Διεθνή
Forreign Affairs: Επίδειξη κινεζικής ισχύος
Την εποχή κατά την οποία μεγάλο τμήμα του πλανήτη και κυρίως των αναπτυγμένων χωρών, υποφέρει από την πανδημία του κορωνοϊού (COVID19), η Κίνα, η χώρα δηλαδή από την οποία ξεκίνησε η πανδημία, φαίνεται να πρωτοστατεί στην τεχνογνωσία (know how) παρασκευής φαρμακευτικών σκευασμάτων, αλλά και στην παροχή βοήθειας με ιατρικό προσωπικό, αναλώσιμα και ιατροφαρμακευτικό υλικό. Οι χώρες οι οποίες δέχτηκαν μέχρι στιγμής την αρωγή της Κίνας είναι η Ιταλία, Ελλάδα, Σερβία, Τσεχία, Γαλλία και Ισπανία.
Γράφει ο Νικόλαος Παούνης
Το πολιτικοοικονομικό κενό που παρουσιάζει η Ευρωζώνη, η εσωστρέφεια και η ως ένα βαθμό τεχνολογική υστέρηση των ΗΠΑ, έρχεται να καλυφθεί με συστηματικά βήματα οικονομικοπολιτικής διείσδυσης της Κίνας στη Ν/Α Ασία, στην Αφρική, στα Βαλκάνια. Προφανώς δεν προέκυψε δια μαγείας η ικανότητα της Κίνας να προτάσσει ήπια ισχύ (soft power) σε παγκόσμιο επίπεδο. Μακρόπνοος σχεδιασμός, στοχοθεσία και προσήλωση στην εκπλήρωση μαξιμαλιστικών στόχων οδήγησαν στην σημερινή πραγματικότητα.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ
Ενώ η Δύση ακόμη αιμορραγούσε από την κατάρρευση της αγοράς ακινήτων του 2008, το 2013, ο τότε νεοεκλεγείς πρόεδρος της Λαϊκής Δημοκρατίας, Xi Jinping, σηματοδότησε την καίρια μεταβολή στον χαρακτήρα της κινεζικής διακυβέρνησης. Μέχρι τότε, η ανθεκτικότητα του σινικού οικονομικού μοντέλου, γνωστού και ως κρατικός καπιταλισμός (state capitalism) πολλάκις προσέλκυσε άμεσες ξένες επενδύσεις και οικονομικές συνεργασίες. Η ηγεσία του προέδρου Xi, ωστόσο, συμπίπτει με την αντιστροφή της οικονομικής παθητικότητας σε ενεργητική οικονομική «πρωτοβουλία».
Η Πρωτοβουλία Ζώνη και Οδός (Belt and Road Initiative, BRI) ανακοινώθηκε σε δύο κομβικά γεωγραφικά σημεία: Tο χερσαίο Καζακστάν και τηn θαλάσσια Ινδονησία, συμβολίζοντας το εύρος της αμφίβιας εμπορικής φιλοδοξίας. Πρόκειται για σχέδιο τόσο οικονομικό όσο και στρατηγικό. Εσωτερικά, η Κίνα πολλαπλασιάζει τα έσοδά της, βελτιώνει το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού της και αυξάνει την σταθερότητά της κυβέρνησης. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι πλήθος αναλυτών αντιλαμβάνεται την κινεζική ανάπτυξη ως ανταμοιβή του Κινέζου πολίτη για την ανοχή του στον αυταρχισμό του κυρίαρχου κόμματος. Αναμφίβολα, η «Ζώνη και Οδός» προσδίδει την ταυτότητα της σύγχρονης κινεζικής υψηλής στρατηγικής, η οποία συμπεριλαμβάνει οικονομικά και διπλωματικά μέσα για την επίτευξη πολιτικών αντικειμενικών σκοπών.
Το κατά πόσον ένα οικονομικό μέσο είναι αποτελεσματικό είναι συνάρτηση της οικονομικής εξάρτησης ενός κράτους από την Κίνα. Η ύπαρξη σχέσεων αλληλεξάρτησης δεν αποτελεί σπάνιο φαινόμενο όταν ο πληθυσμός της συνιστά μια αγορά των 1.38 δισ. ανθρώπων (τουλάχιστον), ενώ οι παραγωγικές της δυνατότητες την καθιστούν πανταχού παρούσα στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού. Μέσα στα επτά αυτά χρόνια, όμως, από την ανακοίνωση της πρωτοβουλίας, πολύ πιο συχνά μια χώρα επιβιώνει εξαιτίας κινεζικών Ξένων Άμεσων Επενδύσεων ή ως αποτέλεσμα κινεζικού δανεισμού. Κράτη όπως η Κιργιζία και το Πακιστάν αποτελούν άμεσα παραδείγματα της κατάστασης για την οποία γίνεται λόγος. Ακόμη και εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι λίγες οι ανησυχίες για την κινεζική εμβέλεια του προγράμματος συνεργασίας «17+1» στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Μικρές ρωγμές, κενά ισχύος, που προκάλεσε η διάλυση του σοβιετικού «μπλοκ», φαίνεται πως συμπληρώνονται από την ήπια σινική ισχύ.
Η εξάρτηση, βέβαια, αποκτά περισσότερο ενδιαφέρον αν κανείς εστιάσει ειδικότερα σε έναν από τους σημαντικότερους συντελεστές της οικονομίας, την τεχνολογία και την τεχνογνωσία. Η τεχνολογική εξάρτηση, και όχι απλώς η οικονομική, συνδέεται στενά με την έννοια της καινοτομίας, και άρα διαφοροποιείται ποιοτικά και όχι απλά ποσοτικά. Στην περίπτωση της Κίνας, ο καινοτόμος φορέας που απασχολεί περισσότερο την διεθνή κοινότητα, είναι η Huawei στον τομέα των τηλεπικοινωνιών [λόγω της κυρίαρχης θέσης της στις τεχνολογίες 5G].
Δεν είναι η πρώτη φορά που συναντάμε τον συνδυασμό κρατικού καπιταλισμού και τεχνολογικής εξάρτησης. Η Ρωσική Ομοσπονδία είναι ένα παράδειγμα. Κατά κανόνα σε όλα τα κράτη οι στρατηγικοί τομείς όπως η άμυνα, η ενέργεια και οι τηλεπικοινωνίες τείνουν προς το σχηματισμό μονοπωλίου εσωτερικά. Αυτό που πέτυχε, όμως, το Κρεμλίνο ήταν να καταστεί η μοναδική είσοδος του κεντρο-ασιατικού φυσικού αερίου προς την Δύση και η πλέον προσβάσιμη πηγή φυσικού αερίου για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το μονοπώλιο επεκτάθηκε από τα σύνορα του ρωσικού κράτους στα σύνορα της διεθνούς, αλλά όχι παγκόσμιας, αγοράς φυσικού αερίου, χαρίζοντας στην βαλβίδα του Κρεμλίνου την δυνατότητα να μεταφράζει οικονομικά οφέλη σε πολιτικά.
Με την ίδια λογική, η Κίνα επιθυμεί να καταστεί ο κυρίαρχος πάροχος τεχνολογίας 5G παγκοσμίως. Οι δομές τηλεπικοινωνιών 5G μπορούν να αξιοποιηθούν για την ταχεία και ογκώδη συλλογή και μετάδοση δεδομένων. Υπό το πρίσμα της παρούσης πανδημίας του Covid-19 είναι σχεδόν βέβαιο πώς ο κίνδυνος για την δημόσια υγεία θα αξιοποιηθεί υπέρ του επιχειρήματος της τηλεργασίας και της αυτοματοποίησης με 5G.
Στο σημείο αυτό, όμως, θα πρέπει να τονιστεί μια θεμελιώδης διαφορά. Η Μόσχα στηρίζει το πλεονέκτημά της σε ένα τεχνολογικό status quo. Η μετακίνηση του φυσικού αερίου παραμένει δύσκολη και δαπανηρή υπόθεση, με αποτέλεσμα να μην είναι εύκολο να καλυφθεί η ζήτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την προσφορά απομακρυσμένων κρατών. Το συμβατικό φυσικό αέριο της Ρωσίας παραμένει η εύκολη λύση. Αντίθετα, η Κίνα είναι μια τεχνολογικά αναθεωρητική δύναμη. Πέραν των συμβατικών δομών της πρωτοβουλίας «Ζώνη και Οδός», επισφραγίζει την οικονομική της παρουσία επαναπροσδιορίζοντας τον κυβερνοχώρο, μεταμορφώνοντας αστικούς σχηματισμούς σε «έξυπνες πόλεις». Χαράσσει έναν «ψηφιακό δρόμο του μεταξιού».
Αυτό, φυσικά, δεν αναιρεί την ανάγκη ανάπτυξης αμυντικών δυνατοτήτων για την προάσπιση των κινεζικών επενδύσεων και προσωπικού εκτός της κινεζικής επικράτειας. Όπως έχει υποστηρίξει και ο Βρετανός ιστορικός, Paul Kennedy, όταν ένα κράτος δημιουργήσει υπολογίσιμο πλούτο, επενδύει μέρος του στις αμυντικές του δυνατότητες ώστε να προστατεύσει τον υπόλοιπο πλούτο.
ΟΙ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ
Η Κίνα έχει έκταση 9.596.961 τετραγωνικά χλμ. και πληθυσμό 1,38 δισ. ανθρώπων, ως εκ τούτου θεωρείται η πολυπληθέστερη χώρα στον κόσμο (18,32% του παγκόσμιου πληθυσμού). Δημογραφικά, η Κίνα αναμένεται να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της γήρανσης του πληθυσμού και της συνεπαγόμενης αδυναμίας χρηματοδότησης του συνταξιοδοτικού συστήματος.
Η κλιματική αλλαγή φαίνεται πως είναι μια εκ των μεγαλυτέρων προκλήσεων που θα κληθεί να αντιμετωπίσει στο μέλλον η χώρα. Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας απειλεί παράκτιες πυκνοκατοικημένες περιοχές, ενώ το λιώσιμο των πάγων στον Αρκτικό κύκλο, φέρνει τον «κινεζικό δράκο» σε ευθεία αντιπαράθεση με τα λεγόμενα «αρκτικά έθνη» (ΗΠΑ, Ρωσία, Καναδάς, Νορβηγία), τα οποία ήδη ερίζουν για τα ενεργειακά κοιτάσματα στην περιοχή και τα νέα περάσματα τα οποία θα προκύψουν μετά το λιώσιμο των πάγων.
Η Κίνα στην κυριολεξία μονοπωλεί ένα σημαντικό ποσοστό της παραγωγής «σπάνιων γαιών», δηλαδή φυσικών πόρων άκρως απαραίτητων για την αυτοκινητοβιομηχανία, την πολεμική βιομηχανία, και άλλους κρίσιμους βιομηχανικούς κλάδους όπως η Πληροφορική. Η κατανομή σπάνιων γαιών ανά την υφήλιο παρουσιάζει μια σχετική ισορροπία, ωστόσο μεταβάλλεται ο βαθμός εκμετάλλευσης και τεχνογνωσίας εξόρυξης και διαχωρισμού. Μάλιστα, όπως επισημαίνει ο Έλληνας καθηγητής Γεωπολιτικής, Κωνσταντίνος Γρίβας, οι ΗΠΑ εισάγουν σε ποσοστό 100% σπάνιες γαίες για να τροφοδοτήσουν με πρώτες ύλες τους προαναφερόμενους βιομηχανικούς κλάδους, συνεπώς τίθεται ευθέως ζήτημα ασφάλειας για την Ουάσιγκτον, αν το Πεκίνο αποφασίσει να μειώσει το ποσότητες εξόρυξης-παραγωγής. Η Κίνα προηγείται των λοιπών χωρών στην εκμετάλλευση και τον διαχωρισμό σπανίων γαιών σε βαθμό μονοπωλιακό, γεγονός το οποίο εκτινάσσει την γεωστρατηγική της αξία. Οι ΗΠΑ ξεκίνησαν μια διαδικασία εκμετάλλευσης των «εθνικών σπάνιων γαιών», ώστε να αποκτήσουν την πολυπόθητη αυτοτέλεια.
Η διαχείριση των υδάτινων αποθεμάτων της περιοχής (πιθανή εκτροπή ποταμού Βραχμαπούτρα), η «αναβίωση» του νέου δρόμου του μεταξιού (η πρωτοβουλία BRI, όπως αναλύθηκε ανωτέρω), η επάρκεια τροφίμων και εφοδίων, το status quo της Ταϊβάν, ο έλεγχος του Nepal και της περιοχής Sikkim (διάβαση Nathu La), το καθεστώς των νησιών Senkaku/Diayudao, όλα πυροδοτούν εντάσεις με τις γειτονικές χώρες και δη με σημαίνουσες γεωπολιτικές δυνάμεις όπως η Ινδία και η Ιαπωνία.
Η τεχνολογική ανάπτυξη, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου και η υπερσυγκέντρωση σημαντικού μεριδίου της εμπορικής παραγωγής, αύξησε το γόητρο και ενίσχυσε τον διεθνή ρόλο της χώρας, κατ’ επέκταση προκάλεσε την προσοχή των ΗΠΑ και την μετατόπιση του πλανητικού καταμερισμού ισχύος προς ανατολάς.
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΥΞΗΣΗΣ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΙΣΧΥΟΣ
Ο αμυντικός προϋπολογισμός για το τρέχον έτος διαμορφώνεται στα 237 δισ. δολάρια. Το προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων (μόνιμο και εφεδρικό), στην ειρηνική του σύνθεση ανέρχεται στα 2.690.000 άτομα. Η Κίνα κινείται στην κατεύθυνση υλοποίησης του Σχεδίου «Κίνα 2025». Η αντικατάσταση των πάσης φύσεως εισαγόμενων προϊόντων από τα εγχώριας παραγωγής, και ο εκσυγχρονισμός των ενόπλων δυνάμεων, είναι μερικοί από τους στόχους του φιλόδοξου σχεδίου.
Από τις αρχές του 2010 τονιζόταν η ανάγκη για την ανάπτυξη εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας η οποία θα οδηγούσε την χώρα στην απεξάρτηση από τον εξωτερικό παράγοντα (κατά βάση την Ρωσία). Το έτος 2020, τέσσερις βιομηχανικοί κολοσσοί της Κίνας φιγουράρουν στους κύριους κατασκευαστές-εξαγωγείς οπλικών συστημάτων παγκοσμίως. Πρώτη η εταιρεία AVIC με εξαγωγές ύψους 20 δισ. δολαρίων ετησίως, έπεται η NORINCO group με 17,2 δισ. ετησίως, ακολουθεί η CETC με 12,2 δισ., και η CSGC με 4,6 δισ. Η εταιρεία AVIC η οποία -μεταξύ άλλων- κατασκευάζει τα αεροσκάφη της κινεζικής αεροπορίας και, φυσικά, ανέπτυξε και τα μαχητικά νέας γενιάς τύπου J-20 Mighty Dragon & J-31 Gyrfalcon, κατέχει την 6η θέση παγκοσμίως όσον αφορά τις εξαγωγές οπλικών συστημάτων. Η Κίνα συνεργάζεται και συμπαράγει οπλικά συστήματα με χώρες του Τρίτου Κόσμου, όπως για παράδειγμα το μαχητικό FC-1/JF-17 Thunder, με το Πακιστάν.
Η Κίνα επιθυμεί να έχει ολοένα και ενεργότερη εμπλοκή στις αποστολές επιβολής και διατήρησης της ειρήνης, δια τούτο από το 2016 κατασκευάζει στο Τζιμπουτί (πρώην Γαλλική Σομαλία/Djibouti), βάση λογιστικού εφοδιασμού των πλοίων του στόλου της, που θα μετέχουν σε αποστολές ειρηνευτικού περιεχομένου. Ωστόσο, η βάση προορίζεται να χρησιμοποιηθεί και ως ορμητήριο σκαφών τα οποία θα επιβάλλουν την ασφάλεια στη θάλασσα του Άντεν και στον Ινδικό. Στην ίδια θάλασσα, πέραν των ινδικών ναυτικών φιλοδοξιών υπάρχει και η αμερικανική βάση στο νησί Diego Garcia. Η βάση διαθέτει περιμετρική οχύρωση, αποθήκες καυσίμων και πυρομαχικών, υπόστεγα φιλοξενίας UAV’s, ελικοδρόμια και μπορεί να αναπτυχθεί δύναμη επιπέδου ταξιαρχίας. Προφανώς οι κινεζικές φιλοδοξίες επεκτείνονται στην αύξηση της επιρροής στην αφρικανική ήπειρο, πέραν της διοικητικής υποστήριξης του κινεζικού στόλου.
Η Κίνα θεωρεί αναπόσπαστη την πορεία ανόδου της στο παγκόσμιο προσκήνιο με την παράλληλη ανάπτυξη του πολεμικού της ναυτικού και την επαύξηση των ικανοτήτων της στον ναυτικό πόλεμο. Η χρήση του Ινδικού Ωκεανού τον οποίο μονοπωλεί η Ινδία και η διασφάλιση της ναυσιπλοΐας στα στενά Malacca, νότια της Κουάλα Λουμπούρ (Ινδονησιακό Αρχιπέλαγος), προϋποθέτει τη ναυπήγηση πολυάριθμων σκαφών με ικανότητες επιχειρήσεων στις ανοιχτές θάλασσες και πλήρη αεροπορική κάλυψη. Οι τεράστιες ενεργειακές ανάγκες της την υποχρεώνουν να εισάγει πετρέλαιο, το οποίο κατά βάση μεταφέρεται δια θαλάσσης από τις προαναφερόμενες περιοχές. Στο μέλλον ίσως παραστεί αναγκαίο να αναπτύξει σε μόνιμη βάση ναυτική δύναμη, για την αποφυγή πιθανής ενεργειακής «ασφυξίας». Οι χώρες της περιοχής (Μαλαισία, Σιγκαπούρη, Ινδονησία), διαθέτουν αξιόλογη στρατιωτική δύναμη κάτι το οποίο υπολογίζει το κινεζικό επιτελείο.
Το Κινεζικό Ναυτικό χρησιμοποιεί το αεροπλανοφόρο Liaoning / Type001 (πρώην σοβιετικό Varyag), ενώ τον Απρίλιο του 2017 καθελκύστηκε το δεύτερο αεροπλανοφόρο Shandong συνολικού εκτοπίσματος 70.000 τόνων. Ένα τρίτο αεροπλανοφόρο βρίσκεται στο στάδιο ναυπήγησης, με εκτιμώμενο εκτόπισμα 85.000 τόνους. Το Πολεμικό Ναυτικό διαθέτει 36 Αντιτορπιλικά, 52 φρεγάτες, 50 κορβέτες, 29 σκάφη ναρκοπολέμου και 74 υποβρύχια. Τα κινεζικά υποβρύχια κλάσης Shang, Yuan και Song δύναται να εξοπλιστούν με πυραύλους κατηγορίας cruise, αυξάνοντας κατακόρυφα τις επιθετικές δυνατότητες του κινεζικού ναυτικού.
Στην περίπτωση των 6 αντιτορπιλικών Type-052C εκτιμάται ότι έχουν τοποθετηθεί οι ναυτικές εκδόσεις του αντιαεροπορικού συστήματος HQ-9, δηλαδή έχουν δυνατότητες αεράμυνας περιοχής που αγγίζει τα 150 χλμ. ενώ οι αναφορές κάνουν λόγο για 48 βλήματα ανά σκάφος. Τα ίδια πλοία φέρουν και αντιπλοϊκούς πυραύλους YJ-62 με εμβέλεια 170 χλμ. Τα βλήματα HQ-9 ενσωματώνουν αντιδορυφορικές ικανότητες, και απειλούν άμεσα τα αμερικανικά συστήματα που υπερίπτανται περιοχών κινεζικού ενδιαφέροντος.
Η αδυναμία ναυπήγησης στόλου εφάμιλλου του αμερικανικού, υποχρέωσε το Πεκίνο να στραφεί στην δημιουργία ενός δικτύου A2/AD (Anti Access/Area Denial) ώστε να κρατήσει όσο το δυνατόν πια μακριά από την Σινική θάλασσα, τις Ομάδες Μάχης των αμερικανικών αεροπλανοφόρων. Ασφαλώς η ισορροπία θα αλλάξει μετά την ολοκλήρωση των φιλόδοξων ναυπηγήσεων εκ μέρους της Κίνας. Η παρουσία των ΗΠΑ στην περιοχή είναι έντονη, και αποσκοπεί στην προστασία των επιτόπιων συμμάχων (Ταϊβάν, Ιαπωνία, Ν. Κορέα), και στην ανάσχεση της κινεζικής εξάπλωσης, περιορίζοντας το ναυτικό της χώρας στα στενά όρια της Κίτρινης θάλασσας. Χρησιμοποιώντας τις εφαρμογές του Δικτυοκεντρικού Πολέμου δημιούργησε ένα δίκτυο βαλλιστικών υποσυστημάτων, το οποίο περιλαμβάνει κέντρα διοικήσεως, δορυφόρους, ραντάρ επιφανείας, UAV’s και εκτοξευτές πυραύλων DF-15/M-9/CSS-6 με εμβέλεια 600 χλμ. (900 χλμ. για την έκδοση DF-15A), και τον πύραυλο DF-21D mod4 με εμβέλεια 1.700 χλμ. Το δίκτυο αναπτύχθηκε κατά μήκος της κινεζικής ακτής. Οι αισθητήρες εγκλωβίζουν στόχους που πλέουν στην Σινική θάλασσα, και μεταβιβάζουν το σύνολο των απαιτούμενων πληροφοριών στους εκτοξευτές των αντιπλοϊκών βλημάτων. Στην διάρκεια της πλοήγησης των βλημάτων προς τα εχθρικά σκάφη εκτελείται ανανέωση πληροφοριών κυρίως από το δίκτυο των δορυφόρων. Στην τερματική φάση, οι πύραυλοι πιθανόν να διανέμουν υποπυρομαχικά ώστε να προκαλούν βλάβη στους αισθητήρες των σκαφών συνοδείας, και στις πίστες των αεροπλανοφόρων. Αυτή είναι η φιλοσοφία χρήσης του δικτύου βαλλιστικών υποσυστημάτων, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη την προσέγγιση αμερικανικών σκαφών σε περίπτωση κρίσης με την Ταιβάν.
Η επέκταση των δραστηριοτήτων στο διάστημα, είναι ζωτικής σημασίας αφενός για την ανάδειξη μιας χώρας σε μεγάλη δύναμη, αφετέρου για να υποστηριχθούν αποτελεσματικά τυχόν στρατιωτικές επιχειρήσεις, από απόψεως έγκαιρης και έγκυρης συλλογής πληροφοριών. Μάλιστα, οι ΗΠΑ σύμφωνα με το Δόγμα της Πολυχωρικής Μάχης (Multi Domain Battle), προσδίδουν έμφαση στην χρήση διαστημικών εφαρμογών, οπότε η παραμέληση εκ μέρους της Κίνας θα θεωρείτο εγκληματική αμέλεια. Εξάλλου και ο έλεγχος των δικτυακών πολυσυστημάτων με βαλλιστικούς πυραύλους, ασκείται μέσω δορυφόρων, όπως εύστοχα επισημαίνει ο καθηγητής Κ. Γρίβας. Η Κίνα ανέπτυξε μεταξύ άλλων, τους δορυφόρους Yaogan 30E/F, εκ των οποίων 3 εκτοξευτήκαν στις 20 Μαρτίου. Συνολικώς η Κίνα εκτιμάται ότι διαθέτει 68-70 δορυφόρους στρατιωτικής χρήσης.
Συμπερασματικά, η τεχνολογική και οικονομική ανάπτυξη της Κίνας, η εξωστρέφεια που επιδεικνύει στον εμπορικό τομέα και η παράλληλη επενδυτική διείσδυση στις χώρες της Δύσης, το μονοπώλιο στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, οι πρωτοβουλίες στην ενεργειακό κλάδο, η αξιοποίηση του υπεδάφους και η ενοποίηση των βιομηχανικών κλάδων με τις αμυντικές βιομηχανίες, καθιστούν την χώρα γεωπολιτικό δρώντα αδιαμφισβήτητης ισχύος και καίριας σημασίας.
Η κρίση του Covid-19 πιθανόν να ανατρέψει τα χρονοδιαγράμματα επίτευξης στόχων των Κινέζων ιθυνόντων. Η ανοδική πορεία της χώρας πιθανόν να επιβραδυνθεί, αλλά δεν θα ματαιωθεί. Οι ΗΠΑ, παρά την υπεροχή τους στον στρατιωτικό τομέα συνειδητοποιούν την υστέρηση σε πολλούς τομείς ζωτικής σημασίας για την ανάκαμψη της αμερικανικής οικονομίας. Στη μετά την πανδημία εποχή, το διεθνές περιβάλλον θα είναι ακόμη πιο «ρευστό».
Η Κίνα έσπευσε να κεφαλαιοποιήσει τη συγκεκριμένη περίσταση, παρέχοντας αφειδώς βοήθεια σε χώρες που πλήττονται ανηλεώς από την επέλαση του κορωνοϊού, προβάλλοντας την «ήπια ισχύ» μέσα από την διπλωματία παροχής τεχνογνωσίας και αναλωσίμων για την ανακούφιση του ανθρώπινου πόνου. Σε κάθε περίπτωση η ρευστότητα της κατάστασης δεν επιτρέπει να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για την εικόνα του κόσμου μετά την παρέλευση της κρίσης. Η Κίνα, ωστόσο, θέτει τις βάσεις για μια δυναμική πολυεπίπεδη παρουσία σε παγκόσμιο επίπεδο, στη «μετα-covid» εποχή.
Copyright © 2020 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.
ΠΗΓΕΣ:
-Arduino Al, Xue Gong, “Securing the Belt and Road Initiative”, Palgrave Macmillan, 2018
-Bradley Jardine, “China’s Surveillance State Has Eyes on Central Asia”, Foreign Policy, 2019
-Charokopos M. & Athanasios Dagoumas, “State Capitalism in Time: Russian Natural Gas at the Service of Foreign Policy”, Europe-Asia Studies, Routledge Publications, 2018
-Frankopan Peter, “The Silk Roads: a New History of the World”, Vintage Books, 2017
-Fravel, Mastro, Saunders: Is China a superpower? China Power. August 2017.
-Global Fire Power/China 2020.
-Ioanes Ellen: China’s Military Power may surpass the US’s faster than you think, thanks to six shrewd strategies. Businessinsider. August 2019.
-Kakaes Konstantin: The Limits of Chinese Military Power. MIT Technology Review. October 2019.
-Kennedy Paul, “The Rise and Fall of the Great Powers”, Vintage Books, 1987
-Parello-Plesner Jonas, “China’s strong Arm: Protecting Citizens and Assets Abroad”, IISS, 2015
-Stockholm International Peace Research Institute. Global Arms Industry Rankings.
-World Atlas: Countries by Number of Military Satellites
-Γρίβας Κωνσταντίνος: Η Στρατιωτική Άνοδος της Κίνας. Η Γεωπολιτική του Πολέμου στη Μέση Ανατολή.
-Παούνης Νικόλαος, Δικτυοκεντρικός Πόλεμος, ΕΛΙΑΜΕΠ, Κείμενο Εργασίας 95/2018.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
