Ακολουθήστε μας

Απόψεις

Στρατηγικό Βάθος και Γαλάζια Πατρίδα – Οι ρίζες του τουρκικού επεκτατισμού

Δημοσιεύτηκε στις

Η πολιτική της τουρκικής κυβέρνησης πρέπει να κατανοείται εντός της ιστορικής δυναμικής του τουρκικού συστήματος, των σημείων και της πνευματικότητας του, δηλαδή του εθνικισμού του. Η εκφοβιστική ρητορική του ευφάνταστου Ερντογάν συνάδει περισσότερο ως αισθητική στην ιμπεριαλιστική πνευματικότητα του τουρκικού κοινωνικού σχηματισμού.

Γράφει ο Δημήτρης Μάρτος

Οι πολιτικές, στρατιωτικές και πνευματικές ελίτ της Τουρκίας, αντλούν τα σημεία διαμόρφωσης της ιστορικής μνήμης και του εθνικισμού της τουρκικής κοινωνίας από τρεις ιστορικές περιοχές, “χαμηλής κουλτούρας”, εννοώντας ότι αυτές υπακούουν στο δίκαιο του ισχυροτέρου, απωθώντας ιστορικές περιοχές που έχουν αναπτυχθεί στο έδαφός της. Ιστορικές περιοχές που έχουν καταγραφεί στην παγκόσμια συνείδηση ως “υψηλός” πολιτισμός ή κουλτούρα, όπως την αρχαία ελληνική και ελληνιστική.

Οι ελίτ της Τουρκίας εμπνέονται, πρώτον, από την Οθωμανική αυτοκρατορία (γεωγραφικό υπόστρωμα), της οποίας το στίγμα της δόθηκε, μπορούμε να πούμε, από τον Μωάμεθ β΄, όταν εμψύχωνε τις ορδές των μισθοφόρων του, λίγες ώρες πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453). «Ανεβείτε με τις σκάλες στα τείχη σαν πουλιά… για να μη χάσομε τη φήμη που κέρδισαν οι πρόγονοί μας με τη χάρη του Θεού. Αντίθετα, τώρα ήρθε η ώρα να την κάνουμε ακόμη μεγαλύτερη». [Χρονικόν του Γεωργίου Φραντζή, τ. Β΄, Γεωργιάδη, 2001, σ.182].

Δεύτερον, εμπνέονται από την ισλαμική πνευματικότητα (ιδεολογικό υπόστρωμα). Μία πνευματικότητα που κάνει, ενίοτε, την έννοια του Θεού μια δύναμη τιμωρητική και εκδικητική, αντιπροσωπεύοντας μάλλον την ανασφάλεια των ανθρώπων που την διαχειρίζονται.Διατυπώσεις, όπως: «Ο Αλλάχ είναι σπλαχνικός γι’ αυτούς που εκτελούν το θέλημά του, αλλά γι’ αυτούς που σφάλλουν έχει ετοιμάσει μια σκληρή τιμωρία» [Το Κοράνι, Κάκτος, 1980, σ.17], ενθαρρύνουν τους πιστούς σε μια μισαλλόδοξη και φοβική πνευματικότητα.

Τρίτον, τον κεμαλισμό (πολιτικό υπόστρωμα). Ο Κεμάλ Ατατούρκ (1881-1938), δημιούργησε στα ερείπια μιας αυτοκρατορίας ένα κράτος, μέσα από έναν βίαιο εκσυγχρονισμό (εκδυτικισμό), με βάση την αρχή «Ένα κράτος είναι σωστό όταν είναι και ιμπεριαλιστικό» [Κεμάλ, Ομιλίες, Νέα Σύνορα, 1995, σ.65]. Ο κεμαλισμός κατάφερε από τη μια ν’ απωθήσει τον ισλαμικοκεντρικό χαρακτήρα της εθνικής ταυτότητας και από την άλλη να δημιουργήσει μια εσωτερικά διχασμένη χώρα, την οποία απέκρυπτε και χειραγωγούσε με μια επιθετικότητα εξωτερική.

Νταβούτογλου και “Γαλάζια Πατρίδα”

Πάνω σ’ αυτές τις ιστορικές παρακαταθήκες τροχοδρομήθηκαν τα δύο καθοδηγητικά πλαίσια της ιμπεριαλιστικής ρητορικής και πολιτικής του τουρκικού κράτους. Το πρώτο υπήρξε το βιβλίο του πρώην υπουργού Εξωτερικών και πρωθυπουργού, Αχμέτ Νταβούτογλου, με τίτλο “Το στρατηγικό βάθος. Η Διεθνής θέση της Τουρκίας” (2001). Στο πολύκροτο βιβλίο του, διατυπώνει μια στρατηγική ηγεμονίας – κυριαρχίας όχι μόνον στους κόσμους του Ισλάμ αλλά και σ’ έναν κόσμο ολιγοεθνικό.

Ο Νταβούτογλου χρησιμοποιεί έναν “τύπο ισχύος”: Ι=(ΣΔ+ΔΔ)x(ΣΝxΣΣxΠΒ). Σε αυτόν τον τύπο τα σταθερά δεδομένα, όπως ιστορία, γεωγραφία, πληθυσμός και πολιτισμός (ΣΔ), αθροιζόμενα με τα δυναμικά αλλά και πλέον ευμετάβλητα δεδομένα, όπως η οικονομική, η τεχνολογική και η στρατιωτική ανάπτυξη (ΔΔ), μπορούν να εκτιναχτούν, αν τις πολιτικές επιλογές τις χαρακτηρίζει η στρατηγική νοοτροπία (ΣΝ), ο στρατηγικός σχεδιασμός (ΣΣ) και η πολιτική βούληση (ΠΒ).

Στο βάθος αυτή η εξίσωση εκπέμπει μια αποτροπιαστική πνευματικότητα που διακρίνεται σε τούτη την πρόταση του Νταβούτογλου: «Η Τουρκία πρέπει να είναι προετοιμασμένη, ώστε να απαντήσει με την απαιτούμενη σκληρότητα σε κάθε γεγονός που απειλεί τους στρατηγικούς της υπολογισμούς». Απευθύνεται στα βαρβαρικά ένστικτα, γαλουχεί και κάνει συνεργό την κοινωνία σε μια στρατηγική γενοκτονιών και πολιτισμοκτονιών.

Εμπνευσμένο από το “στρατηγικό βάθος” του Νταβούτογλου και τη φράση του Κεμάλ «όποιος κυριαρχεί στη Μεσόγειο κυριαρχεί σε τρεις ηπείρους», είναι το δεύτερο καθοδηγητικό πλαίσιο, το δόγμα της “Γαλάζιας Πατρίδας” [Mavi Vatan]. Έχει διατυπωθεί από το Ναύαρχο Ramazan Gurdeniz στο βιβλίο του “Άρθρα για τη Γαλάζια Πατρίδα (2006), όπου διακηρύσσει ότι: «Η επιφάνεια αυτής της πατρίδας, το υδάτινο σώμα της, ο πυθμένας της και η ξηρά κάτω από τον πυθμένα είναι δική μας. Το μέγεθος αυτής της πατρίδας είναι ίσο με το μισό της γης μας».

Σήμερα, οι εφαρμοστικές δράσεις, στα πλαίσια του “στρατηγικού βάθους” και της Γαλάζιας Πατρίδας, συντελούνται σε εκτεταμένες περιοχές, στη Μέση Ανατολή, τον Καύκασο, τα Βαλκάνια τη Βόρεια Αφρική και θαλάσσιες, όπως Εύξεινο Πόντο, Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο.

Η στάση της Δύσης

Στην πραγματικότητα, οι “στρατηγικοί υπολογισμοί” αξιοποιούν τη διεθνή εκτροπή της Δύσης σε αντίστοιχους οραματισμούς ισχύος. Γιατί και η Δύση προσεγγίζει αυτήν την περιοχή υπό το πρίσμα μιας χαμηλής πνευματικότητας, των “βαρελιών πετρελαίων” και των αγωγών ενέργειας και όχι δικαιωμάτων των λαών, όπως φάνηκε στην περίπτωση των δικαιωμάτων του κουρδικού λαού.

Η ΕΕ παρακολουθεί την ιμπεριαλιστική έξαρση της Τουρκίας υπό το πρίσμα των ιδιαίτερων οικονομικών συμφερόντων των ισχυρών χωρών της και όχι του Διεθνούς Δικαίου. Οι Δυτικές χώρες εκτός του ότι έχουν δεσμεύσει, διμερώς, τεράστια επενδυτικά κεφάλαια, εξοπλιστικά, τραπεζικά, βιομηχανικά και τουριστικά, για τα οποία θέλουν να δημιουργήσουν εσωτερικά στην Τουρκία περιβάλλον σταθερότητας, ανέχονται την κλιμάκωση των “στρατηγικών υπολογισμών” της.

Η τουρκική κλιμάκωση είναι η προϋπόθεση της σταθερότητας που επιζητεί η Δύση, σπρώχνοντας, ταυτόχρονα, όλα τα απειλούμενα κράτη σε μια κούρσα εξοπλισμών. Από την άλλη, η Ρωσία ανέχεται και αυτή τους στρατηγικούς υπολογισμούς της Τουρκίας. Η Μόσχα τους συναρθρώνει με τα δικά της συμφέροντα, όπως είναι οι αρρυθμίες που προκαλούν στην ΝΑ πτέρυγα του ΝΑΤΟ, η οποία πτέρυγα είναι συνυφασμένη, εκτός από την εξασφάλιση ενεργειακών πηγών και διόδων και με τη ρωσική απομόνωση.

Ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής πολιτικής και διανόησης, που εξαντλεί την εθνική ασφάλεια εντός του δόγματος «Ανήκουμεν στη Δύση», ναι μεν αντιτίθεται στον ισλαμοκεντρικό ή οθωμανοκεντρικό εθνικισμό της Τουρκίας, προσβλέπει, όμως, στον κεμαλοκεντρικό, επειδή νομίζει ότι αυτός υπακούει στις ίδιες προκλήσεις με το δυτικοκεντρικό προσανατολισμό του ελληνικού εθνικισμού.

Αυθαίρετες και ανιστόρητες εξομοιώσεις

Είναι αυτοί που κατασκευάζουν μια πνευματικότητα ανοχής απέναντι στους “στρατηγικούς υπολογισμούς”, όπως αυτή η ανοχή εκφράστηκε με την εμμονή τους στην ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, τις Συμφωνίες γκριζοποίησης του Αιγαίου (Μαδρίτη, Ελσίνκι), το Σχέδιο Ανάν, την πολιτική του κατευνασμού της κλπ.

Οι εξομοιώσεις αντίθετων ιστορικών ουσιών, όπως του Βυζαντίου με την οθωμανική αυτοκρατορία, της Ορθοδοξίας με τον ισλαμοσουνιτισμό και του “στρατηγικού βάθους” του ελληνισμού (Μεγάλη Ιδέα-Βενιζέλος), με το “στρατηγικό βάθος” του Κεμάλ ή του Νταβούτογλου [Στέλιος Ράμφος, “Το Ισλάμ παραλύει την Τουρκία”, Το Βήμα, 27-6-2010], παραπλανούν.

Το Βυζάντιο, μετά τους Ισαύρους, δημιουργώντας για πρώτη φορά εθνικό στρατό, άρχισε να ελληνοποιείται, εξελισσόμενο σε αμυντική αυτοκρατορία, απωθώντας την ιμπεριαλιστική ρωμαϊκή κληρονομιά του. Όμως η Οθωμανική αυτοκρατορία οικοδομήθηκε εξιδανικεύοντας περισσότερο τη ληστρική μογγολοτουρανική κληρονομιά της. Η δε Ορθοδοξία ποτέ δεν ήταν μια θρησκεία ιμπεριαλιστική, τζιχαντιστική ή σταυροφορική, όπως ήταν το Ισλάμ και ο καθολικισμός.

Τους διαφεύγει ότι ο κεμαλισμός, όπως και ο αντίστοιχος εκδυτικιστικός εθνικισμός για την Ελλάδα, ο αθηναϊσμός [Βλ. σχ. Δ. Μάρτος, Αθηναϊσμός, Γόρδιος, 2015], είναι σίγουρα καταψυγμένες κουλτούρες, που εισήχθησαν για ν’ αναθεωρήσουν τις υπάρχουσες. Όμως έχουν μια θεμελιώδη διαφορά μεταξύ τους.

Στην Ελλάδα, επειδή η εγχώρια παράδοση ήταν αντιστασιακή-αντιιμπεριαλιστική, οσμώθηκε με την εισαγόμενη εκδυτικιστική, της οποίας άμβλυνε τα ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά της, ενώ στην Τουρκία, επειδή η εγχώρια παράδοση ήταν ιμπεριαλιστική, οσμώθηκε με την εισαγόμενη εκδυτικιστική και ενίσχυσε την ιμπεριαλιστικότητά της. Και, σε βάθος χρόνου, αυτές οι οσμώσεις κατέστησαν τον τουρκικό εκδυτικισμό πρόγραμμα κατάληψης των νησιών του Αιγαίου, τον δε ελληνικό πρόγραμμα εγκατάλειψης.

Το τουρκικό πρόβλημα

Το πρόβλημα του τουρκικού εθνικισμού είναι η έλλειψη υψηλής πολιτιστικής παράδοσης, πράγμα που τον οδηγεί στην προκλητική χρησιμοποίηση του στρατού και της βίας ως επικάλυψη αυτού του ελλείμματος. Η άλλη λύση για τους Τούρκους θα ήταν να αναζητήσουν την αναθεώρηση του εθνι(κι)σμού τους στην “υψηλή κουλτούρα”.

Δηλαδή να αναζητήσουν στην αρχαιοελληνική, ελληνιστική και βυζαντινή παράδοση, που προνομιακά διασώζεται στο έδαφος που κατέχουν, αποδεχόμενοι κατ’ αρχάς το δικαίωμα στους ιστορικούς λαούς (Κούρδους, Τσερκέζους, κρυπτοχριστιανούς, κρυπτοελληνίζοντες, κρυπτοασσύριους, κρυπτολαζούς, κρυπτοαρμένιους) να επιστρέψουν στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Το τουρκικό Πρόβλημα, όπως ευφυώς το ορίζει ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης στο βιβλίο του “Το Μικρά Ασία ενώνει, η Τουρκία εκβαρβαρίζει” (Στράβων, 2011) δεν εξαντλείται στις συγκυριακές κινήσεις του τουρκικού κράτους, στην συμφωνία του με την Λιβύη, στις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου ή στην εργαλειοποίηση των μεταναστών. Είναι συνυφασμένο με την εθνοκτονική ιδεολογία αυτού του πολιτικού μορφώματος.

Αν θέλει η Δύση να προχωρήσει στον πολιτισμό, αν θέλει κάπως να εξιλεωθεί για τη συμβολή της στην ισχυροποίηση αυτής της μηχανής θανάτου, θα πρέπει να τελειώσει μια για πάντα με αυτήν. Διαφορετικά, το τουρκικό πρόβλημα θα την οδηγήσει στη βαρβαρότητα που την οδήγησε παλιότερα ο ναζισμός.

ΠΗΓΗ: slpress.gr

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Απόψεις

Η «υποταγή» της Ευρώπης και η Κύπρος

Η παρακμή δεν ανατρέπεται με υποταγή, αλλά με ανάληψη ευθύνης από τους σκεπτόμενους πολίτες που αποτελούν την διαχρονική σωτηρία των και της πατρίδας. 

Δημοσιεύτηκε

στις

Γράφει ο Κώστας Μαυρίδης, Ευρωβουλευτής ΔΗΚΟ (S&D)

Οι πρόσφατες βίαιες συγκρούσεις στους δρόμους της Γαλλίας έφεραν στο προσκήνιο το προφητικό μυθιστόρημα «Υποταγή» (2015) του Γάλλου συγγραφέα Μισέλ Ουλεμπέκ (ιρανικής καταγωγής), που απογυμνώνει την επικρατούσα ακραία «πολιτική ορθότητα» στην Ευρώπη. «Πολιτική ορθότητα» αναφέρεται η αποφυγή εκφράσεων ή ενεργειών που προσβάλλουν ομάδες ανθρώπων οι οποίοι μειονεκτούν κοινωνικά ή υπόκεινται σε δυσμενείς διακρίσεις που όντως συνέβαλε στην αποκατάσταση αδικιών κι αλλαγή αντιλήψεων. Σήμερα όμως, η «πολιτική ορθότητα» έγινε εργαλείο «πολιτικής στρέβλωσης» στα χέρια ακραίων ομάδων που αυτοχρήζονται «θύματα», απαιτώντας «δικαιώματα» εις βάρος της υπόλοιπης κοινωνίας και των θεμελιακών αξιών του πολιτισμικού μας οικοδομήματος.

Ένα τέτοιο προϊόν «πολιτικής διαστρέβλωσης» εις βάρος της ελευθερίας και του ορθολογισμού, ήταν και το περιβόητο «Γλωσσάρι» στην Κύπρο, για το οποίο πρωτοστάτησαν μερικοί εγχώριοι δημοσιογράφοι  με επιδίωξη να «εξαφανιστεί» η τουρκική κατοχή και τα παράγωγά της π.χ. το κατοχικό καθεστώς να λέγεται «τουρκοκυπριακή διοίκηση», τα κατοχικά στρατεύματα «τουρκικά στρατεύματα», οι Τούρκοι έποικοι «μετεγκαταστηθέντες» κ.ά.  

Από το 2015, το μυθιστόρημα «Υποταγή» περιγράφει ένα σενάριο στο εγγύς μέλλον στη Γαλλία, όπου στην κοινωνία επικρατεί πλέον ακραία πόλωση με δύο ανταγωνιστές για την προεδρία της χώρας, τον ισλαμιστή υποψήφιο της «Μουσουλμανικής Αδελφότητας» και τον νεοφασίστα υποψήφιο της γαλλικής ακροδεξιάς. Οι δύο τους βρίσκονται αντιμέτωποι στο 2ο γύρο των εκλογών, οπόταν τα «παραδοσιακά κόμματα» δίνουν στήριξη στον ισλαμιστή υποψήφιο, ο οποίος με την ανάληψη της εξουσίας προχωρεί σε ανατροπές, καταργώντας αξίες και ελευθερίες που καταξίωσαν την Γαλλία ως φάρο του σύγχρονου ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού, θεμελιωμένου στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Στο μυθιστόρημα, αναδεικνύεται ειδικότερα ο ρόλος του πολιτικού ισλάμ ως εργαλείου εσωτερικής άλωσης των σύγχρονων δημοκρατιών μας και της «απόγνωσης» των πολιτών λόγω της πολιτισμικής κατάπτωσης της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας και των διάφορων πολιτικών «ηγετών»

. Αυτό το θέμα αναδείχθηκε προφητικά σε συνέδριο που διοργάνωσα πριν μερικά χρόνια στο Ευρωκοινοβούλιο για την «Ριζοσπαστικοποίηση και τρομοκρατία ενάντια στις ευρωπαϊκές δημοκρατίες». Τις προάλλες, στο Ευρωκοινοβούλιο αναφέρθηκα στο εξτρεμιστικό πολιτικό ισλάμ, εξηγώντας ότι ο «προστάτης» τέτοιων φονιάδων, όπως «Χαμάς» και «Αδελφών Μουσουλμάνων», είναι ο νεοσουλτάνος Ερντογάν. Η στάση μου δυσανασχέτησε τους «συμμάχους» των μουλλάδων στην ΕΕ και στην Κύπρο τους γνωστούς πατριδοκάπηλους που πάνω από την πατρίδα θέτουν την προβολή τους και για αυτό απέκρυψαν την παρέμβασή μου. Και καθώς στην Γαλλία κι αλλού η απόγνωση ενδυναμώνει τα άκρα, η παρακμή και οι στρεβλώσεις οδηγούν σε περαιτέρω κοινωνικό διχασμό. 

Παρακμιακά φαινόμενα έχουμε και στην Κύπρο στις μέρες μας, με συχνότερο τις μεγαλοστομίες στον κομματικό ανταγωνισμό περί ιδεολογίας ή πατρίδας, ενώ υπεράνω είναι το ατομικό συμφέρον. Έτσι εξηγείται όταν λεγόμενοι «ακραιφνείς εθνικόφρονες» στα δεξιά, ψηφίζουν οργανωμένα …τον υποψήφιο του ΑΚΕΛ. Έτσι εξηγείται όταν οι «προοδευτικοί» και «αντιφασίστες» στην αριστερά κατηγορούν τον Πρόεδρο ότι «δεν θέλει λύση», ευθυγραμμιζόμενοι με τον ισλαμοφασίστα στην Άγκυρα που «θέλει λύση» δύο κρατών! Κι έναντι του τουρκικού επεκτατισμού, έχουμε τους πατριδοκάπηλους πρόθυμους να μας οδηγήσουν σε … νέες «ηρωικές ήττες» για την αυτοπροβολή τους.  

Καταληκτικά, η  παρακμή δεν ανατρέπεται με υποταγή, αλλά με ανάληψη ευθύνης από τους σκεπτόμενους πολίτες που αποτελούν την διαχρονική σωτηρία των και της πατρίδας. 

 

 

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ρούμπιο στην Πνύκα: Τι μας είπε για την Ελλάδα και τη Δύση — και τι δεν μας είπε, αλλά άφησε να εννοηθεί

Δημοσιεύτηκε

στις

Του Θεόδωρου Ατματζίδη

Ο Ρούμπιο δεν επέλεξε τυχαία την Πνύκα για να απευθυνθεί στην Ευρώπη και στον δυτικό κόσμο. Από τον χώρο που συνδέθηκε με την αθηναϊκή δημοκρατία, αναγνώρισε ότι η αρχαία Ελλάδα εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς για τον δυτικό πολιτισμό, όχι μόνο εξαιτίας των πολιτικών της ιδεών, αλλά και λόγω των αξιών, του καθήκοντος, της τιμής και της προθυμίας των ανθρώπων της να υπερασπιστούν όσα θεωρούσαν σημαντικά. Η Ελλάδα, όπως ανέφερε, παραμένει ένα πρότυπο συμμάχου για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το μήνυμά του, ωστόσο, δεν ήταν απλώς ένας ιστορικός έπαινος. Ο Ρούμπιο μίλησε για μια Δύση που βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι, προειδοποιώντας ότι η επόμενη δεκαετία θα επηρεάσει την πορεία του επόμενου αιώνα. Αναφέρθηκε στην ανάγκη ενίσχυσης της εθνικής ισχύος, της αμυντικής ικανότητας, της βιομηχανικής παραγωγής και της τεχνολογικής υπεροχής. Κάλεσε, ουσιαστικά, την Ευρώπη να εγκαταλείψει τον εφησυχασμό και να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για την ασφάλεια και το μέλλον της.

Εδώ βρίσκεται, κατά την εκτίμησή μου, το βαθύτερο νόημα της ομιλίας του: η Ελλάδα που γέννησε ιδέες και αξίες τις οποίες θαυμάζει ακόμη ο κόσμος αποτελεί ένα σημαντικό ιστορικό κεφάλαιο. Η Ελλάδα του σήμερα, όμως, και μαζί της η Ευρώπη, καλούνται να αποδείξουν στην πράξη ότι μπορούν να υπερασπιστούν όσα κληρονόμησαν. Η ιστορία προσφέρει κύρος και ταυτότητα· δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση ασφάλειας.

Ο Ρούμπιο αναγνώρισε με σαφήνεια τη διαχρονική συμβολή της Ελλάδας. Ο προβληματισμός όμως είναι στο τι συνεπάγεται αυτή η αναγνώριση στο σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον, όπου οι πόλεμοι, ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων, οι απειλές κατά των θαλάσσιων οδών και η αμφισβήτηση της διεθνούς τάξης διαμορφώνουν ένα ολοένα πιο απαιτητικό περιβάλλον ασφαλείας.

Τώρα που κάθισε η σκόνη μετά την επίσκεψη του Ρούμπιο, είναι σκόμιμο να εξετάσουμε πώς μπορούμε να κάνουμε μια γρήγορη και ψύχραιμη αποτίμησή της:

  • τι ειπώθηκε,
  • τι συμφωνήθηκε,
  • τι δεν ειπώθηκε και
  • ποιες πρακτικές συνέπειες μπορεί να έχει για την Ελλάδα.

Τι δεν μας είπε — και τι πρέπει να εξετάσουμε

Στην ομιλία της Πνύκας δεν διατυπώθηκε κάποια νέα, συγκεκριμένη αμερικανική εγγύηση για την αντιμετώπιση των απειλών που αφορούν ειδικά την Ελλάδα. Δεν παρουσιάστηκε δημόσια ένα νέο πλαίσιο αντιμετώπισης πιθανής ελληνοτουρκικής κρίσης ούτε δόθηκαν συγκεκριμένες δεσμεύσεις για το πώς θα αντιδρούσε η Ουάσιγκτον σε περίπτωση αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας.

Αυτό σημαίνει ότι παρόλο που υπάρχουν διμερείς συμφωνίες, αμυντική συνεργασία και δίαυλοι στρατηγικού διαλόγου, πρέπει να διακρίνουμε την πολιτική αναγνώριση και τη συμμαχική συνεργασία από τις συγκεκριμένες δεσμεύσεις που αφορούν την αντιμετώπιση μιας κρίσης.

Εξάλλου, οι ΗΠΑ διαμορφώνουν την πολιτική τους με βάση τα δικά τους εθνικά συμφέροντα. Η Ελλάδα αποτελεί σημαντικό σύμμαχο, προσφέρει στρατηγικές υποδομές και διευκολύνσεις, συμβάλλει στην ασφάλεια της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ και διαθέτει κρίσιμη γεωγραφική θέση στην Ανατολική Μεσόγειο. Όλα αυτά ενισχύουν τη σημασία της για την Ουάσιγκτον, αλλά δεν καταργούν την ανάγκη η Αθήνα να διαμορφώνει τη δική της στρατηγική και να διατηρεί αξιόπιστη αποτρεπτική ικανότητα.

Η ίδια η επίσκεψη, άλλωστε, συνοδεύτηκε από συγκεκριμένες ανακοινώσεις για την ελληνοαμερικανική συνεργασία στην άμυνα, στην ασφάλεια και στην ανταλλαγή πληροφοριών για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας. Συνεπώς, η ουσία είναι ανάμεσα στις υπαρκτές συμφωνίες και στις πρόσθετες εγγυήσεις που δεν ανακοινώθηκαν δημόσια.

Για την Ελλάδα, αυτή η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία. Η χώρα μας δεν βρίσκεται αντιμέτωπη μόνο με τις ευρύτερες απειλές που απασχολούν τη Δύση. Έχει και συγκεκριμένες εθνικές προτεραιότητες: την προστασία της κυριαρχίας της, την αποτροπή στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, την ασφάλεια της Κύπρου, την προστασία των θαλάσσιων και ενεργειακών υποδομών και τη διατήρηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας των Ενόπλων Δυνάμεων.

Η αμερικανική στρατηγική προσέγγιση δεν μπορεί να θεωρείται ότι ταυτίζεται αυτόματα με όλες τις ελληνικές προτεραιότητες. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να διατηρεί τις σχέσεις της με τους συμμάχους και τους περιφερειακούς εταίρους της, ενώ η Αθήνα οφείλει να διασφαλίζει ότι οι δικές της ανησυχίες λαμβάνονται ουσιαστικά υπόψη. Γι’ αυτό και η αξία της συμμαχίας κρίνεται όχι μόνο από τις δημόσιες δηλώσεις, αλλά και από το αποτέλεσμα της διπλωματίας, της αμυντικής συνεργασίας και της διαχείρισης συγκεκριμένων κρίσεων.

Η Ελλάδα οφείλει να μετατρέψει το ιστορικό κεφάλαιο σε στρατηγική ισχύ

Το μήνυμα της Πνύκας πρέπει, επομένως, να λειτουργήσει και ως αφορμή για έναν δικό μας απολογισμό. Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, η συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι αμυντικές της δυνατότητες και ο ρόλος της στις περιφερειακές ενεργειακές και μεταφορικές υποδομές δημιουργούν σημαντικές ευκαιρίες. Αυτές, όμως, αποκτούν πραγματική αξία μόνο όταν εντάσσονται σε έναν συνεκτικό σχεδιασμό εθνικής ασφάλειας.

Απαιτούνται ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα, σύγχρονη αμυντική βιομηχανία, επένδυση στην τεχνολογία, αποτελεσματικές υπηρεσίες πληροφοριών, προστασία κρίσιμων υποδομών και ουσιαστικός συντονισμός εξωτερικής πολιτικής και άμυνας. Απαιτείται, επίσης, να αξιοποιούμε τη στρατηγική μας θέση με τρόπο που να ενισχύει μετρήσιμα την εθνική ασφάλεια και την οικονομία, χωρίς να συγχέουμε τη γεωπολιτική αξία της χώρας με την αυτόματη εξασφάλιση των συμφερόντων της.

Ο Ρούμπιο μας θύμισε τι υπήρξε η Ελλάδα και πόσο βαθιά επηρέασε τον δυτικό κόσμο. Το σημερινό όμως ερώτημα είναι τι είμαστε σήμερα και τι είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε για να διατηρήσουμε τη θέση μας σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου ανταγωνισμού και κινδύνων.

Οι σύμμαχοι μπορούν να αναγνωρίσουν την ιστορία μας, να συνεργαστούν μαζί μας και να επενδύσουν στη στρατηγική μας σημασία. Την ευθύνη, όμως, για την υπεράσπιση των εθνικών μας συμφερόντων δεν μπορούμε να την εκχωρήσουμε σε κανέναν. Η ιστορική κληρονομιά αποκτά σύγχρονο νόημα όταν συνοδεύεται από ισχύ, ετοιμότητα, στρατηγική συνέπεια και την πολιτική βούληση να υπερασπιστούμε όσα θεωρούμε ζωτικά για τη χώρα.

Αυτό είναι, τελικά, το ουσιαστικό μήνυμα που αξίζει να κρατήσουμε από την ομιλία του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών στην Πνύκα: ο θαυμασμός για το παρελθόν έχει αξία, αλλά η ασφάλεια και η θέση ενός κράτους στο διεθνές σύστημα καθορίζονται από τις επιλογές και τις πράξεις του στο παρόν.!!

Συνέχεια ανάγνωσης

Απόψεις

Η επανάσταση των νέων στην Ευρώπη, όταν οι ηγεσίες δεν ακούν, τότε οι δρόμοι γεμίζουν

Δημοσιεύτηκε

στις

Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που οι πολιτικές της ηγεσίες δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν. Από τα σχολεία της Γαλλίας μέχρι τους δρόμους της Γερμανίας και τις αγροτικές κινητοποιήσεις, η νεολαία αντιδρά. Δεν διαμαρτύρεται για ένα και μόνο ζήτημα, αλλά για το μέλλον που της προσφέρουν.

Εκπαίδευση, εργασία, στέγαση, άμυνα και πρωτογενής τομέας συνθέτουν τα κομμάτια της δυσαρέσκειας, με κοινό παρονομαστή την αίσθηση ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται χωρίς να υπολογίζονται οι συνέπειες για τις επόμενες γενιές.

Στη Γαλλία, οι μαθητικές κινητοποιήσεις των τελευταίων ημερών ανέδειξαν με ένταση τα προβλήματα του εκπαιδευτικού συστήματος. Ελλείψεις εκπαιδευτικών, πολυπληθή τμήματα, φθαρμένες σχολικές υποδομές και άνισες ευκαιρίες μάθησης έχουν οδηγήσει χιλιάδες νέους στους δρόμους. Στις κινητοποιήσεις εκφράζεται αλληλεγγύη και από εκπαιδευτικούς, ενώ το αίτημα δεν περιορίζεται σε καλύτερες συνθήκες μέσα στις σχολικές αίθουσες. Είναι η απαίτηση για μια εκπαίδευση που θα δίνει πραγματικές προοπτικές και όχι απλώς θα πιστοποιεί, μέσα από εξετάσεις, τις ανισότητες που ήδη υπάρχουν.

Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη γενικότερη υποχώρηση των μαθησιακών επιδόσεων που καταγράφεται σε διεθνείς αξιολογήσεις, όπως το πρόγραμμα PISA του ΟΟΣΑ. Η κατανόηση κειμένου, τα μαθηματικά και οι βασικές δεξιότητες αποτελούν θεμέλια για κάθε κοινωνία που θέλει να προοδεύσει. Όταν οι επιδόσεις υποχωρούν και οι ανισότητες διευρύνονται, το πρόβλημα δεν αφορά μόνο το σχολείο. Αφορά την παραγωγικότητα, την κοινωνική συνοχή και την ικανότητα των νέων να σταθούν με αυτοπεποίθηση σε έναν κόσμο που αλλάζει. Η εκπαίδευση δεν είναι δαπάνη που πρέπει απλώς να περιοριστεί, είναι επένδυση στο μέλλον.

Στον πρωτογενή τομέα, οι αντιδράσεις έχουν διαφορετική αφετηρία, αλλά παρόμοια αγωνία. Οι νέοι αγρότες βλέπουν το κόστος παραγωγής, τις πιέσεις στις τιμές και την αβεβαιότητα για το εισόδημά τους να απειλούν τη δυνατότητα να συνεχίσουν τις οικογενειακές εκμεταλλεύσεις ή να δημιουργήσουν τις δικές τους. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική, οι όροι του ανταγωνισμού και οι εμπορικές συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη συμφωνία με τη Mercosur, βρίσκονται στο επίκεντρο των ανησυχιών. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί προβάλλουν τα οφέλη του εμπορίου, όμως οι παραγωγοί ζητούν εγγυήσεις ότι δεν θα επωμιστούν δυσανάλογο κόστος και ότι τα εισαγόμενα προϊόντα θα ανταγωνίζονται με ισοδύναμους όρους.

Η ίδια αγωνία φάνηκε και στην Ελλάδα, όπου οι αγροτικές κινητοποιήσεις ανέδειξαν την πίεση που δέχεται ο πρωτογενής τομέας. Οι νέοι αγρότες έχουν κάθε λόγο να αναρωτιούνται αν μπορούν να χτίσουν το μέλλον τους στην ύπαιθρο, όταν η οικονομική βιωσιμότητα της παραγωγής παραμένει ζητούμενο. Χωρίς ανανέωση των γενεών, η εγκατάλειψη της γης δεν είναι μόνο αγροτικό πρόβλημα. Αφορά την επισιτιστική ασφάλεια, την περιφερειακή ανάπτυξη και τη δυνατότητα της χώρας να παράγει.

Στη Γερμανία, χιλιάδες μαθητές και νέοι διαδήλωσαν ενάντια στην πιθανή επαναφορά της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας. Η κυβέρνηση επιδιώκει να ενισχύσει τις δυνατότητες των ενόπλων δυνάμεων σε ένα επιβαρυμένο περιβάλλον ασφάλειας. Οι νέοι, ωστόσο, εκφράζουν την αντίθεσή τους στην προοπτική να κληθούν σε στρατιωτική υπηρεσία και αμφισβητούν το τίμημα που μπορεί να έχει αυτή η πολιτική για τη ζωή και τις επιλογές τους. Η σύγκρουση αυτή αποκαλύπτει ένα δύσκολο ερώτημα: πώς συμβιβάζονται οι ανάγκες ασφάλειας ενός κράτους με τις προσδοκίες μιας γενιάς που θέλει να αποφασίζει η ίδια για το μέλλον της;

Την ίδια ώρα, η στεγαστική κρίση και η αβεβαιότητα στην αγορά εργασίας κάνουν ακόμη δυσκολότερη την ανεξαρτητοποίηση των νέων. Όταν η πρόσβαση σε ένα αξιοπρεπές σπίτι γίνεται οικονομικά απρόσιτη και η σταθερή εργασία μοιάζει μακρινός στόχος, η δυσαρέσκεια δεν μένει στην ιδιωτική ζωή. Μετατρέπεται σε κοινωνική και πολιτική αντίδραση.

Το πρόβλημα των ευρωπαϊκών ηγεσιών είναι ότι συχνά αντιμετωπίζουν κάθε κινητοποίηση ξεχωριστά, σαν να πρόκειται για απομονωμένα περιστατικά. Όμως η κοινή εικόνα είναι σαφής: μια γενιά ζητά να έχει λόγο στις αποφάσεις που καθορίζουν την εκπαίδευση, την εργασία, τη στέγαση, την αγροτική παραγωγή και την ασφάλειά της. Και όταν δεν βρίσκει απαντήσεις στους θεσμούς, βγαίνει στους δρόμους.

Η Ευρώπη δεν μπορεί να μιλά για δημογραφική αναγέννηση, ανταγωνιστικότητα και στρατηγική αυτονομία, την ίδια στιγμή που οι νέοι δυσκολεύονται να σπουδάσουν, να εργαστούν, να στεγαστούν και να σχεδιάσουν τη ζωή τους. Η νεολαία δεν είναι ένα επικοινωνιακό ακροατήριο ούτε μια γενιά που πρέπει να περιμένει υπομονετικά τη σειρά της. Είναι το αύριο της Ευρώπης, και το αύριο δεν οικοδομείται με αποφάσεις ερήμην του.

Όταν οι νέοι εξεγείρονται, το ερώτημα δεν είναι απλώς ποιος βρίσκεται πίσω από τις διαμαρτυρίες. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι δεν λειτουργεί, ποιες ανάγκες αγνοήθηκαν και γιατί οι θεσμοί άφησαν την απόσταση ανάμεσα στις αποφάσεις τους και στην καθημερινότητα των πολιτών να μεγαλώσει τόσο. Αν οι ηγεσίες συνεχίσουν να βλέπουν μόνο την επιφάνεια, κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωπες με τις συνέπειες των δικών τους επιλογών. Γιατί μια γενιά που αισθάνεται ότι δεν έχει μέλλον, αργά ή γρήγορα θα απαιτήσει να αλλάξει το παρόν.

Οι πολιτικές ηγεσίες εξακολουθούν, σε πολλές περιπτώσεις, να λαμβάνουν αποφάσεις έχοντας στο μυαλό τους ένα πολιτικό ακροατήριο άλλων εποχών, με διαφορετικές προσλαμβάνουσες, διαφορετικές ανάγκες και διαφορετική σχέση με την πολιτική. Όμως αυτό το ακροατήριο έχει αλλάξει και είναι η σημερινή νεολαία. Οι νέοι εμφανίζονται όλο και πιο αποστασιοποιημένοι από τις παραδοσιακές πολιτικές πρακτικές και τις καθιερωμένες ρητορικές, τις οποίες δεν αποδέχονται πλέον αβασάνιστα, όπως ενδεχομένως συνέβαινε σε προηγούμενες δεκαετίες. Διαθέτουν πρόσβαση στην πληροφορία, συγκρίνουν, αμφισβητούν και διαμορφώνουν τη δική τους κρίση, χωρίς να θεωρούν δεδομένο ότι οι πολιτικές υποσχέσεις ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Όταν, λοιπόν, οι ηγεσίες δεν αντιλαμβάνονται αυτή την αλλαγή και συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τους νέους ως ένα παθητικό ακροατήριο, που θα αποδεχθεί τις αποφάσεις τους χωρίς ουσιαστική αντίδραση, τότε το χάσμα μεγαλώνει. Η περιθωριοποίηση των αναγκών και των προσδοκιών τους δεν οδηγεί αναγκαστικά στην αδιαφορία, αλλά μπορεί να μετατραπεί σε δυναμική αμφισβήτηση και μαζική κινητοποίηση. Η σημερινή νεολαία δεν ζητά απλώς να ακουστεί, απαιτεί να ληφθεί υπόψη. Και όταν διαπιστώνει ότι οι αποφάσεις που καθορίζουν το μέλλον της λαμβάνονται ερήμην της, επιλέγει να διεκδικήσει τη θέση της στην κοινωνία και να στείλει το δικό της πολιτικό μήνυμα, όχι μόνο μέσα από την κάλπη, αλλά και μέσα από τους δρόμους.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Απόψεις27 λεπτά πριν

Η «υποταγή» της Ευρώπης και η Κύπρος

Η παρακμή δεν ανατρέπεται με υποταγή, αλλά με ανάληψη ευθύνης από τους σκεπτόμενους πολίτες που αποτελούν την διαχρονική σωτηρία των...

GEOPOLITICO56 λεπτά πριν

Παπαδάτος: Φόβοι για συμβιβασμούς εις βάρος της Ελλάδας – Το παρασκήνιο και το καλώδιο

Ο ιστορικός Νίκος Παπαδάτος αμφισβητεί την αισιοδοξία μετά την επίσκεψη Ρούμπιο, προειδοποιεί για συμβιβασμούς εις βάρος των ελληνικών θέσεων και...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Ρούμπιο στην Πνύκα: Τι μας είπε για την Ελλάδα και τη Δύση — και τι δεν μας είπε, αλλά άφησε να εννοηθεί

Του Θεόδωρου Ατματζίδη Ο Ρούμπιο δεν επέλεξε τυχαία την Πνύκα για να απευθυνθεί στην Ευρώπη και στον δυτικό κόσμο. Από...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Ο δρόμος του Τραμπ, το Ιράν, τα γαλλικά δάνεια και οι νέες συνδέσεις στον Καύκασο

Η προοπτική σιδηροδρομικής σύνδεσης με το Καπάν, τα γαλλικά δάνεια για μεταρρυθμίσεις και στέγαση εκτοπισμένων και οι επαφές με την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και...

Δημοφιλή