Διεθνή
Απολογισμός 2019: Οι ισορροπίες του τρόμου, οι καταστροφές και ο «αδηφάγος» Ερντογάν
Γιάννης Γιωργαλλής
Το 2019 υπήρξε η χρονιά κατά την οποία τα «τύμπανα πολέμου» κτύπησαν πολλές φορές, αλλά στις πλείστες από αυτές τις περιπτώσεις οι διεθνείς παίκτες ακολούθησαν τελικά την οδό της διπλωματίας. Τις πιο δραματικές στιγμές στην διεθνή επικαιρότητα προσέφεραν οι ΗΠΑ και το Ιράν, με αρένα σύγκρουσης στην Μέση Ανατολή και τον Περσικό Κόλπο. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τα θέμα που κυριάρχησε, πέρα από τις ευρωεκλογές, υπήρξε το Brexit, με τις αλλεπάλληλες ανατροπές του, οι οποίες κατέληξαν στο προδιαγραμμένο σενάριο των πρόωρων εκλογών.
Από την άλλη, το 2019 συνέχισε την «παράδοση» του 2018 και δεν αυξήθηκε ο αριθμός των τρομοκρατικών κτυπημάτων, σε ευρωπαϊκό τουλάχιστον επίπεδο. Εντούτοις, άλλη μια χρονιά μονοπώλησαν τα ακραία καιρικά φαινόμενα, τα οποία σε πολλές περιπτώσεις έγιναν η αιτία να χαθούν ανθρώπινες ζωές.
Διπλωματία και γεωπολιτικές εξελίξεις
Δίχως αμφιβολία στο επίκεντρο των διεθνών εξελίξεων για το 2019 βρέθηκε η ταραγμένη Μέση Ανατολή, ενώ πρωταγωνιστές σε πολλές από αυτές τις εξελίξεις ήταν οι ΗΠΑ και το Ιράν. Μάλιστα, τον Ιούνιο ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δεν δίστασε να «πατήσει το κουμπί» και να διατάξει επίθεση εναντίον του Ιράν ως αντίποινα για την κατάρριψη ενός αμερικανικού drone. Η ισχυριζόμενη αυτή επίθεση ανακλήθηκε την τελευταία στιγμή, με τον Τραμπ να αναφέρει ότι «οι αμερικανικές κυρώσεις που επιβάλλονται στο Ιράν (τελικά) έχουν αποτέλεσμα». Τον Ιούλιο, η ένταση αναζωπυρώθηκε, όταν το Ιράν κατάσχεσε ένα βρετανικό δεξαμενόπλοιο κοντά στο Στενό του Χορμούζ για φερόμενες παραβιάσεις της ναυσιπλοΐας, δύο εβδομάδες αφότου βρετανικές δυνάμεις είχαν κατασχέσει ένα ιρανικό δεξαμενόπλοιο στο Γιβραλτάρ με την κατηγορία ότι μετέφερε πετρέλαιο στην Συρία, παραβιάζοντας τις κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο ήδη εκρηκτικό κλίμα ήρθε να προστεθεί άλλο ένα θερμό επεισόδιο με την επίθεση σε μια εξαιρετικής σημασίας πετρελαϊκή εγκατάσταση στην Σαουδική Αραβία, η οποία προκάλεσε παγκόσμιο συναγερμό από την εκτόξευση των τιμών του μαύρου χρυσού. Την ευθύνη για την επίθεση ανέλαβε το κίνημα των Χούτι της Υεμένης, σύμμαχος του Ιράν, ενώ οι ΗΠΑ κατηγόρησαν το ίδιο το Ιράν για την επίθεση.
Ενώ όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα στον Περσικό Κόλπο και στην διαμάχη Ιράν και ΗΠΑ, ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία έμοιαζε να φτάνει στο τέλος του με τις πολεμικές επιχειρήσεις να επικεντρώνονται στην πόλη Ιντλίμπ. Εντούτοις, στις 9 Οκτωβρίου η Τουρκία έκανε πράξη τις απειλές της και εισέβαλε στη Βόρεια Συρία με στόχο να «καθαρίσει» την περιοχή από τους Κούρδους και να δημιουργήσει μια ζώνη ασφαλείας. Ούτε οι «αμφίσημες» απειλές των ΗΠΑ, οι οποίες ήρθαν να προστεθούν στις προηγούμενες αντιδράσεις για την αγορά των ρωσικών S-400 από την Άγκυρα, αλλά ούτε και οι παραινέσεις της διεθνούς κοινότητας δεν ήταν αρκετές να σταματήσουν την επιθετική μανία του Ερντογάν. Τελικά, ΗΠΑ και Ρωσία κατεύνασαν τον νεοσουλτάνο της Άγκυρας με την σύναψη ξεχωριστών συμφωνιών. Την ίδια ώρα, οι χειρισμοί του Τραμπ στην Συρία, ο οποίος διέταξε την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από την περιοχή, ανάβοντας με αυτό τον τρόπο το πράσινο φως για την εισβολή της Τουρκίας, πυροδότησαν νέες αντιπαραθέσεις στην αμερικανική πολιτική σκηνή, η οποία από τον Σεπτέμβριο σειόταν από το αίτημα των Δημοκρατικών για καθαίρεση του πλανητάρχη, λόγω κατηγοριών για κατάχρηση εξουσίας.
Το θέμα, όμως, που κυριάρχησε στην ευρωπαϊκή διπλωματική ατζέντα ολόκληρο το 2019 δίχως αμφιβολία ήταν το Brexit. Ενώ είχε αρχικά προγραμματιστεί η Βρετανία να αποχωρήσει από την ΕΕ στις 29η Μαρτίου, μετά από δύο αναβολές η κρίσιμη ημερομηνία μεταφέρθηκε στις 31 Οκτωβρίου. Μέσα σε αυτό το διάστημα το Ηνωμένο Βασίλειο πρόλαβε με συνοπτικές διαδικασίες να αποχαιρετήσει την πρωθυπουργό Τερέζα Μέι και να καλωσορίσει στη θέση της τον «αμφιλεγόμενο» Μπόρις Τζόνσον. Ο νέος πρωθυπουργός, παρά την επιθετική του ρητορική, τόσον εντός, όσο και εκτός Βρετανίας, κατάφερε να εξασφαλίσει μια ανανεωμένη συμφωνία για το Brexit, απαλείφοντας την πρόνοια του backstop, ενώ πέτυχε την υπερψήφισή της από το Κοινοβούλιο. Εντούτοις, η άρνηση των βουλευτών να στηρίξουν τα ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα που τους έθεσε, οδήγησε σε νέα αναβολή του Brexit για τις 31 Ιανουαρίου 2020. Επιστέγασμα αυτής της δραματικής χρονιάς για την Βρετανία αποτέλεσε η διεξαγωγή των πρόωρων εκλογών του Δεκεμβρίου.
Κοινωνικές εξεγέρσεις και αλλαγές Κυβερνήσεων
Κεντρικό μοτίβο για το 2019 αποτέλεσαν οι σφοδρές κοινωνικές αναταραχές σε πολλά μέρη του πλανήτη, ενώ δεν έλειψαν οι περιπτώσεις ανατροπής κυβερνήσεων κάτω από το βάρος αυτών των διαμαρτυριών. Η πρεμιέρα του φαινομένου των λαϊκών εξεγέρσεων έγινε με τον πλέον εκρηκτικό τρόπο στη Βενεζουέλα, όπου εν μέσω μαζικών αντικυβερνητικών διαδηλώσεων, ο ηγέτης της αντιπολίτευσης, Χουάν Γκουάιντο, ανακήρυξε τον εαυτό του μεταβατικό πρόεδρο της χώρας. Η έκρυθμη κατάσταση αυτή στην συνέχεια πήρε παγκόσμιες διαστάσεις, ενώ αποτέλεσε αφορμή για την αναβίωση του ψυχροπολεμικού κλίματος μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ. Στον χορό των εξεγέρσεων θα μπει τον Μάρτιο η Αλγερία, τον Ιούνιο το Χονγκ Κογνκ, τον Σεπτέμβριο η Ινδονησία, ενώ εκτός ελέγχου θα γίνει η κατάσταση και στη Χιλή, με τις σκηνές στους δρόμους να θυμίζουν τις μέρες του Πινοσέτ. Στη γειτονική Βολιβία, από την άλλη, οι διαδηλωτές άσκησαν τέτοια πολιτική πίεση, ώστε οδήγησαν τον Έβο Μοράλες στην παραίτηση και ορίστηκε μεταβατική κυβέρνηση. Παρόμοιες διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν και στην Κολομβία με αίτημα την ακύρωση των οικονομικών μεταρρυθμίσεων που προωθούσε η κυβέρνηση του δεξιού προέδρου Ιβάν Ντούκε. Την ίδια ώρα, η λαϊκή εξέγερση που συγκλονίζει τον Λίβανο δεν δείχνει σημάδια κόπωσης. Ούτε οι φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις, ούτε και η παραίτηση του πρωθυπουργού, Σαάντ Χαρίρι, δεν ήταν αρκετές για να σταματήσουν τις διαδηλώσεις των Λιβανέζων. Το παζλ των εκρηκτικών διαδηλώσεων συμπλήρωσαν οι γειτονικές χώρες, Ιράν και Ιράκ. Η Τεχεράνη, λόγω της επαναφοράς και αυστηροποίησης των οικονομικών κυρώσεων των Ηνωμένων Πολιτειών από το 2018, είδε την οικονομία της να καταρρέει, έτσι η απόφαση για αύξηση της τιμής των καυσίμων ήταν αρκετή για να προκαλέσει το ξέσπασμα της λαϊκής οργής. Τον κύκλο των εξεγέρσεων θα κλείσει με αιματηρό τρόπο το Ιράκ, όπου από τον Οκτώβριο δεκάδες χιλιάδες Ιρακινοί θα βγουν στους δρόμους με αίτημα την ανοικοδόμηση εκ βάθρων του πολιτικού συστήματος, ενώ η κυβέρνηση του Μάχντι δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει πραγματικά πυρά εναντίον των διαδηλωτών.
Σημαντικό κεφάλαιο του 2019 ήταν οι αλλαγές που σημειώθηκαν σε κυβερνήσεις. Πρωταγωνιστικό ρόλο στις εκλογικές αναμετρήσεις έπαιξαν Ισραήλ και Ισπανία, χώρες οι οποίες, παρά το γεγονός ότι έστησαν κάλπες δύο φορές μέσα σε ένα χρόνο, δεν κατάφεραν να σχηματίσουν κυβερνήσεις. Εν μέσω καλοκαιρινής περιόδου, οι Έλληνες κλήθηκαν να αναδείξουν το νέο τους Κοινοβούλιο μετά την προκήρυξη των πρόωρων εκλογών. Η κάλπη ανέδειξε τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως τον επόμενο πρωθυπουργό της Ελλάδας. Πολιτική αλλαγή επήλθε και και στην διχασμένη Ουκρανία, η οποία τον Απρίλιο ανέδειξε στον πρωθυπουργικό θώκο τον κωμικό Βολοντιμίρ Ζελένσκι. Ο νέος πρωθυπουργός θα κατηγορηθεί αργότερα ότι δέχθηκε πιέσεις από τον Τραμπ, για να αρχίσει έρευνα τόσο για τον Τζο Μπάιντεν – πρώην αντιπροέδρου των ΗΠΑ και υποψήφιο για το χρίσμα των Δημοκρατικών στις προεδρικές εκλογές του 2020 – όσο και για τον γιο του, Χάντερ.
Τον Μάιο, κάτω από τον φόβο της ανόδου της ακροδεξιάς, πραγματοποιήθηκαν οι Ευρωεκλογές. Οι εκλογές αυτές δημιούργησαν νέα δεδομένα και συσχετισμούς, τα οποία εξαργυρώθηκαν στη συνέχεια στο «παζάρι» που στήθηκε για την επιλογή των νέων θεσμικών αξιωματούχων της Ε.Ε. Τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών, παράλληλα, άνοιξαν την όρεξη του ηγέτη της Λέγκας στην Ιταλία, Ματέο Σαλβίνι, ο οποίος απέσυρε το κόμμα του από το κυβερνητικό σχήμα, ελπίζοντας να προκαλέσει εκλογές. Εντούτοις, η προσπάθειά του έπεσε στο κενό, αφού το M5S έδωσε τα χέρια με το Δημοκρατικό Κόμμα για δημιουργία κυβέρνησης συνασπισμού.
Τρομοκρατία
Ενώ το ζήτημα της τρομοκρατίας δεν μονοπώλησε τη διεθνή επικαιρότητα το 2019, τα σπάνια, τουλάχιστον σε ευρωπαϊκό επίπεδο, περιστατικά έρχονταν να υπενθυμίσουν ότι ο εφιάλτης δεν έχει τελειώσει. Τον κύκλο αίματος για φέτος άνοιξε η τρομοκρατική επίθεση σε ξενοδοχείο στο Ναϊρόμπι, στην οποία έχασαν την ζωή τους 21 άνθρωποι. Η επίθεση είχε κρατήσει ώρες, ενώ οι ένοπλοι δράστες αυτοκτόνησαν. Την ευθύνη ανέλαβε η οργάνωση Al Shabaab. Τον Μάρτιο δύο ένοπλοι σκόρπισαν τον θάνατο σε σχολείο του Σάο Πάολο, πυροβολώντας αδιακρίτως καθηγητές και μαθητές. Τον κύκλο αίματος συνέχισε ο 28χρονος Μπράντον Τάραντ, ο οποίος εισέβαλε σε δύο τεμένη στη Νέα Ζηλανδία και άφησε πίσω της τουλάχιστον 49 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Ο μακελάρης, μάλιστα, δήλωνε οπαδός του Ντόναλντ Τραμπ και του μακελάρη της Νορβηγίας Άντερς Μπρέιβικ που είχε αιματοκυλίσει τη χώρα του με δεκάδες νεκρούς. Η επίθεση αυτή θα αποτελέσει έμπνευση για μια παρόμοια επίθεση στο Όσλο, όπου ευτυχώς θα λήξει με μόνον έναν τραυματία. Η σκιά της τρομοκρατίας, όμως, θα πέσει βαριά κατά τη διάρκεια των εορτασμών του Πάσχα στη Σρι Λάνκα. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 21ης Απριλίου η χώρα θα πληγεί από σειρά επιθέσεων εναντίον πολυτελών ξενοδοχείων και εκκλησιών. Ο απολογισμός των θυμάτων θα φτάσει στους 290 νεκρούς και τους 500 τραυματίες, ενώ την ευθύνη της επίθεσης ανέλαβε το Ισλαμικό Κράτος. Λίγους μήνες μετά ο εφιάλτης της τρομοκρατίας θα ξυπνήσει από τον «λήθαργο» τη Γαλλία, όταν άντρας με μαχαίρι θα σκοτώσει έναν άνθρωπο και θα τραυματίσει άλλους οκτώ στη Λυών. Δύο μήνες μετά, μια παρόμοια επίθεση θα σημειωθεί στο Παρίσι με απολογισμό τέσσερις τραυματίες. Εξίσου τραγική υπήρξε και η υπενθύμιση για το Λονδίνο ότι η τρομοκρατία δεν έχει τελειώσει, αφού τον Νοέμβριο, 28χρονος, ο οποίος είχε καταδικαστεί το 2012 για τρομοκρατική δράση, παρέσυρε στον θάνατο δύο ανθρώπους, πριν πέσει νεκρός από πυρά αστυνομικών.
Τραγωδίες και φυσικές καταστροφές
Εάν ο πρόλογος του 2019 γράφτηκε με τα μελανά χρώματα της αεροπορικής τραγωδίας της Ethiopian Airline, στην οποία χάθηκαν 157 ζωές, ο επίλογος έμελλε να είναι εξίσου τραγικός, μετά την φρικιαστική αποκάλυψη στο Έσσεξ η οποία έδειξε το αδίστακτο πρόσωπο της σύγχρονης δουλεμπορίας. Παρά την «θυσία» των 39 Βιετναμέζων που βρέθηκαν νεκροί στο φορτηγό ψυγείο και των συλλήψεων που έγιναν για την υπόθεση, τα περιστατικά των «νέων Έσσεξ» δεν σταμάτησαν. Παράλληλα, μια σειρά από ακραία καιρικά φαινόμενα αύξησε περαιτέρω τον απολογισμό των νεκρών. Από τους δεκάδες φονικούς ανεμοστρόβιλους που σφυροκόπησαν την Αλαμπάμα και την Τζόρτζια μέχρι το δολοφονικό κτύπημα του τυφώνα Dorian και από τις βιβλικές πλημμύρες στις ΗΠΑ και στο Ιράν μέχρι τον φονικό εγκέλαδο στην Αλβανία, ο κόσμος έγινε μάρτυρας της απρόβλεπτης μανίας της φύσης. Οι φυσικές καταστροφές, όμως, δεν έγιναν μάθημα, αφού τον Αύγουστο ο πύρινος εφιάλτης θα τυλίξει τον Αμαζόνιο, κατακαίγοντας εκατομμύρια εκτάρια δάσους. Οι φωτιές πυροδότησαν, παράλληλα, μια έντονη πολιτική διαμάχη, κυρίως μεταξύ Γαλλίας και Βραζιλίας, ενώ η επιστημονική κοινότητα επεσήμανε τους κινδύνους που προέρχονται από την κλιματική αλλαγή. Τέλος, στις 15 Απριλίου ολόκληρη η υφήλιος παρακολούθησε σε ζωντανή μετάδοση τις αδηφάγες φλόγες να καταστρέφουν τον ιστορικό καθεδρικό της Παναγίας των Παρισίων στο Παρίσι. Η εικόνα θα συγκλονίσει τον κόσμο σε τέτοιο βαθμό, ώστε μέσα σε λίγες ώρες θα μαζευτούν εκατομμύρια ευρώ από τις δωρεές. Οι εργασίες αποκατάστασής της αναμένεται να ολοκληρωθούν μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια.
Συμφωνία Πρεσπών
Στις 21 Ιανουαρίου 2019 πέρασε κατά πλειοψηφία η Συμφωνία των Πρεσπών από την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της ελληνικής Βουλής. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 25 Ιανουαρίου 2019, με 153 ψήφους υπέρ επικύρωσε η ελληνική Βουλή τη Συμφωνία. Συνολικά ψήφισαν 300 βουλευτές. Η επικύρωση της Συμφωνίας, προκάλεσε τεράστιες αντιδράσεις με τον κόσμο να διοργανώνει συλλαλητήρια σε ολόκληρη την χώρα. Η διακρατική συμφωνία συνομολογήθηκε στις 12 Ιουνίου 2018 ανάμεσα στην Ελληνική Δημοκρατία και τη δημοκρατία των Σκοπίων.
Αναδημοσίευση από την Σημερινή της Κυριακής
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
