση των ελληνοβουλγαρικών μειονοτήτων. Η δεύτερη διεθνής πράξη δύναται να θεωρηθεί και ως υποστηρικτική της πρώτης, αν ληφθεί υπόψη πως η ανταλλαγή των πληθυσμών θα μείωνε ή θα εξάλειφε τις τοπικές εντάσεις, τις ικανές να οδηγήσουν και πάλι τα δύο μέρη σ’ έναν καινούργιο πόλεμο, σε περιφερειακό ή ευρύτερο πεδίο, προκαλώντας διεθνείς αναταράξεις, όπως είχε συμβεί στο παρελθόν, από το 1913, κυρίως, και εξής.
Η αντιπαλότητα των δύο κρατών, κυρίως, ως προς την περιοχή της Θράκης1, αλλά και γενικότερα ο αναβρασμός στα Βαλκάνια, ως προς τα διεκδικούμενα εδάφη, απαιτούσε χειρουργικούς, διπλωματικούς χειρισμούς, ώστε να οδηγηθούν τα μέρη σε κοινά αποδεκτό αποτέλεσμα. Οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν ήταν αμέτοχες σε όλη αυτή την αναστάτωση. Τουναντίον, οι ιμπεριαλιστικές τους φιλοδοξίες υποκινούσαν, ενέτειναν και πυροδοτούσαν τον ανταγωνισμό των Βαλκανικών κρατών.
Με το τέλος του πολέμου, οι νικήτριες του πολέμου Δυνάμεις ανέλαβαν τις διαδικασίες θεσμοθέτησης της ειρήνης, μέσα από μια Συνδιάσκεψη, οι εργασίες της οποίας ξεκίνησαν επισήμως στις 18 Ιανουαρίου 1919, στο Παρίσι, ύστερα από απαίτηση του Georges Clemenceau, ο οποίος συγκρούστηκε, μάλιστα, με τον Lloyd George και τον Woodrow Wilson, που είχαν μεταβεί εκεί, όπως και ο Orlando, εκπροσωπώντας τις Δυνάμεις της Συνεννόησης. Η επιθυμία της Μπολσεβικικής, πλέον, Ρωσίας να συμμετάσχει στις διαβουλεύσεις, είχε απορριφθεί από τους πρώην Συμμάχους, οι οποίοι μαζί με τον πρωθυπουργό της Ιαπωνίας και τους υπουργούς Εξωτερικών των χωρών τους συναπάρτισαν το Συμβούλιο των Δέκα, το οποίο αργότερα λειτούργησε ως Συμβούλιο των Πέντε και κατόπιν, ως Συμβούλιο των Τεσσάρων. Η πρώτη, ανεπίσημη συνάντηση των μελών του, πραγματοποιήθηκε στις 12 Ιανουαρίου. Η ατζέντα της Συνδιάσκεψης ήταν πολυθεματική και συστάθηκαν Επιτροπές και Υποεπιτροπές, για να μελετήσουν τα επί μέρους ζητήματα, με σκοπό να διευκολύνουν τη λήψη αποφάσεων.

Παρίσι, 18 Ιανουαρίου 1919. Επίσημη έναρξη των εργασιών της Συνδιάσκεψης της Ειρήνης.(Πηγή: Excelsior – L’Equipe/Roger-Viollet).

Στις 4 Φεβρουαρίου 1919, το Ανώτατο Συμβούλιο αποφάσισε να προχωρήσει στη σύσταση μιας Επιτροπής, αρμόδιας για τη μελέτη των Ελληνικών Υποθέσεων. Μια μέρα νωρίτερα, ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε παρουσιάσει τα ελληνικά αιτήματα. Σύμφωνα με την απόφαση, «τα ζητήματα, τα οποία ανακινήθηκαν από τις δηλώσεις του κ. Βενιζέλου, ως προς το θέμα των εδαφικών ενδιαφερόντων της Ελλάδας […] θα αποσταλούν για μια πρώτη εξέταση σε μια Επιτροπή ειδικών, αποτελούμενη από δύο αντιπροσώπους για κάθε μια από τις Μεγάλες Δυνάμεις: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, Βρετανική Αυτοκρατορία, Γαλλία και Ιταλία. […] Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να συμβουλευτεί τους εκπροσώπους των ενδιαφερομένων λαών». Στις 24 Φεβρουαρίου, το Ανώτατο Συμβούλιο, αφού άκουσε τον Αλβανό αντιπρόσωπο, Turkhan Pasha, αποφάσισε να παραπέμψει την εξέταση των εδαφικών ζητημάτων, που αφορούσαν στην Αλβανία στην Επιτροπή, την επιφορτισμένη με τη μελέτη των ελληνικών ζητημάτων. Μέλη της Επιτροπής ήταν οι: W. Westermann, ο οποίος αντικαταστάθηκε από τους W. H. Buckler, Clive Day (ΗΠΑ), sir Robert Borden, sir Eyre Crowe, Eric Forbes Adams (Βρετανική Αυτοκρατορία), Jules Cambon, Gout (Γαλλία), G. de Martino, Castoldi (Ιταλία). Πρόεδρος του Γραφείου της Επιτροπής, ορίστηκε ο Jules Cambon. Η Επιτροπή συνεδρίασε δώδεκα φορές. Άπασες έλαβαν χώρα στο Quai d’ Orsay, από τις 12 Φεβρουαρίου ως τις 21 Μαρτίου 1919. Η Επιτροπή δέχθηκε σε ακρόαση τους: Βενιζέλο, Καραπάνο, Αδαμίδη, Βαμβακά, Αντωνιάδη, για τα θέματα της Βορείου Ηπείρου και τους Turkhan Pasha, Mehemed Bey Konitza, Dr. Tourtoulis, μέλη της προσωρινής κυβέρνησης της Αλβανίας. Ο Turkhan Pasha είχε οριστεί πρόεδρος της προσωρινής κυβέρνησης της Αλβανίας, βάσει της απόφασης της αλβανικής εθνοσυνέλευσης, η οποία είχε συνέλθει στο Δυρράχιο, στις 25 Δεκεμβρίου 1918.
Στο Παρίσι είχαν συγκεντρωθεί αντιπροσωπείες από είκοσι εννέα χώρες και πλήθος δημοσιογράφων. Οι εκπρόσωποι των ηττημένων κρατών, δεν προσκλήθηκαν να συμμετάσχουν στη διαδικασία από την έναρξη των συζητήσεων. Η Ελλάδα, χώρα ανήκουσα στη χορεία των νικητών, εκπροσωπήθηκε στο Συνέδριο της Ειρήνης από εκείνον, ο οποίος με τις αποφάσεις και τις ενέργειές του την είχε εντάξει σ’ αυτό το στρατόπεδο, τον πρωθυπουργό, Ελευθέριο Βενιζέλο, που θεωρούσε πως «από την απόφασιν της συνδιασκέψεως μέλλει να εξαρτηθή-χωρίς καμμίαν ρητορικήν υπερβολήν-το μέλλον του έθνους». Ο Έλληνας πρωθυπουργός έδωσε σκληρή μάχη, για να κατοχυρώσει τα ελληνικά δίκαια, εργαζόμενος ακόμα και 15-16 ώρες ημερησίως, σε σημείο τέτοιο, που να επιτρέπει στον υπουργό Εξωτερικών, Νικόλαο Πολίτη, και μέλος της ελληνικής αποστολής, να γράφει στον Διομήδη πως θαύμαζε την «ακαταπόνητη ενεργητικότητά του». Η ένταση, που τον διακατείχε, αποτυπώνεται σε ορισμένα σημεία των επιστολών του προς τον Εμμανουήλ Ρέπουλη, όπου δήλωνε, μεταξύ πολλών άλλων, πως από τη «ζωηράν συγκίνησιν αφ’ ης κατέχομαι δεν έκλεισα μάτι τας δύο τελευταίας ημέρας […]»· ή, σε άλλο σημείο, όταν οι εξελίξεις στο θρακικό ζήτημα φαίνονταν να δυσχεραίνονται από την αμερικανική στάση, σημείωνε πως «διέκοψα επί ικανά λεπτά όπως αφήσω να ρεύσουν ελευθέρως και επί πολύ τα δάκρυα, άτινα αναβλύζουν από πηγήν βαθυτάτης συγκινήσεως».
Ο Έλληνας πρωθυπουργός από το φθινόπωρο του 1918 είχε ενημερώσει τον Γεώργιο Ρούσσο, τον Έλληνα Επιτετραμμένο στο Λονδίνο, πως τα πράγματα εξελίσσονταν κατά τέτοιο τρόπο, που επέτρεπε να προβληθούν οι ελληνικές αξιώσεις στην Μικρά Ασία. Όμως, στις οδηγίες εκείνες δεν είχε περιλάβει τη Θράκη, οπότε ο Νικόλαος Πολίτης απευθύνθηκε στον Ρούσσο, εφιστώντας την προσοχή του στο ότι θα έπρεπε να φροντίσει, ώστε να γίνει κατανοητό πως η Ελλάδα δεν παραιτήθηκε από τις επιδιώξεις της σ’ εκείνες τις περιοχές. Λίγες μέρες νωρίτερα, ο Πολίτης μιλούσε στον Ρούσσο για τη Θράκη και διευκρίνιζε ότι αν εγκρινόταν «η προσάρτησή της στην Ελλάδα θα ήμασταν ικανοποιημένοι και με κάποια άλλη μορφή διακυβέρνησης, υπό την προϋπόθεση να απαλλαγεί η περιοχή από τον βουλγαρικό ζυγό». Τελικώς, το ζήτημα της Δυτικής και της Ανατολικής Θράκης περιελήφθη στις ελληνικές, εδαφικές διεκδικήσεις, ύστερα από περίσκεψη και με καθυστέρηση.
Την μεθεπομένη της άφιξής του στη γαλλική πρωτεύουσα, ο Έλληνας πρωθυπουργός, συναντήθηκε με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, τον Woodrow Wilson, ο οποίος του ζήτησε να του εκθέσει «τας εθνικάς […] διεκδικήσεις», όπως εξηγούσε ο ίδιος στην πρώτη από τις δέκα έξι επιστολές, που έστειλε στον Ρέπουλη από το Παρίσι, στον οποίο είχε αναθέσει την άσκηση των κυβερνητικών καθηκόντων, ενόσω θα απουσίαζε. Ύστερα από συνεννόηση με τον Wilson, συνομίλησε με εκπροσώπους της αμερικανικής αντιπροσωπείας και απαιτήθηκαν τρεις μέρες, επί δύο και πλέον ώρες κάθε μέρα, ώστε ο Βενιζέλος να ενημερώσει επισταμένως τους εντολοδόχους του Αμερικανού προέδρου για τα εδαφικά αιτήματα της Ελλάδας. Ο Wilson είχε παρακαλέσει τον Βενιζέλο να συντάξει ένα κείμενο, όπου θα εξέθετε τις απόψεις του επί των εθνικών διεκδικήσεων· αυτό θα συντασσόταν στη γαλλική και την αγγλική και θα διανεμόταν στα κυριότερα μέλη των εκπροσώπων των Συμμάχων2.
Πράγματι, τα αιτήματα της Ελλάδας, ως προς τα εδάφη που διεκδικούσε συμπεριλήφθηκαν σε ένα πολυσέλιδο και μακροσκελές κείμενο, που συνέταξε ο Βενιζέλος, ο οποίος εργάστηκε επί δωδεκάωρο. Στο κείμενό του ανέλυε καταλεπτώς τις εθνικές διεκδικήσεις, στις οποίες περιλαμβανόταν και η Θράκη, περιοχή διεκδικούμενη από τη Βουλγαρία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στο Υπόμνημα αντικατοπτριζόταν το όραμα της Μεγάλης Ιδέας και συνιστούσε μια παρακαταθήκη, με ειδική εθνική βαρύτητα, δεδομένου ότι η Ελλάδα είχε εισέλθει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο πλευρό της Αντάντ, δίχως να προαπαιτήσει εδαφικά ανταλλάγματα, όπως για παράδειγμα είχε πράξει η Ιταλία, τον Απρίλιο του 1915.

Παρέλαση μπροστά από το νεοαποκτηθέν κτήριο της ελληνικής πρεσβείας, στην οδό Auguste Vacquerie, στο αριστοκρατικό 16° δημοτικό διαμέρισμα του Παρισιού, παρουσία του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Στις 30 Δεκεμβρίου 1918, ο Έλληνας πρωθυπουργός υπέβαλε στο Ανώτατο Συμβούλιο της Συνδιάσκεψης των Παρισίων το Υπόμνημα με τον τίτλο «Η Ελλάδα στο Συνέδριο της Ειρήνης», τις γενικές, κατευθυντήριες γραμμές, του οποίου ανέπτυξε στις 3 και 4 Φεβρουαρίου 1919, ενώπιον του Ανωτάτου Συμβουλίου. Στην πρώτη συνεδρίαση, μίλησε και για την Κύπρο, την οποία δεν περιλάμβανε στο Υπόμνημα, επειδή είχε την πεποίθηση πως η Μεγάλη Βρετανία προετίθετο να την εκχωρήσει στην Ελλάδα. Αναφέρθηκε και στη Βόρειο Ήπειρο, τη Θράκη και τις βλέψεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Βουλγαρίας επ’ αυτής, ενώ στην επόμενη συνεδρίαση, της 4ης Φεβρουαρίου, ανέλυσε το ζήτημα της Μικράς Ασίας.
Στις 12, 18 και 19 Φεβρουαρίου 1919, είχαν λάβει χώρα οι τρεις πρώτες συνεδριάσεις της Ελληνικής Επιτροπής, οι οποίες ήταν αφιερωμένες στο ζήτημα της Βορείου Ηπείρου, ενώ στις 20 Φεβρουαρίου, η Επιτροπή συζήτησε το θέμα της Θράκης. Την προηγούμενη μέρα, στις 19, είχε σημειωθεί απόπειρα δολοφονίας του προέδρου της Συνδιάσκεψης, Georges Clemenceau. Ο Maurice Barrès, της L’Homme Libre, θεωρούσε πως «ο δολοφόνος […] δεν έχει επιφορτιστεί από τη Γερμανία […αλλά] από την αναρχία· αλλά η Γερμανία επιχορηγεί την αναρχία». Σημεία των καιρών.
Στις πρώτες συνεδρίες, συζητήθηκε και το ζήτημα της Θράκης και φάνηκε πως οι σύνεδροι συμφωνούσαν στην απόδοση τόσο της Ανατολικής όσο και της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα, με την εξαίρεση του εδαφικού τμήματος, του κείμενου στην ανατολική πλευρά της γραμμής Αίνου-Μηδείας, το οποίο προόριζαν να ενταχθεί στο συζητούμενο να ιδρυθεί, διεθνές κράτος της Κωνσταντινούπολης, υπό την αίρεση, όμως, πως θα διασφαλιζόταν για τη Βουλγαρία να διακινεί τα εμπορεύματά της, μέσω του Αιγαίου Πελάγους. Μάλιστα, ο Αμερικανός αντιπρόσωπος, Day, σε μια από τις πρώτες συνεδριάσεις, αναφερόμενος στο ζήτημα της Δυτικής Θράκης, είχε υποστηρίξει πως το ζήτημα της οικονομικής διεξόδου της Βουλγαρίας δεν ήταν ικανό να ανατρέψει τις ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις, αν, δε, το έδαφος αυτό δινόταν στην Ελλάδα, θα μπορούσαν να υπολογίσουν στην εκτέλεση της ήδη δοθείσας, εκ μέρους της, υπόσχεσης για έξοδο στο Δεδεαγάτς ή στη Θεσσαλονίκη ή στην Καβάλα. Άλλωστε, η υλοποίηση αυτής της υπόσχεσης θα ετίθετο στην έγκριση της ΚτΕ και δεν εξηρτάτο από τους ίδιους. Ο Γάλλος αντιπρόσωπος, Gout, διευκρίνισε πως σε περίπτωση, που υιοθετείτο το προσχέδιο από τη Συνδιάσκεψη, η κύρωση της ΚτΕ θα εφαρμοζόταν σε εδαφικό τμήμα της Δυτικής Θράκης, δηλ. σε κομμάτι, που εκείνη τη στιγμή ανήκε στη Βουλγαρία. Όμως, το άρθρο 19 του Συμφώνου της ΚτΕ αναφερόταν σε εντολή (mandate), η οποία αφορούσε εδάφη, που θα συμπεριλαμβάνονταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Στη συνεδρίαση της 24ης Φεβρουαρίου, το Συμβούλιο των Δέκα άκουσε τον Αλβανό αντιπρόσωπο, Turkhan pasha, ο οποίος μίλησε για τις αλβανικές εδαφικές διεκδικήσεις και διατύπωσε την ευχή η χώρα του «να συμπεριληφθεί στην καινούργια μοιρασιά των βαλκανικών εδαφών». Στην ίδια συνεδρίαση, εκπρόσωποι της “μακεδονο-ρουμανικής κοινότητας” παρουσίασαν στους αρμόδιους των Συμμάχων και Συνασπισμένων Δυνάμεων, υπόμνημα, σχετικό με την Αλβανία. Μετά το πέρας των ακροάσεων, το Συμβούλιο θα συνεδρίαζε ύστερα από δύο μέρες, όπου θα συζητούνταν τα καίρια και επείγοντα προβλήματα, που ανέμεναν τη λύση τους: το δυτικό σύνορο της Γερμανίας και τη διανομή των εδαφών, τα οποία βρίσκονταν στην ανατολική ακτή της Αδριατικής.
Το ζήτημα των αλβανικών διεκδικήσεων, που ήταν άρρηκτα δεμένο με εκείνο της Βορείου Ηπείρου, όπως και το Θρακικό, συζητήθηκαν στη συνεδρίαση της 26ης Φεβρουαρίου, της Επιτροπής Ελληνικών Υποθέσεων, υπό την προεδρία του Jules Cambon. Όταν έλαβε το λόγο ο Έλληνας πρωθυπουργός, αναφέρθηκε στο θέμα της πληθυσμιακής σύνθεσης της περιοχής, στο θεσμικό πλαίσιο της προστασίας των μειονοτήτων από την ελληνική Πολιτεία και επανέλαβε, περιληπτικώς, τα όσα ανέλυε στο Υπόμνημά του. Παρουσίασε τον αριθμό των Ελλήνων, που συναπάρτιζαν το ελληνικό έθνος και κατοικούσαν στο βασίλειο της Ελλάδας και πέραν αυτού, σε περιοχές, όπου διαβιούσαν Έλληνες αδελφοί. Αυτές, ήταν κατά σειρά, η Βόρειος Ήπειρος, η Θράκη, η Κωνσταντινούπολη, η Μικρά Ασία, τα Νησιά του Αιγαίου Πελάγους και γινόταν μια περιορισμένη αναφορά στη Δωδεκάνησο. Το τμήμα, που αφορούσε στη Θράκη, ήταν εκτενές και σ’ αυτό ο Έλληνας πρωθυπουργός επιχειρούσε μια σε βάθος ιστορική αναδρομή.

Jules Cambon (1845-1935), Πρόεδρος της Επιτροπής Ελληνικών Υποθέσεων στη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης.

Τα κυριότερα σημεία αφορούσαν στο γεγονός πως η Βουλγαρία «εθεωρήθη επί μακρόν ως το προέχον εις τα Βαλκάνια στοιχείον», μια και πρώτη εκείνη, αν και αυτόνομη ηγεμονία, «απέκτησε στρατόν». Θεωρείτο η «Πρωσσία των Βαλκανίων», μικρότερη σε έκταση αμέσως μετά την Αλβανία, επιδίωξε «να επιβάλη δια της βίας την ηγεμονίαν της», οι προσφορές, που της έγιναν τα τελευταία χρόνια δεν κατέστη δυνατόν να ικανοποιήσουν τη φιλοδοξία της, επομένως οιαδήποτε εκδήλωση συμπάθειας προς αυτή δεν θα ήταν παρά «εκδήλωσις νοσηράς αισθηματολογίας και ενός πνεύματος αδικίας καταδήλου». Περιορίστηκε στο να υπενθυμίσει τις ωμότητες, στις οποίες είχαν προβεί οι Βούλγαροι κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου. Δεν παρέλειψε να επαναλάβει πως ο ίδιος είχε επιδείξει πνεύμα συμβιβασμού απέναντι στη Βουλγαρία, προσβλέποντας σε μια «βαλκανικήν ομοσπονδίαν», αλλά θα ήταν, πλέον, «παραφροσύνη» να πιστεύει κανείς πως θα δέχονταν οι Βούλγαροι δίχως «πονηράς υστεροβουλίας οιανδήποτε προσφοράν, η οποία θα τους εξασφάλιζε την ποθητήν των ηγεμονίαν». Η επίδειξη συγκαταβατικότητας, εκείνη τη στιγμή, θα αντετίθετο «προς την στοιχειώδη πολιτικήν ηθικήν». Διευκρίνισε πως επέμενε στην απομάκρυνση της Βουλγαρίας από τη θάλασσα, δεδομένου ότι, ήδη, διέθετε δύο λιμάνια στη Μαύρη θάλασσα, τη Βάρνα και το Μπουργκάς, ενώ η Ρουμανία διέθετε μόνο την Κωνστάντζα, ωστόσο αναγνώριζε πως για την κατασφάλιση των οικονομικών της συμφερόντων ήταν διατεθειμένος να παραχωρήσει «εμπορικήν διέξοδον», ανάλογη με εκείνη, που είχε αναγνωρίσει στη σύμμαχο Σερβία. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του προέδρου της Επιτροπής, δήλωσε πως η επιθυμία του ήταν να ορισθεί ως εμπορική διέξοδος στο Αιγαίο, το Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη), αλλά δεν θα αντιδρούσε αν η διέξοδος παραχωρείτο στη Θεσσαλονίκη ή στην Καβάλα. Αξιοπρόσεκτο είναι το ότι ο πρόεδρος, τον ρώτησε αν εννοούσε να παραχωρήσει η Ελλάδα στη Βουλγαρία, ένα ή περισσότερα λιμάνια και ο Έλληνας πρωθυπουργός απάντησε πως ένα λιμάνι ήταν προτιμότερο, ούτως ώστε «να μην αυξηθούν οι πιθανότητες διαφωνιών». Στην επισήμανση του προέδρου πως θα έπρεπε να φανεί πρόθυμος για την χρήση σιδηροδρόμου, ο Βενιζέλος απάντησε πως, αν η Συνδιάσκεψη αποφάσιζε «οι Βούλγαροι να έχουν είσοδο στην Καβάλα, θα αναλάβω εγώ ο ίδιος να εγκαταστήσω μια σιδηροδρομική γραμμή από την Καβάλα ως το βουλγαρικό σύνορο». Ο Βενιζέλος έμεινε ικανοποιημένος και αισιόδοξος από την όλη συζήτηση, γι’ αυτό και έγραψε στον Ρέπουλη πως ήταν στην ευχάριστη θέση να ενημερώσει ότι «αι επ’ αυτής διεκδικήσεις μας είναι από τούδε εξησφαλισμέναι εκ μέρους της επιτροπής, ήτις κατά πάσαν πιθανότητα θ’ αποφανθή όπως επιδικασθή ημίν η δυτική Θράκη […]». Στη συνεδρίαση της 27ης Φεβρουαρίου συζητήθηκε το ζήτημα της Θράκης, όπου μίλησαν οι Βαμβακάς και Αντωνιάδης, για το ζήτημα της Καβάλας, ο πρώτος και για το ζήτημα της Αδριανούπολης, ο δεύτερος. Και οι δύο εκπροσωπούσαν το οθωμανικό κοινοβούλιο.

Τα γεωγραφικά όρια της Βουλγαρίας, όπως προβλέπονταν από τις Συνθήκες της Κωνσταντινούπολης, του Αγίου Στεφάνου, του Βερολίνου, του Λονδίνου, του Βουκουρεστίου και του Νεϊγύ.

Αξίζει να σημειωθεί πως τις ίδιες εκείνες μέρες, στα τέλη Φεβρουαρίου, ο πρόεδρος Wilson βρισκόταν στις ΗΠΑ, όπου συζητούσε με τα μέλη των Επιτροπών των Εξωτερικών Υποθέσεων το ζήτημα της Κοινωνίας των Εθνών. Η συζήτηση κράτησε επί αρκετό χρονικό διάστημα και ο πρόεδρος δήλωνε πως «εάν οι ΗΠΑ δεν εισέρχονταν στην Ένωση, αυτή θα αποτύγχανε και θα προέκυπτε στην Ευρώπη ένα χάος και μια σύγχυση, που θα ξεπερνούσε κάθε περιγραφή». Τα υποστηριζόμενα από τον Αμερικανό πρόεδρο υποδήλωναν τις δυσκολίες, που συναντούσε στο εσωτερικό της χώρας του, στην προσπάθειά του να υποστηρίξει το δικό του δημιούργημα, την ΚτΕ, και προδήλωναν, ίσως, την αποτυχία της επικύρωσης της Συνθήκης Ειρήνης των Βερσαλλιών από την αμερικανική Γερουσία και κατ’ επέκταση την παρασπονδία των ΗΠΑ από τον νεοϊδρυόμενο οργανισμό.
Η στάση των Αμερικανών στη διάρκεια των συζητήσεων της Συνδιάσκεψης αναφορικά με το ζήτημα της Θράκης ήταν επαμφοτερίζουσα, γεγονός το οποίο, προφανώς και οφειλόταν στις φιλικές σχέσεις των δύο κρατών, ΗΠΑ και Βουλγαρίας. Στις ΗΠΑ, αλλά και στην έτερη ενδιαφερόμενη για τα Βαλκάνια και την Εγγύς Ανατολή, Δύναμη, την Ιταλία, οφειλόταν, εν πολλοίς, η καθυστέρηση της διευθέτησης του συγκεκριμένου ζητήματος. Οι Ιταλοί αντιπρόσωποι φάνηκαν, εκείνη την περίοδο, περισσότερο απαιτητικοί. Το ενδιαφέρον τους για την Αλβανία και για τις παράλιες περιοχές της Μικράς Ασίας πυροδοτούσε και δυσχέραινε τις συζητήσεις. Μάλιστα, την πρώτη μέρα του Μαρτίου έδειξαν την αντίθεσή τους καταθέτοντας δύο διακοινώσεις. Στην πρώτη, αναφέρονταν στη Δυτική Θράκη, για την οποία διετείνοντο πως μια προσεκτική εξέταση των εθνογραφικών δεδομένων θα αποδείκνυε πως δεν ήταν ευνοϊκά για την Ελλάδα «στο σύνολο των αιτουμένων εδαφών». Η ιταλική αντιπροσωπεία συμφωνούσε με τις άλλες αντιπροσωπείες, ωστόσο πολλοί λόγοι συνηγορούσαν στο να «εξεταστεί το ζήτημα σε βάθος». Τάσσονταν υπέρ της αναγνώρισης της βουλγαρικής κυριαρχίας στην Δεδέαγατς, δεδομένου ότι, συμφώνα «με τις στατιστικές, που παρουσιάστηκαν από τον κ. Βενιζέλο, οι Βούλγαροι πλειοψηφούν, έναντι των Ελλήνων […]». Προφανώς, με την απόδοση της Αλεξανδρούπολης στη Βουλγαρία θα εξυπηρετούνταν αποτελεσματικότερα τα οικονομικά συμφέροντά της.
Στο δεύτερο έγγραφο, της 1ης Μαρτίου, η ιταλική αντιπροσωπεία παρουσίαζε τους πιθανούς λόγους, για τους οποίους διατηρούσε επιφυλάξεις ως προς την απόδοση της Ανατολικής Θράκης στην Ελλάδα, οι οποίες φαίνονταν να έχουν άμεση σχέση με την «πιθανότητα υιοθέτησης ενός ειδικού καθεστώτος για την Κωνσταντινούπολη».
Ο πρόεδρος της Επιτροπής, επέμεινε στη διευθέτηση του Θρακικού και η Επιτροπή, σε Έκθεσή της, αφού έλαβε υπόψη τις επιφυλάξεις τόσο των Αμερικανών όσο και των Ιταλών, πρότεινε να παραχωρηθεί η Δυτική Θράκη στην Ελλάδα, δεδομένου ότι, όπως παραδεχόταν, «ο μουσουλμανικός πληθυσμός [της εν λόγω περιοχής] ήταν μάλλον ελληνικός παρά βουλγαρικός» και επομένως οι εθνικές διεκδικήσεις της Ελλάδας «υπερτερούσαν των βουλγαρικών». Ως προς την Ανατολική Θράκη, η Επιτροπή εξέφραζε την άποψη, την οποία και πρότεινε, να αποδοθεί στην Ελλάδα το κομμάτι, που δεν θα συμπεριλαμβανόταν στο εδαφικό τμήμα του κράτους της Κωνσταντινούπολης. Οι προτάσεις αυτές διατυπώθηκαν στην απόφαση της 6ης Μαρτίου, ωστόσο, το ζήτημα δεν διευθετήθηκε.

Robert Daniel Murphy (1894-1978), Επιτετραμμένος των ΗΠΑ στη Σόφια.

Στις 11 Μαρτίου, κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής, ο Day αιφνιδίασε τους συνδαιτυμόνες του, αφού συνέδεσε το ζήτημα της Δυτικής και της Ανατολικής Θράκης με το ζήτημα της Κωνσταντινούπολης, υποστηρίζοντας πως, όταν θα γνωστοποιείτο η εδαφική έκταση του κράτους της Πόλης, τα σύνορα των δύο περιοχών θα έπρεπε να υπόκεινται σε «απεριόριστη αναθεώρηση και τροποποίηση». Στις αντιρρήσεις, που εξέφρασαν οι περισσότεροι παρευρισκόμενοι, παρενέβη ο Castoldi, υπενθυμίζοντας τις ιταλικές θέσεις της 1ης Μαρτίου, κατά τις οποίες το ζήτημα των συνόρων των δύο περιοχών, της Ανατολικής και της Δυτικής Θράκης, «ήταν ακόμα ανοιχτό». Η μεταστροφή της αμερικανικής στάσης πρέπει να οφειλόταν και στην επιρροή, που άσκησε ο Αμερικανός επιτετραμμένος στη Σόφια, Murphy, ο οποίος από τον Φεβρουάριο είχε επηρεάσει τους ομοεθνείς του αντιπροσώπους στην Κεντρική Επιτροπή Εδαφικών Υποθέσεων, όταν φθάνοντας αυτοπροσώπως στο Παρίσι ανέλυσε τα επιχειρήματά του, δυναμιτίζοντας με τον τρόπο αυτό την προτεινόμενη λύση από την Επιτροπή Ελληνικών Υποθέσεων. Ο αντίλογος Βρετανών και Γάλλων, πως η απόφαση ήταν ήδη ειλημμένη, εφόσον η γραμμή Αίνου-Μήδειας ήταν μια υποθετική γραμμή, δεν στάθηκε ικανή να συγκεράσει τις διιστάμενες απόψεις.
Στις 30 Μαρτίου η Επιτροπή παρουσίασε στο Ανώτατο Συμβούλιο το οριστικό κείμενο της Αναφοράς (της 21ης Μαρτίου). Αυτή είχε αναθεωρηθεί από την Κεντρική Επιτροπή των Εδαφικών Υποθέσεων, των σχετικών με την Ελλάδα, όπου διατυπώνονταν οι θέσεις της. Ως προς το ζήτημα της Δυτικής Θράκης, ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως η Επιτροπή, αφού μελέτησε τις στατιστικές, που είχε στη διάθεσή της, «αναγνώριζε πως ο μη μουσουλμανικός πληθυσμός της Δυτικής Θράκης ήταν περισσότερο ελληνικός, παρά βουλγαρικός και, συνεπώς, οι εθνικές διεκδικήσεις της Ελλάδας είναι περισσότερο έγκυρες από εκείνες της Βουλγαρίας». Ως προς τον μουσουλμανικό πληθυσμό της Δυτικής Θράκης η Επιτροπή πίστευε πως αυτός «θα δεχόταν με μεγαλύτερη ευχαρίστηση» την ελληνική κυριαρχία παρά εκείνη της Βουλγαρίας. Στη συνέχεια μιλούσαν για την έξοδο της Βουλγαρίας στο Αιγαίο Πέλαγος, μέσω ενός λιμανιού, που θα παραχωρούσε η Ελλάδα. Σημαντική ήταν και η αναφορά στο αναμενόμενο άνοιγμα των Στενών, γεγονός, που θα διασφάλιζε στο μέλλον «ένα ελεύθερο πέρασμα στις εμπορικές μεταφορές της Βουλγαρίας από και προς τα λιμάνια της Βάρνας και του Μπουργκάς». Η απόφαση της Επιτροπής ήταν ομόφωνη «ως προς την παραχώρηση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα». Αναφερόταν πως η Ιταλία διατηρούσε κάποιες επιφυλάξεις και πως οι Αμερικανοί είχαν προτείνει ορισμένες, μικρές τροποποιήσεις στα σύνορα, που είχαν υποδειχθεί από τον Βενιζέλο.
Εκείνη την περίοδο, από τον Μάρτη του 1919 ως τον Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς, οπότε υποβλήθηκαν από τις Σύμμαχες Δυνάμεις οι όροι τη Ειρήνης στη βουλγαρική αντιπροσωπεία, το Θρακικό δεν επιλύθηκε. Κάποιες συζητήσεις, που έγιναν από τα τέλη Μαρτίου και τον Απρίλιο και τον Μάιο, σε επίπεδο στρατιωτικής ηγεσίας, ανάμεσα στον D’ Espérey, τον Παρασκευόπουλο και τον Κατεχάκη, για κατάληψη της Δυτικής Θράκης και της Αδριανούπολης, ναυάγησαν. Ο Γάλλος στρατιωτικός θεωρούσε πως έπρεπε να αναμένουν την απόφαση της Συνδιάσκεψης και ύστερα να δράσουν, ο δε Clemenceau, εξηγούσε πως «δεν πρόκειται να δράσουμε στη Θράκη· δεν το επιθυμούμε, διότι αυτό θα [οδηγούσε] σε μια άμεση σύγκρουση με τη Βουλγαρία».
Η μη επίλυση του Θρακικού, δεν οφειλόταν μόνο στις αντιτιθέμενες απόψεις ορισμένων εκ των μελών, που συμμετείχαν στις διαβουλεύσεις. Σημαντικό ρόλο έπαιζε και η συνεξέταση με τα άλλα και του τουρκικού ζητήματος από τα αρμόδια όργανα της Συνδιάσκεψης, ζήτημα, που ενδιέφερε άμεσα τις Μεγάλες Δυνάμεις και λόγω του ότι σ’ αυτό ήταν άρρηκτα προσδεμένο και το θέμα της κυριαρχίας επί της Κωνσταντινούπολης, άρα και ο έλεγχος επί του υδάτινου δρόμου των Στενών του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων. Επιπλέον, την άνοιξη, ο ελληνικός στρατός, εκτελώντας εντολή του Ανωτάτου Συμβουλίου της Συνδιάσκεψης στη συνεδρίαση της οποίας δεν συμμετείχε ο Ιταλός αντιπρόσωπος, για λόγους, που ανάγονταν στη σφαίρα της ιταλικής εσωτερικής πολιτικής, αποβιβαζόταν στη Σμύρνη, γεγονός που έθιγε τις βλέψεις της Ιταλίας σ’ εκείνο το γεωγραφικό τμήμα. Παραλλήλως, τα έκτροπα, που σημειώθηκαν στην περιοχή, παρείχαν στην Ιταλία την ευκαιρία να προβάλει την ιδέα της «θρακικής αυτονομίας» και επωφελούμενη από τη γενική αναταραχή να προξενήσει αναστάτωση στους συμμάχους της.
Οι φιλοβουλγαρικές ενέργειες, εκ μέρους της Ιταλίας, καταγγέλλονταν τον Μάιο του 1919 από τον Βενιζέλο στον Ορλάντο και ενημερώνονταν εμπιστευτικώς οι Lloyd George, Clemenceau και Wilson, για γεγονότα που σημειώνονταν στη Μακεδονία και είχαν σχέση με Ιταλούς υπαλλήλους και στρατιώτες, οι οποίοι διευκόλυναν έναν αρκετά μεγάλο αριθμό Βουλγάρων φυλακισμένων να αποδράσουν από τη Μακεδονία στη Βουλγαρία. Επιπλέον, Βούλγαροι ερχόμενοι από τη Στρούμιτσα (Στρώμνιτσα) εισέρχονταν στο ελληνικό έδαφος με ιταλικά αυτοκίνητα και ήσαν ενδεδυμένοι με ιταλικές στολές.

Οι ηγέτες των Μεγάλων Δυνάμεων Lloyd-George, Orlando, Clemenceau και Wilson.

Οι επόμενοι μήνες, κυρίως ο Ιούλιος και ο Αύγουστος, θα είναι μεστοί σημαντικών γεγονότων, δεδομένου ότι παρατηρούνται έντονες διαφοροποιήσεις των αμερικανικών και των ιταλικών θέσεων, ιδίως των πρώτων, οι οποίοι πριν από τα μέσα Ιουλίου, έχουν φέρει στην επιφάνεια το ζήτημα της Θράκης, υπεραμυνόμενοι της διατήρησης των βουλγαρικών συνόρων, δηλ. διατήρηση της βουλγαρικής κυριαρχίας όχι μόνο στη Δυτική Θράκη, κυριαρχία, που της είχε αναγνωρισθεί, βάσει της Συνθήκης Ειρήνης του Βουκουρεστίου, του Αυγούστου 1913, αλλά και στα εδάφη, που η χώρα είχε αποκτήσει το 1915, ύστερα από τη συμφωνία, που είχε υπογράψει με την Οθωμανική Αυτοκρατορία για έξοδό της στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων. Παραγνωρίζοντας την πολιτική των εκτοπισμών των Ελλήνων από την περιοχή και του εποικισμού με Βούλγαρους, έφτασαν μέχρι του σημείου να αντιστρέψουν πραγματικά γεγονότα και να τα εμφανίσουν ως αληθή, ισχυριζόμενοι πως η βουλγαρική κατοχή της Δυτικής Θράκης, από το 1913 και εξής, είχε οδηγήσει σε ενίσχυση, επομένως, σε υπεροχή του βουλγαρικού στοιχείου, έναντι του ελληνικού, σε σημείο, που τα όσα είχε επικαλεσθεί ο Βενιζέλος στο ιστορικό Υπόμνημά του, της 30ής Δεκεμβρίου 1918, για την πληθυσμιακή σύνθεση των συγκεκριμένων εδαφών, να μην ευσταθούν. Υπεραμύνονταν της άμεσης εξόδου της Βουλγαρίας στο Αιγαίο Πέλαγος, επικαλούμενοι οικονομικούς λόγους, μιλούσαν για αποκατάσταση της συντελεσθείσας «αδικίας», τον Αύγουστο του 1913. Βρετανοί και Γάλλοι αντέκρουσαν τις δοξασίες των Αμερικανών, οι οποίοι εκείνη τη στιγμή συνεπικουρούνταν και από τους Ιταλούς, υπογραμμίζοντας πως η καλή πίστη των συμμάχων της Βουλγαρίας, Ελλάδας και Σερβίας, οι οποίες της παραχώρησαν τη Δυτική Θράκη, τότε, δεν μπορούσε να λειτουργήσει τώρα. Δέχονταν τις θέσεις του Έλληνα πρωθυπουργού, ως προς την πληθυσμιακή σύνθεση της περιοχής, με τον Tardieu να δηλώνει αργότερα, στις αρχές Αυγούστου, πως «οι σφαγές δεν ήταν δυνατόν να δημιουργούν τίτλους κατοχής». Ας σημειωθεί πως ο Tardieu, στις 11 Ιουλίου, ενημέρωσε τον Βενιζέλο για το ενδεχόμενο η βουλγαρική ειρήνη να προβλέπει την απόδοση της Δυτικής Θράκης στις Σύμμαχες Δυνάμεις και όχι στην Ελλάδα. Με τον τρόπο αυτό το Θρακικό θα διευθετείτο μαζί με το Τουρκικό.
Σε αναφορά, της 21ης Ιουλίου, της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, εξετίθεντο οι απόψεις των Αμερικανών και των Ιταλών. Οι πρώτοι θεωρούσαν πως οι στατιστικές, που επικαλούνταν οι Έλληνες είχαν διενεργηθεί πριν από την εκχώρηση της Δυτικής Θράκης στη Βουλγαρία. Ύστερα από αυτό, μέρος του ελληνικού πληθυσμού αποχώρησε από την περιοχή «κι’ αυτή η έξοδος συνεχίστηκε, ενώ έφτανε ένα κύμα Βουλγάρων για να αντικαταστήσουν τους Έλληνες». Στο τέλος της αναφοράς τους, κατέληγαν στο γεγονός πως όλα τα στοιχεία, οικονομικά, εθνογραφικά, πολιτικά, ακόμα και «οι ισχύοντες τίτλοι», συνηγορούσαν στη «διατήρηση των βουλγαρικών συνόρων», όπως υφίσταντο τη δεδομένη στιγμή. Οι απόψεις της ιταλικής αντιπροσωπείας εναρμονίζονταν με εκείνες της αμερικανικής.

Πληθυσμιακή σύνθεση της Δυτικής Θράκης τον Οκτώβριο του 1919 (Πηγή: Στρατιωτικά Αρχεία της Γαλλίας).

Αν θέλαμε να κωδικοποιήσουμε τους λόγους για τους οποίους η αμερικανική αντιπροσωπεία υποστήριζε τις βουλγαρικές θέσεις, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πως η φιλοβουλγαρική στάση των ΗΠΑ είχε ρίζες στις ειδικές αποστολές, που δρούσαν στη Βουλγαρία επί χρόνια και εκφράστηκε με την άρνηση του Wilson να κηρύξει πόλεμο εναντίον της, παρά τις προτροπές των ηγετών της Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας. Ακόμα, η πεποίθηση του πολιτικού προσωπικού των ΗΠΑ, πως μετά την οκτωβριανή επανάσταση, του 1917, στη Ρωσία, η «ρωσική ιμπεριαλιστική απειλή» είχε εκλείψει για την Κωνσταντινούπολη, επομένως, δεν θεωρούσαν απίθανη την αποδοχή των βουλγαρικών αιτημάτων από τη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης. Επιπλέον, οι Αμερικανοί απομακρύνονταν, σταδιακά, από την Ευρώπη, επιστρέφοντας στην πολιτική του απομονωτισμού. Στο εσωτερικό πολιτικό τους τοπίο είχαν αρχίσει να διαφαίνονται οι αντιρρήσεις για την επικύρωση της Συνθήκης Ειρήνης των Βερσαλλιών, άρα και της μη συμμετοχής τους στην ΚτΕ. Άλλωστε, αμέσως μετά την Ανακωχή, στις 21 Νοεμβρίου 1918, η αμερικανική κυβέρνηση είχε δηλώσει πως «το σύστημα βοήθειας, που εγκαθιδρύθηκε για τις ανάγκες του πολέμου, θα τελείωνε (Renouvin)». Η δήλωση αφορούσε στον τερματισμό της οικονομικής βοήθειας, που οι ΗΠΑ είχαν παράσχει στους ευρωπαίους, αλλά προϊδέαζε και για την μετέπειτα στάση τους, ως προς το πολιτικό σκέλος. Επομένως, δεν είναι παράδοξο που οι Ευρωπαίοι ηγέτες φαίνονταν να εναντιώνονται στις προτάσεις τους.
Το επόμενο χρονικό διάστημα, η υπογραφή της γνωστής Συμφωνίας Βενιζέλου-Τιτόνι, της 29ης Ιουλίου 1919 θα συμβάλει στο να μεταστραφεί η θέση των Ιταλών, όχι, όμως και των Αμερικανών, οι θέσεις των οποίων οδήγησαν το Ανώτατο Συμβούλιο σε μια απόφαση, η οποία στόχευε στη διευκόλυνση της κατάστασης: διαχωρισμός των δύο ζητημάτων. Η Βουλγαρία θα εκχωρούσε τη Δυτική Θράκη στους Συμμάχους, στρατεύματα των οποίων, μαζί με ελληνικά, θα καταλάμβαναν τις συγκεκριμένες περιοχές. Το ζήτημα της Ανατολικής Θράκης θα διευθετείτο ομού με εκείνο της ειρήνης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στις 2 Σεπτεμβρίου η Κεντρική Επιτροπή Εδαφικών Υποθέσεων υπέβαλε στο Ανώτατο Συμβούλιο σχετική έκθεση, όπου ορίζονταν τα νότια σύνορα της Βουλγαρίας και το ζήτημα της οικονομικής διεξόδου της στο Αιγαίο Πέλαγος θα ρυθμιζόταν από άλλη Επιτροπή, αρμόδια για ανάλογα ζητήματα. Ο Tardieu πρότεινε ελληνικά στρατεύματα να μεταβούν στις περιοχές της Δυτικής Θράκης, που θα αποδίδονταν στην Ελλάδα, δηλ. στην Ξάνθη και την Γκιουμουλτζίνα (Κομοτηνή), ενώ τα υπόλοιπα εδαφικά τμήματα θα καταλαμβάνονταν από τις συμμαχικές Δυνάμεις. Στις 17 του μηνός τα βουλγαρικά στρατεύματα αποχωρούσαν από τη Δυτική Θράκη. Δύο μέρες αργότερα, στις 19, συνεδρίαζε στο Παρίσι το Ανώτατο Συμβούλιο και παρέδιδε στη βουλγαρική αντιπροσωπεία έγγραφο, όπου περιλαμβάνονταν οι όροι, που προτείνονταν για την επίτευξη της ειρήνης. Τον Οκτώβριο, κατόπιν εντολής της Συνδιάσκεψης, συμμαχικά στρατεύματα έφθαναν στη Δυτική Θράκη.
Η Βουλγαρία δεν είχε συμμετάσχει από την αρχή στις ειρηνευτικές συνομιλίες. Ανήκε στη χορεία των ηττημένων. Παρόλα αυτά, αμέσως μετά την Ανακωχή της Θεσσαλονίκης, στις 29 Σεπτεμβρίου 1918, είχε στραφεί προς τις ΗΠΑ ζητώντας να στείλουν αντιπροσωπεία στο Συνέδριο της Ειρήνης. Αλλά, οι ηττημένοι δεν είχαν λόγο στις επίσημες διαβουλεύσεις. Έστειλε, ακόμα, ένα υπόμνημα, όπου ζητούσε, μεταξύ άλλων, να περιληφθούν στις εδαφικές της διεκδικήσεις τόσο η Ανατολική όσο και η Δυτική Θράκη. Αργότερα, όταν ο Βενιζέλος ανέπτυξε τα επιχειρήματά του στη Συνδιάσκεψη, ο Todorov ζήτησε, μέσω της αμερικανικής πρεσβείας να της επιτραπεί η αποστολή εκπροσώπων της, ώστε να έχει «ανεπίσημες συνομιλίες με τους εκπροσώπους των υπολοίπων Βαλκανικών κρατών». Όμως, η απάντηση των ηγετών ήταν και πάλι αρνητική: δεν επιθυμούσαν να συζητηθούν «ξεχωριστά» τα βαλκανικά ζητήματα· επιπλέον, έπρεπε να αναμένουν ως την υπογραφή της γενικής Συνθήκης Ειρήνης, η οποία θα διευθετούσε τα προβλήματα με την πρωταίτια του Πολέμου, τη Γερμανία, γεγονός που αποτελούσε και το πρωταρχικό μέλημα των Συμμάχων. Έτσι, η βουλγαρική αντιπροσωπεία έφτασε στο Παρίσι στις 25 Ιουλίου, αλλά δεν συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις, αρκούμενη στην υποβολή ενός υπομνήματος, στη Συνδιάσκεψη, όπου εξέθετε τις απόψεις της αναφορικά με τα σχεδιαζόμενα σύνορά της με το κράτος των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, την Ελλάδα και τη Ρουμανία. Τους μήνες εκείνους, η βουλγαρική αντιπροσωπεία υπέβαλε στη Συνδιάσκεψη μια σειρά υπομνημάτων, στην προσπάθειά της να αποτρέψει τον εδαφικό της ακρωτηριασμό, προβάλλοντας ως επιχείρημα την υπεροχή του βουλγαρικού στοιχείου έναντι του ελληνικού, αλλά εις μάτην.

Αριστερά: Εντολή Clemenceau προς Franchet d’ Espèrey περί κατάληψης της Δυτικής Θράκης από τα γαλλικά στρατεύματα, 29 Σεπτεμβρίου 1919. Δεξιά: Σημείωμα περί εκκένωσης της Θράκης και της κοιλάδας του Στρυμώνα από τους Βούλγαρους, 11 Οκτωβρίου 1919 (Πηγή: Στρατιωτικά Αρχεία της Γαλλίας).

Τον Αύγουστο, διεξήχθησαν στη Βουλγαρία εκλογές, μέσα σ’ ένα κλίμα οικονομικής και κοινωνικής αναστάτωσης, από τις οποίες νικητής εξήλθε το Αγροτικό Κόμμα του Alexander Stamboliiski, που προχώρησε στο σχηματισμό κυβέρνησης με το Λαϊκό Κόμμα, εφόσον δεν είχε συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία. Πρωθυπουργός ορίστηκε ο Stamboliiski, ο οποίος επανήλθε στη Συνδιάσκεψη του Παρισιού, εκπροσωπώντας τη χώρα του και στις 4 Νοεμβρίου αντικατέστησε τον Todorov, που αρνείτο να υπογράψει την επαίσχυντη, όπως τη θεωρούσε, Συνθήκη Ειρήνης. Ο Stamboliiski ανέλαβε, κατ’ αυτόν τον τρόπο, το βάρος της ειρήνευσης της Βουλγαρίας με τους νικητές του πολέμου, υπογράφοντας «ακόμα και μια κακή ειρήνη», όπως δήλωνε.
Ο Todorov είχε εκπροσωπήσει την χώρα του στη συνεδρίαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1919, στη διάρκεια της οποίας οι όροι της Συνθήκης Ειρήνης είχαν γνωστοποιηθεί στη βουλγαρική αντιπροσωπεία. Ο πρόεδρος Clemenceau, απευθυνόμενος προς τον Todorov, του παρέδωσε τον τόμο, όπου περιλαμβάνονταν οι κατευθυντήριες γραμμές της ειρήνης. Οι Βούλγαροι θα έπρεπε μέσα σε δέκα πέντε μέρες να εκθέσουν τις απόψεις τους, εγγράφως, ενώ το Ανώτατο Συμβούλιο, θα μελετούσε το βουλγαρικό υπόμνημα, στο οποίο θα απαντούσε εγγράφως στη βουλγαρική αντιπροσωπεία, προσδιορίζοντας τον ακριβή χρόνο μέσα στον οποίο όφειλε να δώσει μια συνολική και «οριστική» απάντηση. Ο Todorov διάβασε στη συνέχεια το υπόμνημά του, το οποίο είχε συντάξει στη γαλλική. Επέρριψε την ευθύνη για την εμπλοκή της χώρας του στον πόλεμο, στον βασιλιά Φερδινάνδο και στην κυβέρνηση Radoslavoff· ανέφερε πως κατηγορούν τη χώρα του για «ιμπεριαλιστική πολιτική», όμως οι Βούλγαροι ιθύνοντες δεν επιθυμούσαν παρά την «απελευθέρωση των αδελφών της φυλής τους, που το Συνέδριο του Βερολίνου άφησε υπό την οθωμανική κυριαρχία». Οι διεκδικήσεις τους αφορούσαν περιοχές, οι οποίες είχαν αναγνωριστεί με το φιρμάνι του 1871, από την πρεσβευτική Συνδιάσκεψη (της Κωνσταντινούπολης), του Δεκεμβρίου 1876 και από τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878). Διευκρίνισε πως «τα νόμιμα όρια της Βουλγαρίας είναι η ιστορία, η εθνογραφία, οι διεθνείς πράξεις, που τα καθόρισαν μ’ έναν τρόπο αναντίρρητο». Ολοκλήρωσε την ομιλία του, επισημαίνοντας πως το «δίκαιο και η δικαιοσύνη νίκησαν στον πόλεμο». Είναι, «με ένα δημοψήφισμα, που θα θριαμβεύσουν οριστικώς μέσα στην ειρήνη».

“H Βουλγαρία στο πλευρό μας”. Γερμανική καρτ-ποστάλ του 1915.

Στο κείμενο, που δόθηκε στη βουλγαρική αντιπροσωπεία, περιγράφονταν λεπτομερώς οι όροι, βάσει των οποίων θα αποκαθίστατο η ειρήνη ανάμεσα στη Βουλγαρία και στους νικητές του πολέμου. Από γεωγραφικής άποψης οριζόταν, πως στα βόρεια, τα σύνορα με τη Ρουμανία, θα παρέμεναν τα ίδια. Προς δυσμάς, τα σύνορα με το κράτος των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων δεν θα μεταβάλλονταν, θα διατηρούνταν, σε γενικές γραμμές, τα ίδια με τα παλιά σερβοβουλγαρικά σύνορα, αλλά η Βουλγαρία θα του εκχωρούσε μικρά, κομμάτια εδάφους και σ’ αυτά περιλαμβανόταν η Στρούμιτσα με την περιφέρειά της. Στα νότια, γινόταν μια περιορισμένη τροποποίηση, ενώ προς ανατολάς, σύνορο θα παρέμενε η Μαύρη Θάλασσα, όπως ίσχυε και πριν. Ως προς τη Θράκη, η Βουλγαρία παραιτείτο υπέρ των Συμμάχων και Συνασπισμένων Δυνάμεων από κάθε τίτλο και δικαίωμα επί των εδαφών αυτών, που άλλοτε ανήκαν στη Βουλγαρική Μοναρχία και τα οποία, ευρισκόμενα πέραν των καινούργιων βουλγαρικών συνόρων, δεν είχαν ακόμα εκχωρηθεί σε κανένα κράτος. Η Βουλγαρία δεσμευόταν πως θα δεχόταν οποιαδήποτε απόφαση λάμβαναν οι Μεγάλες Δυνάμεις και θα αφορούσε τη συγκεκριμένη, γεωγραφική περιοχή, ενώ, οι Δυνάμεις, από την πλευρά τους, δεσμεύονταν πως θα εξασφαλίσουν στη Βουλγαρία μια οικονομική διέξοδο, στο Αιγαίο Πέλαγος.
Η κατάσταση για την Ελλάδα δεν προγραφόταν ευοίωνη. Τούτο διαπίστωνε και ο Νικόλαος Πολίτης, όταν, στις 24 Σεπτεμβρίου, πέντε μέρες ύστερα από την προαναφερθείσα συνεδρίαση, έγραφε στον Διομήδη πως: «Ο λαός, φαντάζεται, γενικώς, πως έχουμε επιτύχει μεγάλες [επιτυχίες] και ότι οι υποθέσεις μας βρίσκονται σ’ έναν καλό δρόμο προς την επίλυση. Δυστυχώς, η αλήθεια είναι ότι τα ζητήματά μας είναι ακόμα σε εκκρεμότητα και το Θρακικό ζήτημα, στο οποίο είναι επικεντρωμένη η προσοχή όλων των Ελλήνων, συναντά την δηλωθείσα εχθρότητα των ΗΠΑ. Αυτή η αργοπορία έχει δημιουργήσει μια γενική νωθρότητα, η οποία μπορεί να επισκιάσει το πρωταρχικό ενδιαφέρον μας, που βρίσκεται στο Τουρκικό ζήτημα και το οποίο, δυστυχώς, θα είναι το τελευταίο, που θα επιλυθεί». Πράγματι, η επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών καθυστερούσε. Τα γεγονότα του Μαΐου, είχαν δυσαρεστήσει τη διεθνή κοινότητα αλλά και τους Συμμάχους στο Παρίσι. Τρεις μέρες μετά τη συνεδρίαση της 19ης Σεπτεμβρίου, ο Βενιζέλος απευθυνόταν στον αρχιστράτηγο, Λεωνίδα Παρασκευόπουλο, και τον ειδοποιούσε πως ενόψει της απόφασης του Ανωτάτου Συμβουλίου να διατάξει κατάληψη της Δυτικής Θράκης από ελληνικά και συμμαχικά στρατεύματα, πριν από τη συνομολόγηση της ειρήνης με τη Βουλγαρία, θα έπρεπε να φροντίσει για την ηρεμία της περιοχής, δεδομένου ότι «[ε]πανάληψις παρεκτροπών θα εσημείωνεν οριστικόν ναυάγιον όλων των εθνικών μας διεκδικήσεων».
Ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν αρκέστηκε στα παραπάνω. Στις 27 Σεπτεμβρίου, οχτώ μέρες αφότου υποβλήθηκαν στη Βουλγαρία οι όροι της Ειρήνης, απευθυνόταν στον Αμερικανό πρόεδρο και διευκρίνιζε πως με το μήνυμα, που του είχε διαβιβάσει μέσω του Polk, στις 24 Σεπτεμβρίου, είχαν επιβεβαιωθεί οι φόβοι του πως «η άρνησή του να αποδεχθεί την παραχώρηση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα βασιζόταν, κυρίως, αν όχι εξολοκλήρου, στην υπόθεση πως το ελληνικό στοιχείο στη Θράκη ‘δεν διαθέτει καθαρή προτεραιότητα’». Υπενθύμιζε στον Αμερικανό πρόεδρο τα όσα είχαν σημειωθεί τον περασμένο Φεβρουάριο, όπου η Επιτροπή των Ελληνικών Υποθέσεων αντιμετώπισε θετικά τη διεκδίκηση της Θράκης από την Ελλάδα και μάλιστα ο Αμερικανός αντιπρόσωπος είχε συμπαραταχθεί με τους εκπροσώπους της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας. Επόμενο ήταν να πιστεύει πως «το ζήτημα της Θράκης θα ρυθμιζόταν επ’ ωφελεία της Ελλάδας». Ο Wilson παρέμεινε αμετάπειστος· μάλιστα, θεωρούσε πως το βόρειο τμήμα της Ανατολικής Θράκης έπρεπε να αποδοθεί στη Βουλγαρία και συγκεκριμένα οι περιοχές της Αδριανούπολης και των Σαράντα Εκκλησιών (Kirk-Kilissé).
Το Νοέμβριο του 1919, το Παρίσι, βίωνε την πρώτη επέτειο της Ανακωχής της Rethondes. Στις 11 του μηνός συμπληρωνόταν ένας χρόνος από την ημέρα, που οι Σύμμαχες και Συνασπισμένες Δυνάμεις είχαν υπογράψει με τη Γερμανία την ομώνυμη Ανακωχή, που έθεσε τέλος στις εχθροπραξίες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και άνοιξε το δρόμο για τις διαβουλεύσεις της ειρήνης. Όμως, εορτασμοί δεν υπήρξαν, δεδομένου ότι ο Γάλλος πρωθυπουργός, Clemenceau, θεωρούσε πως εξαιτίας της προεκλογικής περιόδου, δεν θα λάβαινε χώρα καμία «επίσημη τελετή», εκτός από περιορισμένες, προερχόμενες από την ιδιωτική πρωτοβουλία. Την ίδια στιγμή, στις ΗΠΑ, ο Wilson συναντούσε δυσκολίες στην επικύρωση της Συνθήκης Ειρήνης των Βερσαλλιών από το αμερικανικό Κογκρέσο, ενώ στη Γαλλία δεν εκδίδονταν, παρά ελάχιστες, εφημερίδες, από τις 11-12 του μηνός έως τα τέλη του μήνα, λόγω της απεργίας, που είχαν κηρύξει οι εκδότες του Τύπου.
Στις 12 Νοεμβρίου το Ανώτατο Συμβούλιο είχε λάβει απόφαση, σύμφωνα με την οποία τα ζητήματα, τα αφορώντα στη διοίκηση της Σμύρνης θα εξετάζονταν από την Επιτροπή των Ελληνικών Υποθέσεων, όπου συζητήθηκαν στις 17 και 19 Νοεμβρίου, σε τέσσερις συνεδρίες. Οκτώ μέρες αργότερα, στις 27 Νοεμβρίου 1919, υπογραφόταν, ανάμεσα στη Βουλγαρία και τις Σύμμαχες και Συνασπισμένες Δυνάμεις, η Συνθήκη Ειρήνης του Νεϊγύ (Neuilly-sur-Seine) και την ίδια μέρα υπογράφηκε και η ομώνυμη Σύμβαση Περί Αμοιβαίας και Εθελούσιας Μεταναστεύσεως των Ελληνοβουλγαρικών Μειονοτήτων, μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας. Το κράτος των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, καθώς και η Ρουμανία, υπέγραψαν λίγες μέρες αργότερα. Η Συνθήκη Ειρήνης περιλάμβανε 13 Μέρη, που υποδιαιρούνταν σε 5 Τμήματα και 296 άρθρα. Το πρώτο Μέρος ήταν αφιερωμένο στο ιδρυτικό Σύμφωνο της Κοινωνίας των Εθνών, παραπέμποντας στη Συνθήκη Ειρήνης των Βερσαλλιών, που είχε υπογραφεί πέντε μήνες νωρίτερα και ήταν προσαρτημένο στην καινούργια Συνθήκη, πρακτική που ίσχυσε για όλες τις Συνθήκες Ειρήνης. Το δεύτερο Μέρος αφορούσε στα σύνορα της Βουλγαρίας με τα γειτονικά της κράτη· στο κράτος των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων εκχωρούσε ορισμένα εδαφικά τμήματα, χάνοντας μακεδονικά εδάφη, ενώ τα σύνορα με την Ρουμανία επανέρχονταν στα προ του 1913. Το τρίτο Μέρος, υπό τον τίτλο Πολιτικοί Όροι, περιλάμβανε ξεχωριστά Τμήματα. Στο Τμήμα II και στα άρθρα 42 έως 47, περιλαμβάνονταν όροι, που ρύθμιζαν ζητήματα αφορώντα τις σχέσεις Ελλάδας-Βουλγαρίας. Στο Τμήμα III, υπό το όνομα Θράκη, περιλαμβανόταν το μοναδικό άρθρο, αρ.48.Με αυτό, η Βουλγαρία «παραιτείται υπέρ των Προεχουσών Συμμάχων και Συνησπισμένων Δυνάμεων παντός δικαιώματος και τίτλου αυτής επί των εκείθεν των νέων συνόρων της Βουλγαρίας-ως ταύτα περιγράφονται εν τω άρθρω 27 εδαφ. 3ον του Β΄ Μέρους (Σύνορα της Βουλγαρίας)-κειμένων εδαφών της Θράκης, άτινα ανήκον τη Βουλγαρική Μοναρχία, το γε νυν δ’ έχον δεν αποτελούσιν αντικείμενον εδαφικής παραχωρήσεως». Στο ίδιο άρθρο οι Δυνάμεις αναλάμβαναν την υποχρέωση να «εξασφαλίσωσι την ελευθέραν οικονομικήν διέξοδον της Βουλγαρίας προς το Αιγαίον Πέλαγος. Οι όροι της εξασφαλίσεως ταύτης θέλουσι μεταγενεστέρως καθορισθή».

Η βουλγαρική αντιπροσωπεία εξέρχεται από το Δημαρχιακό Μέγαρο του Νεϊγύ, κομίζοντας το τελικό κείμενο της ομώνυμης Συνθήκης Ειρήνης (Πηγή: Gallica/Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας).

Το Δ΄ Τμήμα αφορούσε στην προστασία των Μειονοτήτων και σ’ αυτό περιλαμβανόταν το άρθρο 56, § 2, βάσει του οποίου προβλεπόταν η υπογραφή της Ελληνοβουλγαρικής Σύμβασης Περί Αμοιβαίας και Εθελούσιας Μετανάστευσης των εθνικών, θρησκευτικών και γλωσσικών μειονοτήτων, που κατοικούσαν στα δυο κράτη, η οποία, όπως προείπαμε, υπογράφηκε την ίδια μέρα με τη Συνθήκη Ειρήνης. Σημαντικά ήταν και τα άρθρα της Συνθήκης, που επέβαλαν στην ηττημένη Βουλγαρία όρους, περιοριστικούς της κυριαρχίας της, αφορώντες στον αφοπλισμό της (είχε δικαίωμα να διατηρεί μισθοφορικό στρατό, η δύναμη του οποίου δεν θα ξεπερνούσε τις 20.000 άνδρες) και στην υποχρέωσή της να καταβάλει επανορθώσεις στους νικητές του πολέμου, ύψους 2.250.000 εκατομμυρίων χρυσών φράγκων. Η εφαρμογή των συγκεκριμένων όρων από τις βουλγαρικές κυβερνήσεις πόρρω απείχε από τα οριζόμενα στη Συνθήκη.
Η γνωστοποίηση της υπογραφής της Συνθήκης Ειρήνης του Νεϊγύ είχε γίνει δεκτή με ενθουσιασμό από μερίδα του συμπολιτευόμενου τύπου. Η εφημερίδα Οι Καιροί αφιέρωνε ένα σημαντικό, πρωτοσέλιδο άρθρο στο γεγονός και επισήμαινε πως, βάσει αυτής, η Ελλάδα αναγνωριζόταν ως η νικήτρια χώρα και έπρεπε «να διατελή εν επιφυλακή απέναντι της δολίας γείτονος, ήτις παρά τας εντός 10ετίας συνεχείς ήττας αυτής, εξακολουθεί πάντοτε να ελλοχεύη και να διατηρή το αίσθημα της εκδικήσεως». Και όντως, οι σχέσεις Ελλάδας-Βουλγαρίας γνώρισαν περιόδους οξύτατης έντασης κατά τη μεσοπολεμική περίοδο, σε πολλά επίπεδα.

Αριστερά: Το πλήρες κείμενο της Συνθήκης του Νεϊγύ. Δεξιά: Η επικύρωση από τον τσάρο της Βουλγαρίας και την κυβέρνηση της Σόφιας (15 Φεβρουαρίου 1920).

Δεν υπερβάλλουμε, επομένως, αν υποστηρίξουμε πως η Συνθήκη Ειρήνης του Νεϊγύ δεν διευθετούσε τις ελληνοβουλγαρικές εκκρεμότητες κατά τρόπο οριστικό. Και τούτο, διότι δεν προέβλεπε την κατακύρωση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα. Συγκρινόμενη με τη Συνθήκη του Λονδίνου, του Μαΐου 1913, η οποία έθετε τέρμα στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο αλλά άφηνε ορθάνοιχτη την πόρτα για το ξέσπασμα του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου και με την μη οριστική κατακύρωση των απελευθερωθέντων νησιών του Βορειοανατολικού Αιγαίου στην ελληνική επικράτεια και, επομένως, την μη νομική τους κατοχύρωση, το ζήτημα περιπλέχθηκε σε σημείο τέτοιο, ώστε να επιλυθεί, οριστικά ύστερα από δέκα χρόνια. Η οριστική ρύθμιση του ζητήματος της Δυτικής Θράκης επήλθε ύστερα από τέσσερα χρόνια.
Η Συνθήκη του Νεϊγύ εναπέθεσε στις Μεγάλες Δυνάμεις, τις νικήτριες του πολέμου, τη διευθέτηση του συγκεκριμένου θέματος. Η μεσολάβηση του ελληνοτουρκικού πολέμου, του 1919-1922, ακύρωσε τη Συνθήκη Ειρήνης των Σεβρών, στην οποία είχε περιληφθεί η Συνθήκη Περί Θράκης, η οποία, όμως, εντάχθηκε στη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης, ως αναπόσπαστο τμήμα της. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η περιοχή της Δυτικής Θράκης ενσωματώθηκε στον κορμό του ελληνικού κράτους, οριστικώς και αμετακλήτως.
Ωστόσο, η αναγνώριση της ελληνικής κυριαρχίας επί της Δυτικής Θράκης, είχε χρειαστεί να επιβεβαιωθεί και κατά τη διάρκεια των ειρηνευτικών διαβουλεύσεων στη Συνδιάσκεψη της Λωζάννης. Κατά τις πρώτες μέρες των συνομιλιών, στις 9/22 Νοεμβρίου, ο Τούρκος αντιπρόσωπος, Ismet Pasha, με αφορμή τη συζήτηση για την Ανατολική Θράκη, πρότεινε τη διενέργεια δημοψηφίσματος για τη Δυτική. Όμως, η αντίδραση του Έλληνα αντιπροσώπου, του Ελευθερίου Βενιζέλου, ήταν άμεση. Συγκεκριμένα, τόνισε πως «Η τύχη αυτής της περιοχής ρυθμίστηκε από μια συνθήκη, η οποία είναι απολύτως ανεξάρτητη από τη συνθήκη των Σεβρών». Έργο της Συνδιάσκεψης ήταν η αναθεώρηση της εν λόγω Συνθήκης και όχι να επανασυζητήσει άλλες συνθήκες, οι οποίες «έχουν υπογραφεί, έχουν επικυρωθεί από τους Συμμάχους και εφαρμόζονται». Η Συνθήκη του Νεϊγύ προβλέπει τα σχετικά με την εν λόγω περιοχή και η Τουρκία δεν έχει καμία σχέση με τη Συνθήκη, δοθέντος ότι και πριν από τον πόλεμο η Δυτική Θράκη δεν της ανήκε, την είχε εκχωρήσει στη Βουλγαρία, κατόπιν διαπραγματεύσεων, και την είχε εγκαταλείψει «αυτοβούλως». Οι θέσεις του Βενιζέλου υποστηρίχτηκαν και από τον Βρετανό αντιπρόσωπο, τον Λόρδο Curzon, ο οποίος αντέδρασε και στο δημοψήφισμα, υποστηρίζοντας πως τούτο δεν αποτελούσε «κριτήριον ασφαλές κατόπιν των επελθουσών αλληλοδιαδόχων εγκαταστάσεων και εξόδων πληθυσμών διαφόρων φυλών». Θέση, δηλ., ανάλογη με εκείνη, που είχε λάβει ο Tardieu στις συζητήσεις του Παρισιού, το 1919.
Το 1919, ο Βενιζέλος, επιστρέφοντας στην Ελλάδα από το ταξίδι του στο Παρίσι, όπου ο ίδιος και ο Νικόλαος Πολίτης είχαν υπογράψει την ειρήνη με τη Βουλγαρία, μετέβη στην πλατεία Συντάγματος και απευθυνόμενος προς το πλήθος, που είχε συγκεντρωθεί, εξηγούσε πως η μόλις υπογραφείσα διεθνής πράξη συνιστούσε έναν «από τους ιστορικωτέρους σταθμούς της εθνικής μας ιστορίας». Υπενθύμιζε, δε, πως τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου την είχε χαρακτηρίσει ως τον «Καταστατικόν Χάρτην της Βαλκανικής Χερσονήσου». Όμως, σε συνέντευξή του, που αναδημοσιευόταν από την εφημερίδα Μακεδονία, της 19ης Νοεμβρίου, δήλωνε: «Η Ελλάς, […] είνε ίσως η μόνη χώρα, της οποίας ουδέν εθνικόν ζήτημα ελύθη οριστικώς, αλλ’ όμως βεβαιώ ότι είμαι ικανοποιημένος εκ των λύσεων, ας έχει υπόψει της η Συνδιάσκεψις. Εις Παρισίους θα επανέλθω ευθύς ως έλθη και αύθις επί του τάπητος το τουρκικόν πρόβλημα». Τα λεγόμενά του αντικατόπτριζαν και το περιεχόμενο της Συνθήκης, που μόλις είχε υπογράψει και προδιέγραφαν τις διαψευσθείσες ελπίδες, όπως αποδείχθηκε, στην εξελικτική πορεία της ιστορίας, για την αναγνώριση της ελληνικής κυριαρχίας σ’ ένα τμήμα της Μικράς Ασίας.
Treaties of World War I

Η Αρετή Τούντα-Φεργάδη είναι Ομότιμη Καθηγήτρια Ελληνικής Διπλωματικής Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

Σημειώσεις

1. Ως και τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, οι όροι Ανατολική και Δυτική Θράκη υποδήλωναν γεωγραφικές περιοχές, με διαχωριστικό σύνορό τους τον Έβρο ποταμό και τον παραπόταμό του, Τούντζα. Διαρκούντος του Μεγάλου Πολέμου, η Δυτική Θράκη τελούσε υπό βουλγαρική κατοχή και η Ανατολική, υπό οθωμανική. Με βάση τα ελληνικά στατιστικά στοιχεία του 1914 οι Έλληνες των περιοχών ανέρχονταν, συνολικά, στις 573.000, οι Τούρκοι στις 514.000 και οι Βούλγαροι στις 140.000. Βάσει, των αντίστοιχων οθωμανικών, της ίδιας χρονιάς, οι Έλληνες υπολογίζονταν στις 310.935, οι Τούρκοι στις 722.862 και οι Βούλγαροι στις 68.656.
2. Σ’ όλη τη διάρκεια των διαβουλεύσεων ο Βενιζέλος εργάστηκε παρασκηνιακά, ώστε να προωθήσει τα ελληνικά δίκαια και εθνικά συμφέροντα.

Επιλεκτική Βιβλιογραφία

Αθήναι
Μακεδονία
Οι Καιροί
L’Homme Libre
Le Gaulois
Le Matin
Le Temps
Ελληνικά Διπλωματικά Έγγραφα, Τόμος Γ΄, Αθήνα, Υπουργείο Εξωτερικών-Εθνικό Τυπογραφείο, 1994.
Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ των Συμμάχων και Συνησπισμένων Δυνάμεων και της Βουλγαρίας μετά του Προσθέτου Πρωτοκόλλου, Υπογραφείσα εν Νεϊγύ τη 14-27 Νοεμβρίου 1919, Εν Αθήναις, Εκ του Εθνικού Τυπογραφείου 1919.
Σύμβασις μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας περί Αμοιβαίας Μεταναστεύσεως των Μειονοτήτων, υπογραφείσα εν Νεϊγύ, τη 14/27 Νοεμβρίου 1919, Εθνικόν Τυπογραφείον, 1919.
International Documentation on Macedonia, The Paris Peace Conference, 1919-1920. The Frontiers of Bulgaria, Geneva 1979.
Martens, N.R.G., Nouveau recueil général de traités 3 Série, t. XII, no 70, pp. 323-423.
Παξιμαδοπούλου-Σταυρινού, Μιράντα, Η Δυτική Θράκη στην Εξωτερική Πολιτική της Βουλγαρίας. Το ζήτημα της βουλγαρικής οικονομικής διεξόδου στο Αιγαίο, 1919-1923, Αθήνα, Gutenberg, 1997.
Τούντα-Φεργάδη, Αρετή, Η Εξωτερική Πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων στο Μεσοπόλεμο, Αθήνα, Ι. Σιδέρις, 2005².
Στεφάνου, Στέφανος (επιμ.), Ελευθερίου Βενιζέλου, Τα Κείμενα, Τόμος Β΄, Αθήνα, Λέσχη Φιλελευθέρων/Μνήμη Ελευθερίου Βενιζέλου, 1981.
Kitsikis Dimitri, Propagande et pressions en politique internationale. La Grèce et ses revendications à la Conférence de la Paix, 1919-1920, Paris, Presses Universitaires de France, 1963.
Macmillan, Margaret, Οι Ειρηνοποιοί. Έξι μήνες που άλλαξαν τον κόσμο, μετάφραση Νίκος Κούρκουλος, [Αθήνα], εκδόσεις Θεμέλιο, 2005.
Petsalis-Diomidis, N., Greece at the Paris Peace Conference, 1919, Thessaloniki, Institute for Balkan Studies, 1978.
Renouvin, Pierre, Histoire des Relations Internationales, Tome VII, Paris, Hachette, 1957.

Ο Σάββας Καλεντερίδης γεννήθηκε στη Βέργη Σερρών το 1960. Το 1977 εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε το 1981, ως ανθυπίλαρχος. Υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες των τεθωρακισμένων και των καταδρομών και σε κρίσιμες θέσεις στο εξωτερικό. Το Μάρτιο του 2000, ενώ φοιτούσε στην Ανωτάτη Σχολή Πολέμου, παραιτήθηκε από τις τάξεις του Ελληνικού Στρατού, με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Από το φθινόπωρο του 2000 ίδρυσε και διευθύνει τον εκδοτικό οίκο Ινφο-Γνώμων. Με το ψευδώνυμο Κώστας Νικοπολίδης μετέφρασε από τα τουρκικά και επιμελήθηκε την έκδοση του βιβλίου "Κράτος συμμορία", Εκδόσεις Τουρίκη, ενώ μετέφρασε από τα τουρκικά και την "Έκθεση Σουσουρλούκ", που συμπεριλήφθηκε στο ομώνυμο βιβλίο των Εκδόσεων Α.Α. Λιβάνη. Σε συνεργασία με το ίδρυμα "Φίλοι Λαογραφικού Μουσείου Μέλπως Μερλιέ" συμμετείχε και προλόγισε την έκδοση του διπλού CD "Τραγούδια του Πόντου, Ηχογραφήσεις του 1930" και του CD "Τραγούδια από τις παράλιες πόλεις του Πόντου και της Μικράς Ασίας". Επιμελήθηκε επίσης της έκδοσης του δίτομου έργου "Ανάλυση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, Μύθος και πραγματικότητα", του βιβλίου "Οι μειονότητες στην Τουρκία" και των ιστορικών ταξιδιωτικών οδηγών "Κάτω Ιταλία - Μεγάλη Ελλάδα", "Σικελία", "Ρόδος - Σύμη - Καστελόριζο - Καρία - Λυκία", "Χίος - Σμύρνη", "Βουλγαρία - Ανατολική Ρωμυλία", "Καππαδοκία - Κεντρική Ανατολία" και "Κωνσταντινούπολη - Μαρμαράς". Έγραψε τους ιστορικούς ταξιδιωτικούς οδηγούς "Κοζάνη, στην αγκαλιά των βουνών", "Ιωνία, Σάμος - Έφεσος - Μίλητος - Πριήνη", "Δυτικός Πόντος, Βιθυνία - Παφλαγονία" και "Ανατολικός Πόντος, Κοτύωρα - Κερασούντα - Τραπεζούντα - Αργυρούπολη - Καρς". Αναλύσεις και άρθρα του Σάββα Καλεντερίδη, με κύριο θέμα την Τουρκία και άλλα περιφερειακά ζητήματα, έχουν δημοσιευθεί στις εφημερίδες "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία" και "Παρόν" και στα περιοδικά "Άμυνα και διπλωματία", "Απόρρητο Δελτίο" και "Διπλωματία".

Γενικά θέματα

Η πετρελαϊκή «μάχη» που ενώνει Τραμπ-Πούτιν και δισεκατομμυριούχους του Κόλπου

Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».

Η συμφωνία, η οποία δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί και τελεί υπό την αίρεση της έγκρισης της αμερικανικής κυβέρνησης και του Κρεμλίνου, αφορά ένα εκτεταμένο χαρτοφυλάκιο πετρελαιοπηγών, διυλιστηρίων και πρατηρίων καυσίμων της Lukoil σε διάφορες χώρες.

Σύμφωνα με τους «New York Times», στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται κοινοπραξία με επικεφαλής τον Αμερικανό επενδυτή Τοντ Μπόελι, στην οποία συμμετέχουν επίσης επενδυτικοί όμιλοι από τη Μέση Ανατολή. Στην προτεινόμενη συμφωνία συμμετέχει και η αμερικανική κυβέρνηση, μέσω της U.S. International Development Finance Corporation (DFC).

 Στο τραπέζι των συνομιλιών Τραμπ-Πούτιν

Οι πολύμηνες διαπραγματεύσεις, σύμφωνα με οκτώ πρόσωπα με γνώση της υπόθεσης που επικαλούνται οι «New York Times», συνδέονται με την ευρύτερη προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να αποκαταστήσει οικονομικούς δεσμούς με τη Ρωσία στο πλαίσιο των συνομιλιών για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.

Το ζήτημα της Lukoil φέρεται να τέθηκε από τον Βλαντιμίρ Πούτιν κατά τη συνάντησή του με τους Αμερικανούς διαπραγματευτές Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ στο Κρεμλίνο, στις 5 Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με πηγή που επικαλείται η αμερικανική εφημερίδα, ο Ρώσος πρόεδρος πρότεινε την προώθηση της συμφωνίας ως ένδειξη ότι η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να συνεργαστούν επιχειρηματικά.

Οι Αμερικανοί διαπραγματευτές φέρεται να απάντησαν ότι θα εργαστούν για την προώθηση της συμφωνίας, τόσο ως ένδειξη «καλής θέλησης» προς το Κρεμλίνο όσο και με στόχο τη μείωση των διεθνών τιμών ενέργειας.

Η ενδεχόμενη συμφωνία παρουσιάζει ιδιαίτερο οικονομικό ενδιαφέρον για τους υποψήφιους αγοραστές. Η έγκρισή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να οδηγήσει στην απελευθέρωση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων από τις αμερικανικές κυρώσεις, αυξάνοντας παράλληλα την αξία τους.

 Οι διασυνδέσεις των επενδυτών

Στην κορυφή της κοινοπραξίας βρίσκεται ο Αμερικανός επενδυτής Τοντ Μπόελι, συνιδιοκτήτης των Los Angeles Dodgers και γνωστός υποστηρικτής του Τραμπ. Στο επενδυτικό σχήμα συμμετέχουν επίσης επιχειρηματικοί όμιλοι από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Οι «New York Times» επισημαίνουν ότι ορισμένοι από τους επενδυτές διατηρούν επιχειρηματικές σχέσεις με πρόσωπα που βρίσκονται κοντά στην κυβέρνηση Τραμπ.

Μεταξύ αυτών είναι οι αδελφοί Μουτάζ και Ράμεζ αλ-Χαγιάτ από το Κατάρ, οι οποίοι έχουν συνεργαστεί με τον Τζάρεντ Κούσνερ και την Ιβάνκα Τραμπ για τη χρηματοδότηση επενδυτικού σχεδίου στην Αλβανία.

Στην κοινοπραξία συμμετέχει επίσης επενδυτικό ταμείο με έδρα το Αμπού Ντάμπι, το οποίο ελέγχεται από τον σεΐχη Ταχνούν μπιν Ζαγιέντ Αλ Ναχιάν, σύμβουλο εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Ο ίδιος συνδέεται με επενδύσεις στην World Liberty Financial, την εταιρεία κρυπτονομισμάτων της οικογένειας Τραμπ.

Παράλληλα, επενδυτικό ταμείο που συνδέεται με τον σεΐχη Ταχνούν αποτελεί σημαντικό μέτοχο της εταιρείας private equity που ίδρυσε ο Κούσνερ μετά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο.

 Τα ερωτήματα για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων

Οι διασυνδέσεις αυτές έχουν προκαλέσει ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο προσωπικές επιχειρηματικές σχέσεις μπορεί να διασταυρώνονται με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων για μια συμφωνία που συνδέεται με την αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Οι «New York Times» αναφέρουν ότι δεν υπάρχει ένδειξη πως ο Γουίτκοφ ή ο Κούσνερ πρόκειται να αποκομίσουν προσωπικό οικονομικό όφελος από τη συμφωνία. Ωστόσο, η υπόθεση έχει εγείρει ζητήματα σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρηματιών και προσώπων του στενού περιβάλλοντος του Τραμπ.

Η Χούι Τσεν, πρώην εισαγγελέας και σύμβουλος σε θέματα οικονομικού εγκλήματος και δεοντολογίας, χαρακτήρισε τις διασυνδέσεις «ανησυχητικές» και έθεσε το ερώτημα κατά πόσο προσωπικά συμφέροντα θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αξιολόγηση των υποψήφιων αγοραστών.

Από την πλευρά του, εκπρόσωπος του Γουίτκοφ απέρριψε οποιοδήποτε ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων, υποστηρίζοντας ότι ο Αμερικανός διαπραγματευτής δεν λαμβάνει μισθό και καλύπτει ο ίδιος τα έξοδα των ταξιδιών του στο πλαίσιο της αποστολής του για λογαριασμό του Τραμπ.

Η κούρσα για τα περιουσιακά στοιχεία της Lukoil

Η Lukoil είχε θέσει προς πώληση τα διεθνή περιουσιακά της στοιχεία μετά την επιβολή αμερικανικών κυρώσεων. Αρκετοί υποψήφιοι αγοραστές είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον, μεταξύ των οποίων και μεγάλοι αμερικανικοί ενεργειακοί όμιλοι.

Τον Ιανουάριο, η επενδυτική εταιρεία Carlyle είχε καταλήξει σε προκαταρκτική συμφωνία για την εξαγορά σημαντικού μέρους του διεθνούς χαρτοφυλακίου της Lukoil. Η συμφωνία, ωστόσο, δεν ολοκληρώθηκε, καθώς απαιτούσε την έγκριση της αμερικανικής κυβέρνησης.

Στη συνέχεια, ο όμιλος υπό τον Μπόελι εμφανίστηκε ως ένας από τους βασικούς διεκδικητές των περιουσιακών στοιχείων.

Η αξία των διεθνών περιουσιακών στοιχείων της Lukoil είχε υπολογιστεί από την ίδια την εταιρεία σε περίπου 20 δισ. δολάρια στις αρχές του έτους. Ωστόσο, οι οικονομικοί όροι της υπό διαπραγμάτευση συμφωνίας δεν έχουν γίνει γνωστοί.

 Ο ρόλος της αμερικανικής κυβέρνησης

Η αμερικανική κυβέρνηση συμμετέχει στην προτεινόμενη συμφωνία μέσω της U.S. International Development Finance Corporation, η οποία επενδύει και παρέχει χρηματοδότηση για έργα στο εξωτερικό.

Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε ότι μια ενδεχόμενη συμφωνία για τη Lukoil θα μπορούσε να ενισχύσει την οικονομική ασφάλεια των ΗΠΑ, να εξυπηρετήσει στόχους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και να συμβάλει στη μείωση του ενεργειακού κόστους για τους Αμερικανούς.

Η συμφωνία, ωστόσο, χρειάζεται την έγκριση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, το οποίο είναι αρμόδιο για την εφαρμογή των κυρώσεων κατά της Ρωσίας.

 Η ενεργειακή διάσταση

Στο υπό διαπραγμάτευση χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνονται διυλιστήρια της Lukoil στην Ολλανδία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, καθώς και άλλες ενεργειακές υποδομές και πρατήρια καυσίμων σε διάφορες χώρες.

Η ενεργειακή διάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η κυβέρνηση Τραμπ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η αποκατάσταση οικονομικών σχέσεων με τη Ρωσία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κίνητρο για τη Μόσχα ώστε να προχωρήσει σε συμβιβασμούς για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.

Ο Ρώσος οικονομικός απεσταλμένος Κίριλ Ντμίτριεφ έχει επίσης εμπλακεί στη διαδικασία, ενώ, σύμφωνα με τους «New York Times», έχει δηλώσει ότι ο διάλογος ΗΠΑ-Ρωσίας συνεχίζεται σε πολλούς τομείς, μεταξύ των οποίων και η ενέργεια.

Η συμφωνία για τη Lukoil παραμένει, πάντως, ανοικτή και δεν έχει οριστικοποιηθεί. Η τελική απόφαση θα εξαρτηθεί από τις απαιτούμενες εγκρίσεις των αμερικανικών αρχών και της ρωσικής πλευράς.

skpress.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

Γενικά θέματα

Πώς μια «Ελληνίδα» έγινε το «θεμέλιο» της Εθνικής Πινακοθήκης της Ουγγαρίας

Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Πριν λίγο καιρό επισκεφθήκαμε την Εθνική Πινακοθήκη της Ουγγαρίας στη Βουδαπέστη, ένα από τα πλέον σημαντικά μουσεία της χώρας, στο οποίο παρουσιάζεται με μοναδικό τρόπο η εξέλιξη της ουγγρικής εικαστικής τέχνης από τον 11ο αιώνα μέχρι σήμερα. Βρίσκεται στο Βασιλικό Ανάκτορο του Κάστρου της Βούδας και ιδρύθηκε το 1957 με βάση κυρίως τις ουγγρικές συλλογές του Μουσείου Καλών Τεχνών. Η συλλογή της περιλαμβάνει περίπου 110.00 έργα.

Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.

Το έργο του με τίτλο «Ελληνίδα», φιλοτεχνημένο το 1845, θεωρείται εξαιρετικά σημαντικό για τη δημιουργία της συλλογής της Ουγγρικής Εθνικής Πινακοθήκης. Είναι το πρώτο έργο που σηματοδότησε την έναρξη της συστηματικής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής στα εθνικά ιδρύματα.⁠ Είναι επίσης το πιο γνωστό και εμβληματικό έργο του ζωγράφου.

Οι διαστάσεις του είναι 77Χ61,5 cm περίπου. Το μοντέλο δεν είναι Ελληνίδα, αλλά η σύζυγος του Marastoni, η Giovanna Bianchi, με καταγωγή από τη Βενετία. Ο ζωγράφος την απεικόνισε με παραδοσιακή (ή φανταστική) ελληνική φορεσιά της εποχής, σύμφωνα με τη μόδα του ρομαντισμού. Η εικόνα συνδυάζει εξωτισμό, ελαφρύ ερωτισμό και ιδανική ομορφιά.

Η ιστορία

Το 1845 η Pest Art Society — η πρώτη καλλιτεχνική εταιρεία στην Ουγγαρία — αγόραζε κάθε χρόνο ένα έργο από την ετήσια έκθεσή της για να το δωρίσει στο Ουγγρικό Εθνικό Μουσείο, το οποίο τότε περιλάμβανε και την πινακοθήκη.

Η «Ελληνίδα» του Marastoni ήταν αυτό που επέλεξαν και δώρισαν τον Νοέμβριο του 1845. Έτσι, καταγράφηκε ως το πρώτο έργο στη συλλογή ζωγραφικής του μουσείου.⁠ Το Εθνικό Μουσείο είχε ήδη κάποιες δωρεές, αλλά η συστηματική συλλογή ουγγρικής τέχνης ξεκινάει ουσιαστικά με αυτό το έργο. Η Εθνική Πινακοθήκη κληρονόμησε αυτή τη συλλογή από το Εθνικό Μουσείο.

Η επιλογή του προκάλεσε έντονες συζητήσεις και αποτέλεσε το «πρώτο καλλιτεχνικό σκάνδαλο» της εποχής, λόγω του ερωτισμού που απέπνεε το μοντέλο. Ωστόσο ο πίνακας αυτός ήταν και ιδιαίτερα δημοφιλής, κάτι που ενίσχυσε την εθνική συζήτηση για την τέχνη.⁠

Σήμερα, το έργο παραμένει εμβληματικό και εκτίθεται συχνά ως αφετηρία της συλλογής ζωγραφικής του 19ου αιώνα στην Πινακοθήκη. Συμβολίζει το πώς η ουγγρική τέχνη χτίστηκε με συνεισφορές από ξένους καλλιτέχνες που ενσωματώθηκαν στη χώρα, όπως ο Marastoni.

Η δημιουργία της Πινακοθήκης

Αν κάνετε περίπατο στην οδό Deák Ferenc στο κέντρο της πόλης ίσως αξίζει κάποιες φορές να σηκώσετε το βλέμμα πάνω από τις βιτρίνες των καταστημάτων. Το βλέμμα σας θα συναντήσει όχι μόνο κλασικές προσόψεις, αλλά και αναμνηστικές πλάκες, όπως για παράδειγμα εκείνη στον αριθμό 21, όπου αναγράφεται: «Η Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής – ιδρυθείσα από τον Jakab Marastoni».

Η Πέστη του 19ου αιώνα ήταν μια πραγματικά πολυπολιτισμική πόλη. Γερμανοί, Ούγγροι, Έλληνες, Ιταλοί, Σέρβοι και πολλές άλλες μικρότερες εθνότητες ζούσαν εδώ δίπλα-δίπλα ειρηνικά. Ο καθένας καλλιεργούσε τον δικό του πολιτισμό, αλλά ένα πράγμα τους ένωνε: όλοι ήθελαν να είναι και Ούγγροι και επιδίωκαν να υπηρετήσουν τον ουγγρικό πολιτισμό με τις δραστηριότητές τους.

Εκείνη την εποχή ο Marastoni υπέβαλε την αίτησή του για την ακαδημία ζωγραφικής στο Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών, όταν ιδρύθηκε εντός του Ουγγρικού Εθνικού Μουσείου ο Σύλλογος Εθνικής Πινακοθήκης, ένα «τμήμα που συνέλεγε αποκλειστικά ουγγρική ζωγραφική».

Όλα αυτά συνέβησαν το 1845 και αυτή η μεγάλη πολιτιστική δραστηριότητα μπορεί να ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι εκείνη τη χρονιά το Εθνικό Μουσείο ήθελε να τιμήσει δεόντως την πεντηκοστή επέτειο της ανάληψης καθηκόντων του αρχιδούκα Ιωσήφ της Αυστρίας.

Ο σύλλογος που έφερε το όνομα του αρχιδούκα εγκρίθηκε τελικά από το Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών τον Σεπτέμβριο του 1845. Η Εθνική Πινακοθήκη του αρχιδούκα Ιωσήφ μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ως το πρώτο εθνικό ίδρυμα που συνέλεγε ουγγρικούς πίνακες.

Η πινακοθήκη δέχθηκε δωρεές έργων τόσο από συλλόγους, όσο και από ιδιώτες, και ανάμεσά τους το σημαντικότερο ήταν το έργο του Jakab Marastoni «H Ελληνίδα», το οποίο δωρήθηκε στην πινακοθήκη τον Νοέμβριο του 1845 από την Καλλιτεχνική Εταιρεία της Πέστης. Έτσι, μπορεί να πει κανείς ότι η ιστορία της μουσειακής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής ξεκίνησε με την «Ελληνίδα».

Αλλά γιατί μια Ελληνίδα; Το σύγχρονο (όχι αρχαίο) ελληνικό θέμα εμφανίστηκε στην ευρωπαϊκή ζωγραφική με την Ελληνική Επανάσταση ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τη δεκαετία του 1820. Φυσικά, οι συμπάθειες του ευρωπαϊκού ρομαντισμού προς τους Έλληνες άσκησαν επιρροή και στην ουγγρική τέχνη.

Οι Έλληνες, και ιδιαίτερα οι Ελληνίδες, αποτελούσαν συχνά θέμα στην ουγγρική ζωγραφική του 19ου αιώνα, και κατά μία έννοια η «Ελληνίδα» κατέληξε να αντιπροσωπεύει ένα εξωτικό θέμα αρωματισμένο με ερωτισμό.

Και αν σήμερα βρίσκουμε την «Ελληνίδα» να αποκαλύπτει ανοιχτά την ομορφιά και τη γοητεία της, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι επρόκειτο για θέμα μόδας. Και όσο κι αν μας γνέφει σαγηνευτικά αυτή η όμορφη γυναίκα, με την ιστορική έννοια το έργο αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα της ουγγρικής μουσειολογίας.

Ο ζωγράφος

Ο Jakab Marastoni (Giacomo Marastoni) γεννήθηκε το 1804 στη Βενετία και σπούδασε στην περίφημη Ακαδημία Καλών Τεχνών.

Ταξίδεψε στη Βιέννη στις αρχές της δεκαετίας του 1830, πέρασε από τη σημερινή Μπρατισλάβα το 1833 και εγκαταστάθηκε οριστικά στην Πέστη το 1836. Έγινε περιζήτητος πορτρετίστας μεταξύ αριστοκρατικών και αστικών οικογενειών, αλλά και κατά τη διάρκεια κοινοβουλευτικών συνεδριάσεων.⁠

Το 1846 ίδρυσε την Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής στην Πέστη – την πρώτη ιδιωτική σχολή αποκλειστικά για ζωγραφική στην Ουγγαρία. Ανάμεσα στους μαθητές του περιλαμβάνονται σημαντικοί Ούγγροι καλλιτέχνες όπως ο Károly Lotz, ο Mihály Zichy, ο Soma Orlai Petrich κ.ά. Το 1846 έγινε Επίτιμος Πολίτης της Πέστης.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολήθηκε με την δαγκεροτυπία ήταν ο πρώτος επαγγελματίας αυτής της τεχνικής στην Ουγγαρία. Πέθανε σε ψυχιατρική κλινική και η σχολή του έκλεισε λίγο μετά.

tovima.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

Γενικά θέματα

Ούμαρ Κρέμλεφ: Ο άνθρωπος του Πούτιν που «εισέβαλε» στον αμερικανικό αθλητισμό

Πριν γίνει γνωστός ως Ούμαρ Κρέμλεφ, ο 43χρονος που χρόνια αργότερα θα συνδεόταν ακόμη και με το πολυτελές πάρτι του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ στις Μπαχάμες, ήταν γνωστός με το όνομα Ούμαρ Λουτφουλόεφ. Μέχρι τον Μάρτιο του 2010, το όνομα Κρέμλεφ παρέμενε ουσιαστικά άγνωστο

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Πριν γίνει γνωστός ως Ούμαρ Κρέμλεφ, ο 43χρονος που χρόνια αργότερα θα συνδεόταν ακόμη και με το πολυτελές πάρτι του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ στις Μπαχάμες, ήταν γνωστός με το όνομα Ούμαρ Λουτφουλόεφ. Μέχρι τον Μάρτιο του 2010, το όνομα Κρέμλεφ παρέμενε ουσιαστικά άγνωστο.

Όταν «πάτησε» τα 28 κι έχοντας, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, καταδίκες για εκβιασμό και ξυλοδαρμό, είδε τις φιλοδοξίες του για καριέρα στην πυγμαχία να σβήνουν εξαιτίας της έλλειψης πειθαρχίας και θέλησε να κάνει μια νέα αρχή για να ανεβεί τα σκαλοπάτια της ρωσικής κοινωνίας.

Και για να πετύχει αυτή του την επιδίωξη, δεν θα μπορούσε να διαλέξει καταλληλότερο επώνυμο από το Κρεμλέφ – ουσιαστικά, «ο άνθρωπος του Κρεμλίνου». Όπως και στην περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, αυτό ήταν ένα όνομα που έμελλε να συνδεθεί με φήμη, πλούτο και αντιπαραθέσεις.
Ο Ρόμπερτ Γκαρσία, ο κορυφαίος Δημοκρατικός στην Επιτροπή Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων, έθεσε το εύλογο ερώτημα: «Τι πήρε ως αντάλλαγμα; Χρειαζόμαστε απαντήσεις» και το ζευγάρι των νεόνυμφων έσπευσε να απαντήσει: «Η φιλία δεν προϋποθέτει πολιτικά κίνητρα. Η γενναιοδωρία δεν συνοδεύεται αυτομάτως από κάποια ατζέντα. Και μερικές φορές ένα γαμήλιο δώρο είναι απλώς ένα γαμήλιο δώρο», προσφέροντας στη συνέχεια να επιστρέψει τα χρήματα.

Ο 43χρονος μεγάλωσε στο Σερπούχοφ, μια πόλη περίπου 120.000 κατοίκων, 60 μίλια νότια της Μόσχας και 5.729 μίλια ανατολικά του Little Pipe Cay, του νησιού στις Μπαχάμες που νοίκιασε για τον γιο του Αμερικανού προέδρου. Γεννημένος από μητέρα Τατζίκα σε μουσουλμανική οικογένεια, «παντρεύτηκε» αρχή τον ρόλο του αουτσάιντερ.

Στράφηκε από μικρός στην πυγμαχία, όμως έχει παραδεχτεί σε συνέντευξή του ότι σταμάτησε στα 19 του, επειδή δεν διέθετε την απαιτούμενη πειθαρχία. Ακόμη και την ημέρα ενός αγώνα μπορούσε να βρεθεί σε νυχτερινό κέντρο ως τις τέσσερις τα ξημερώματα. Με μεγάλα χέρια και τη σωματική διάπλαση πυγμάχου βαρέων βαρών, ο Κρεμλέφ πέρασε τα επόμενα χρόνια αναζητώντας τον δρόμο που του ταίριαζε. Παρέμεινε, πάντως, στον κόσμο της πυγμαχίας, εργαζόμενος ως διοργανωτής αγώνων.

Σύμφωνα με το ρωσικό ερευνητικό μέσο Proekt, καταδικάστηκε για εκβιασμό το 2004 και για ξυλοδαρμό το 2007, αν και οι ακριβείς συνθήκες των υποθέσεων παραμένουν ασαφείς. Ο ίδιος δεν έχει αρνηθεί τις καταδίκες.

Οι Night Wolves εμφανίστηκαν την περίοδο της Περεστρόικα, της οικονομικής αναδιάρθρωσης της δεκαετίας του 1980, ως μια ομάδα μοτοσικλετιστών και φίλων της ροκ μουσικής. Επικεφαλής τους ήταν ο Αλεξάντερ Ζαλντοστάνοφ, γνωστός ως «Χειρουργός», στενός φίλος του Βλαντίμιρ Πούτιν.

Μέσα σε αυτόν τον ετερόκλητο κόσμο που ο Κρεμλέφ άρχισε να καλλιεργεί τις σχέσεις που θα τον μετέτρεπαν από πυγμάχο σε ισχυρό παράγοντα της ρωσικής κοινωνίας. Η σημαντικότερη από αυτές ήταν με τον Αλεξέι Ρουμπέζνι, υποστράτηγο της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Προστασίας (FSO) ψηλόβαθμων κρατικών αξιωματούχων, με τον οποίο έγιναν αχώριστοι.

Το 2016, ο Ρουμπέζνι ήταν πλέον επικεφαλής της Υπηρεσίας Ασφαλείας του Προέδρου και ο Κρεμλέφ είχε αποκτήσει, με αυτό τον τρόπο, πρόσβαση στον Πούτιν. Έκτοτε, η καριέρα του απογειώθηκε.

Ανέβηκε γρήγορα στην ιεραρχία και το 2017 ανέλαβε την ηγεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας Πυγμαχίας. Όμως η ορεξη του Κρεμλέφ είχε ανοίξει και δεν χόρταινε. Η Association Internationale de Boxe Amateur (AIBA – Διεθνής Ομοσπονδία Ερασιτεχνικής Πυγμαχίας) βρισκόταν τότε σε βαθιά κρίση, αντιμέτωπη με καταγγελίες διαφθοράς που οδήγησαν το 2019 στην αρχική αναστολή της από τους Ολυμπιακούς Αγώνες ως φορέα που είχε την ευθύνη της ολυμπιακής πυγμαχίας.

Ο Κρεμλέφ υποσχέθηκε σαρωτικές μεταρρυθμίσεις και την εξόφληση χρέους που υπολογιζόταν στα 16 εκατ. δολάρια, με στόχο ο οργανισμός να ανακτήσει τον έλεγχο της ολυμπιακής πυγμαχίας. Έτσι, το 2020 κέρδισε με άνεση την ψηφοφορία για την προεδρία, ενώ το γεγονός ότι μιλούσε από ελάχιστα έως καθόλου αγγλικά δεν αποτέλεσε εμπόδιο. Και όπως έκανε με τον ίδιο του τον εαυτό, και σε αυτή την περίπτωση έκανε το restart με τον ίδιο τρόπο: άλλαξε το όνομα του οργανισμού σε International Boxing Association (IBA).

Ακολούθησε συνεργασία της IBA με την Gazprom, τον ρωσικό κρατικό ενεργειακό κολοσσό, με συνέπεια το χρέος να μηδενιστεί και τα χρηματικά έπαθλα να αυξηθούν. «Γιατί να μην μπορούν οι ερασιτέχνες πυγμάχοι να πληρώνουν τα στεγαστικά τους δάνεια και να στηρίζουν τις οικογένειές τους;» είχε δηλώσει τότε ο Κρεμλέφ.

Το 2022, η IBA ήρε περιορισμούς που είχαν επιβληθεί νωρίτερα την ίδια χρονιά και επέτρεψε σε Ρώσους και Λευκορώσους πυγμάχους να αγωνίζονται με τις εθνικές σημαίες και τους ύμνους τους, ενώ απέκλεισε από τις τάξεις της την Ουκρανική Ομοσπονδία Πυγμαχίας. Την επόμενη χρονιά, ωστόσο, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ) ψήφισε – με αφορμή τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία – υπέρ της αφαίρεσης από την IBA της ιδιότητας της παγκόσμιας ομοσπονδίας του αθλήματος.

Ο Κρεμλέφ γίνεται ο «σκιώδης δήμαρχος»

Ωστόσο, δεν ήταν μόνο οι πυγμάχοι του Κρεμλέφ που πληρώνονταν καλά. Το 2019, μια εταιρεία του απέκτησε το δικαίωμα να γίνει ο μοναδικός διαχειριστής της εθνικής λοταρίας της Ρωσίας. Σε ένα μοτίβο που θα επαναλαμβανόταν αρκετές φορές, η λοταρία έγινε σύντομα χορηγός της IBA.

Τα επόμενα χρόνια, ο Κρεμλέφ απέκτησε μερίδια σε τρεις από τις μεγαλύτερες στοιχηματικές εταιρείες της Ρωσίας, τις Fonbet, Liga Stavok και Pari. Ρωσικά μέσα ενημέρωσης έχουν αναφέρει ότι οι συμφωνίες αυτές είχαν την υποστήριξη του Αντρέι Κόστιν, του υπό κυρώσεις χρηματοδότη και προέδρου της συνδεδεμένης με το Κρεμλίνο τράπεζας VTB, ο οποίος έχει χαρακτηριστεί «τραπεζίτης-κουμπαράς του Πούτιν».

Οι εταιρείες αυτές φαίνεται ότι είχαν συνολικά έσοδα περίπου 625 δισ. ρούβλια (5,5 δισ. λίρες) το 2023, ενώ η Liga Stavok αποτελεί πλέον βασικό εταίρο της IBA.

Ο Κρεμλέφ είχε επίσης αποκτήσει σταδιακά τον έλεγχο της Tsupis, μιας εταιρείας πληρωμών που συνδέει τους παίκτες με τις στοιχηματικές εταιρείες και εισπράττει προμήθεια από κάθε ποντάρισμα. Το 2021, ο Πούτιν εξέδωσε διάταγμα κατά της απάτης, το οποίο παραχώρησε στην Tsupis μονοπώλιο σε αυτή την εξαιρετικά επικερδή δραστηριότητα. Την ίδια περίοδο, οι φορείς που ρύθμιζαν την αγορά στοιχημάτων πέρασαν επίσης υπό τον έλεγχο του Κρεμλέφ και ενοποιήθηκαν σε έναν κοινό εποπτικό οργανισμό, με αρκετά μέλη του διοικητικού συμβουλίου να προέρχονται, σύμφωνα με δημοσιεύματα, από το δίκτυό του στον χώρο της πυγμαχίας.

Στη γενέτειρά του, το Σερπούχοφ, καθώς εξελισσόταν σε ολιγάρχη, ο Κρεμλέφ απέκτησε το προσωνύμιο «σκιώδης δήμαρχος», έχοντας συγκεντρώσει ένα εντυπωσιακό χαρτοφυλάκιο ακινήτων. Κάποια από αυτά φέρεται να περιήλθαν στην κατοχή του μετά την αναδιανομή περιουσιακών στοιχείων του φυλακισμένου πρώην δημάρχου Αλεξάντερ Σεστούν.

Πηγές αναφέρουν ότι απέκτησε γεωργικές εκτάσεις, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, ένα λιμάνι, ένα εμπορικό κέντρο και ένα ξενοδοχείο, ενώ το 2024, ο Κρεμλέφ φέρεται να επωφελήθηκε και από απαλλοτρίωση. Τον Φεβρουάριο, το Κρεμλίνο κατέσχεσε τη Rolf, τη μεγαλύτερη αντιπροσωπεία αυτοκινήτων της Ρωσίας, από τον Σεργκέι Πετρόφ, τον εξόριστο ιδιοκτήτη της και πρώην βουλευτή της αντιπολίτευσης και μέχρι τον Σεπτέμβριο, η εταιρεία είχε περάσει στον Κρεμλέφ μέσω συμφωνίας ύψους 35 δισ. ρουβλίων.

Σε ανακοίνωσή της, η Rolf παρουσίασε τον Κρεμλέφ ως νέο ιδιοκτήτη της, χαρακτηρίζοντάς τον «στρατηγικό επενδυτή, ο οποίος θα επιτρέψει στην εταιρεία να διατηρήσει τη μοναδική εταιρική κουλτούρα της και να διευρύνει το φάσμα των δραστηριοτήτων της, με έμφαση στην αύξηση της αποτελεσματικότητας και την προσέλκυση νέων συνεργατών και πελατών».

Ένας από αυτούς τους νέους συνεργάτες, σύμφωνα με μεταγενέστερα δημοσιεύματα του Proekt, ήταν η IBA.

Η πίστη στον Πούτιν

Έχοντας συγκεντρώσει προσωπική περιουσία που υπολογίζεται έως και σε 300 εκατ. λίρες και αναλαμβάνοντας παράλληλα και άλλα αξιώματα – μεταξύ αυτών την προεδρία της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ταβλιού – ο Κρεμλέφ δεν έκρυβε ποτέ τις πολιτικές του συμπάθειες.

«Χάρη σε έναν άνθρωπο, σήμερα υπάρχουν πραγματικά κάθε είδους ευκαιρίες να κερδίσεις χρήματα και να επιδιώξεις περισσότερα», είχε δηλώσει σε βιντεοσκοπημένη συνέντευξη το 2024, την οποία εντόπισε ο Guardian. «Αυτός ο άνθρωπος, φυσικά, είναι ο πρόεδρός μας, Βλαντίμιρ Βλαντιμίροβιτς Πούτιν».

Λίγους μήνες αργότερα, η Ουκρανία του επέβαλε κυρώσεις, χωρίς να βρίσκεται, ωστόσο, υπό κυρώσεις από τη Βρετανία, τις ΗΠΑ ή την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τον Απρίλιο, ο Πούτιν απένειμε στον Κρεμλέφ το Παράσημο της Φιλίας, ενώ λίγες ημέρες πριν από τον γάμο του Τραμπ Τζούνιορ, ο Κρεμλέφ συνόδευσε τον Ρώσο πρόεδρο σε επίσκεψη στην Κίνα, επιμένοντας πάντως ότι δεν βρισκόταν εκεί με επίσημη ιδιότητα.

Τα οφέλη για την οικογένειά του

Όπως συμβαίνει συχνά με τις οικογένειες ισχυρών και εύπορων πατριαρχών, και οι συγγενείς του Κρεμλέφ φαίνεται ότι επωφελήθηκαν από την άνοδό του. Το 2024, η ρωσική Novaya Gazeta ανέφερε ότι είχε παραχωρήσει στην τότε 21χρονη σύζυγό του, Αναστάσια Λεστσίνσκαγια, ένα κουρείο και ένα καφέ στο Σερπούχοφ, καθώς και πολυτελή αυτοκίνητα. Μάλιστα, αψηφώντας πλήρως τους νόμους, οι Porsche, Lamborghini και Aston Martin που φέρεται να της ανήκαν έχουν, σύμφωνα με δημοσιεύματα, συγκεντρώσει περίπου 50 κλήσεις από την τροχαία της περιφέρειας της Μόσχας.

Η Λεστσίνσκαγια ήταν γνωστή δημιουργός στο TikTok και το ένα από τα δύο μέλη του διδύμου «twinsrussian».

Ωστόσο, η δίδυμη αδελφή της είναι εκείνη που έχει προσελκύσει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Η Εκατερίνα Λεστσίνσκαγια διευθύνει τη φιλοπουτινική οργάνωση Healthy Fatherland, ένα αθλητικό και πατριωτικό κίνημα στο οποίο το Κίεβο έχει επιβάλει κυρώσεις για τον φερόμενο ρόλο του στην απαγωγή, την απέλαση και την αναγκαστική μεταφορά παιδιών από την Ουκρανία. Η ίδια έχει επίσης συναντηθεί επανειλημμένα με τον Ρώσο πρόεδρο.

Και φαίνεται πως αυτή ακριβώς η σύνδεση του Τζούνιορ με τον Κρεμλέφ ήταν που ώθησε τη Μελάνια Τραμπ – η οποία έχει μεσολαβήσει σε συμφωνίες με Ρώσους αξιωματούχους για την επιστροφή Ουκρανών παιδιών – να πάρει αποστάσεις από τον γάμο του θετού γιου της, με εκπρόσωπό της να δηλώνει: «Η κυρία Τραμπ δεν έχει και δεν είχε ποτέ καμία σχέση με τον κ. Κρεμλέφ».

Ασαφής ο τρόπος σύνδεσης του Τραμπ Τζούνιορ με τον Κρεμλέφ
Ο Τραμπ Τζούνιορ, όμως, έχει. Το πώς ακριβώς ο γιος του Αμερικανού προέδρου μπήκε στον κύκλο του Κρεμλέφ παραμένει ασαφές. Εκπρόσωπος του γιου του Αμερικανού προέδρου δήλωσε ότι οι δύο άνδρες, αμφότεροι λάτρεις του κυνηγιού, γνωρίστηκαν μέσω κοινού φίλου και «δέθηκαν χάρη στην αγάπη τους για την πυγμαχία και τις δραστηριότητες στη φύση».

Επιπλέον, ο Τραμπ Τζούνιορ είχε επαφή με την πυγμαχία από μικρή ηλικία, λόγω της δραστηριότητας του πατέρα του ως διοργανωτή αγώνων. Στα δέκα του χρόνια είχε παρακολουθήσει από κοντά τον Μάικ Τάισον να διαλύει τον Μάικλ Σπινκς μέσα σε μόλις 91 δευτερόλεπτα στο Trump Plaza Hotel του Ατλάντικ Σίτι.

Ο κοινός φίλος μέσω του οποίου γνωρίστηκαν δεν έχει κατονομαστεί, ωστόσο αμφότεροι διατηρούν στενές σχέσεις με έναν Τούρκο επιχειρηματία, τον Κάαν Καρακάγια. Ο Καρακάγια φέρεται, μάίστα, να ήταν παρών σε ένα αμφιλεγόμενο κυνηγετικό ταξίδι στη Μογγολία το 2019, κατά το οποίο ο Τραμπ Τζούνιορ πυροβόλησε και σκότωσε ένα απειλούμενο πρόβατο.

Τον Σεπτέμβριο του περασμένου έτους, σε εκδήλωση της IBA στην Κωνσταντινούπολη, στην οποία παρευρέθηκε και ο Μάνι Πακιάο, παγκόσμιος πρωταθλητής σε οκτώ διαφορετικές κατηγορίες βάρους, ο Κρεμλέφ ανακοίνωσε τον διορισμό του Καρακάγια ως εκπροσώπου της οργάνωσης στην Τουρκία.

«Ο Κάαν υπήρξε μια γέφυρα ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους, ένας φίλος που φέρνει τους ανθρώπους κοντά», είχε δηλώσει ο Κρεμλέφ.

«Ηγέτης και φίλος»

Ο Τραμπ Τζούνιορ παρευρέθηκε στην ίδια εκδήλωση της IBA και κάθισε δίπλα στον Κρεμλέφ πάνω στη σκηνή. Οι δύο άνδρες φαίνεται ότι διατηρούσαν ήδη τότε φιλική σχέση, παρά τα περιορισμένα αγγλικά του Ρώσου, ενώ ο Κρεμλέφ, σε μια ιδιαίτερα θερμή αναφορά, δήλωσε ότι ήταν «υπερήφανος που βρίσκεται εδώ με τον φίλο μου» και υποσχέθηκε ότι εκείνος και ο Τραμπ Τζούνιορ θα «προστατεύσουν τη διαφάνεια στην πυγμαχία και θα ανοίξουν τον δρόμο για την επόμενη γενιά».

Από την πλευρά του, ο Τραμπ Τζούνιορ επαίνεσε τον 43χρονο για το γεγονός ότι «επανέφερε την καθαρότητα της πυγμαχίας» και «αποκατέστησε την πραγματική δικαιοσύνη» στο άθλημα – μια αναφορά, όπως φαίνεται, στην πολιτική της IBA να μην επιτρέπει σε βιολογικούς άνδρες να αγωνίζονται στη γυναικεία πυγμαχία. «Είμαι υπερήφανος που αποκαλώ τον Ούμαρ όχι μόνο ηγέτη αλλά και φίλο», είχε δηλώσει, σύμφωνα με δελτίο Τύπου της IBA που είχε τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Ούμαρ Κρεμλέφ και Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ ενώνουν τις δυνάμεις τους».

Η θέση του για την πυγμάχο Ιμάν Κελίφ

Η IBA βρέθηκε ακόμη περισσότερο στο επίκεντρο της διεθνούς προσοχής κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Παρισιού το 2024, γεγονός που δημιούργησε μια ευκαιρία την οποία ο Κρεμλέφ μπορούσε να αξιοποιήσει.

Στους Αγώνες, η ΔΟΕ χρησιμοποίησε δική της μονάδα πυγμαχίας για τη διοργάνωση του τουρνουά, καθώς η IBA είχε ήδη αποβληθεί. Η διοργάνωση, ωστόσο, βρέθηκε στο επίκεντρο έντονης αντιπαράθεσης όταν επετράπη στην Αλγερινή πυγμάχος Ιμάν Κελίφ να αγωνιστεί στην κατηγορία των 66 κιλών γυναικών, μολονότι είχε αποκλειστεί από το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της προηγούμενης χρονιάς επειδή δεν είχε περάσει εξετάσεις επαλήθευσης φύλου.

Κι ενώ η IBA του Κρεμλέφ είχε αποκλείσει την Κελίφ από τις διοργανώσεις της, η ΔΟΕ της επέτρεψε να αγωνιστεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες με βάση το γεγονός ότι στο διαβατήριό της αναγράφεται ως γυναίκα. Ακολούθησε διεθνής αντιπαράθεση, με την Κελίφ να κερδίζει ομόφωνα όλους τους αγώνες της και να κατακτά τελικά το χρυσό μετάλλιο.

«Είναι ξεκάθαρα καθορισμένο: ο γυναικείος αθλητισμός είναι για γυναίκες, ο ανδρικός αθλητισμός για άνδρες. Ο γυναικείος αθλητισμός είναι για γυναίκες», είχε δηλώσει ο Κρεμλέφ στο TalkSPORT, μεταφέροντας, μάλιστα, το μήνυμα αυτό στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, στέλνοντας ανοιχτή επιστολή 1.100 λέξεων στον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε πρόσφατα υπογράψει εκτελεστικό διάταγμα που απαγόρευε στις τρανς γυναίκες να αγωνίζονται στις γυναικείες κατηγορίες αθλημάτων.

Στην επιστολή, ο Κρεμλέφ έγραφε: «Είναι ζωτικής σημασίας όλοι οι αθλητές να αγωνίζονται επί ίσοις όροις και η θέση σας στο ζήτημα αποτελεί σημαντικό βήμα προς την επίτευξη αυτού του στόχου», ενώ επιτέθηκε και στη ΔΟΕ, λέγοντας: «Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή και η σημερινή ηγεσία της έχουν, δυστυχώς, οδηγήσει το Ολυμπιακό Κίνημα σε παρακμή με τις κοντόφθαλμες ενέργειές τους και την κακή διοίκηση».

Ο Κρεμλέφ έριξε επίσης στον Αμερικανό πρόεδρο άλλο ένα «τυράκι». «Το τελευταίο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Πυγμαχίας της IBA στις Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποιήθηκε το 2007 στο Σικάγο. Ενδιαφερόμαστε πολύ να επαναφέρουμε τη διοργάνωση στη χώρα σας και είμαστε περισσότερο από έτοιμοι να συνεργαστούμε προς αυτή την κατεύθυνση» έγραψε, ενώ έκλεισε την επιστολή του παραλλάσσοντας δύο από τις αγαπημένες φράσεις του Τραμπ: «Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας σε αυτά τα σημαντικά ζητήματα. Προσβλέπουμε με μεγάλη αισιοδοξία στην πιθανότητα να συνεργαστούμε για να κάνουμε ξανά σπουδαίο το Ολυμπιακό Κίνημα, να προωθήσουμε το άθλημα της πυγμαχίας και να υπερασπιστούμε τα δικαιώματα των αθλητών σε ολόκληρο τον κόσμο».

Η αντιπαράθεση με τους Σαουδάραβες

Το 2025, η IBA ανέβασε ακόμη περισσότερο στροφές. Σύμφωνα με πληροφορίες της Telegraph, στην Κωνσταντινούπολη η ομάδα του Κρεμλέφ προσέφερε στον γνωστό Βρετανό πυγμάχο Τάισον Φιούρι αμοιβή 50 εκατ. λιρών προκειμένου να αγωνιστεί σε μία από τις διοργανώσεις της IBA. Ο Φιούρι, ωστόσο, επέλεξε να υπογράψει συμφωνία τριών αγώνων με τον Τούρκι Αλ-Σέιχ, αξιωματούχο της κυβέρνησης της Σαουδικής Αραβίας.

Ο Κρεμλέφ αποτελεί, ουσιαστικά, τον ισχυρότερο promoter του αθλήματος στην Ανατολική Ευρώπη, αποτελώντας άμεση πρόκληση για την επιρροή του Αλ-Σέιχ και των Σαουδαράβων στην πυγμαχία και για τον έλεγχό τους σε ορισμένους από τους σημαντικότερους αγώνες του αθλήματος.

Άνθρωποι από τον χώρο της πυγμαχίας περιγράφουν τον Κρεμλέφ ως «μια χαρισματική προσωπικότητα που εμφανίζεται σε εκδηλώσεις και διοργανώσεις περιστοιχισμένος από μια πολυάριθμη ομάδα συνεργατών, σχεδόν σαν αρχηγός κράτους». Οι ομιλίες του είναι συχνά φορτισμένες συναισθηματικά και δυναμικές, με επαναλαμβανόμενες αναφορές στον τρόπο με τον οποίο η πυγμαχία μπορεί να αλλάξει τις ζωές των νέων ανθρώπων.

«Συχνά δεν έχει ιδιαίτερη έκφραση στο πρόσωπό του, κι όμως αποπνέει μια ευγένεια και μια ταπεινότητα», δήλωσε άνθρωπος του χώρου.

Το περασμένο καλοκαίρι, η IBA λάνσαρε και δικό της πρωτάθλημα πυγμαχίας χωρίς γάντια. Οι πρώτοι αγώνες πραγματοποιήθηκαν στη Μόσχα, όμως ήταν το ντεμπούτο στις ΗΠΑ, στο Μαϊάμι, το φετινό καλοκαίρι που τράβηξε την προσοχή.

Συμπαρουσιαστής της εκδήλωσης ήταν ο Άντριου Τέιτ, ο Βρετανός πρώην kickboxer και αυτοαποκαλούμενος μισογύνης, ο οποίος δεν ανέβηκε ποτέ στη σκηνή, καθώς συνελήφθη έξω από τον χώρο της διοργάνωσης. Ο Τέιτ και ο αδελφός του, Τρίσταν, βρίσκονται αντιμέτωποι με έκδοση στη Βρετανία, όπου αντιμετωπίζουν συνολικά 59 κατηγορίες, μεταξύ των οποίων βιασμό, αδικήματα που συνδέονται με εμπορία ανθρώπων για σεξουαλική εκμετάλλευση και άσεμνες εικόνες παιδιού. Και οι δύο αρνούνται οποιαδήποτε παρανομία.

Γλυκάθηκε με το Παγκόσμιο Κύπελλο και το UFC Freedom στον Λευκό Οίκο

Ωστόσο, δύο άλλες διοργανώσεις του καλοκαιριού φαίνεται ότι ενέπνευσαν περισσότερο τον Κρεμλέφ: το Παγκόσμιο Κύπελλο της FIFA υπό τον Τζάνι Ινφαντίνο και το UFC Freedom 250 του Ντέινα Γουάιτ, που φιλοξενήθηκε σε κήπο του Λευκού Οίκου.

«Ο Κρεμλέφ είδε πώς ο Ντέινα και ο Ινφαντίνο κατάφεραν να πάρουν αυτό που ήθελαν», δήλωσε παράγοντας του αθλητισμού. «Θέλει κι αυτός ένα κομμάτι από αυτή την πίτα».

«Και το να έχεις πρόσβαση στον Ντον Τζούνιορ είναι μια καλή αρχή», πρόσθεσε η ίδια πηγή.

Μάλλον πέρασε τα όρια και το «πληρώνει»

Στην προσπάθειά του, όμως, να αποκτήσει κυρίαρχη θέση στον παγκόσμιο αθλητισμό, ο Κρεμλέφ ίσως να πέρασε τα όρια. Η Ομοσπονδπια της οποίας ηγείται, απέχει πολύ από το να ανακτήσει τον έλεγχο της ολυμπιακής πυγμαχίας, καθώς τι χάσμα με τη ΔΟΕ δεν γεφυρώνεται, και η ζημιά που προκάλεσε το «εξαιρετικά γενναιόδωρο γαμήλιο δώρο» του – όπως το χαρακτήρισαν ο κύριος και η κυρία Τραμπ Τζούνιορ – φαίνεται ότι βαρύνει κυρίως τον ίδιο.

Παρότι στο νησί στις Μπαχάμες βρίσκονταν μόλις περίπου 50 άνθρωποι, ο Κρεμλέφ είχε φτάσει συνοδευόμενος από μεγάλη ομάδα Ρώσων, οι οποίοι απομονώνονταν από τους υπόλοιπους και μιλούσαν μεταξύ τους, σύμφωνα με το ProPublica. Η παρουσία και η συμπεριφορά τους είχε προκαλέσει, μάλιστα, απορίες στους άλλους καλεσμένους.

Και ύστερα τραβήχτηκε μια ομαδική φωτογραφία, όπου το ξυρισμένο κεφάλι του Κρεμλέφ διακρίνεται μισοκρυμμένο στο πίσω μέρος, ενώ στο κέντρο βρίσκονται η Ιβάνκα Τραμπ, ο Τζάρεντ Κούσνερ, η Τίφανι Τραμπ και άλλοι.

«Τι σκεφτόταν;» σχολίασε στην Telegraph πρόσωπο από κύκλους Ρώσων ολιγαρχών. «Είναι ένας μπράβος που κατάφερε να βρεθεί στη σωστή πλευρά του προέδρου και ενθουσιάστηκε υπερβολικά».

Πρώτα ήταν η Μελάνια Τραμπ που πήρε αποστάσεις. Στη συνέχεια, εκπρόσωπος του Έρικ Τραμπ, αδελφού του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, δήλωσε για τον Κρεμλέφ: «Ο Έρικ δεν έχει απολύτως καμία ιδέα ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος και δεν έχει ακούσει ποτέ το όνομά του». Και μετά ήρθε το τελειωτικό χτύπημα από τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ: «Δεν έχω ιδέα ποιος είναι ο Ούμαρ. Δεν τον έχω ξανακούσει ποτέ».

protothema.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός5 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις5 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή