Διεθνή
Τουρκική τορπίλη στο Κυπριακό: Σχεδιάζει νέα αλλαγή βάσης των συνομιλιών
Πώς ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ συμμαχούν εναντίον του Προέδρου και πώς συμπλέουν με την Άγκυρα – O Eρντογάν κλείνει το μάτι στον Τατάρ, αναμένει τις εκλογές στα κατεχόμενα και κλιμακώνει τις προκλήσεις.
Οι Τούρκοι προχωρούν σε νέα αλλαγή της βάσης των συνομιλιών μετά τις εκλογές στα κατεχόμενα, κλιμακώνοντας στο μεσοδιάστημα τις προκλήσεις. Η εισβολή στο οικόπεδο 8 της κυπριακής ΑΟΖ θα έχει και συνέχεια. Αυτό εκτιμούν διπλωματικές πηγές, ενώ από πλευράς Κυβέρνησης θεωρείται ότι η Άγκυρα θα προωθήσει σφόδρα τον Ερσίν Τατάρ για την ηγεσία των κατεχομένων στις επικείμενες λεγόμενες «εκλογές», ώστε να προχωρήσει εν συνεχεία μέσω των Τουρκοκυπρίων στην επίσημη πρόταση προς τον ΟΗΕ για αλλαγή της βάσης των συνομιλιών. Η Άγκυρα, αφού χρησιμοποίησε τον Ακιντζί για να φτάσει ώς το Κραν Μοντανά και να κατοχυρώσει όσα πήρε στη βάση μιας ομοσπονδίας συνομοσπονδιακού χαρακτήρα, τώρα θα προχωρήσει στη μελέτη και άλλων μορφών λύσης με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται.
Γιατί Τουρκία, ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ είναι εναντίον του EastMedΠοιες οι γεωπολιτικές επιπτώσεις από την εδραίωση του άξονα Ελλάδας, Κύπρου, ΙσραήλΠώς η βιωσιμότητα της ομοσπονδίας περνά μέσω του αφελληνισμού της Κύπρου
Αδιάλλακτη, σκληρή γραμμή…
Η τουρκική πλευρά δεν θα υπαναχωρήσει από τη θέση της: 1) Για παραμονή τουρκικών στρατευμάτων στο πλαίσιο μιας Βάσης ανάλογης με εκείνη των Βρετανών, δηλαδή με κυριαρχικά δικαιώματα. 2. Για την εκ περιτροπής Προεδρία και 3. Για τον επανακαθορισμό της κυπριακής ΑΟΖ και τον διαμελισμό της μεταξύ της ίδιας και γειτονικών χωρών.
Ακόμη και αν δεν εκλεγεί ο Τατάρ, δύσκολα η Τουρκία θα δεχθεί λύση άλλην από αυτήν που θα εντάσσει τη θαλάσσια περιοχή της Κύπρου στη Γαλάζια Πατρίδα και στην πολιτική της νέας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ακόμη και αν φύγει ο παράγοντας Ερντογάν από τη μέση, οι Κεμαλιστές, στα Ελληνοτουρκικά, και δη στο Κυπριακό υιοθετούν πιο σκληρή πολιτική γραμμή.
Οι αντιφάσεις της Λευκωσίας
Η Άγκυρα ό,τι δεν μπορεί να πάρει στις συνομιλίες, θα επιδιώξει να το επιβάλει με τετελεσμένα στη θάλασσα, γνωρίζοντας ότι Αθήνα και Λευκωσία δεν έχουν σχέδιο Β, καθώς και ότι:
Πρώτο, υπάρχει αντίφαση μεταξύ της στρατηγικής του EastMed, που δημιουργεί συνθήκες αποτροπής, και της πολιτικής που συνεχίζουν να ακολουθούν Αθήνα και Λευκωσία στη βάση του εξευμενισμού. Από τη μια η κυπριακή Κυβέρνηση αναφέρεται σε συμμαχίες και από την άλλη δεν δίνει όσα θα έπρεπε να δώσει για την άμυνα, που αποτελεί βασικό πυλώνα της κυριαρχίας ενός κράτους. Κλασικό παράδειγμα είναι ό,τι συμβαίνει σήμερα στην κυπριακή ΑΟΖ. Αποτροπή σημαίνει ότι θα έπρεπε να είχαμε τέτοια οπλικά συστήματα και συμμαχίες, ώστε η Άγκυρα να αισθάνεται το βεληνεκές των πυραύλων μας για να αντιλαμβάνεται ότι το κόστος από τη δράση της θα ήταν μεγαλύτερο από το όφελος. Σήμερα δεν έχει κανένα κόστος. Διότι η Τουρκία γνωρίζει ότι:
Α) Δεν έχουμε οπλικά συστήματα, αλλά και αυτά που έχουμε δεν μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε, διότι την επόμενη μέρα ο Αττίλας θα μας λιώσει. Και αυτό διότι η Ελλάδα, ω μητέρα πατρίδα είναι απούσα και διότι η Κύπρος δεν επένδυσε ούτε στο ναυτικό (στη θάλασσα έχουμε έντεκα φορές μεγαλύτερη έκταση απ’ ό,τι στη στεριά), ούτε στην αεροπορία, ούτε καν επί του εδάφους με τον τρόπο που θα έπρεπε. Από τα 8,5 δις ευρώ που πρόσφερε ο πολίτης για την άμυνα, ούτε τα μισά δεν δόθηκαν. Αν δίνονταν, θα ήταν ή όχι η Κύπρος αστακός;
Β) Εφόσον εμείς δεν έχουμε αξιόπιστες ένοπλες δυνάμεις, κανείς δεν θα τρέξει να μας σώσει, ενώ εμείς θα καθόμαστε στον καναπέ. Εκτός και αν υπάρχει διακύβευμα συμφερόντων, το οποίο δεν δημιουργείται από τη μια μέρα στην άλλη.
Γ) Ούτε η ENI, ούτε η TOTAL θα βυθίσουν τον τουρκικό στόλο. Δεν έχουν πολεμικά πλοία. Όσο, δε, για τη Γαλλία και την Ιταλία, δεν θα κηρύξουν πόλεμο στην Άγκυρα για το χατίρι μας ή επειδή οι εταιρείες τους διεξάγουν έρευνες στην ΑΟΖ, όταν, μάλιστα, ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ φλερτάρουν με τον Ερντογάν.
Χέρι-χέρι με την Άγκυρα
Δεύτερο, η κυπριακή Κυβέρνηση πιέζεται εκ των έσω επί του θέματος του EastMed. Υπάρχει μια φαινομενικά περίεργη συμμαχία μεταξύ της τουρκικής πλευράς και της ηγεσίας του ΑΚΕΛ. Προβάλλουν και οι δυο τον ισχυρισμό ότι δεν είναι συμφέρουσα η επιλογή του EastMed και ότι ο αγωγός θα πρέπει να περάσει μετά τη λύση προς Τουρκία, γιατί είναι πιο φτηνό για την Άγκυρα το φυσικό αέριο. Και καλύτερη οικονομικά επιλογή για την Κύπρο εφόσον είναι απαγορευτική, όπως το ΑΚΕΛ ισχυρίζεται, είτε άμεσα είτε μέσω τρίτων, η επιλογή του EastMed. Ερώτημα: Είναι κατανοητό να ενδιαφέρεται το ΑΚΕΛ για την επικερδή πώληση του φυσικού αερίου. Όμως, γιατί τόσο ενδιαφέρον από τον Ερντογάν εάν θα χρεοκοπήσουμε ή όχι; Η αλήθεια είναι η εξής: Α. Ο EastMed έχει δυο σκέλη. Το ενεργειακό και το γεωστρατηγικό, δηλαδή τον άξονα Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ, που είναι αντίθετος με την πολιτική της Γαλάζιας Πατρίδας, αφού απαγορεύει στην Άγκυρα να κυριαρχήσει στη θάλασσα όπως επιδιώκει.
Συνεπώς, εάν εμπεδωθεί ο άξονας Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ με ή χωρίς τον East Med μειώνεται η γεωπολιτική και γεωστρατηγική σημασία της Τουρκίας, την οποία η Άγκυρα θέλει να ενισχύσει για να κυριαρχήσει. Εάν το πετύχει, μειώνονται οι πιθανότητες λύσης, αλλά ακόμη και αν εξευρεθεί λύση, αυτή θα είναι όμηρος της τουρκικής παντοκρατορίας. Η βιωσιμότητά της θα στηρίζεται στην υποταγή μας και στον αφελληνισμό μας. Ταυτοχρόνως, εάν γίνει πράξει ο EastMed, αλλάζουν τα σημερινά ανισοζύγια δυνάμεων υπέρ της Κύπρου και της Ελλάδας. Ως εκ τούτου δημιουργούνται συνθήκες αποτροπής και περιορίζεται η τουρκική επιθετικότητα. Γεννιούνται καλύτερες συνθήκες λύσης και ασφάλειας. Β. Πόσο ρεαλιστικό είναι να πιστεύει κανείς ότι θα αλλάξει η τουρκική πολιτική, εάν συνεχίσουμε την υποτακτική πολιτική, όταν η αντιπολίτευση στην Άγκυρα είναι πιο ακραία από την κυβέρνηση;
Η σημασία του άξονα και ο προβληματισμός του ΑΚΕΛ
Ποιος θα πιέσει την Τουρκία και πώς; Οι ΗΠΑ που έχουν πιο μειωμένη επιρροή απ’ ό,τι είχαν στο παρελθόν ή η Ρωσία, που έχει σήμερα μεγαλύτερη επιρροή απ’ ό,τι στο παρελθόν, αλλά δεν θέλει τον EastMed διότι: α) τον θεωρεί ανταγωνιστικό ως προς τους δικούς της αγωγούς και δη τον Turkish Stream, β) αποτελεί ασπίδα στο πλαίσιο της στρατηγικής ανάσχεσης της Δύσης στην περιφέρεια της Ευρασίας και της Τουρκίας και αποτροπή έναντι του τόξου που σχηματίζει η Ρωσία, με το Ιράν και την Τουρκία, με αιχμή την τελευταία. Όσο πιο ισχυρός είναι ο αμυντικός άξονας Ελλάδας, Τουρκίας, Ισραήλ, τόσο πιο πολύ μειώνονται οι εκβιασμοί της Τουρκίας, αλλά και του Ιράν έναντι των ΗΠΑ. Γι’ αυτό οι Αμερικανοί στηρίζουν τη στρατηγική λογική του EastMed.
Είναι πρόδηλον, λοιπόν, γιατί οι εκ των έσω τορπίλες σε βάρος του EastMed τυγχάνουν ενθουσιώδους υποδοχής από την Τουρκία και βοηθούν τη Μόσχα. Το ΑΚΕΛ, μάλιστα, τάσσεται εναντίον της φιλοδυτικής πολιτικής του Προέδρου, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η Κύπρος δεν θα πρέπει να γίνει φυλάκιο των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Είναι κατανοητή η θέση του ΑΚΕΛ. Όμως εγείρονται τα εξής ερωτήματα:
1) Η Κύπρος δεν είναι ΝΑΤΟ όταν οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις ανήκουν στη Συμμαχία; Το ΑΚΕΛ δεν είναι αυτό που ισχυρίζεται ότι δεν πρέπει να ενοχλήσουμε τις Βάσεις των Βρετανών, δηλαδή το ΝΑΤΟ; Είναι ή δεν είναι ήδη η Κύπρος φυλάκιο του ΝΑΤΟ;
2) Εάν επιλυθεί το Κυπριακό στη βάση της αποστρατιωτικοποίησης και της ομοσπονδίας με εκ περιτροπής Προεδρία, ποιος θα έχει την ασφάλεια της περιοχής μας; Ή Τουρκία ή το ΝΑΤΟ; Ή και οι δυο; Το ΝΑΤΟ θα μας ελέγχει μέσω Άγκυρας και Βρετανικών Βάσεων! Πού οδηγεί η πολιτική του ΑΚΕΛ; Μήπως οδηγεί στην εξής πρακτική; Να λέμε όχι στη δική μας ενίσχυση μέσω ΝΑΤΟ αλλά να αποδεχθούμε τον έλεγχό μας από το ΝΑΤΟ μέσω Τουρκίας! Ερώτημα: Είναι τελικά το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ πιο πολύ εχθροί μας απ’ ό,τι είναι η Άγκυρα; Πρέπει ή όχι να προβληματιστεί η ηγεσία της Αριστεράς;
Η λογική της Τρίτης Κοινότητας…
Το ΑΚΕΛ δεν θέλει τον EastMed και τον άξονα Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ, διότι έχει αποτύχει η δική του εξευμενιστική πολιτική και δεν θέλει το σχέδιο Β. Πιστεύει ότι πρέπει να δεθούμε στο άρμα της Τουρκίας μέσω μιας ομοσπονδιακής σχέσης. Όχι μόνο στο θέμα της ασφάλειας, αλλά και σε αυτό της ενέργειας. Πρέπει να είμαστε δίκαιοι. Δεν είναι μόνο το ΑΚΕΛ που κινείται προς αυτήν την κατεύθυνση. Σε ό,τι αφορά τον αγωγό προς Τουρκία, ο Άντρος Κυπριανού πήρε τη σκυτάλη από τον Αβέρωφ Νεοφύτου.
Εφόσον ο Πρόεδρος υιοθετεί την πολιτική του EastMed και εφόσον ο EastMed είναι μια επιλογή και δη στρατηγική, που έχει διαφορετικούς στόχους και συμφέροντα από την πολιτική του αγωγού προς Τουρκία, τότε είναι, εκ των πραγμάτων, πρόδηλη η συμμαχία μεταξύ των ηγεσιών του ΔΗΣΥ και του ΑΚΕΛ εναντίον του Προέδρου. Διότι, η λογική της λεγόμενης ομοσπονδιακής λύσης στηρίζεται στο εξής: Εκτός της εκ περιτροπής Προεδρίας, του κατάλοιπου της εξουσίας στα κρατίδια και των χωριστών πηγών εξουσίας και κυριαρχίας, θα πρέπει να δώσουμε και το φυσικό αέριο στην Άγκυρα. Και τι λέει σήμερα η Τουρκία, αφού οι ηγεσίες του ΑΚΕΛ και του ΔΗΣΥ τα έκανα θάλασσα επί σειρά ετών στο Κυπριακό;
Λέει λοιπόν η Άγκυρα ότι, όχι μόνο θα μου δώσετε τον αγωγό, αλλά θα σας αφήσω το ποσοστό του φυσικού αερίου που εγώ κρίνω ότι έχετε! Ποια λύση μάς προτείνουν για να δώσουμε ως αντάλλαγμα το φυσικό αέριο; Μια λύση, που όχι μόνο θα αναγνωρίζει το ψευδοκράτος ως ισότιμο συνιστών κράτος, αλλά, ταυτοχρόνως, θα μας παραδίδει ενεργειακά και αμυντικά στη ζώνη ευθύνης της Τουρκίας! Τώρα ποιος είναι ο σχεδιασμός του κατεστημένου; Να τορπιλίσει το ενεργειακό και στρατηγικό σκέλος του EastMed και τον άξονα Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ, όπως έπραξε παλιότερα με το Δόγμα, όπως συνέβη και με την ΕΕ, για να μας πει δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Χέρια ψηλά και πόδια πάνω! Δικαιωθήκαμε…
Εάν θέλετε φυσικό αέριο, θα πρέπει να τεθεί η Κύπρος κάτω από τις φτερούγες της Τουρκίας. Προωθείται, μάλιστα, αυτό που είχαμε προ καιρού εντοπίσει. Ότι, δηλαδή, η βιωσιμότητα της λύσης θα περάσει μέσα από τον τερματισμό του Ελληνισμού στην Κύπρο. Τι συνέβη, λοιπόν, την περασμένη βδομάδα στα κατεχόμενα; Στην παρουσία του ευρωβουλευτή Νιαζί Κιζίλγιουρεκ σχηματίστηκε η φεντεραλιστική, δηλαδή η ομοσπονδιακή πλατφόρμα της Τρίτης Κοινότητας. Που δεν θα στηρίζεται στην εθνική καταγωγή. Αυτήν των Κυπριλλίδων, των Νεοκυπρίων, όπως την είχε σχεδιάσει η Βρετανία από το ’60.
Τονίζουμε εδώ ότι ένας από τους εκφραστές αυτής της τάσης είναι και ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας, Νίκος Κοτζιάς, τον οποίον εκθείαζαν οι εν Κύπρω απορριπτικοί εθνικόφρονες και δη του ενδιάμεσου χώρου!
ο ΑΚΕΛ είναι ενορχηστρωτής αυτής της ανθελληνικής πολιτικής και μερίδα της νεοφιλελεύθερης ηγεσίας του ΔΗΣΥ διαδραματίζει τον ρόλο του σιωπηρού συνένοχου και του εθελούσιου κομπάρσου. Βολεύεται έτσι. Τα φορτώνει στο ΑΚΕΛ, αφού η ίδια θα πρέπει να περάσει για την αλίευση ψήφων από τα εθνικόφρονα σωματεία και τα μνημόσυνα των ηρώων. Όσο, δε, για τον ενδιάμεσο χώρο, ενθυμείστε την πολυδιαφημισμένη εναλλακτική στρατηγική του, η οποία ήταν και αυτή ένα πυροτέχνημα. Όλα για την εξουσία. Με την ήττα στις Προεδρικές εξαφανίστηκε και η κοινή στρατηγική του ενδιάμεσου. Ως εκεί είχαν βενζίνη…
Η συμμαχία με την Άγκυρα…
Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε αδιέξοδα, τα οποία δημιούργησε ο εξευμενισμός και η ομοσπονδιακή πολιτική, για την οποία οι Τούρκοι μάς εξηγούν από το 1956 ότι δεν είναι απλώς διχοτόμηση, αλλά το προηγούμενο στάδιο της τουρκοποίησης. Τώρα οι σοφοί «ρεαλιστές» αποδέχονται το πεπρωμένο. Όπως το καθόρισε η Άγκυρα. Ότι δηλαδή για να γίνει η ομοσπονδία από ουτοπική, ρεαλιστική, θα πρέπει να χάσουμε την εθνική μας ταυτότητα, δηλαδή να υποκύψουμε στον τουρκικό φασισμό. Διότι ακόμη κι εμείς αν την χάσουμε, η Τουρκία δεν θα επιτρέψει να συμβεί κάτι τέτοιο στον βορρά.
Για να γίνει η ομοσπονδία από ουτοπία, ρεαλισμός, θα πρέπει να δώσουμε την εκ περιτροπής Προεδρία, το φυσικό αέριο και να τεθούμε κάτω από την τουρκική κηδεμονία. Αυτό δεν μας εισηγείται το κατεστημένο ως μοναδική οδό; Αυτή η πολιτική, δηλαδή του κατεστημένου, κινδυνεύει να χαλάσει από την εναλλακτική πρόταση του EastMed, όχι μόνο ενεργειακά αλλά και γεωστρατηγικά και αμυντικά. Είναι τυχαίο που τον πολεμούν τον East-Med με κάθε τρόπο οι Τούρκοι, αλλά και ημέτεροι, σε μια εμφανή πλέον συμμαχία;
*Δρ των Διεθνών Σχέσεων
Σημερινή
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
