Ιστορία - Πολιτισμός
Το Ελληνικό Κολέγιο του Αγίου Αθανασίου στη Ρώμη, ένας φάρος των Ελληνικών γραμμάτων σε σκοτεινούς καιρούς
Η ίδρυση του Ελληνικού Γυμνασίου της Ρώμης, παρά την ολιγόχρονη ζωή του, υπήρξε καρπός της αγωνίας των λόγιων προσφύγων όχι μόνον να διαδώσουν τα ελληνικά γράμματα, αλλά και να μορφώσουν τα ελληνόπουλα της διασποράς στην γλώσσα και την ιστορία τους .Σε μία σειρά ελληνικών σχολείων που ιδρύθηκαν από Έλληνες λογίους(όπου οι ίδιοι ήσαν συχνά και δάσκαλοι) και με την συμπαράσταση φιλελλήνων Δυτικών, σε διάφορες πόλεις της Δύσης όπου υπήρχε ελληνική διασπορά, με την προοπτική ότι μέσα από αυτά θα προερχόταν μία νέα γενιά μορφωμένων Ελλήνων, που θα μπορούσαν να επιστρέψουν στις υπόδουλες περιοχές και να συμβάλλουν στην πνευματική και μορφωτική ανύψωση του υπόδουλου ελληνισμού, και παράλληλα να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για την απελευθέρωση, το Ελληνικό Γυμνάσιο της Ρώμης που ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του Ιανού Λασκάρεως υπήρξε το πρώτο σημαντικό ελληνικό εκπαιδευτικό ίδρυμα της διασποράς, και απετέλεσε το πρότυπο και για ανάλογα σχολεία που ιδρύθηκαν αργότερα.
Σαν συνέχεια του Ελληνικού Γυμνασίου που εμπνεύστηκε, λειτούργησε και διηύθυνε ο Ιανός Λάσκαρης, θα μπορούσε να θεωρηθεί η μετά μίαν πεντηκονταετία ίδρυση στην Ρώμη το 1577 από τον Πάπα Γρηγόριο ΙΓ’ του Ελληνικού Κολλεγίου του Αγίου Αθανασίου (Collegio Greco di San Athanasio),το οποίο αναδείχθηκε σημαντικό πνευματικό ίδρυμα ,από το οποίο κατά τους δύσκολους αιώνες της οθωμανοκρατίας προήλθε η πνευματική ηγεσία του ελληνισμού. Σε αυτό φοίτησαν Έλληνες από τις βενετικές κτήσεις(Κρήτη, Κύπρο, Επτάνησα, Πελοπόννησο)και από τον κυρίως οθωμανοκρατούμενο ελλαδικό χώρο. Από το Κολλέγιο απεφοίτησαν πολλοί λόγιοι, διδάσκαλοι του γένους, φιλόσοφοι, κληρικοί, ιεράρχες και Πατριάρχες.
Στο Ελληνικό Κολλέγιο της Ρώμης οι μαθητές διδάσκονταν την αρχαία ελληνική γλώσσα και τους κλασσικούς συγγραφείς, και εξασκούνταν στην φιλολογική, γραμματολογική και εννοιολογική ερμηνεία των κλασσικών κειμένων. Οφείλουμε βεβαίως να ομολογήσουμε ότι η Δυτική Εκκλησία με την ίδρυση του Κολλεγίου ήθελε να επιτύχει την δημιουργία μίας σειράς πεπαιδευμένων Ελλήνων, οι οποίοι επιστρέφονταν στις υπόδουλες περιοχές να εργασθούν για την πνευματική ανύψωση των συμπατριωτών τους, αλλά και παράλληλα να προέλθει μέσα από το Κολλέγιο η νέα πνευματική ηγεσία των Ελλήνων που θα ήταν φίλα προσκείμενη στην Ρωμαϊκή Εκκλησία και θα εργαζόταν προπαγανδιστικά μέσα στις περιοχές του ελληνισμού προωθώντας την προσέγγιση των Εκκλησιών και ενισχύοντας τα φιλοκαθολικά και φιλενωτικά στοιχεία. Παρά ταύτα, το Ελληνικό Κολλέγιο συνέβαλε θετικά και ουσιαστικά στην πνευματική καλλιέργεια και μόρφωση των Ελλήνων και έως σήμερα εξακολουθεί την λειτουργία του στην Ρώμη ως μία πνευματική εστία των ελληνικών σπουδών, πάντοτε υπό την εποπτεία της Δυτικής Εκκλησίας, αν και έχει απολέσει τον αρχικό του κυρίαρχο και πρωταρχικό ρόλο.
Ανάμεσα στις πρώιμες λογίες μορφές που απεφοίτησαν από το Ελληνικό Κολλέγιο συγκαταλέγεται ο κερκυραϊκής καταγωγής Νικόλαος Σοφιανός(16ος αι.) που συνέταξε Γραμματική της κοινής, καθομιλουμένης, δημοτικής γλώσσας και ασχολήθηκε με την μετάφραση αρχαίων συγγραφέων στην απλή γλώσσα της εποχής της. Ο Νικόλαος Σοφιανός πίστευε πως μέσα από την χρήση της δημοτικής γλώσσας στην παιδεία θα μπορούσε ο πλούτος των ελληνικών γραμμάτων να καταστεί προσιτός και κατανοητός στον υπόδουλο ελληνισμό και έτσι να επιτευχθεί η πνευματική του αναγέννηση.
Ένας άλλος, κάπως μεταγενέστερος του Σοφιανού, αλλά εξίσου σημαντικός απόφοιτος του Ελληνικού Κολλεγίου υπήρξε ο Λέων Αλλάτιος (15861669), που εργάσθηκε ως βιβλιοθηκάριος στο Βατικανό, και επιμελήθηκε της εκδόσεως ελληνικών εκκλησιαστικών και πατερικών κειμένων και συγγραφέων, όπως του ιερού Χρυσοστόμου και του Μεγάλου Φωτίου.
Ένα ωστόσο ιταλικό εκπαιδευτικό ίδρυμα προορίζεται καταρχήν για Έλληνες: το παπικό ελληνικό Kολλέγιο του Aγίου Aθανασίου στη Pώμη (στα ιταλικά Collegio Greco), το οποίο ιδρύεται το 1575 από τον πάπα Γρηγόριο IΓ΄ και αποσκοπεί στη διάδοση του λατινικού δόγματος στους ελληνορθόδοξους. Πριν από την ίδρυση του Collegio Greco, από το 1514 ως το 1521 είχε λειτουργήσει στη Pώμη ένα Eλληνικό Γυμνάσιο, στο οποίο είχε μορφωθεί ένας ικανοποιητικός αριθμός Eλλήνων μαθητών και είχαν διδάξει επιφανείς έλληνες λόγιοι. Tο είχε ιδρύσει ο φιλέλληνας πάπας Λέων I΄και ο χαρακτήρας του ήταν αποκλειστικά ουμανιστικός. Aντίθετα το Kολλέγιο του Aγίου Aθανασίου ιδρύεται την εποχή στην οποία θριαμβεύει το πνεύμα της Aντιμεταρρύθμισης και συνακόλουθα ο ιεραποστολικός ζήλος της Kαθολικής Eκκλησίας είναι φλογερός. H επίσημη διακήρυξη της λειτουργίας του ιδρύματος γίνεται τον Iανουάριο του 1577. Bασικός του στόχος είναι ο εκλατινισμός των ορθόδοξων μαθητών, οι οποίοι επιστρέφοντας στον ελληνικό χώρο θα διαδώσουν το λατινικό δόγμα. Oι Έλληνες που έρχονται να φοιτήσουν στο Kολλέγιο κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του φαίνεται ότι αγνοούν αυτόν το στόχο, γύρω στα 1650 ωστόσο οι πραγματικοί στόχοι του ιδρύματος είναι πλέον γνωστοί, κι έτσι η έλξη που ασκεί το Kολλέγιο στους Έλληνες μειώνεται.
Tο Kολλέγιο προσφέρει πάντως στους Έλληνες κλασική παιδεία υψηλής στάθμης. Πέρα από τη Θεολογία και την κατήχηση στα δόγματα της Kαθολικής Eκκλησίας, η οποία γίνεται στα ελληνικά, οι μαθητές διδάσκονται Aρχαία Eλληνικά και Λατινικά, Διαλεκτική και Φιλοσοφία. Oι μαθητές είναι στη συντριπτική πλειοψηφία τους Έλληνες και μάλιστα από επιφανείς οικογένειες, όπως ορίζει και το Kολλέγιο. Oι περισσότεροι δεν πρέπει να είναι πάνω από 14 χρονών όταν αρχίζουν να φοιτούν στο ίδρυμα. Aπό το 1576 ως το 1700 φοιτούν στο Kολλέγιο 439 Έλληνες σε σύνολο 690 ατόμων, ποσοστό 63,62%. Περίπου 8% των υπόλοιπων σπουδαστών του Kολλεγίου είναι εξάλλου Eλληνοαλβανοί, μαθητές δηλαδή για τους οποίους δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα, αν είναι ελληνικής ή αλβανικής καταγωγής, ενώ 3% περίπου των σπουδαστών είναι Έλληνες της Iταλίας. Oι περισσότεροι Έλληνες κατάγονται από την Kρήτη, τα νησιά του Iονίου, τη Xίο και την Kύπρο, με ποσοστά επί του συνόλου των Eλλήνων σπουδαστών που κυμαίνονται από 11, 61% για τους Kύπριους, ως 19, 13% για τους Kρητικούς. Στο Kολλέγιο φοιτούν επίσης Έλληνες από τις Kυκλάδες, την Πελοπόννησο, την Kωνσταντινούπολη, την Aθήνα, τη Mακεδονία, τη Θεσσαλία, την Ήπειρο, τη Mικρά Aσία, τα Δωδεκάνησα.
Mετά την αποφοίτησή τους από το Kολλέγιο άλλοι μαθητές συμπληρώνουν τις σπουδές τους σε ιταλικά πανεπιστήμια, άλλοι αναπτύσσουν διδακτική δραστηριότητα στον ελληνικό χώρο, την Iταλία και την Eυρώπη γενικότερα, ορισμένοι ακολουθούν διπλωματική ή εκκλησιαστική σταδιοδρομία. Γενικά μπορούμε να πούμε ότι το Kολλέγιο απέτυχε στους στόχους του, αφού μόλις 32 σπουδαστές του, γίνονται φανατικοί υποστηρικτές της ενωτικής ιδέας, ενώ από τους 113 μαθητές του, που ακολούθησαν εκκλησιαστική σταδιοδρομία, μόνο 46 ασπάστηκαν το λατινικό δόγμα. Στους επιφανείς αποφοίτους του Kολλεγίου, κατά το πρώτο μισό του 17ου αιώνα, ανήκουν τόσο ο ενωτικός λόγιος Λέων Aλλάτιος, όσο και ο ανανεωτής της νεοελληνικής φιλοσοφικής σκέψης Θεόφιλος Kορυδαλεύς.
Το Ελληνικό Κολέγιο της Ρώμης ιδρύθηκε μετά την πρώτη Σύνοδο του Τrento, για να ενισχύσει τη μόρφωση των Ελλήνων στη Ρώμη. Πρόκειται για ένα Ίδρυμα, στο οποίο, όσο και αν συσσωρεύτηκαν οι μνήμες της ουμανιστικής παραδόσεως της Ρώμης, επικρατεί κατ’ εξοχήν η ατμόσφαιρα της Αντιμεταρρυθμίσεως και της ιεραποστολικής πράξεως της Καθολικής Εκκλησίας.
Το Κολέγιο αυτό εξελίσσεται σ’ ένα κέντρο σπουδών της ελληνικής και χριστιανικής παιδείας και διαμορφώνεται ως η πρώτη ιδιόρρυθμη και μοναδική πανεπιστημιακή Σχολή ειδικά για Έλληνες στην Ευρώπη, αφού οι τρόφιμοι της μαθαίνουν γραφή και ανάγνωση σε ηλικία 9 ετών περίπου. Στη συνέχεια, αυτοί αποφοιτούν μετά από δέκα – δεκαπέντε χρόνια ως πτυχιούχοι και διδάκτορες Φιλοσοφίας ή Θεολογίας.
Η μορφωτική πολιτική που από τα 1576 εγκαινίασε η Αγία Έδρα απέναντι στους σκλαβωμένους Έλληνες με το Κολέγιο αυτό απέβλεπε στην παραγωγή στελεχών ικανών να υπηρετήσουν την ιδέα της ενωμένης Εκκλησίας με βάση το όραμα της αποτυχημένης Συνόδου της Φλωρεντίας.
Η προσφορά μορφώσεως σε μικρούς Έλληνες στην Καθολική Δύση, κάτω από την άμεση εποπτεία της Λατινικής Εκκλησίας, γνώρισε διάφορα σχέδια. Από τον 14ο αι. ακόμη ο δομινικανός Brocardus υποστήριζε ότι πρέπει κάθε ελληνική οικογένεια να στέλνει στη Δύση ένα παιδί της για να ανατραφεί στη λατινική πίστη. Έτσι θα πετύχαινε ο «εκλατινισμός» της Ανατολής. Έναν αιώνα αργότερα, λίγο πριν από τη γνωστή «ένωση» της Φλωρεντίας (1439), ο camaldoplese μοναχός και ανθρωπιστής Ambrogio Traversari, πρότεινε στον πάπα Ευγένιο Δ’ τη μεταφορά στη Ρώμη ακόμη και εκατό νεαρών Ελλήνων που θα μορφώνονταν στα ελληνικά και τα λατινικά Γράμματα, θα ενστερνίζονταν τις απόψεις της Ρωμαϊκής Καθολικής Εκκλησίας και θα απέβαιναν πολύ χρήσιμοι, όταν, ώριμοι, θα επέστρεφαν στην πατρίδα τους. Με τον τρόπο αυτό θα σταθεροποιούνταν οριστικά η ένωση των δύο Εκκλησιών.
Στις αρχές του επόμενου αιώνα, του 16ου, η ίδρυση του περιώνυμου Ελληνικού Γυμνασίου «ad Gaballinum montem» από τον φιλέλληνα πάπα Μέδικο Λέοντα Γ. Το Ελληνικό Γυμνάσιο Ρώμης ήταν σχολή προς εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας και μελέτης των Ελλήνων συγγραφέων που λειτούργησε στη Ρώμη.
Ιδρύθηκε μετά από τις επίμονες προσπάθειες του Ιανού Λάσκαρη και με την ευνοϊκή σύμπραξη του Πάπα Λέοντα Γ. Ο Λάσκαρης ήταν φίλος και οικείος των Μεδίκων. Όταν ο Λέων Γ έγινε Πάπας, κάλεσε τον Λάσκαρη στην Ρώμη. Ο Λάσκαρης ερχόμενος στην Ρώμη άρχισε αμέσως τις προσπάθειες ίδρυσης Γυμνασίου για την διατροφή και εκπαίδευση προσφύγων νέων από την υπόδουλη Ελλάδα. Ο Λέων έδωσε την συγκατάβαση του, και έτσι το Γυμνάσιο ανεγέρθη στούς πρόποδες του Κυρίνου λόφου. Για την ενέργεια τους αυτή Πάπας και ο Λάσκαρης αξιώθηκαν των επαίνων των συγχρόνων τους, και ιδιαίτερα του Ιερώνυμου Βίδα και Μάρκου Μουσούρου. Πολλοί σημαντικοί άνδρες αποφοίτησαν στο σχολείο αυτό. Ιδιαίτερα ο Κωνσταντίνος Ράλλης, Νικόλαος Σοφιανός, Χριστόφορος Κονταλέος, Ματθαίος ΔεΒάρης και άλλοι. Το Γυμνάσιο ήταν εξοπλισμένο με τυπογραφικό πιεστήριο, από οποίο τυπώθηκαν και εκδόθηκαν πολλά συγγράμματα των νεαρών φοιτητών. Αργότερα, όταν ο Λάσκαρης εγκατέλειψε την Ρώμη και πήγε στην Γαλλία για να μπει ατην υπηρεσία του Βασιλιά, ο δε Λέων Γ απεβίωσε το 1521, η λειτουργία του γυμνασίου φαίνεται ότι έληξε. Αυτό εκλαμβάνουμε και από μια επιστολή την οποία γράφει ο Αρσένιος ο Μονεμβασίτης προς τον ίδιο τον Λάσκαρη. Πρέπει να τονισθεί ιδιαίτερα ότι Κολέγιο του Λέοντος Γ δεν απέβλεπε καθόλου στη διάδοση των λατινικών δογμάτων γι αυτό και δεν αποτελεί ούτε συνέχεια προγενεστέρων επιδιώξεων ή καταστάσεων προσηλυτιστικού χαρακτήρα ούτε βέβαια και προοίμιο των ενεργειών της Καθολικής Εκκλησίας στην περίοδο της Αντιμεταρρυθμίσεως.
Κατά τον 16ο αι. η Αγία Έδρα προσπαθεί να ελέγξει την θρησκευτική συνείδηση, ώστε να συγκρατηθεί το προτεσταντικό κίνημα. Έτσι αρχίζουν να διαμορφώνονται νέες συνθήκες ως προς τη στάση του Βατικανού απέναντι στον ελληνορθόδοξο κόσμο της Ανατολής. Οι καθολικοί προσπαθούν να ενσωματώσουν τον «σχισματικό» κόσμο, στους κόλπους της δικιάς τους Εκκλησίας, κάτι που ήδη είχαν αρχίσει για δικό τους λογαριασμό οι προτεστάντες. Επίσης, οι καθολικοί χρησιμοποιούν το δυναμικότερο μέσο για να το πετύχουν: την «παιδεία», μέσω του ιερού κηρύγματος, της ίδρυσης σχολείων, της εκτύπωσης και διάδοσης Βιβλίων.
Το πνεύμα της εποχής ολοκληρώνεται στο πρόσωπο και στις πράξεις ενός ικανού ηγέτη του καθολικού κόσμου, του πάπα Γρηγορίου ΙΓ’. Στην εκπαιδευτική του πολιτική οι Ιησουίτες, μειλίχιοι διδάσκαλοι και λαμπροί διαφωτιστές, εξασφάλισαν αναμφισβήτητη επιτυχία. Σ’ αυτούς θα παραδώσει ο Γρηγόριος τη διεύθυνση του επανιδρυμένου στη Ρώμη Collegio Germanico, τουCollegio Ungarico και του Collegio Inglesse. Στη Ρώμη επίσης ιδρύει τα Κολέγια των Μαρωνιτών του ΛιΒάνου και των Αρμενίων, καθώς και των Νεοφύτων για τους Εβραίους και τους μουσουλμάνους που ασπάζονταν τον χριστιανισμό.
Η πολιτική κατάσταση στην οθωμανική αυτοκρατορία είχε προκαλέσει το ζωηρό ενδιαφέρον της καθολικής Ευρώπης και φυσικά του Βατικανού για το μέλλον των τουρκοκρατούμενων ελληνικών χωρών. Η προοπτική της απελευθέρωσης ελληνικών περιοχών έθεσε άμεσα στη Ρώμη το πρόβλημα της προσεγγίσεως των ορθόδοξων πληθυσμών με ανθρώπους αφοσιωμένους στην ιδέα της ενώσεως των Εκκλησιών. Έτσι ήταν αναγκαία η ίδρυση ενός Ιδρύματος σχετικού με τους Έλληνες.
Το 1575, φαίνεται πως είχε συνταχθεί παπική εγκύκλιος, στα ελληνικά, που κοινοποιούσε στους κληρικούς και λαϊκούς της Ανατολικής Εκκλησίας την πρόθεση του Γρηγορίου ΙΓ’ να ιδρύσει «φροντιστήριον» ή «διδασκαλείον», «παιδοτροφείον και παιδαγωγείον». Σ’ αυτό καλούνταν να φοιτήσουν ελληνόπουλα, για να μορφωθούν «εις τας σεμνάς επιστήμας», ώστε να μη σβήσει, αλλά να αναζωπυρωθεί και να διαλάμψει, όπως πρώτα, η σοφία της Ελλάδας. Το παπικό έγγραφο κάνει εκτενή αναφορά στην αρχαία ελληνική κληρονομιά, η οποία πάει να χαθεί μέσα στην αμάθεια. Ο πάπας ενδιαφέρεται έντονα να διατηρηθεί η πολιτιστική ταυτότητα των Ελλήνων και στη συνέχεια αναφέρεται στη φλωρεντινή σύνοδο και την απόφαση της για την ένωση των Εκκλησιών. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, θα μορφώνονταν οι μαθητές του Κολλεγίου, ώστε να συμβάλλουν στη στερέωση της εκκλησιαστικής ενώσεως.
Με άλλα λόγια, το νέο Ίδρυμα είχε διττό σκοπό:την ανθρωπιστική μόρφωση και η αποδοχή και διάδοση του φλωρεντινού όρου. Από τις 3 Νοεμβρίου 1576 άρχισε να λειτουργεί το Κολέγιο (πριν από την έκδοση της παπικής βούλας) με την εγγραφή έξι μαθητών. Από τους έξι μαθητές, οι δύο γεννήθηκαν στην Ιταλία από Έλληνες γονείς, Ηπειρώτες και Κορωναίους. Από τους υπόλοιπους, οι δύο ήταν από την Κύπρο και οι άλλοι από την τουρκοκρατούμενη ήδη πατρίδα τους (Κρήτη και Νάξο). Ωστόσο, δεν θα πρέπει να παραλείψουμε πως η Βενετία είχε ενδιαφερθεί να διευκολύνει την αποστολή στη Ρώμη νεαρών Ελλήνων από τις αποικίες της στην Ανατολή (Επτάνησα, Κρήτη, Τήνο).
Η επίσημη διακήρυξη για τη λειτουργία του εκπαιδευτικού Ιδρύματος των Ελλήνων έγινε στις 16 Ιανουαρίου 1577 με την έκδοση της γνωστής βούλας του Γρηγορίου ΙΓ. Σπουδαία θέση, στη λειτουργία του Κολεγίου, διαδραμάτιζαν οι καρδινάλιοι. Αυτοί, ήταν υπεύθυνοι για την επιλογή των οικότροφων και για την οικονομική ενίσχυση του Ιδρύματος. Ο μακροβιότερος και ο πιο δραστήριος ήταν ο Santoro ο οποίος διεύθυνε το Κολέγιο για περίπου 25-30 χρόνια. Αξιοσημείωτοι ήταν οι: Filippo Buoncompagni, Gulielmo Sirielo kai o Benedetto Giustiniani.
Ο τελευταίος, μείωσε τα χρόνια των σπουδών, τον αριθμό των σπουδαστών και το προσωπικό του Ιδρύματος. Απομάκρυνε από τη διεύθυνση, το 1604, τους Ιησουίτες και διεύθυνε το Κολέγιο ως τον θάνατο του. Ο θεσμός των καρδιναλίων συνεχίστηκε έως τα μέσα του 18ου αιώνα μ.Χ.
Οι εξετάσεις στο Ίδρυμα λάμβαναν χώρα κάθε έτος και οι μαθητές μπορούσαν να εξετασθούν στη Λογική, τα Φυσική Φιλοσοφία, τη Μεταφυσική και σε οποιοδήποτε μάθημα ολοκλήρωναν. Σημαντικές ήταν οι πτυχιακές και οι διδακτορικές εξετάσεις, οι οποίες γινόντουσαν δημόσια και με επισημότητα μέσα στην εκκλησία του Κολεγίου, τον Αγιο Αθανάσιο. Οι πτυχιακές εξετάσεις περιελάμβαναν τη Φιλοσοφία και την θεολογία. Πριν εμφανισθεί ο υποψήφιος πτυχιούχος στη δημόσια τελετή, υποβαλλόταν σε αυστηρή εξέταση από τους καθηγητές του. Αν πετύχαινε στις εξετάσεις, του δινόταν οι ευκαιρία να δοκιμασθεί δημόσια με θέματα τα οποία έπρεπε πρώτα τα τοιχοκολληθούν σε δημόσια μέρη. Την ημέρα της τελετής, ο μαθητής έκανε μια εισαγωγή μετά την οποία παρουσιάζονταν επίσημα στον καρδινάλιο τα θέματα. Ακολουθούσε η «εξέταση» και στο τέλος έκλεινε η διαδικα;σία με έναν επίσλογο από τον εξεταζόμενο.
Για την αναγόρευση του διδάκτορα, ίσχυε η παραπάνω διαδικασία με την μόνη διαφορά ότι εξεταζόταν σε δύο θέματα Φιλοσοφίας και δύο Θεολογίας. Κάθε εξεταστής είχε δικαίωμα να μιλήσει και να υποβάλει ερωτήσεις για περίπου 15 λεπτά. Στη συνέχεια ο κλητήρας, διένειμε δύο χαρτάκια· στο ένα αναγραφόταν το γράμμα Α (approdo) και στο άλλο το γράμμα R (reprodo). Αυτά δίνονταν στον διευθυντή του Κολεγίου, στους προσκεκλημένους, στους εξεταστές και στο προσωπικό του Ιδρύματος.
Η ψηφοφορία ήταν μυστική. Ο κλητήρας μάζευε τα χαρτάκια και ανακοίνωνε το αποτέλεσμα.
Στη συνέχεια, εφόσον το αποτέλεσμα ήταν θετικό, ο διδάκτορας ορκιζόταν με το χέρι στο ευαγγέλιο και έπαιρνε από τον υπεύθυνο των σπουδών το διδακτορικό δίπλωμα. Του έδιναν επίσης έναν σκούφο, ένα δαχτυλίδι και την Αγία Γραφή. Στο τέλος, ο νέος διδάκτορας ανέβαινε στην έδρα και έκανε ένα σύντομο μάθημα. Απαραίτητη προϋπόθεση για τη λήψη του διδακτορικού διπλώματος, πέρα από τη γνώση, ήταν το ήθος του υποψηφίου. Γενικά οι διδάκτορες του Κολεγίου ήταν και της Φιλοσοφίας και της Θεολογίας, από κοινού. Οι έλληνες διδάκτορες κάλυπταν συνήθως το 55% ως προς το σύνολο των διδακτόρων. Τέλος, για τους υποψήφιους της Φιλοσοφίας – Θεολογίας τα θέματα είχαν δύο μέρη: το ένα προερχόταν από τον Αριστοτέλη και αναφερόταν στον φιλοσοφικό τομέα το άλλο κάλυπτε τον θεολογικό τομέα.
Πηγή: De Profundis
GEOPOLITICO
«Ρωμαίων Νόστος»: Ένα ταξίδι στις αλησμόνητες πατρίδες του Πόντου – Το νέο βιβλίο του Μιχάλη Αδαμίδη
Μια λογοτεχνική επιστροφή στις πατρογονικές εστίες, εκεί όπου οι μύθοι συναντούν την ιστορία και οι μνήμες των ξεριζωμένων Ελλήνων παραμένουν ζωντανές. Το ιστορικό μυθιστόρημα «Ρωμαίων Νόστος» του Μιχάλη Αδαμίδη, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ινφογνώμων, αποτελεί έναν φόρο τιμής στον Ποντιακό Ελληνισμό και στις γενιές που κουβάλησαν τον πόνο της προσφυγιάς.
Ένα ταξίδι στην ιστορία, τη μνήμη και την ελληνική παρουσία στον Εύξεινο Πόντο επιχειρεί ο συγγραφέας και ζωγράφος Μιχάλης Αδαμίδης, μέσα από το νέο του ιστορικό μυθιστόρημα με τίτλο «Ρωμαίων Νόστος», το οποίο κυκλοφόρησε στις 19 Σεπτεμβρίου 2026 από τις Εκδόσεις Ινφογνώμων.
Πρόκειται για ένα έργο που αντλεί την έμπνευσή του από τις οικογενειακές μνήμες του δημιουργού και, κυρίως, από τις αφηγήσεις των γονιών του, οι οποίοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν βίαια την πατρίδα τους, τον Πόντο.
Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου αναδύεται ο κόσμος του Εύξεινου Πόντου, μιας περιοχής άρρηκτα συνδεδεμένης με την ελληνική ιστορία, τη μυθολογία, τον πολιτισμό και την περιπέτεια του Ποντιακού Ελληνισμού.
Από τα Δαρδανέλια στη Σινώπη – Ένα ταξίδι στη γη των μύθων
Η αφήγηση μεταφέρει τον αναγνώστη σε ένα θαλασσινό ταξίδι μέσα από τα Δαρδανέλια και την Προποντίδα, με προορισμό τον Εύξεινο Πόντο.
Η θάλασσα, που στην αρχαιότητα χαρακτηριζόταν «Άξεινος» λόγω των κινδύνων και της αφιλόξενης φύσης της, μετατρέπεται στο σκηνικό μιας διαδρομής γεμάτης εικόνες, ήχους και έντονους συμβολισμούς.
Οι ταξιδιώτες διασχίζουν τα παράλια, αντικρίζοντας τις απόκρημνες βουνοπλαγιές, τα πυκνά δάση και τους ορμητικούς ποταμούς που καταλήγουν στη Μαύρη Θάλασσα.
Η περιγραφή του συγγραφέα αποτυπώνει με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο τη στιγμή της άφιξης:
«Η Σινώπη απλωνόταν μπροστά τους! Εδώ άρχιζε ο Πόντος— η γη των μύθων και των ηρώων».
Η Σινώπη, μία από τις ιστορικές ελληνικές πόλεις της Μαύρης Θάλασσας, αποτελεί στην αφήγηση την πύλη εισόδου σε έναν τόπο με βαθιές ρίζες στον ελληνικό πολιτισμό.
Ένα βιβλίο αφιερωμένο σε όσους δεν γύρισαν ποτέ
Πέρα από τη λογοτεχνική του διάσταση, ο «Ρωμαίων Νόστος» έχει για τον δημιουργό του ιδιαίτερη συναισθηματική και οικογενειακή σημασία.
Οι ιστορίες των γονιών του για τη ζωή στον Πόντο και τον βίαιο αποχωρισμό από την πατρογονική γη αποτέλεσαν την αφετηρία για τη συγγραφή του.
Ο Μιχάλης Αδαμίδης επιχειρεί έτσι να διατηρήσει ζωντανές τις μνήμες μιας γενιάς που γνώρισε τον ξεριζωμό και να αποδώσει έναν προσωπικό φόρο τιμής στους προγόνους του.
Η αφιέρωση του έργου αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς δεν περιορίζεται σε εκείνους που κατάφεραν να φτάσουν στην Ελλάδα. Περιλαμβάνει και όσους δεν κατόρθωσαν να πραγματοποιήσουν αυτό το ταξίδι, αλλά και όσους δεν πρόλαβαν να δημιουργήσουν μια νέα ζωή στην ελληνική γη.
Ο τίτλος «Ρωμαίων Νόστος» παραπέμπει στη διαχρονική σχέση των Ελλήνων του Πόντου με τη ρωμαίικη ταυτότητά τους και στην έννοια της επιστροφής, η οποία αποκτά ιδιαίτερο βάρος στην ιστορική εμπειρία του προσφυγικού Ελληνισμού.
Ποιος είναι ο Μιχάλης Αδαμίδης
Ο Μιχάλης Αδαμίδης γεννήθηκε το 1953 στους Γεωργιανούς Βέροιας και μεγάλωσε στην Αθήνα.
Από μικρή ηλικία εκδήλωσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις τέχνες και κυρίως για τη ζωγραφική. Σπούδασε σχέδιο και διακόσμηση στη Σχολή Δοξιάδη, ενώ παράλληλα μαθήτευσε δίπλα σε έμπειρους ζωγράφους, αποκτώντας γνώσεις γύρω από τα χρώματα, τα υλικά και τις τεχνικές της ζωγραφικής.
Στη διάρκεια της καλλιτεχνικής του πορείας συμμετείχε σε πολυάριθμες ομαδικές εκθέσεις. Τον Μάιο του 1997 πραγματοποίησε την πρώτη του ατομική έκθεση στο Πνευματικό Κέντρο Παλαιού Φαλήρου.
Παράλληλα εργάστηκε επί είκοσι χρόνια στην αμερικανική αεροπορική εταιρεία TWA.
Με τον «Ρωμαίων Νόστο» στρέφεται στη συγγραφή, έχοντας ως βασικό ερέθισμα τις οικογενειακές αφηγήσεις και την ανάγκη διατήρησης της ιστορικής μνήμης του Ποντιακού Ελληνισμού.
Τα στοιχεία της έκδοσης
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ινφογνώμων και είναι διαθέσιμο στην ελληνική γλώσσα.
| Τίτλος | Ρωμαίων Νόστος |
| Συγγραφέας | Μιχάλης Αδαμίδης |
| Εκδόσεις | Ινφογνώμων |
| Κατηγορία | Ιστορικό μυθιστόρημα |
| Σελίδες | 130 |
| Ημερομηνία κυκλοφορίας | 19 Σεπτεμβρίου 2026 |
| ISBN | 978-618-5970-26-0 |
| Τιμή | 13,50 ευρώ |
Περισσότερες πληροφορίες είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα των εκδόσεων, www.infognomon.gr.
GEOPOLITICO
Παρουσίαση του βιβλίου «Στέλιος Καζαντζίδης: Δεν με σβήνει κανένας» στη Βέροια την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου
Η παρουσίαση θα πραγματοποιηθεί στην Αντωνιάδειο Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, στη Σκηνή «Οδυσσέας Γωνιάδης», με ελεύθερη είσοδο για το κοινό.
Το βιβλίο του Κώστα Μπαλαχούτη «Στέλιος Καζαντζίδης: Δεν με σβήνει κανένας» παρουσιάζεται στη Βέροια την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026, στις 20:00, σε εκδήλωση που διοργανώνουν ο Δήμος Βέροιας και οι Εκδόσεις Ινφογνώμων.
Η παρουσίαση θα πραγματοποιηθεί στην Αντωνιάδειο Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, στη Σκηνή «Οδυσσέας Γωνιάδης», με ελεύθερη είσοδο για το κοινό.
Στο επίκεντρο της βραδιάς βρίσκεται η έκδοση που είναι αφιερωμένη στον Στέλιο Καζαντζίδη, με τον τίτλο «Δεν με σβήνει κανένας» να δίνει το στίγμα της αναφοράς σε μια φωνή που παραμένει ζωντανή στη συλλογική μνήμη.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο Κωνσταντίνος Καρέλας, επιχειρηματίας και μουσικός, ο Σάββας Καλεντερίδης, συγγραφέας και εκδότης, καθώς και ο ίδιος ο συγγραφέας, Κώστας Μπαλαχούτης. Τον πρόλογο της έκδοσης υπογράφει η Χάρις Αλεξίου, όπως αναγράφεται στο εξώφυλλο του βιβλίου.
Οι διοργανωτές προσκαλούν το κοινό της Βέροιας να παρακολουθήσει την παρουσίαση και να γνωρίσει την έκδοση για τον μεγάλο λαϊκό ερμηνευτή.
Η εκδήλωση με μια ματιά:
- Ημερομηνία: Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026.
- Ώρα: 20:00.
- Χώρος: Αντωνιάδειος Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, Σκηνή «Οδυσσέας Γωνιάδης», Βέροια.
- Διοργάνωση: Δήμος Βέροιας και Εκδόσεις Ινφογνώμων.
- Είσοδος: Ελεύθερη.
GEOPOLITICO
Κειμήλια αντί λειψάνων Σαμουήλ: Τα ερωτήματα για τη συμφωνία με τη Βουλγαρία και τη Συνθήκη του Νεϊγύ
Ο Γιώργος Καρανίκας, με άρθρο του στον «Χρόνο», θέτει ζήτημα αντιμετώπισης των λεηλατημένων ελληνικών θησαυρών ως αντικειμένων ανταλλαγής. Η υποχρέωση επιστροφής, οι εκκρεμείς διεκδικήσεις και οι ενστάσεις των Μητροπόλεων.
Η επιστροφή 48 εκκλησιαστικών κειμηλίων από τη Βουλγαρία επαναφέρει ένα ιστορικό και πολιτικό ερώτημα: γιατί η απόδοση θησαυρών που αφαιρέθηκαν από ελληνικές μονές συνδέεται με την παράδοση ανταλλάγματος, όταν η Συνθήκη του Νεϊγύ προέβλεπε ήδη την επιστροφή τους;
Αυτό είναι το κεντρικό ζήτημα που αναδεικνύει ο δημοσιογράφος Γιώργος Καρανίκας, στο άρθρο του «Διαγράφουμε την συνθήκη του Νεϊγύ;», που δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Χρόνος» στις 7 Οκτωβρίου. Η παρέμβασή του στρέφεται κατά της λογικής της ανταλλαγής και της πανηγυρικής παρουσίασης μιας συμφωνίας που αφορά μέρος των θησαυρών που διεκδικεί η ελληνική πλευρά.
Η υποχρέωση που διατυπώθηκε το 1919
Η Συνθήκη του Νεϊγύ υπογράφηκε στις 27 Νοεμβρίου 1919, μετά την ήττα της Βουλγαρίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πέρα από τις εδαφικές και οικονομικές ρυθμίσεις, περιλάμβανε συγκεκριμένη πρόβλεψη για την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών.
Το άρθρο 126 όριζε ότι η Βουλγαρία αναλαμβάνει να αναζητήσει και να επιστρέψει χωρίς καθυστέρηση στην Ελλάδα, τη Ρουμανία και το Σερβοκροατοσλοβενικό Κράτος αρχεία, έγγραφα και αντικείμενα αρχαιολογικού, ιστορικού ή καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος που είχαν απομακρυνθεί από τα εδάφη τους κατά τον πόλεμο.
Στη διάταξη αυτή στηρίζεται η κριτική του Καρανίκα: η επιστροφή των λεηλατημένων κειμηλίων αποτελούσε υποχρέωση της βουλγαρικής πλευράς, επομένως η αντιμετώπισή τους ως στοιχείων μιας αμοιβαίας συναλλαγής δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα.
Ο αρθρογράφος υπενθυμίζει και την παράδοση χειρογράφων το 1923. Σύμφωνα με την ιστορική αναδρομή του, η ελληνική αντιπροσωπεία παρέλαβε κιβώτια τα οποία παρουσιάστηκαν ως το σύνολο των αφαιρεθέντων, αλλά περιείχαν μόνο περιορισμένο αριθμό χειρογράφων. Κατά τον ίδιο, η εκκρεμότητα δεν έκλεισε ποτέ, παρά τους μεταγενέστερους βουλγαρικούς ισχυρισμούς.
Τι περιλαμβάνει η πρόσφατη συμφωνία
Στις 3 Οκτωβρίου 2026, στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης, υπογράφηκαν τα πρωτόκολλα παράδοσης και παραλαβής, παρουσία των πρωθυπουργών Ελλάδας και Βουλγαρίας.
Τα 48 κειμήλια προέρχονται από την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας, την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης. Η ελληνική πλευρά παραδίδει τα λείψανα που έχουν ταυτοποιηθεί ως ανήκοντα στον τσάρο Σαμουήλ, μαζί με το υπόλοιπο ανθρωπολογικό υλικό από τέσσερις σαρκοφάγους της Βασιλικής του Αγίου Αχιλλείου στις Πρέσπες.
Η επίσημη ανακοίνωση προβλέπει συνέχιση των διαπραγματεύσεων για ιστορικά αντικείμενα που δεν περιλήφθηκαν στην παρούσα συμφωνία. Τα επιστραφέντα κειμήλια θα εκτίθενται στη Θεσσαλονίκη έως τις 5 Νοεμβρίου και κατόπιν θα αποδοθούν στους φορείς προέλευσής τους.
Οι θησαυροί που παραμένουν εκτός
Οι εκκρεμείς διεκδικήσεις δείχνουν ότι η επιστροφή των 48 αντικειμένων δεν ολοκληρώνει τον επαναπατρισμό.
Ο Μητροπολίτης Δράμας Δωρόθεος, σε επιστολή του προς την υπουργό Πολιτισμού, αναφέρει ότι από την Εικοσιφοίνισσα είχαν αφαιρεθεί 800 ιερά κειμήλια και 430 χειρόγραφα. Εκφράζει επίσης την ανησυχία ότι η παράδοση των λειψάνων του Σαμουήλ αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική δυνατότητα της Ελλάδας για όσα παραμένουν στη Βουλγαρία.
Η Μητρόπολη Ξάνθης και Περιθεωρίου διεκδικεί ακόμη 50 αντικείμενα από τις Μονές Παναγίας Καλαμούς και Παναγίας Αρχαγγελιώτισσας, ζητώντας την επιστροφή τους έξω από τη λογική ανταλλαγής. Παράλληλα, η Ιερά Σύνοδος χαιρέτισε τον επαναπατρισμό των 48 κειμηλίων, εκφράζοντας την προσδοκία να ακολουθήσουν νέες επιστροφές.
Το ερώτημα περί «διαγραφής» της Συνθήκης του Νεϊγύ αποτελεί την αιχμηρή πολιτική θέση του Καρανίκα· δεν τεκμηριώνει από μόνο του νομική κατάργησή της. Αναδεικνύει, όμως, ένα συγκεκριμένο ζήτημα που απαιτεί απάντηση: πώς διασφαλίζεται η διεκδίκηση του συνόλου των αφαιρεθέντων θησαυρών, μετά την ολοκλήρωση αυτής της ανταλλαγής;
Η επιστροφή των 48 κειμηλίων έχει αξία για τις μονές και την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας. Η ιστορική εκκρεμότητα, ωστόσο, παραμένει ανοιχτή όσο χειρόγραφα και εκκλησιαστικοί θησαυροί εξακολουθούν να βρίσκονται μακριά από τους τόπους στους οποίους ανήκουν.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας