Διεθνή
“Πρέπει να στείλουμε στρατό στη Λιβύη; Και αν ναι, γιατί τώρα;” Ένα ανατρεπτικό άρθρο του Baskın Oran
Γιατί πρέπει να στείλουμε αμέσως στρατεύματα στη Λιβύη;
Του Baskın Oran
Μετάφραση: Σάββας Καλεντερίδης
Δεν έχω κανένα πρόβλημα να κατανοήσω προσωπικά το στοίχημα της «Διώρυγας Ερντογάν»: Μάλλον πρόκειται για μια «μπίζνα» για την οποία έχει πέσει τεράστια προκαταβολή ενώ υπάρχει και η πίεση που δέχεται από τον Τραμπ να τροποποιήσει την Συνθήκη του Μοντρέ, για τα Στενά. Επιπλέον υπάρχει και το πείσμα του ανδρός που ασκεί μόνος του την εξουσία.
Όμως, ενώ το θέμα της διώρυγας είναι ξεκάθαρο στο μυαλό μου, δεν μπορώ να πω ότι το ίδιο συμβαίνει και στο θέμα της Λιβύης. Πιο συγκεκριμένα, περιμέναμε μια εκστρατεία στο εξωτερικό, στη Συρία ή κάπου αλλού (στην Αρμενία;), αλλά όχι στη Λιβύη, που ανήκει σε μια άλλη ήπειρο, στην Αφρική, όχι σε τέτοια έκταση. Δεν περίμενα να πηδήξει σε μια μαύρη τρύπα όπως αυτή, η οποία είναι φλέγεται από έναν εμφύλιο πόλεμο στον οποίον αναμειγνύονται χιλιάδες μισθοφόρους. Επιπλέον, δεν μπορεί κανείς να κατανοήσει ποιος είναι ο λόγος να συγκαλέσει εκτάκτως το Κοινοβούλιο, που ήταν σε διακοπές, να λάβει απόφαση για την αποστολή στρατευμάτων στη Λιβύη τις 2 Ιανουαρίου, αντί στις 7 Ιανουαρίου που είχε αρχικά αποφασιστεί.
Σε θέματα και καταστάσεις που δεν μπορείς να κατανοήσεις, η πιο καλή μέθοδος είναι να μπεις στον εγκέφαλο των υπευθύνων λήψης αποφάσεων και να προσπαθήσεις να σκεφθείς όπως σκέπτονται αυτοί. Στο υπόλοιπο άρθρο αυτού, επιτρέψτε μου να προσπαθήσω να το κάνω αυτό, ξεκινώντας από το «γιατί».
***
Φυσικά, στη Λιβύη, που πήγε και ο Μουσταφά Κεμάλ, μας περιμένουν ορισμένες ευνοϊκές καταστάσεις:
Πρώτον, θα επικυρώσουμε ότι είμαστε μεγάλο κράτος, δημιουργώντας την έβδομη στρατιωτική μας βάση σε ακόμα μια μουσουλμανική χώρα.
Δεύτερον, θα δώσουμε ένα μάθημα στον Σίσι, που ανέτρεψε τη Μουσουλμανική Αδελφότητα στην Αίγυπτο.
Τρίτον, με το διαμοιρασμό της Μεσογείου μεταξύ της Τουρκίας και της Λιβύης, θα εγγράψουμε υποθήκες για την εκμετάλλευση των πλούσιων κοιτασμάτων της Λιβύης.
Τέταρτον, θα εξασφαλίσουμε την υποστήριξη των εθνικιστικών και θα τονώσουμε με νέο αίμα την εθνική μας ενότητα, υψώνοντας και πάλι τη σημαία μας στη Λιβύη (για παράδειγμα στο Fizan), από την οποία μας πέταξαν έξω οι Ιταλοί το 2011.
Πέμπτον, θα πάρουμε πίσω τα 25 δισεκατομμύρια δολάρια των κατασκευαστικών μας εταιρειών, που έμειναν εκεί λόγω των ημιτελών έργων μετά το ξέσπασμα του εμφυλίου.
Όλα αυτά υπάρχουν, όμως υπάρχει και κάτι πιο σημαντικό:
Στη Συρία μας έχουν εξαπατήσει. Το θέμα της ζώνης ασφαλείας που επιδιώκαμε να δημιουργήσουμε στη Συρία, υποτίθεται για να προστατευτούμε από τους Κούρδους, που τους αποκαλέσαμε τρομοκράτες, μας το έχουν μετατρέψει σε ένα «σάπιο φρούτο». Πότε πότε μας αφήνουν να βγάλουμε τα τεθωρακισμένα οχήματά μας, υπό τη συνοδεία των Ρώσων, και μετά γυρνάμε πίσω και μας βάζουν να τα παρκάρουμε στη θέση τους.
Στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, των αρχών Δεκεμβρίου, δηλώσαμε ότι θα βάλουμε βέτο στα σχέδια του ΝΑΤΟ απέναντι στη ρωσική απειλή για τις Βαλτικές χώρες, εκτός κι αν οι χώρες του ΝΑΤΟ χαρακτήριζαν ως τρομοκρατική οργάνωση τις Δυνάμεις Προστασίας του Λαού (YPG), των Κούρδων της Β. Συρίας.
Τελικά αναγκαστήκαμε να εγκρίνουμε τα σχέδια του ΝΑΤΟ, χωρίς να βάλουμε το βέτο που εξαγγείλαμε. Ο Πρόεδρός μας, αναχωρώντας, αρκέστηκε να δηλώσει: «Εμείς είπαμε ναι, όμως κι εσείς δεν θα μας αφήσετε μόνους στον αγώνα εναντίον της τρομοκρατίας». Όμως κι εδώ εξαπατηθήκαμε. Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Χουλουσί Ακάρ, ήταν ξεκάθαρος στη δήλωσή του: «Στο θέμα του αγώνα εναντίον της τρομοκρατίας, μείναμε μόνοι».
Κάτω από αυτές τις συνθήκες αν σκύψουμε το κεφάλι, θα μας υποχρεώσουν να φύγουμε από τη Συρία και αυτό δεν μπορούμε να το δεχτούμε. Αν μείνουμε ακίνητοι, χωρίς να κάνουμε τίποτα, θα πέσουμε. Γι’ αυτό, για να μην μειωθεί η επιρροή μας, θα πρέπει να ακολουθήσουμε επιθετική πολιτική επεκτείνοντας τη ζώνη επιρροής μας. Τη στιγμή που η νόμιμη κυβέρνηση της Λιβύης είναι στρυμωγμένη και ζήτησε την παρουσία του στρατού μας εκεί, εμείς πρέπει να εκμεταλλευθούμε αυτήν την ευκαιρία.
***
Ας έρθουμε τώρα να ερμηνεύσουμε το «επείγον» της υπόθεσης. Δηλαδή, τι είναι αυτό που μας κάνει να λέμε «αμέσως τώρα».
- Η κυβέρνηση Σαράζ (Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας), που υποστηρίζεται από την Μουσουλμανική Αδελφότητα, κυριαρχεί στην πρωτεύουσα, την Τρίπολη. Ωστόσο, έρχονται πληροφορίες που λένε ότι ο στρατηγός Χαφτάρ (Εθνικός Στρατός της Λιβύης), ο οποίος υποστηρίζεται από τη Ρωσία και ελέγχει την υπόλοιπη χώρα, κατέλαβε τους δρόμους που οδηγούν στην πρωτεύουσα και έχει πλησιάσει σε απόσταση 10 χλμ από το κέντρο της πόλης. Άλλωστε, γι’ αυτό είναι στρυμωγμένος ο Σαράζ.
Γι’ αυτό το λόγο, πρέπει να φθάσουμε στην Τρίπολη προν την καταλάβει ο Χαφτάρ. Αν τελικά καταφέρει να κερδίσει ο Σαράζ, θα τον βοηθήσουμε να εξορύξει τα πετρέλαιά του. Πώς είπε ο Πρόεδρός μας στη σύνοδο της Γενεύης για το μέλλον της Συρίας «Ελάτε να βγάλουμε μαζί το πετρέλαιο, και με τα χρήματα αυτά να εγκαταστήσουμε τους πρόσφυγες στα σπίτια που τους κατασκευάσαμε»; Κάπως έτσι θα πούμε και στη Λιβύη.
- Το Bloomberg ανακοίνωσε ότι οι ομάδες των Τουρκομάνων που αγωνίζονται εναντίον «τρομοκρατών» στη Συρία, ειδικά τα μέλη της Ταξιαρχίας Σουλτάν Μουράτ, που συμμετείχε στην Επιχείρηση Ασπίδα του Ευφράτη, θα σταλούν στη Λιβύη για να υποστηρίξουν τον Σαράζ, στην Τρίπολη. Και ο εκπρόσωπος του Χαφτάρ δήλωσε ότι η δική μας Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (MIT), μετέφερε τους ενόπλους του Ισλαμικού Κράτους και της Αλ Νούσρα-Αλ Κάιντα (HTS) της Συρίας στη Λιβύη, αφού πρώτα τα αεροπλάνα που τους μετέφεραν προσγειώθηκαν στο αεροδρόμιο Τζέρμπα, της Τυνησίας. Αυτό εξηγεί και το λόγο της εσπευσμένης επίσκεψης του Προέδρου μας Ερντογάν στην Τυνησία.
3) Άρχισαν να έρχονται ανακοινώσεις ξένων χωρών, που είναι αντίθετες με την αποστολή στρατευμάτων μας στη Λιβύη. Για παράδειγμα, ο Ιταλός Πρωθυπουργός Γ. Κόντε είπε: «Μια τέτοια παρέμβαση δεν θα συμβάλει στην εξισορρόπηση των δυνάμεων στη Λιβύη, αντιθέτως θα οδηγήσει σε μια απίστευτη αύξηση της στρατιωτικής έντασης, κάτι το οποίο δεν μπορούμε να αποδεχτούμε». Αποικιακή νοοτροπία!
Υπάρχουν επίσης και εκείνοι που αντιτίθενται με κεκαλυμμένο τρόπο. Σύμφωνα με το Reuter «ένας επίσημος κρατικός αξιωματούχος των ΗΠΑ» χαρακτήρισε τη συνεργασία μας με την Τρίπολη ως «άχρηστη και προκλητική». Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντ. Πεσκόφ, δήλωσε ότι «Παρέμβαση τρίτων χωρών δεν θα συμβάλλει στην επίλυση της κρίσης». Σαν να μην είναι και η δική τους χώρα που επεμβαίνει ήδη στη Λιβύη «τρίτη χώρα».
Η εκπρόσωπος του ρωσικού Υπουργού Εξωτερικών Μαρία Ζαχάροβα δήλωσε ότι η Μόσχα κάλεσε την Άγκυρα να εφαρμόσει τη Συμφωνία του Σότσι, η οποία προβλέπει τη δημιουργία ζώνης αποκλιμάκωσης της έντασης στην περιφέρεια Ιντλίμπ και τον διαχωρισμό των μετριοπαθών αντιπάλων από τους ενόπλους (ισλαμιστές τρομοκράτες, σ.τ.μ.). Αυτό σημαίνει ότι μπορείτε να παραμείνετε στη Συρία μόνο αν δεν αντιταχτείτε στον Άσαντ. Και όλα αυτά μας τα λένε ενώ εμείς αγοράσαμε από αυτούς τους S-400 πληρώνοντας μάλιστα τόσα πολλά χρήματα!
Εμείς από την πλευρά μας αντιδράσαμε δια στόματος του στρατηγού Χουλουσί Ακάρ: Σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να αποχωρήσουμε από τα 12 παρατηρητήρια-στρατόπεδα της περιφέρειας Ιντλίμπ. Θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε εκεί». Ο στρατηγός Ακάρ είναι μια μεγάλη ευκαιρία για την Τουρκία. Φανταστείτε ότι το 1990 ο τότε αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ν. Τορμουτάυ, όταν του ζήτησε ο Τουργκούτ Οζάλ, να επιτεθεί στο πλευρό των ΗΠΑ εναντίον του Ιράκ, παραιτήθηκε, λέγοντας: «Οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις έχουν οργανωθεί για την άμυνα της χώρας και όχι για επιθετικό πόλεμο». Ενώ τώρα έχουμε τον στρατηγό Ακάρ που λέει: «Οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις είναι έτοιμες να αναλάβουν κάθε αποστολή!».
***
Υπάρχει όμως κάτι ακόμη πιο παράξενο. Ενώ υπογράψαμε μαζί τους ένα «Μνημόνιο Κατανόησης για την Ασφάλεια και τη Στρατιωτική Συνεργασία», στο οποίο αναφέρεται ότι θα τους παράσχουμε βοήθεια σε όπλα και θα στείλουμε «φιλοξενούμενο προσωπικό, συμβούλους ή μονάδες του στρατού, βλέπουμε τον Εκπρόσωπο του Υπουργείου Εξωτερικών της κυβέρνησης Σαράζ να δηλώνει στην Die Welt: «Είμαστε αντίθετοι στην παρουσία ξένων στρατευμάτων στο έδαφος της Λιβύης».
Για ποιο λόγο έγινε αυτή η δήλωση; Γιατί θέλουν να υποστηρίξουν μια κοινή πολιτική της Ε.Ε., με την διαμεσολάβηση της Γερμανίας, η οποία «δεν είναι μέρος της σύγκρουσης και είναι αρκετά αντικειμενική», μια πολιτική που δεν θα υποστηρίζει τον Χαφτάρ.
Όμως το να εμπιστευτείς όλους αυτούς είναι έγκλημα. Όμως αναγκαστήκαμε να τους εμπιστευτούμε για χάρη της Συρίας. Άλλωστε, όπως είπε ο Πρόεδρός μας για την νέα Διώρυγα της Κωνσταντινούπολης, «είτε το θέλουν είτε όχι, εμείς θα το κάνουμε». Επιπλέον, εμείς υποστηρίζουμε τη νόμιμη κυβέρνηση της Λιβύης.
Τώρα, σε αυτό το σημείο, οι τρομοκράτες που υπάρχουν στο ανάμεσά μας θα σηκωθούν και θα πουν: «Μα καλά, η κυβέρνηση της Δαμασκού δεν είναι η νόμιμη κυβέρνηση της Συρίας». Για το λόγο αυτό, πρέπει να δώσουμε προσοχή στη δημόσια διπλωματία, δηλαδή στην προπαγάνδα. Πρέπει να διαδώσουμε ότι ο στόχος μας στην υποστήριξη της νόμιμης κυβέρνησης στη Λιβύη είναι να επιτύχουμε μια ισορροπία μεταξύ των δύο πλευρών και στη συνέχεια να διευκολύνουμε μια πολιτική διευθέτηση. Πράγματι, ο αρθρογράφος της Sabah, Burhanettin Duran έχει ήδη αρχίσει την προπαγάνδα αυτή.
***
Το πρόβλημά μας δεν είναι οι ξένοι αλλά τα εσωτερικά και τα μη εθνικά στοιχεία που υπάρχουν ανάμεσά μας. Ενώ έχουμε ολόκληρον Adnan Tanrıverdi, ο οποίος είναι ο Επικεφαλής Στρατιωτικός Σύμβουλος του Προέδρου της Τουρκίας (είναι και ο ιδρυτής της παραστρατιωτικής οργάνωσης SADAT), πετάγονται ξαφνικά διάφοροι στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες και διαδίδουν ότι οι μονάδες του τουρκικού στρατού που θα στείλουμε στη Λιβύη, δεν θα έχουν αεροπορική υποστήριξη. Μα τότε γιατί έχουμε στείλει εκεί τα UAV, για να στέκονται; Ξέρετε, ένα από αυτά βομβαρδίστηκε από την αεροπορία του Χαφτάρ, ενώ ήταν παρκαρισμένο. Επίσης, γιατί δημιουργήσαμε τη βάση των UAV στην Κύπρο, έτσι για να κάθονται εκεί;
Έχουν αρχίσ
ει τώρα οι προδότες που βρίσκονται ανάμεσά μας να διαδίδουν: «Οι Τούρκοι στρατιώτες θα σκοτωθούν στο δρόμο για το Φιζάν*». Ο Τούρκος στρατιώτης (Mehmetçik), για να λυτρώσει το κράτος μας από τη στρατιωτική και πολιτική απομόνωση, θα μπορούσε να πάει ακόμα και πετώντας στον Παράδεισο (το Cennet-i Âlâ) και να πάρει την υψηλότερη θέση εκεί, ακριβώς κάτω από τον Προφήτη Μωάμεθ. Και αν είναι να μην πάρει στη Λιβύη, πηγαίνει στη Σομαλία, όπου βρίσκεται η στρατιωτική βάση μας των 400 στρεμμάτων. Εκεί μπορεί να βρει το δρόμο του για τον Παράδεισο, όπως έγινε προχθές, όταν ένα φορτηγό ανατινάχτηκε από τους τρομοκράτες, σκοτώνοντας 90 άτομα, συμπεριλαμβανομένων 2 Τούρκων.
Από την άποψη αυτή, στους προδότες της πατρίδας που αντιτίθενται στην αποστολή στρατευμάτων στη Λιβύη, θα πρέπει να κάνουμε ό,τι έκανε ο αείμνηστος Αντνάν Μεντερές στα μέλη της Ένωσης Τούρκων Φιλειρηνιστών, οι οποίο με πρόεδρο την Behice Boran*, δημοσιεύσαν μια ανακοίνωση, διαμαρτυρόμενοι για την αποστολή στρατευμάτων στην Κορέα, το 1950.
*Φιζάν είναι μια από τις τρεις περιφέρειες της Λιβύης. Καλύπτει την ΝΔ πλευρά της χώρας και αποτελείται κυρίως από έρημο.
**Τα μέλη της Ένωσης Τούρκων Φιλειρηνιστών παραπέμφθηκαν στο δικαστήριο με την κατηγορία της «άσκησης κριτικής σε απόφαση της κυβέρνησης και δημοσίευσης ανακοίνωσης μειωτικής της εθνικής αντίστασης, που προτρέπει το λαό σε στρατιωτική εξέγερση». Τα μέλη της Ένωσης καταδικάστηκαν από το στρατιωτικό δικαστήριο σε ποινή 3 ετών και εννέα μηνών, η οποία στο εφετείο μειώθηκε στους 15 μήνες.
Με βάση τα επίσημα στοιχεία, η Τουρκία έστειλε στην Κορέα μια ταξιαρχία, αποτελούμενη από 259 αξιωματικούς, 12 στρατιωτικούς υπαλλήλους, 4 κρατικούς υπαλλήλους, 395 μον. Υπαξιωματικούς και 4.414 οπλίτες, συνολικά 5.090 άτομα.
Στον πόλεμο της Κορέας έχασαν τη ζωή τους 721 αξιωματυικοί και στρατιώτες, τραυματίστηκαν 2.147, αιχμαλωτίστηκαν 234 και 175 παραμένουν αγνοούμενοι.
Πηγή: https://ahvalnews.com/tr/libya/libyaya-nicin-ve-derhal-asker-gondermeliyiz
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
