Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Η ΕΛΛΑΔΑ μετά τον Κορονοϊό: Αναζητούνται λύσεις εκτός του υφιστάμενου πολιτικού συστήματος

Δημοσιεύτηκε στις

Σταύρος Καλεντερίδης – Πολιτικός επιστήμονας

ΣΗΜΕΙΩΣΗ “ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΩΝ” Το θέμα των ημερών είναι- πολύ λογικά- ο κορονοϊός, ο οποίος επισκίασε και τον Ερντογάν. Οι άνθρωποι κλείσθηκαν σπίτια τους και με όσα έμαθαν έγιναν ειδικοί. Πρέπει να οργανώσουμε τη ζωή μας με άλλους τρόπους διότι απο όσα μας λένε το πρόβλημα με τον κορονοϊό θα τραβήξει πολύ. Κατά μία άποψη ο κορονοϊός θα καθορίσει την κοινωνική και πολιτική μας οργάνωση και μετά την εξαφάνισή του.

Για δύο λόγους, λοιπόν, για να αποφύγουμε την κατάθλιψη περιορίζοντας τον ορίζοντα των ενδιαφερόντων μας αλλά και για να αναζητήσουμε το τι θα κάνουμε μετά τον κορονοϊό, οι “Ανιχνεύσεις” διευρύνουν την θεματολογία τους.

Υπάρχει και ένας τρίτος λόγος για την επιλογή του θέματος που δημοσιεύουμε σήμερα ως κύριο θέμα. Πριν μερικές εβδομάδες ανοίξαμε απο τις στήλες αυτές έναν διάλογο για το νέο πολιτικό υποκείμενο και την οργάνωσή του.

Οι στήλες είναι ανοικτές. Τολμήστε. Διαβάστε, σήμερα, την άποψη του Σταύρου Καλεντερίδη, Πολιτικού Επιστήμονα. Το κείμενο παρελήφθη πριν την κορύφωση της κρίσης του κορονοϊού.

***************************************

Από το 1975 μέχρι σήμερα, το πολιτικό προσωπικό της Ελλάδας λαμβάνει διαδοχικές πολιτικές αποφάσεις οι οποίες διαχρονικά βλάπτουν τη χώρα και τους πολίτες. Η λεγόμενη «μεταπολίτευση» δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια μετάβαση από ένα ανελεύθερο και αυταρχικό καθεστώς, στην ολιγαρχική και αντιδημοκρατική πολιτεία των διεφθαρμένων και ξενοκίνητων ελίτ του τόπου. Η αποκαλούμενη «Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία», (η Δεύτερη ξεκίνησε μετά την Μικρασιατική Καταστροφή και η Πρώτη μετά την Επανάσταση), μια ψευδο-δημοκρατία του κοινοβουλευτισμού και της αναξιοκρατίας, ήταν ίσως η χειρότερη όλων.

200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση, η χώρα μας σήμερα δέχεται αλλεπάλληλες εθνικές προκλήσεις που απειλούν την ίδια της την ύπαρξη. Ένα χρόνο μετά την παράδοση της Μακεδονίας, παρακολουθούμε ως θεατές, τις κυβερνητικές μηχανορραφίες παράδοσης του Αιγαίου, υπό το κάλυμμα μιας πολυδιαφημιζόμενης «συνεκμετάλλευσης». Ταυτόχρονα και μάλλον συντονισμένα, βιώνουμε μία ακόμα εθνική κρίση με το μεταναστευτικό, το οποίο όπως φαίνεται χρησιμοποιείται για περαιτέρω γκριζάρισμα των νησιών του ανατολικού Αιγαίου.

Το εγχώριο πολιτικό προσωπικό, απεδείχθη δυστυχώς πολλάκις, κατώτερο των περιστάσεων. Ανεπαρκές και λίγο. Λιγόψυχο και ουδαμώς Ελληνόψυχο. Έχοντας δοκιμάσει κυριολεκτικά τα πάντα, η επόμενη πολιτική δύναμη στη χώρα οφείλει να ξεπεράσει τα παραδοσιακά κομματικά στεγανά, προκαλώντας, ούτε λίγο ούτε πολύ, μια δεύτερη Επανάσταση. Επί της ουσίας, αναφέρομαι σε μια μετάβαση στην Τέταρτη Ελληνική Δημοκρατία. Σε μια δημοκρατία των πολιτών και όχι των ελίτ, η οποία θα ξορκίσει τα φαντάσματα της μεταπολίτευσης.

Τα ερωτήματα που σαφώς προκύπτουν είναι πολλά, μιας και το εγχείρημα απαιτεί ηράκλεια προσπάθεια από όσους το επιχειρήσουν. Ποιος φορέας θα μπορούσε να πραγματώσει τις παραπάνω σκέψεις; Τι ποιοτικά χαρακτηριστικά πρέπει να φέρει για να το επιτύχει;

Εν αρχή, απαιτείται ένας πολιτικός – κομματικός φορέας. Ένας φορέας ικανός να μεταφέρει τα πρωτόλεια και πρωτογενή «θέλω» των πολιτών, εντός του κοινοβουλίου, μεταμορφώνοντας έτσι ολόκληρη τη χώρα. Επικαλούμενος τις δυνάμεις της κοινωνικής αλλαγής και προόδου, να επιτύχει τη σύνδεση κοινωνίας και πολιτείας. Να βάλει τέλος στην αναντιστοιχία πολιτικών αποφάσεων και συμφέροντος της χώρας.

Για να τα καταφέρει, ο εν λόγω φορέας χρειάζεται να ενισχυθεί με συγκεκριμένα ποιοτικά στοιχεία, πραγματικά ανεπανάληπτα για τη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας. Αρχικά, οφείλει να αντισταθεί στον πειρασμό, και να αποφύγει στελέχη τα οποία συμμετείχαν σε πολιτικές θέσεις ευθύνης (διατελέσαντες υπουργοί και βουλευτές), κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Ευθύς εξαρχής, το στοιχείο αυτό αποκλείει τα παραδοσιακά, παλαιοκομματικά πολιτικά υφιστάμενα σχήματα, και προτάσσει την ανάγκη για δημιουργία ενός νέου φορέα, ή την προώθηση προϋπαρχουσών εξωκοινοβουλευτικών δυνάμεων. Σε κάθε περίπτωση, η ανάγκη προβολής νέων και άσπιλων, αλλά όχι απαραιτήτως αφανών, πολιτικών προσωπικοτήτων, διακρίνεται ως αδήριτη.

Έπειτα, πρέπει να εισακουσθεί επιτέλους το αίτημα της κοινωνίας για πολιτική κάθαρση. Αναφέρομαι σε μια δέσμευση για διερεύνηση και απόδοση ευθυνών, για όλα τα πολιτικά και οικονομικά εγκλήματα της μεταπολίτευσης. Από την απώλεια της Κύπρου το ’74, μέχρι το μεταναστευτικό που χειμάζει την Ελλάδα σήμερα. Δίχως την παραμικρή πρόθεση ρεβανσιμού και εκδίκησης, η σύγχρονη κάθαρσις, ως απόδοση πραγματικής δικαιοσύνης για την τραγική μεταπολιτευτική περίοδο, δύναται να εξιλεώσει την Ελληνική πολιτεία, να αναζωπυρώσει την πολυπόθητη εμπιστοσύνη των πολιτών στο κράτος, και να προκαλέσει τις υγιείς και δημιουργικές δυνάμεις να επιστρέψουν στα κοινά και την πολιτική ζωή της Ελλάδας. Πρόκειται για έναν πολιτικό εξαγνισμό, που τόσο πολύ έχει ανάγκη η χώρα. Τόσο ηθικό όσο και ουσιαστικό.

Συνεχίζοντας, στην καρδιά του προτεινόμενου φορέα πρέπει να υπάρξει ο πραγματικός και ειλικρινής εκδημοκρατισμός του Συντάγματος και του κράτους. Δεν θα μπορούσαμε να μιλάμε άλλωστε για Τέταρτη Ελληνική Δημοκρατία, δίχως να αναφερθούμε σε δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, όπως π.χ. ανεξαρτησία δικαιοσύνης, κατάργηση πολιτικής ασυλίας, πολιτική αποκέντρωση, ακομμάτιστη και ανεξάρτητη τοπική αυτοδιοίκηση. Ταυτόχρονα, αναγκαιεί και η πολιτειακή αναβάθμιση της Ελλάδας πέρα από τον κοινοβουλευτισμό, σε μία ποιοτικά ουσιαστικότερη δημοκρατία, κατά την οποία ο έλεγχος για τα μείζονα θέματα θα διαφύγει από τους πολιτικούς αντιπροσώπους, και θα περάσει στα χέρια των πολιτών. Για να το πούμε συμβατικά, μίας μορφής, «συμμετοχική» δημοκρατία, μπορεί να υπερκεράσει πολλά από τα χρόνια προβλήματα της χώρας μας, όπως ο νεποτισμός, η ευνοιοκρατία, και ο έλεγχος των εγχώριων ελίτ από τις ξένες δυνάμεις. Τέλος, μιας και βρισκόμαστε σε μία τεχνολογικά ανεπτυγμένη εποχή, ο φορέας πρέπει να αποτελέσει παράδειγμα αληθινής δημοκρατίας, με συμμετοχικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Συγκεκριμένα, το ίδιο το καταστατικό του φορέα, πρέπει να δεσμεύει τα κομματικά όργανα να προσκαλούν την κοινωνία και/ή την εκλογική βάση του κόμματος, να συμμετέχουν στη συνδιαμόρφωση των εκάστοτε πολιτικών θέσεων, κάτι που μπορεί να συμβεί ακόμα και με τη χρήση νέων τεχνολογικών εφαρμογών.

Δεδομένων των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, και ιδιαίτερα λόγω της γεωπολιτικής της θέσης, αυτό που απαιτείται ιδεολογικά από έναν νέο φορέα, είναι να επιφέρει ενότητα στους Έλληνες, κοινωνική συνοχή και ειρήνη. Πρόκειται για μία δέσμευση υπέρβασης της διχαστικής ρητορικής (βόρειος – νότιος, δεξιός – αριστερός, δημόσιος – ιδιωτικός, κτλ.), αλλά και ουσιαστικής αποδοχής ολόκληρης της κοινωνίας, ασχέτως πρότερων πολιτικών πεποιθήσεων. Παράλληλα, και για τον ίδιο σκοπό, απαιτείται η απεμπλοκή από ξενόφερτες ιδεολογίες που καλλιεργούν τον διχασμό (συντηρητισμός, σοσιαλισμός, κτλ.), και η προώθηση διαχρονικών ελληνικών αξιών και ιδεωδών. Αυτό συνεπάγεται αποδοχή και προώθηση της Ελληνικότητας.

Η ελληνοκεντρική ιδεολογία, και η απαγκίστρωση από τα αποτυχημένα εισαγόμενα θεωρητικά φληναφήματα, δύναται να οδηγήσει και σε ελληνοκεντρική εξωτερική πολιτική, κυρίαρχη και ανεξάρτητη, την οποία στερείται η χώρα μας εδώ και δεκαετίες.

Κλείνοντας, πρέπει να γίνει ιδιαίτερη αναφορά στην ανάγκη για ένα σύγχρονο Ελληνικό όραμα. Κανείς φορέας δεν μπορεί να επιτύχει την αναδημιουργία και την αναζωογόνηση του Ελληνισμού, εάν δεν καταθέσει σαφείς προτάσεις για ένα ενωτικό, μεγάλο όραμα για τη χώρα.

Ως όραμα ορίζεται μια ευγενής προσπάθεια που υπερβαίνει εποχές, ανθρώπους και συμφέροντα. Ένα υψηλό ιδεώδες. Ένας ύψιστος και απόλυτα ενωτικός στόχος, ένα υπερβατικό κοινό εγχείρημα που μπορεί να καλέσει όλους τους πολίτες να προσπαθήσουν από κοινού για την επίτευξή του. Μια κοινωνικά ειρηνική πρωτοβουλία, που μπορεί να εμπνεύσει, να δώσει νόημα στις δυσκολίες της ζωής και να μας κάνει υπερήφανους που είμαστε πολίτες και που είμαστε Έλληνες.

Σε μια περίοδο εθνικής οικονομικής εξαθλίωσης και απόλυτης πολιτικής απαξίωσης, η ανάδειξη, θέσπιση και ενίσχυση ενός καθολικού και υψηλού στόχου ως ένα σύγχρονο όραμα για τη χώρα μας, φαντάζει όχι απλά ως λύση αλλά ως αναγκαιότητα.

Είναι προφανές πως η πάταξη της διαφθοράς, η αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης, ή η βελτίωση της οικονομίας, δεν μπορούν να αποτελούν τους τελικούς στόχους μιας χώρας. Είναι μάλιστα αδιανόητο να αποδεχθούμε ως πραγματικούς πολιτικούς στόχους τα αυτονόητα και τις πολιτικές υποχρεώσεις. Δεν δύναται να είναι ο στόχος μιας κοινωνίας η καταπολέμηση των προβλημάτων της. Κυρίως όμως, τέτοιου τύπου στόχοι δεν είναι και ούτε μπορούν ποτέ να γίνουν αυτοσκοπός μιας υγιούς κοινωνίας πολιτών.

Η Ελλάδα χρειάζεται ένα μεγαλύτερο στόχο, ένα μεγάλο όραμα με θετικό πρόσημο, προϋπόθεση του οποίου θα είναι η αντιμετώπιση των εκάστοτε εγχώριων προβλημάτων. Οτιδήποτε λιγότερο έχει αποδειχθεί μονοδιάστατο, ατελέσφορο και αδιέξοδο.

Έχει έρθει η ώρα να απομακρυνθούμε από την εποχή που τα κόμματα πουλούσαν φτηνές πολιτικές υποσχέσεις, από τους μνημονιακούς και τους αντιμνημονιακούς, από αυτούς που θέλουν προεκλογικά να αυξήσουν τους μισθούς και τις συντάξεις, και να απαιτήσουμε ουσιαστικές πολιτικές επιλογές οι οποίες συνθέτουν και προτείνουν ένα σύγχρονο όραμα για τη χώρα μας.

Πρέπει να απαιτήσουμε μια εκλογική διαδικασία στην οποία αντί να συμβιβαζόμαστε με τις πανομοιότυπες και φθηνές κομματικές υποσχέσεις, να επιλέξουμε και να αναδείξουμε το όραμα που θέλουμε να θέσουμε για τη χώρα μας σήμερα. Να επιλέξουμε δηλαδή τη δημιουργική κατεύθυνση στην οποία θέλουμε να οδηγήσουμε την Ελλάδα. Σε αυτό ακριβώς πρέπει να πρωτοστατήσει ένας νέος πολιτικός φορέας που επιθυμεί να προκαλέσει την αναγέννηση της πατρίδας μας.

Θωρακισμένος με τα ανωτέρω ποιοτικά χαρακτηριστικά, και με γνώμονα το συλλογικό καλό και συμφέρον, ένας νέος φορέας μπορεί να πραγματοποιήσει την επανασύνδεση της ηθικής με την πολιτική, υπηρετώντας τον πολίτη αλλά και τον άνθρωπο. Μακριά από επιχειρηματικά συμφέροντα ολιγαρχών και παρακρατικών κυκλωμάτων.

Η επέτειος της ενδόξου Ελληνικής Επαναστάσεως, αποτελεί μια αδιαμφισβήτητα ευτυχή συγκυρία, καθώς και μια ευκαιρία για τον συνασπισμό όλων των δυνάμεων που πρεσβεύουν ανιδιοτελώς και ειλικρινώς τη δημοκρατία και την εθνική ανεξαρτησία. Το κατά πόσο το εν λόγω εγχείρημα μπορεί να ευοδωθεί, θα κριθεί από όσους αποφασίσουν να το επιχειρήσουν, αλλά και από την ίδια την κοινωνία.

*Ο Σταύρος Καλεντερίδης είναι πολιτικός επιστήμονας, διεθνολόγος και επικοινωνιολόγος

Πηγή: Ανιχνεύσεις

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Καλεντερίδης: Το παράλογο γίνεται λογικό στο Αιγαίο

Αιχμές για τη διαχείριση των ελληνοτουρκικών, προειδοποίηση για τις «γκρίζες ζώνες» και την οικονομική εξάρτηση των νησιών, αλλά και μήνυμα για επανακαθορισμό της ελληνικής στρατηγικής, στη συνέντευξη του Σάββα Καλεντερίδη στον Νίκο Παπαδάτο.

Δημοσιεύτηκε

στις

Το κρίσιμο ζήτημα για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου δεν είναι μόνο εάν θα πραγματοποιηθεί η πόντιση του καλωδίου, αλλά υπό ποιες προϋποθέσεις θα προχωρήσει και τι θα σημαίνουν αυτές για τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Αυτή ήταν μία από τις κεντρικές επισημάνσεις του Σάββα Καλεντερίδη στη συνέντευξή του στον Νίκο Παπαδάτο για το Diplomatic Front.

Ο γεωστρατηγικός αναλυτής και πρώην αξιωματικός της ΕΥΠ εκτίμησε ότι οι εξελίξεις παραπέμπουν σε αναζήτηση μιας διευθέτησης, η οποία θα παρουσιαστεί με όρους όπως «ενημέρωση», «συντονισμός» ή «γνωστοποίηση». Υποστήριξε, ωστόσο, ότι πίσω από την επιλογή των λέξεων βρίσκεται το ουσιαστικό ερώτημα: εάν η διαδικασία θα ικανοποιεί τουρκικές αξιώσεις.

«Θα στρωθεί και θα στρωθεί με όρους που φαίνεται ότι ικανοποιούν την Τουρκία», ανέφερε, διατυπώνοντας τη δική του εκτίμηση για την πορεία του έργου.

Στην ίδια συνέντευξη άνοιξε τη συζήτηση για το Αιγαίο, την ΑΟΖ, τις συνέπειες των Ιμίων, τη συνεργασία με το Ισραήλ, τη Συμφωνία των Πρεσπών και τον ρόλο των υπηρεσιών πληροφοριών.

«Ήρεμα νερά», αλλά όχι ισόρροπες κινήσεις

Αναφερόμενος στη Διακήρυξη των Αθηνών και στην περίοδο αποκλιμάκωσης, ο Σάββας Καλεντερίδης αναγνώρισε ότι υπήρξαν συμφωνίες στο πλαίσιο της θετικής ατζέντας και οικονομικά οφέλη από την αύξηση των Τούρκων επισκεπτών στα ελληνικά νησιά.

Επέμεινε, όμως, ότι οι κινήσεις αποφυγής της έντασης δεν είχαν, κατά την άποψή του, το ίδιο βάρος για τις δύο πλευρές. Άλλο η Ελλάδα να περιορίζει δραστηριότητες στον χώρο της και άλλο η Τουρκία να αποφεύγει παραβιάσεις, ήταν το σκεπτικό του.

Παράλληλα, προειδοποίησε ότι η τουριστική ενίσχυση χρειάζεται στρατηγική προσοχή, ώστε να μη μετατραπεί σε οικονομική εξάρτηση των νησιών από την απέναντι ακτή.

Κατά την ανάλυσή του, ο ελληνικός θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός και οι κινήσεις για τα θαλάσσια πάρκα ανέδειξαν εκ νέου τη σύγκρουση ανάμεσα στην άσκηση ελληνικών δικαιωμάτων και στις τουρκικές διεκδικήσεις. Περιέγραψε, μάλιστα, επιστροφή των τουρκικών πρακτικών στις «εργοστασιακές ρυθμίσεις», μέσω ασκήσεων, δεσμεύσεων περιοχών και αντιδράσεων στις ελληνικές πρωτοβουλίες.

ΑΟΖ και «γκρίζες ζώνες»: Το βάρος της ελληνικής αδράνειας

Ο Σάββας Καλεντερίδης επέκρινε την ελληνική στάση στο ζήτημα της ΑΟΖ, υποστηρίζοντας ότι η Αθήνα απέφυγε να προχωρήσει σε ανακήρυξη και σε οριοθέτηση με την Κυπριακή Δημοκρατία.

Έφερε ως παράδειγμα την κυπριακή πολιτική, με τη διαδοχή ανακήρυξης και οριοθέτησης, και τόνισε ότι η Ελλάδα χρειάζεται μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων της.

«Το παράλογο γίνεται λογικό στο Αιγαίο και εμείς χάνουμε το δίκιο μας», είπε χαρακτηριστικά, συνδέοντας τη διεύρυνση των τουρκικών απαιτήσεων με την ελληνική υποχωρητικότητα και την απουσία συνεκτικού εθνικού σχεδίου.

Για τις «γκρίζες ζώνες», εξήγησε ότι η τουρκική επιχειρηματολογία στηρίζεται στην αμφισβήτηση της κυριαρχίας νησιών και βραχονησίδων που δεν κατονομάζονται ρητά στις σχετικές συνθήκες. Αναφέρθηκε σε τουρκική μελέτη για 152 νησιά και βραχονησίδες, αποδίδοντας στην κρίση των Ιμίων καθοριστικό ρόλο στη δημόσια προβολή αυτής της θεωρίας.

Υποστήριξε ακόμη ότι οι πραγματικές συνθήκες υπό τις οποίες κλιμακώθηκε η κρίση δεν έχουν αποκαλυφθεί πλήρως και χαρακτήρισε σχεδιασμένη τη χρονική στιγμή της εκδήλωσής της.

Γιατί αντιδρά η Τουρκία στα θαλάσσια πάρκα

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην Κίναρο και στα Λέβηθα, συνδέοντας την τουρκική αντίδραση στο θαλάσσιο πάρκο του Νοτίου Αιγαίου με την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας από την Άγκυρα.

Σύμφωνα με την ερμηνεία του, η επιτήρηση ενός πάρκου με μέσα του Λιμενικού, ραντάρ και μη επανδρωμένα αεροσκάφη καθιστά ορατή την άσκηση ελληνικής κυριαρχίας. Αυτό, υποστήριξε, εξηγεί την τουρκική αντίδραση: η Άγκυρα επιχειρεί να εμποδίσει την έμπρακτη παρουσία της Ελλάδας σε περιοχές που εντάσσει στη δική της θεωρία περί «γκρίζων ζωνών».

Καλήν και καλώδιο: Εκτίμηση για πολιτικό μήνυμα

Ερωτηθείς για την επίσκεψη του Ιμπραήμ Καλήν, ο Σάββας Καλεντερίδης ξεκαθάρισε ότι δεν γνωρίζει ποιον συνάντησε στο Μέγαρο Μαξίμου ούτε διαθέτει πληροφόρηση για το περιεχόμενο των συζητήσεων.

Εξήγησε, πάντως, ότι η τουρκική υπηρεσία πληροφοριών έχει ευρύτερο ρόλο στην εξωτερική πολιτική της χώρας και ότι ο Καλήν αποτελεί στενό συνεργάτη του Ερντογάν. Με αυτά τα δεδομένα, εκτίμησε ότι η επίσκεψη πιθανόν αφορούσε ζητήματα πέρα από τη συνεργασία των υπηρεσιών πληροφοριών, με κυριότερο το καλώδιο.

Ως προς τη διαδικασία των εργασιών, υποστήριξε ότι η ελληνική πλευρά θα έπρεπε να περιοριστεί στην έκδοση NAVTEX, στην οποία περιλαμβάνονται οι συντεταγμένες, ο χρόνος και το είδος των εργασιών. Αντίθετα, παρουσίασε τις πρόσθετες γραπτές γνωστοποιήσεις και την αναμονή τουρκικής απάντησης ως διαδικασία που μπορεί να επιτρέψει στην Άγκυρα να εμφανιστεί ότι παρέχει άδεια.

Συνέδεσε την εκτίμησή του με την παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων στην περιοχή της Κάσου τον Ιούλιο του 2024, υποστηρίζοντας ότι η Τουρκία χρησιμοποίησε τη στρατιωτική πίεση για να επιβάλει τους στόχους της.

Η Ελλάδα χρειάζεται επανακαθορισμό στρατηγικής

Η κριτική του δεν περιορίστηκε στα ελληνοτουρκικά. Αναφέρθηκε στις εκκρεμότητες με την Αλβανία και στις πιέσεις που, κατά την άποψή του, δέχεται η χώρα από το περιφερειακό της περιβάλλον.

«Η Ελλάδα πρέπει να επανακαθορίσει την ύπαρξή της στο διεθνές σύστημα», τόνισε.

Εκτίμησε ότι η γεωγραφική θέση της Τουρκίας τής προσφέρει ιδιαίτερη χρησιμότητα για τις μεγάλες δυτικές δυνάμεις στον Εύξεινο Πόντο, στον Καύκασο και στη Μέση Ανατολή. Για την Ελλάδα ανέδειξε τη σημασία της Σούδας, της Αλεξανδρούπολης και των ενεργειακών υποδομών, επιμένοντας στην ανάγκη καλύτερης διαπραγμάτευσης των ελληνικών πλεονεκτημάτων.

Ως μέσα ενίσχυσης της ελληνικής θέσης πρότεινε την ενεργοποίηση της ελληνοαμερικανικής κοινότητας και μια ευφυέστερη διπλωματία.

Συνεργασία με το Ισραήλ με βάση την κοινή απειλή

Στο ζήτημα του Ισραήλ, ο Σάββας Καλεντερίδης καταδίκασε τη βάρβαρη τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς, ενώ άσκησε σκληρή κριτική στην ισραηλινή αντίδραση και στους εποικισμούς στη Δυτική Όχθη.

Διατύπωσε επίσης εκτιμήσεις για πιθανές μελλοντικές εδαφικές επιδιώξεις του Ισραήλ, συνδέοντάς τες με την αναζήτηση στρατηγικού βάθους.

Για την Ελλάδα και την Κύπρο, υποστήριξε ότι η συνεργασία με το Ισραήλ πρέπει να υπηρετεί την ενίσχυση της άμυνας και την αντιμετώπιση της κοινής τουρκικής απειλής, χωρίς να συνεπάγεται αποδοχή κάθε ισραηλινής ενέργειας. Επισήμανε, παράλληλα, τη θέση υπέρ της λύσης δύο κρατών στο Παλαιστινιακό.

Πρέσπες, Ορθοδοξία και υπηρεσίες πληροφοριών

Σχολιάζοντας τις αναφορές της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν σε «μακεδονικό πολιτισμό», ο αναλυτής υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη διατύπωση δεν προβλέπεται στη Συμφωνία των Πρεσπών, αλλά αποτελεί, κατά την ερμηνεία του, προέκταση των όρων που έγιναν αποδεκτοί. Εξέφρασε την ανησυχία ότι δημιουργούνται προϋποθέσεις για μελλοντική προβολή μειονοτικού ζητήματος στην Ελλάδα.

Για τις σχέσεις με τη Ρωσία, έθεσε ως προτεραιότητα την προστασία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των πρεσβυγενών ελληνορθόδοξων Πατριαρχείων από εξωτερικές επιδιώξεις ελέγχου. Ταυτόχρονα, τόνισε ότι αυτά δεν πρέπει να μετατρέπονται σε εργαλεία των γεωπολιτικών αντιπάλων της Μόσχας.

Κλείνοντας, αναφέρθηκε στην ΕΥΠ και υπογράμμισε ότι οι επιτυχίες των υπηρεσιών πληροφοριών συνήθως παραμένουν μυστικές για την προστασία πηγών και επιχειρήσεων. Εκτίμησε ότι η ελληνική υπηρεσία διαθέτει υψηλό επίπεδο στεγανότητας και σημαντικές επιχειρησιακές δυνατότητες, προσθέτοντας ότι το εύρος της αποστολής της καθορίζεται τελικά από την πολιτική ηγεσία.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Νέα πρόκληση από Τομ Μπάρακ! Ύμνοι στον Μωάμεθ τον Πορθητή και τον Μουσταφά Κεμάλ – Οι «Έλληνες άποικοι» και η εξιδανίκευση της τουρκικής ιστορίας

Ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα παρουσιάζει την Κωνσταντινούπολη ως διαχρονικό σύμβολο ειρήνης και διπλωματίας, αποθεώνοντας την οθωμανική αυτοκρατορική κληρονομιά και το κράτος που ίδρυσε ο Μουσταφά Κεμάλ. Πίσω από την ιστορική αναδρομή διακρίνεται η στρατηγική σημασία που αποδίδει η Ουάσιγκτον στην Τουρκία.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Αίσθηση προκαλεί η δημόσια τοποθέτηση του Αμερικανού πρέσβη στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ, ο οποίος, με αφορμή τη συνάντησή του με τον υπουργό Εξωτερικών του Ιράκ, Φουάντ Χουσεΐν, στην Κωνσταντινούπολη, επιδόθηκε σε μια εξιδανικευμένη ιστορική αναδρομή για τον ρόλο της σημερινής Τουρκίας. Από τους «Έλληνες αποίκους» και τον Μέγα Κωνσταντίνο μέχρι τον Μωάμεθ τον Πορθητή και τον Μουσταφά Κεμάλ, ο Αμερικανός διπλωμάτης επιχείρησε να συνδέσει διαφορετικές ιστορικές περιόδους με τη σύγχρονη γεωπολιτική θέση της Άγκυρας, παρακάμπτοντας τις κατακτήσεις, τις διώξεις και τις τραγωδίες που σημάδεψαν την ιστορία του ελληνισμού.

Η συνάντηση στον Κεράτιο Κόλπο

Αφορμή για την παρέμβαση του Τομ Μπάρακ αποτέλεσε η συνάντησή του με τον Ιρακινό υπουργό Εξωτερικών Φουάντ Χουσεΐν, στις 10 Οκτωβρίου 2026, στον Κεράτιο Κόλπο της Κωνσταντινούπολης.

Ο Αμερικανός πρέσβης επέλεξε να παρουσιάσει τη συνάντηση όχι μόνο ως μια διπλωματική επαφή μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράκ, αλλά ως συνέχεια μιας ιστορικής παράδοσης που, κατά την άποψή του, καθιστά την Κωνσταντινούπολη σημείο συνάντησης της Ανατολής με τη Δύση.

Στην ανάρτησή του στο Χ ανέφερε ότι οι συνομιλίες επικεντρώθηκαν στη συνεργασία Ιράκ, Ηνωμένων Πολιτειών και Τουρκίας, καθώς και στις κοινές περιφερειακές προκλήσεις.

Χαρακτήρισε ιδιαίτερα σημαντική τη συνεργασία των τριών χωρών, επισημαίνοντας ότι οι δυσκολίες της περιοχής δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από κανένα κράτος μεμονωμένα.

Μέχρι εκεί, η παρέμβασή του κινούνταν στα αναμενόμενα όρια μιας διπλωματικής ανακοίνωσης.

Η συνέχεια, ωστόσο, απέκτησε έντονο ιστορικό και πολιτικό περιεχόμενο.

Οι «Έλληνες άποικοι» και η Νέα Ρώμη

Ο Μπάρακ επιχείρησε να παρουσιάσει τον Κεράτιο Κόλπο ως ένα από τα αρχαιότερα διπλωματικά κέντρα του κόσμου.

Αναφερόμενος στην ιστορική διαδρομή της περιοχής, σημείωσε ότι Έλληνες άποικοι εγκαταστάθηκαν εκεί περίπου το 660 π.Χ., ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος την κατέστησε λιμάνι της Νέας Ρώμης και ότι ο Μωάμεθ Β΄ αξιοποίησε τον ίδιο χώρο ως πύλη για την ανάπτυξη της οθωμανικής αυτοκρατορικής ισχύος.

Η αναφορά στους Έλληνες αποίκους είναι ιστορικά θεμελιωμένη, καθώς το αρχαίο Βυζάντιο ιδρύθηκε από Έλληνες αποίκους, σύμφωνα με την παράδοση από τα Μέγαρα.

Ωστόσο, η ιστορία της Κωνσταντινούπολης δεν εξαντλείται σε μια σύντομη αναφορά στην αρχαία ελληνική εγκατάσταση.

Για περισσότερο από μία χιλιετία, η πόλη υπήρξε το πολιτικό, πολιτιστικό και θρησκευτικό κέντρο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, με καθοριστική παρουσία της ελληνικής γλώσσας και παράδοσης.

Η Νέα Ρώμη του Μεγάλου Κωνσταντίνου εξελίχθηκε στην Κωνσταντινούπολη των αυτοκρατόρων, των Πατριαρχών, της Αγίας Σοφίας και μιας πολιτιστικής κληρονομιάς που επηρέασε ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο.

Αυτή η ιστορική πραγματικότητα δεν εξαφανίζεται επειδή η πόλη κατακτήθηκε το 1453.

Ο Μωάμεθ ο Πορθητής και η αποσιώπηση της Άλωσης

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η αναφορά του Αμερικανού διπλωμάτη στον Μωάμεθ Β΄, τον οποίο παρουσιάζει ως ηγέτη που μετέτρεψε τον Κεράτιο Κόλπο σε πύλη μιας παγκόσμιας αυτοκρατορίας.

Η συγκεκριμένη διατύπωση αναδεικνύει την αυτοκρατορική ισχύ των Οθωμανών, αποφεύγοντας όμως να αναφερθεί στις συνθήκες υπό τις οποίες η Κωνσταντινούπολη πέρασε στην κυριαρχία τους.

Στις 29 Μαΐου 1453, η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε από τις οθωμανικές δυνάμεις έπειτα από πολιορκία.

Η πτώση της συνοδεύτηκε από θανάτους, αιχμαλωσίες, λεηλασίες και την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Η Άλωση αποτελεί καθοριστικό γεγονός για την ελληνική και ευρωπαϊκή ιστορία, αλλά και σημείο καμπής για την ίδια την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Επομένως, η περιγραφή του Μωάμεθ αποκλειστικά μέσα από τη δημιουργία αυτοκρατορικής ισχύος παρουσιάζει μόνο μία πλευρά της ιστορικής πραγματικότητας.

Το ζήτημα δεν είναι η αμφισβήτηση της σημασίας του Οθωμανού σουλτάνου στην παγκόσμια ιστορία. Είναι η επιλογή ενός εν ενεργεία Αμερικανού διπλωμάτη να χρησιμοποιήσει μια εξιδανικευμένη αφήγηση, χωρίς αναφορά στο κόστος της οθωμανικής κατάκτησης για τους κατακτημένους πληθυσμούς.

Η Κωνσταντινούπολη ως δήθεν διαχρονικός τόπος ειρήνης

Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περιγραφή της Κωνσταντινούπολης ως τόπου όπου η Ανατολή και η Δύση προτίμησαν επί αιώνες τη διαπραγμάτευση αντί της σύγκρουσης.

Ο Μπάρακ υποστήριξε ότι η περιοχή αποτέλεσε έναν διαρκή χώρο διπλωματικής συνεννόησης, με τις ξένες πρεσβείες και την οθωμανική εξουσία να βρίσκονται στις αντίθετες όχθες του Κερατίου.

Είναι γεγονός ότι η Κωνσταντινούπολη υπήρξε μεγάλο εμπορικό και διπλωματικό κέντρο.

Όμως η ιστορία της περιλαμβάνει πολιορκίες, πολέμους, κατακτήσεις και βαθιές θρησκευτικές και πολιτικές συγκρούσεις.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν επεκτάθηκε στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο μέσω ειρηνικών διαπραγματεύσεων, αλλά πρωτίστως μέσω στρατιωτικών εκστρατειών.

Παράλληλα, η μεταγενέστερη ιστορία της περιοχής συνδέεται με εκτοπισμούς, διώξεις και βίαιες πληθυσμιακές μεταβολές.

Η διπλωματία ασφαλώς αποτελούσε μέρος της οθωμανικής πολιτικής. Δεν μπορεί όμως να παρουσιάζεται ως το μοναδικό ή κυρίαρχο χαρακτηριστικό μιας αυτοκρατορικής ιστορίας που διαμορφώθηκε και μέσα από πολέμους.

Η αναφορά στον Μουσταφά Κεμάλ

Στο τέλος της ιστορικής του αναδρομής, ο Τομ Μπάρακ συνέδεσε την Οθωμανική Αυτοκρατορία με την Τουρκική Δημοκρατία που ίδρυσε ο Μουσταφά Κεμάλ.

Κατά τον Αμερικανό διπλωμάτη, το νέο τουρκικό κράτος συνέχισε την κληρονομιά του Κερατίου Κόλπου ως τόπου συνάντησης διαφορετικών λαών και πολιτισμών.

Πρόκειται για μια ιδιαίτερα επιλεκτική ιστορική αφήγηση.

Η συγκρότηση της σύγχρονης Τουρκίας πραγματοποιήθηκε μέσα στις δραματικές συνθήκες που ακολούθησαν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Για τον ελληνισμό, η περίοδος αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη Μικρασιατική Καταστροφή, την καταστροφή της Σμύρνης, τον ξεριζωμό των ελληνικών πληθυσμών και την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών.

Η κεμαλική πολιτική οικοδόμησε επίσης ένα συγκεντρωτικό εθνικό κράτος, στο οποίο η μονοκομματική διακυβέρνηση αποτέλεσε βασικό χαρακτηριστικό της πρώτης περιόδου.

Ο χαρακτηρισμός του συγκεκριμένου πολιτικού συστήματος ως πλήρως δημοκρατικού με τα σημερινά κριτήρια δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα.

Αξίζει πάντως να διευκρινιστεί ότι ο Μπάρακ δεν αποκάλεσε προσωπικά τον Κεμάλ «δημοκράτη». Αναφέρθηκε στην Τουρκική Δημοκρατία και στη συνέχιση μιας ιστορικής κληρονομιάς.

Αυτό που προκαλεί συζήτηση είναι η επιλογή του να παρουσιάσει τη μετάβαση από τη βυζαντινή στην οθωμανική και στη σύγχρονη τουρκική περίοδο ως μια σχεδόν αδιάκοπη παράδοση συνεννόησης.

Η Τουρκία στο επίκεντρο της αμερικανικής περιφερειακής στρατηγικής

Η ιστορική αναδρομή του Μπάρακ δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη σημερινή εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Αμερικανός διπλωμάτης δεν περιορίζεται πλέον στα καθήκοντα του πρέσβη στην Άγκυρα. Είναι παράλληλα ειδικός προεδρικός απεσταλμένος για τη Συρία και το Ιράκ, γεγονός που του επιτρέπει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις της Μέσης Ανατολής.

Η επιλογή αυτή αντανακλά τη σημασία που αποδίδει η κυβέρνηση Τραμπ στη συνεργασία με την Τουρκία για τη διαχείριση περιφερειακών κρίσεων.

Η Άγκυρα διαθέτει στρατιωτική παρουσία και ισχυρά συμφέροντα στη βόρεια Συρία, διατηρεί στενές οικονομικές σχέσεις με το Ιράκ και επιδιώκει να εδραιωθεί ως βασικός παράγοντας στις ενεργειακές και μεταφορικές διασυνδέσεις της περιοχής.

Αυτή η γεωπολιτική πραγματικότητα εξηγεί γιατί η Ουάσιγκτον επιδιώκει στενή συνεργασία με την τουρκική ηγεσία.

Δεν εξηγεί, ωστόσο, την ανάγκη υιοθέτησης μιας τόσο εξιδανικευμένης παρουσίασης της οθωμανικής και τουρκικής ιστορίας.

Η τουρκική δημοσιότητα και οι ύμνοι στον Πορθητή

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος με τον οποίο υποδέχθηκαν τις δηλώσεις του Μπάρακ τουρκικά μέσα ενημέρωσης.

Η εφημερίδα Türkiye, σε δημοσίευμα της 10ης Οκτωβρίου, επέλεξε να αναδείξει τους ιστορικούς επαίνους του Αμερικανού πρέσβη, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην αναφορά του στον Μωάμεθ τον Πορθητή.

Ανάλογη προβολή έδωσε και το Rûdaw, παραθέτοντας την ιστορική περιγραφή του Μπάρακ για τον Κεράτιο Κόλπο και τον σημερινό ρόλο της Τουρκίας.

Η θετική υποδοχή των δηλώσεων στον τουρκικό Τύπο δεν προκαλεί έκπληξη.

Η εικόνα της Τουρκίας ως ιστορικού κέντρου αυτοκρατορικής ισχύος και σύγχρονου διπλωματικού διαμεσολαβητή βρίσκεται κοντά στην αντίληψη που προβάλλει η Άγκυρα για τον διεθνή ρόλο της.

Το γεγονός ότι αυτή η αφήγηση προέρχεται από έναν υψηλόβαθμο Αμερικανό διπλωμάτη της προσδίδει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδα

Η Αθήνα οφείλει να παρακολουθεί τις εξελίξεις με όρους στρατηγικής ανάλυσης.

Η Τουρκία είναι σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών στο ΝΑΤΟ, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί αναθεωρητικές διεκδικήσεις εις βάρος ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και αμφισβητεί πλευρές του υφιστάμενου καθεστώτος ασφαλείας στο Αιγαίο.

Η ανάδειξη της Άγκυρας ως κεντρικού παράγοντα στη Μέση Ανατολή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο η Ουάσιγκτον θα διαχειρίζεται τις σχέσεις της με την Ελλάδα και την Τουρκία.

Από τις δηλώσεις του Μπάρακ δεν προκύπτει αυτομάτως αλλαγή της αμερικανικής στάσης στα ελληνοτουρκικά.

Είναι όμως σαφές ότι η κυβέρνηση Τραμπ προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στον περιφερειακό ρόλο της Τουρκίας, ειδικά στη Συρία και στο Ιράκ.

Η συγκεκριμένη πολιτική πρέπει να αξιολογείται με βάση τις αποφάσεις, τις στρατιωτικές συνεργασίες και τις διπλωματικές πρωτοβουλίες που τη συνοδεύουν.

Η ιστορία δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής εξιδανίκευσης

Η παρέμβαση του Τομ Μπάρακ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα χρησιμοποίησης της ιστορίας για την υποστήριξη σύγχρονων διπλωματικών επιδιώξεων.

Ο Αμερικανός πρέσβης συνέδεσε την αρχαία ελληνική παρουσία, τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, την οθωμανική κατάκτηση και το κράτος του Μουσταφά Κεμάλ σε μία ενιαία αφήγηση ιστορικής συνέχειας.

Όμως η Κωνσταντινούπολη δεν είναι απλώς ένα γεωγραφικό σημείο από το οποίο πέρασαν διαδοχικές αυτοκρατορίες.

Υπήρξε πρωτεύουσα ενός κράτους με βαθιά ελληνική πολιτιστική και γλωσσική ταυτότητα, κέντρο της ορθόδοξης χριστιανοσύνης και σημείο αναφοράς για τον ελληνισμό επί αιώνες.

Η οθωμανική κατάκτηση του 1453 δεν ήταν μια ειρηνική μεταβίβαση εξουσίας. Και η δημιουργία της σύγχρονης Τουρκίας δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τον ξεριζωμό των ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας και την τραγωδία του 1922.

Η διπλωματία μπορεί να επιλέγει τους συμβολισμούς της. Η ιστορική έρευνα, όμως, οφείλει να αποτυπώνει και όσα δεν εξυπηρετούν τις σημερινές πολιτικές σκοπιμότητες.

Το ουσιαστικό μήνυμα της παρέμβασης Μπάρακ δεν βρίσκεται μόνο σε όσα είπε για τον Μωάμεθ τον Πορθητή και τον Μουσταφά Κεμάλ, αλλά κυρίως στην εικόνα που επιχειρεί να διαμορφώσει για τη σημερινή Τουρκία: ενός κράτους που η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει ως βασικό συνομιλητή για το μέλλον της Μέσης Ανατολής.

Και αυτή είναι μια γεωπολιτική εξέλιξη που η Ελλάδα δεν μπορεί να αγνοήσει.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Μελετόπουλος: «Η Ελλάδα βρίσκεται σε υπαρξιακή κρίση – Κλειδί η Ομογένεια»

Ο διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Μελέτης Μελετόπουλος προχωρά σε μια ηχηρή παρέμβαση για το μέλλον της Ελλάδας και του Ελληνισμού.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια ιδιαίτερα αιχμηρή παρέμβαση για το παρόν και το μέλλον του Ελληνισμού πραγματοποίησε ο διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Μελέτης Μελετόπουλος, μιλώντας στην εκπομπή του Greek News and Radio FL με θέμα την πορεία της Ελλάδας μετά την Επανάσταση του 1821.

Ο κ. Μελετόπουλος περιέγραψε την κατάσταση της χώρας ως «υπαρξιακή κρίση», υποστηρίζοντας ότι δεν είναι πλέον αυτονόητο πως η Ελλάδα θα εξέλθει από αυτήν ως συγκροτημένο και ακμαίο έθνος κατά τον επόμενο αιώνα.

«Διακόσια χρόνια μετά την Επανάσταση, η πατρίδα μας διέρχεται μια πολύ σοβαρή υπαρξιακή κρίση», ανέφερε χαρακτηριστικά. Ως βασικότερες απειλές κατονόμασε το δημογραφικό πρόβλημα, τη φυγή των νέων στο εξωτερικό, την εγκατάλειψη της υπαίθρου, την υποχώρηση της παραγωγής και την κρίση στην εκπαίδευση.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην οικονομία, επισημαίνοντας το μεγάλο δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, καθώς και τη χαμηλή αγοραστική δύναμη των Ελλήνων. Κατά την εκτίμησή του, η χώρα βρίσκεται σε «ελεύθερη πτώση», χωρίς τις ηγετικές φυσιογνωμίες που θα μπορούσαν να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη και να προτείνουν ένα συνολικό σχέδιο εξόδου από την κρίση.

Από την εθνική ολοκλήρωση στην υποχώρηση

Κάνοντας μια ιστορική αναδρομή, ο Μελέτης Μελετόπουλος σημείωσε ότι το ελληνικό κράτος, από το 1830 και μετά, πέτυχε να ενσωματώσει σημαντικές ελληνικές περιοχές και πληθυσμούς. Αναφέρθηκε στη Θεσσαλία, στην Κρήτη, στη Μακεδονία, στην Ήπειρο, στη Θράκη και στα νησιά του Αιγαίου, χαρακτηρίζοντας τη συγκεκριμένη πορεία τεράστιο ιστορικό επίτευγμα.

Αντίθετα, για τη μεταπολιτευτική περίοδο υποστήριξε ότι η Ελλάδα έχει υποχωρήσει τόσο στο εσωτερικό όσο και στα εθνικά της μέτωπα. Μίλησε για κατάρρευση της παιδείας, αποδυνάμωση του πολιτισμού, πτώση του επιπέδου της δημόσιας ζωής και απουσία μακρόπνοης εθνικής στρατηγικής.

«Διακόσια χρόνια μετά την Επανάσταση κινδυνεύουμε να χάσουμε ακόμη και όσα κερδίσαμε με αυτήν», ήταν μία από τις πλέον ηχηρές αποστροφές της παρέμβασής του.

Προειδοποίηση για τις τουρκικές αγορές ακινήτων

Ο κ. Μελετόπουλος εξέφρασε επίσης έντονη ανησυχία για αγορές ακινήτων από τουρκικά συμφέροντα σε νησιά του Αιγαίου και σε παραμεθόριες περιοχές. Αναφέρθηκε ειδικά στη Χίο, στη Λέρο, στη Μυτιλήνη, στην Τήνο και στον Έβρο, υποστηρίζοντας ότι ολόκληρες εκτάσεις και περιουσίες περνούν σε ξένα χέρια χωρίς να υπάρχει επαρκής κρατική αντίδραση.

Παράλληλα, άσκησε σκληρή κριτική στην πολιτική κατευνασμού απέναντι στην Τουρκία. Εκτίμησε ότι η Άγκυρα δεν θα επέλεγε εύκολα μια στρατιωτική επιχείρηση εναντίον της Ελλάδας, ακόμη και αν υπήρχε μικρή πιθανότητα αποτυχίας, και υπογράμμισε ότι η Αθήνα οφείλει να στηρίζεται με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα στο διεθνές δίκαιο.

Κατά τον ίδιο, η έλλειψη εθνικής αυτοπεποίθησης και η υποχωρητική στάση δεν περιορίζουν τις τουρκικές διεκδικήσεις, αλλά τις ενθαρρύνουν.

«Η Ομογένεια είναι το κλειδί»

Κεντρική θέση στην παρέμβασή του είχε ο ρόλος των Ελλήνων του εξωτερικού. Ο Μελέτης Μελετόπουλος εξήρε την αγάπη των ομογενών για την πατρίδα, επισημαίνοντας ότι πολλές φορές είναι ισχυρότερη και πιο ανιδιοτελής από εκείνη που συναντά κανείς στο εσωτερικό της χώρας.

Κάλεσε την Ομογένεια να συμμετάσχει ενεργότερα στα ελληνικά πράγματα, είτε μέσω φυσικής παρουσίας και επενδύσεων είτε μέσω της πολιτικής και κοινωνικής της παρέμβασης. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ψήφο των αποδήμων, την οποία χαρακτήρισε κρίσιμο παράγοντα για την ανανέωση της πολιτικής ζωής.

«Πρέπει να ενδιαφερθείτε για την πατρίδα σας και να εμπλακείτε με κάποιον τρόπο», ήταν το μήνυμά του προς τους Έλληνες της Διασποράς.

Υπενθύμισε, μάλιστα, ότι η Ελληνική Επανάσταση προετοιμάστηκε και κυοφορήθηκε στα μεγάλα κέντρα της Ομογένειας, όπως η Βιέννη, η Τεργέστη, η Οδησσός, η Αγία Πετρούπολη και το Παρίσι.

«Ένας λαός που δεν θέλει να σωθεί, δεν θα σωθεί»

Κλείνοντας, ο Μελέτης Μελετόπουλος τόνισε ότι κανένας ηγέτης δεν μπορεί να σώσει μόνος του τη χώρα. Όπως είπε, χρειάζεται μια συνολική αφύπνιση της ελληνικής κοινωνίας, η ανασυγκρότηση του εκπαιδευτικού συστήματος, η επανασύνδεση με τις ιστορικές ρίζες και η ανάκτηση της εθνικής αυτοπεποίθησης.

Η αλλαγή, προειδοποίησε, προϋποθέτει προσπάθεια, θυσίες και εγκατάλειψη χρόνιων ιδεοληψιών και βολεμάτων.

«Αν η ελληνική κοινωνία αντισταθεί σε ένα σχέδιο σωτηρίας της, τότε το τέλος της είναι προδιαγεγραμμένο», κατέληξε, συνοψίζοντας την παρέμβασή του με τη φράση: «Ένας λαός που δεν θέλει να σωθεί, δεν θα σωθεί».

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO19 λεπτά πριν

Καλεντερίδης: Το παράλογο γίνεται λογικό στο Αιγαίο

Αιχμές για τη διαχείριση των ελληνοτουρκικών, προειδοποίηση για τις «γκρίζες ζώνες» και την οικονομική εξάρτηση των νησιών, αλλά και μήνυμα...

Άμυνα27 λεπτά πριν

Έξι τουρκικά drones, νέες παραβιάσεις και σύγκρουση για τις ασκήσεις στο Αιγαίο

Νέος γύρος αμφισβητήσεων με αφορμή τις στρατιωτικές δραστηριότητες της περιόδου 12–20 Οκτωβρίου. Η Τουρκία επιχειρεί να ακυρώσει ελληνικές αεροπορικές αναγγελίες,...

GEOPOLITICO50 λεπτά πριν

«MURDER IN HIGH PLACES?» – Βομβιστική ανατίναξη πτήσης CY 284

59 χρόνια σήμερα από τη μαζική δολοφονία 66 αθώων στις 12 Οκτωβρίου 1967 με την εγκληματική πράξη κάποιων…

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Νέα πρόκληση από Τομ Μπάρακ! Ύμνοι στον Μωάμεθ τον Πορθητή και τον Μουσταφά Κεμάλ – Οι «Έλληνες άποικοι» και η εξιδανίκευση της τουρκικής ιστορίας

Ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα παρουσιάζει την Κωνσταντινούπολη ως διαχρονικό σύμβολο ειρήνης και διπλωματίας, αποθεώνοντας την οθωμανική αυτοκρατορική κληρονομιά και...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Μελετόπουλος: «Η Ελλάδα βρίσκεται σε υπαρξιακή κρίση – Κλειδί η Ομογένεια»

Ο διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Μελέτης Μελετόπουλος προχωρά σε μια ηχηρή παρέμβαση για το μέλλον της Ελλάδας και του...

Δημοφιλή