Διεθνή
Ανατροπή – Η Τουρκία εγκαταλείπει τους S-400 και γυρνάει στην “αγκαλιά” των ΗΠΑ
Οι S-400 της Τουρκίας είναι το πιο ακριβό όπλο στον κόσμο – Δείτε γιατί
Γράφει ο Haluk Özdalga
Το Reuters στις 20 Απριλίου ανέφερε ότι “η έναρξη λειτουργίας των S-400 θα καθυστερήσει για μήνες”. Σύμφωνα με τον ανώνυμο ανώτερο αξιωματούχο που επικαλείται το πρακτορείο, ο λόγος για τον οποίον θα καθυστερήσει η ενεργοποίηση, είναι τα θέματα που σχετίζονται με την πανδημία του Covid-19 και τα τεχνικά ζητήματα. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει καμία διάψευση εδώ και μέρες, το πιο πιθανό είναι η είδηση να διέρρευσε για να συνηθίσει η κοινή γνώμη την υπαναχώρηση της κυβέρνησης.
Φυσικά, ο ανώτερος αξιωματούχος που εξήγησε τους λόγους, έλεγε ψέμματα. Δεν μπορεί να μην επηρεάζεται η ενεργοποίηση ενός συστήματος από τους συνεχιζόμενους πολέμους στη Συρία και τη Λιβύη και να επηρεάζεται από τον κορωνοϊό.
Οι εκτοξευτές και τα άλλα συστήματα των πυροβολαρχιών S-400 μεταφέρθηκαν στην Άγκυρα το καλοκαίρι του 2019 και οι πύραυλοι το φθινόπωρο, κάτω από τα διθυραμβικά σχόλια των κυβερνητικών μέσων ενημέρωσης. Το σύστημα είναι εγκατεστημένο, οι δοκιμές έχουν ολοκληρωθεί. Το προσωπικό της τουρκικής πολεμική αεροπορίας που θα το χειρίζεται επιχειρησιακά, ολοκλήρωσε την εκπαίδευσή του στη Ρωσία.
Δεν θα αποτελέσει έκπληξη εάν δούμε μια ντροπιαστική δήλωση από τη Ρωσία που θα τονίζει ότι δεν υπάρχουν τεχνικά προβλήματα.
Οι ειδήσεις που δεν διαψεύσθηκαν δείχνουν ότι οι S-400 θα μείνουν και θα σαπίσουν στην αποθήκη. 2,5 δισεκατομμύρια δολάρια (17,5 δισεκατομμύρια TL) του λαού θα πεταχτούν στα σκουπίδια.
Είπαν ότι αυτή η υπόθεση τελείωσε και δεν υπάρχει βήμα πίσω.
Είπαν ότι όταν λέμε κάτι, το εννοούμε.
Είπαν ότι δεν μας ξέρουν καλά και ότι εμείς δεν πρόκειται να αρνηθούμε τη συμφωνία που υπογράψαμε.
Είπαν, είπαν, είπαν…
Αλλά φαίνεται ότι τώρα θα καταπιούν όλα όσα λέγανε. Προχωρούμε στη μεγαλύτερη ήττα αγοράς όπλων στην ιστορία της Δημοκρατίας. Η περιπέτεια του AKP στο θέμα των S-400 θα καταγραφεί στην ιστορία ως η αγορά του πιο ακριβού όπλο στον κόσμο.
Δεδομένου ότι οι S-400 δεν μπορούσαν να διασυνδεθούν με το ολοκληρωμένο δίκτυο έγκαιρης προειδοποίησης της Τουρκίας (σ.τ.μ. και του ΝΑΤΟ), η ικανότητα αντιαεροπορικής άμυνας πυραύλων θα ήταν κοντά στο μηδέν. Η μεταφορά τεχνολογίας ήταν μηδενική. Αν και όλα αυτά ήταν γνωστά, η αγορά αυτή έγινε με πολιτική απόφαση.
Σύμφωνα με ορισμένες ερμηνείες, οι λόγοι που οδήγησαντην τουρκική κυβέρνηση στην απόφαση για τη μη ενεργοποίηση των S-400 , είναι τα όλο και πιο έντονα οικονομικά προβλήματα στη χώρα, η αναζήτηση συμφωνίας με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, η προσέγγιση της Τουρκίας με τις ΗΠΑ στο θέμα της Συρίας και το άγχος να μην διαταραχθούν οι καλές σχέσεις μεταξύ Τραμπ-Ερντογάν, κ.λπ.
Όλα αυτά μπορεί να είναι σημαντικά σε κάποιο βαθμό. Αλλά ο βασικός λόγος είναι ότι η κυβέρνηση έλαβε μια απόφαση χωρίς να υπολογίσει σωστά τις συνέπειες και τους κινδύνους αυτής της απόφασης.
Δεν υπάρχει κάτι νέο στο θέμα των S-400. Απλά, χτύπησαν στον τοίχο μια πραγματικότητας που υπήρχε από την αρχή και τελικά αναγκάστηκαν να κάνουν τη επώδυνη στροφή.
Η στέρηση αεροσκαφών 5ης γενιάς, προκαλεί στην Τουρκία τεράστιους κινδύνους ασφάλειας. Για παράδειγμα, η Ελλάδα, η οποία αναζητά ευκαιρία, μπορεί να πάρει την υπεροχή στον αέρα, να αυξήσει τα χωρικά της νερά στα 12 μίλια και να μετατρέψει σε ελληνική λίμνη τη θάλασσα του Αιγαίου. Οι ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, συμπεριλαμβανομένης της Κύπρου, ενδέχεται να αντιστραφούν.
Όλους αυτούς τους κινδύνους καμία κυβέρνηση δεν τους αγνοεί. Είμαι βέβαιος ότι οι στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες έκαναν πολλές ενημερώσεις και έδωσαν άφθονα στοιχεία στους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων του AKP, με ρεαλιστικά σενάρια.
Η περιπέτεια των S-400 έδειξε ότι η ικανότητα της κυβέρνησης του AKP να υπολογίσει το δεύτερο και το τρίτο βήμα δεν είναι υψηλή. Η επιθυμία να έχουν τα F-35 και S-400 ταυτόχρονα δείχνει ότι δεν γνωρίζουν επαρκώς τι σημαίνουν αυτά τα συστήματα για τις ΗΠΑ και τη Ρωσία.
Τα F-35 αναπτύχθηκαν ειδικά εναντίον της Ρωσίας και της Κίνας. Αυτή η πλατφόρμα είναι η ραχοκοκαλιά της αμερικανικής στρατηγικής σε πιθανές συμβατικές συγκρούσεις των επόμενων δεκαετιών. Η στρατηγική βασίζεται στην ταχεία απόκτηση υπεροχής στον ρωσικό εναέριο χώρο στην πρώτη φάση του πολέμου. Μεταξύ των διαφόρων στοιχείων ισχύος, οι αόρατες πλατφόρμες F-35 με τα πιο προηγμένα ηλεκτρονικά αεροπορικά σήματα (avionics) δεν είναι απλά ένα αεροσκάφος και θα διαδραματίσουν κεντρικό ρόλο στις επιχειρήσεις.
Τα S-400 (σύντομα S-500s) θα παίξουν παρόμοιο βασικό ρόλο στην άμυνα της Ρωσίας για τον εναέριο χώρο της, φυσικά, μαζί με άλλα στρατιωτικά στοιχεία.
Όλα αυτά τα ανέλυσα διεξοδικά στο άρθρο μου “S-400 στην Άγκυρα και F-35 στο Εσκισεχίρ;” (Μάρτιος 2019).
Ήταν προφανές ότι οι ΗΠΑ δεν θα δεχόταν τη χρήση μιας τόσο ζωτικής σημασίας στρατιωτικής πλατφόρμας στην ίδια πλευρά με τα S-400. Το ίδιο ισχύει και για της άλλες χώρες του ΝΑΤΟ.
Η συνεχής επιμονή να αγοράσουν δύο συστήματα που είναι ασύμβαστα μεταξύ τους δείχνει ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει επαρκώς τι σημαίνουν αυτά τα ζητήματα.
Όταν όμως στριμώχτηκαν τους τελευταίους μήνες, είπαν, ας συζητήσουμε το πρόβλημα στην επιτροπή που θα αποτελείται από Τούρκους και Αμερικανούς στρατιωτικούς εμπειρογνώμονες. Το Πεντάγωνο είπε “δεν υπάρχει κάτι για να συζητήσουμε”. Στη σύνοδο κορυφής του Νοεμβρίου 2019, προσπάθησαν να βάλουν στο παιχνίδι τον Πρόεδρο Τραμπ, κι αυτό δεν βοήθησε. κάνοντας τον τελευταίο ελιγμό, είπαν η επιτροπή να διευθύνεται από το ΝΑΤΟ, κάτι που και πάλι δεν είχε αποτέλεσμα.
Παρά την αντίθεση του Πενταγώνου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ μπορεί να αποφασίσει, για παράδειγμα, να αποσύρει στρατεύματα στη Συρία. Μπορεί επίσης να αποσύρει στρατιώτες από το Ιράκ. Αλλά κανένας Πρόεδρος δεν μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τα F-35, τα οποία θεωρούνται ότι σχετίζονται άμεσα με την ασφάλεια των ΗΠΑ. Άλλωστε, ούτε ο Τραμπ δεν έχει δοκιμάσει ακόμη κάτι τέτοιο.
Στο μεταξύ, άριχσαν να λένε το τραγούδι “Δεν είμαστε χωρίς άλλες επιλογές”. Είπαν ότι θα φτιάξουμε το δικό μας μαχητικό αεροπλάνο 5ης γενιάς, ισοδύναμο των F-35 μαχητικά. Αυτό είναι σχεδόν πολύ δύσκολο και γίνεται αδύνατο αν είσαι σε κατάσταση διαμάχης με τη Δύση.
Στην πραγματικότητα, εάν η κυβέρνηση του AKP πίστευε ότι θα μπορούσε να κατασκευάσει από μόνη της ένα μαχητικό 5ης γενιάς, πιθανότατα δεν θα άλλαζε την απόφασή της για τους S-400.
Εν τω μεταξύ, ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία για το μαχητικό αεροπλάνο 5ης γενιάς SU-57. Τα κυβερνητικά ΜΜΕ άρχισαν να γράφουν ότι με τα λεφτά ενός F-35 θα αγοράσουμε δύο Su-57.
Το SU-57 δεν έχει ακόμη εισέλθει στο ρωσικό στρατό. Τεχνικά, είναι πολύ κατώτερο από το F-35. Η Ινδική Πολεμική Αεροπορία αποχώρησε το 2018 από το πρόγραμμα SU-57, στο οποίο υπήρξε συμπαραγωγός χώρα για πολλά χρόνια και επένδυσε δισεκατομμύρια δολάρια. Το σκεπτικό είναι ότι τα κριτήρια της 5ης γενιάς δεν πληρούνται σε ορισμένους τομείς, όπως το αόρατο (stealth), τα αεροπορικά ηλεκτρονικά, το ραντάρ και οι αισθητήρες.
Πιο σημαντικό από την τεχνολογική υστέρηση είναι το γεγονός ότι η αγορά των SU-57 από την τουρκική πολεμική αεροπορία, από στρατηγικής άποψης, προκαλεί περισσότερες απώλειες παρά κέρδη. Η συνεργασία με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ θα τελειώσει και πολλοί ζωτικοί εξοπλισμοί όπως τα F-16, τα ελικόπτερα Black Hawk και Chinhook και διάφορα άλλα συστήματα πυραύλων που ανήκουν στην πολεμική αεροπορία θα είναι γρήγορα άχρηστα.
Κατόπιν αυτών, και η κίνηση αγορά των SU-57 αποδείχτηκε κενή περιεχομένου. Γύρισαν και έφτασαν στο σημείο που προβλέψαμε πριν από ένα χρόνο στο παραπάνω άρθρο:
“Το πιο πιθανό σενάριο είναι η άφιξη και η εγκατάσταση των S-400s…
Η παράδοση των F-35 θα σταματήσει… Το σχοινί θα τεντωθεί μέχρι το τελευταίο σημείο θραύσης.
Οι ΗΠΑ έχουν στα χέρια τους πολές δυνατότητες να προακέσουν μεγάλες ζημιές στην ασφάλεια της Τουρκίας, όπως η αχρήστευση των F-16. Η Τουρκία δεν μπορεί να κατασκευάσει τα δικά της αεροσκάφη τους 5ης γενιάς, όντας σε διαμάχη με τις ΗΠΑ και τη Δύση.
Ίσως Άγκυρα υποχρεωθεί να εγκαταλείψει τους S-400 μετά από μια μακρά περίοδο γρυλίσματος και όταν δει τα συμφέροντά της να έχουν πληγεί, όταν δηλαδή έλθεο το αυγό στον κ@λο”.
Αυτό ακριβώς συνέβη, όπως το προβλέψαμε. Αλλά δεν έχει τελειώσει ακόμα το θέμα.
Δεν θα αρκεί να πούμε «Θα κρατήσουμε τα S-400 στην αποθήκη». Η επιστροφή στις προηγούμενες συνθήκες είναι αδύνατη. Θα εγγράψουμε περισσότερα από 2,5 δισεκατομμύρια δολάρια ζημιές.
Ο κόσμος, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ και της Ρωσίας, είδε ότι υπάρχει μια απρόβλεπτη κυβέρνηση στην Άγκυρα, η οποία κανείς δεν ξέρει τι ζιγκ-ζαγκ θα κάνει αύριο. Η απώλεια εμπιστοσύνης θα είναι η μεγαλύτερη ζημιά.
Θα δούμε και τις αρνητικές συνέπειες που θα προκύψουν με τη Ρωσία.
Θα επιστρέψουμε στο πρόγραμμα F-35 με χρόνια καθυστέρησης στην παράδοση, ίσως με αυξανόμενες τιμές.
Το Κέντρο Συντήρης όλων των F-35 της Ευρώπης θα ήταν στο Εσκισεχίρ και η Τουρκία θα είχε σημαντικά οικονομικά και τεχνολογικά πλεονεκτήματα από ατό. Όταν το AKP έκανε τη ζημιά, το νέο κέντρο συντήρησης μεταφέρθηκε στην Ολλανδία. Μπορεί να επιστρέψει; Θα δούμε.
Εν τω μεταξύ, οι ΗΠΑ δεν θα πουν αμέσως «έλα και πάρε τα F-35». Στην αποθήκη υπάρχουν οι S-400 που είναι έτοιμοι να λειτουργήσουν στα χέρια μιας κυβέρνησης που δεν είναι σίγουρη τι να κάνει αύριο.
Οι ΗΠΑ πιθανότατα θα θελήσουν τα κλειδιά αυτής της αποθήκης!
Πώς θα ζητήσει τα κλειδιά; Περιοδικά θα στέλνει τον ελεγκτή ή θα συνδέσει το θέμα με γραπτές εγγυήσεις ή ακόμα θα ζητήσει τη μεταφορά τους αλλού. Τι θα πει για όλα αυτά η Ρωσία; Θα δούμε.
Ωστόσο, ό,τι θα κάνουν οι ΗΠΑ θα το κάνουν παίρνοντας την υπογραφή του AKP.
Η αλαζονία του AKP, που ξεκίνησε την πολιτική του δράση με τη φράση “είμαστε ανεξάρτητη χώρα”, πιθανότατα θα τελειώσει με την εγκατάλειψη στην αποθήκη ενός οπλικού συστήματος στο οποίο επένδυσε και πλήρωσε πολλά, ή θα το στην επικράτειά του ή θα αφήσει την τύχη των S-400 στις ΗΠΑ.
Μετάφραση από τα τουρκικά: Σάββας Καλεντερίδης
Πηγή: ahvalnews.com
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
