Διεθνή
H Βρετανία το 1974 συμμάχησε με την Τουρκία, με στόχο να αλλάξει το καθεστώς της Κυπριακής Δημοκρατίας
Είναι καταρχήν εκπληκτικό το γεγονός ότι εν καιρώ τραγικών γεγονότων που πλήττουν θανατηφόρα παγκόσμια την ανθρωπότητα με τον ιό Covid-19, περιλαμβανομένης και της Κύπρου, εμφανίζονται κάποια άρθρα «ιστορικά» όπως το συγκεκριμένο που κατά την ταπεινή μου γνώμη και γνώση, εν ολίγοις ουσιαστικά τείνει να αθωώσει την ένοχη και ηθικο-αυτουργική στάση του Ηνωμένου Βασιλείου. Και συγκεκριμένα τους κυβερνώντες της τότε Εργατικής Κυβέρνησης Harold Wilson Πρωθυπουργού και James Callaghan Υπουργού Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας.
Παράγραφος 1
Η τουρκική εισβολή όντως δεν ήταν απροσδόκητη για τη Βρετανία, εφόσον ήταν η βρετανική κυβέρνηση που έδωσε το πράσινο φως στη Τουρκία να εισβάλει. Δεχόμενη την τουρκική θέση ότι έπρεπε να αλλάξει το στάτους της Κυπριακής Δημοκρατίας σε δύο ομόσπονδα κράτη και ότι η συνταγματική τάξη είχε καταρρεύσει από το 1963. (Ομολογία James Callaghan στην Μικτή Κοινοβουλευτική Επιτροπή του βρετανικού Κοινοβουλίου αρχές του 1976). Αυτό δεν αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο.
Στις 17 Ιουλίου 1974 όταν ο Τούρκος Πρωθυπουργός της εισβολής, B. Ecevit έφθασε στο Λονδίνο με την πολιτική και στρατιωτική του κουστωδία για να συνεννοηθούν για την εισβολή – που η Βρετανία ΓΝΩΡΙΖΕ εξ των προτέρων ότι θα λάμβανε χώρα – η Βρετανία απλά αρνήθηκε να εισβάλουν μαζί (Βρετανία/Τουρκία) για τα δικά της συμφέροντα, σε σχέση με τις βάσεις της στο νησί κτλ. Αλλά η άρνησή της, όπως να μην γίνει τουρκική χρήση των βάσεων, οφειλόταν στα ίδια συμφέροντά της και όχι γιατί δεν υποστήριξε την επιχείρηση εισβολής. Απλά το κόλπο ήταν ΝΑ ΜΗΝ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΟΤΙ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕ. Η ενοχή της, αποκαλύπτεται και στο ίδιο το πρακτικό της συνάντησης της 17ης Ιουλίου 1974 στην οποία αναφέρεται ο συγγραφέας. Στο ίδιο πρακτικό καταγράφεται ότι η Βρετανία υποσχέθηκε στον Τούρκο Πρωθυπουργό, εφόσον δεν μπορούσαν να εισβάλουν μαζί, να βοηθήσει την Τουρκία εμποδίζοντας οποιαδήποτε βοήθεια από την Ελλάδα για να μπορέσει να εκτελέσει το έγκλημά της η Τουρκία. Αυτό του το υποσχέθηκαν ότι μπορούσαν να το κάνουν! Την ίδια ημέρα συνάντηση με τον βρετανό Πρωθυπουργό και ξεχωριστή με τον Υπ. Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας είχε και ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος. Στην ακρίβεια ο Μακάριος τους είδε πριν τον Ecevit. Ο βρετανός Πρωθυπουργός προετοίμασε το έδαφος για την Τουρκία όταν έβαλε λόγια στο στόμα του Αρχιεπισκόπου, ότι όσα του εξιστορούσε ήταν σαν να έκανε εισβολή η Ελλάδα στην Κύπρο. Με τα οποία ο τελευταίος συμφώνησε, με αποτέλεσμα να μιλήσει στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ (19.7.1974) και στη ομιλία του να αναφερθεί εφτά φορές στην Ελλάδα ως εισβολέα. Πράγμα που ενίσχυε τη θέση των Τούρκων… (βιβλίο Κώστα Χατζηκωστή «Πέντε προεδρικά πορτραίτα» και της γράφουσας « Διζωνική v Δημοκρατία»).
Ο Ecevit την ίδια μέρα της συνάντησής τους στο 10 Downing Street (17 Ιουλίου 1974) που διήρκεσε μέχρι μετά τα μεσάνυχτα μετά δείπνου, όχι μόνο εξασφάλισε το πράσινο φως για τα σχέδια εισβολής του, αλλά τους είπε και μέχρι που θα έφτανε η γραμμή ΑΤΤΙΛΑ!! Αυτό μας το αποκάλυψε η διπλωμάτης μ. Ann Warburton αιωνία της η μνήμη.
Η Ann Warburton
Στις 10 Αυγούστου 1974 η βρετανίδα αξιωματούχος που συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις της Γενεύης ΙΙ, ενημερώνοντας τον Αμερικανό αξιωματούχο Arthur Hartman για τις τουρκικές προθέσεις (για δεύτερη εισβολή) και ζητώντας του να μεταβιβάσει αμέσως τα όσα του έλεγε στον προϊστάμενο του Henry Kissinger, του αποκάλυψε και ότι στην συνάντηση της 17ης Ιουλίου 1974 στο 10 Downing Street, όπου είχε λάβει μέρος και η ίδια, σε ξεχωριστή συνάντηση που είχαν εκείνη και ο βρετανός πρωθυπουργός με τον Ecevit, ο τελευταίος τους είπε και μέχρι που σκόπευε να εισβάλει στο νησί (δηλαδή την γραμμή Αττίλα) αλλά δεν το είχαν συνειδητοποιήσει. ( Η Ann Warburton ήταν μεταξύ εκείνων που παρευρέθηκαν αλλά δεν την ονόμασαν στα πρακτικά της συνεδρίας. Η γράφουσα το βρήκε με επιμονή στην έρευνά της στο Βρετανικό Εθνικό Αρχείο στο Λονδίνο.)
Η Βρετανία δεν είχε καμία διάθεση να σταματήσει τους Τούρκους και οποιαδήποτε προσπάθεια να ελαφρυνθεί η θέση της μετά από 46 χρόνια και την αποδέσμευση εκατοντάδων βρετανικών εγγράφων στο Εθνικό Αρχείο στο Λονδίνο, είναι ανυπόστατη και ανιστόρητη. Ναι, μελετήθηκε και η περίπτωση εμπλοκής των, αλλά ήταν στα πλαίσια μελέτης , που πάντα γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις δηλαδή μελετώντας όλα τα ενδεχόμενα, και απορρίφθηκε. Όχι γιατί δεν είχαν την δυνατότητα, αλλά γιατί είχαν τα σχέδιά τους μαζί με τους Τούρκους να αλλάξουν το καθεστώς στο νησί. Ο ισχυρισμός του ηθικού αυτουργού και διπλοπρόσωπου James Callaghan, ότι η Βρετανία δεν μπορούμε να δράσει παρά σε συνεργασία με τις ΗΠΑ ή τα Ηνωμένα Έθνη ήταν μια εσκεμμένη και πρόστυχη δικαιολογία για τη απαράδεκτη στάση της βρετανικής κυβέρνησης. Πρωτίστως γιατί δεν ήσαν οι ΗΠΑ που υπέγραψαν εγγυητές της ΚΔ το 1960 αλλά η κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητας…
Δύο χρόνια αργότερα ο ίδιος (James Callaghan) σε μαρτυρία του στην Μικτή Κοινοβουλευτική Επιτροπή του βρετανικού Κοινοβουλίου που εξέταζε τη στάση της Βρετανίας το 1974, ομολόγησε την συμπαιγνία. Ότι συμφώνησαν στην τουρκική εισβολή για αλλαγή του στάτους κβο, συμφωνούσαν με την τουρκική θέση ότι η συνταγματική τάξη είχε καταρρεύσει το 1964 και έπρεπε να αντικατασταθεί με νέα. Η Επιτροπή όμως στο πόρισμά της το 1976 κάλυψε τον Callaghan τονίζοντας ότι «η βρετανική κυβέρνηση είχε και τις δυνάμεις και την υποχρέωση να σταματήσει την εισβολή αλλά δεν το έπραξε για λόγους που αρνείται να εξηγήσει». Και όμως, ο Callaghan τους είχε ομολογήσει τους ‘λόγους’. Τις σχετικές ομολογίες η γράφουσα βρήκε σε άλλους φακέλους και τις δημοσίευσε.
Το ελικοπτεροφόρο «Hermes» και η μεταφορά βρετανών υπηκόων
Η Βρετανία όντως είχε και στρατό και πλοία και αεροπλάνα. Διάθεση να σώσει, να βοηθήσει την Κυπριακή Δημοκρατία ΔΕΝ ΕΙΧΕ. Τα είχε όμως για να εμποδίσει την Ελλάδα από το να στείλει αεροπλάνα ή πλοία εις βοήθεια της Κύπρου για να αφεθεί ο Ecevit να εισβάλει και να εκτελέσει το πρόστυχο σχέδιό του. Παραθέτω τρείς χάρτες που περιλαμβάνω στο τελευταίο μου βιβλίο για το πώς η Βρετανία είχε σε κλοιό την Κύπρο όχι για βοήθεια της Κύπρου αλλά για βοήθεια της… Τουρκίας!
Και βέβαια η απομάκρυνση των βρετανών υπηκόων ήταν δεδομένη. Αφού γνώριζαν για τα τουρκικά σχέδια για εισβολή από τις 16 Ιουλίου 1974 το αργότερο. Παραδέχονται στα έγγραφά τους ότι μπορούσαν να απομακρύνουν τους βρετανούς υπηκόους προ ημερών, πριν την εισβολή της 20ης Ιουλίου 1974, αλλά φοβόντουσαν ότι αν έκαναν κάτι τέτοιο, θα τους κατηγορούσαμε για συμπαιγνία! Το ελικοπτεροφόρο «HMS Hermes» είχε διαταχθεί να μετακινηθεί προς την Κύπρο από τις 16 Ιουλίου 1974. Βρισκόταν απέναντι από τη βάση Ακρωτηρίου και μετακινήθηκε στα ανοικτά της Κερύνειας…
Perry Anderson: Η συνάντηση των Σοσιαλο-δημοκρατών που σφράγισε τη μοίρα της νήσου
Ακόμα μια μαρτυρία (πέραν των βρετανικών εγγράφων) για τις ευθύνες της Εργατικής Βρετανικής κυβέρνησης Wilson/Callaghan, καταγράφηκε από τον βρετανό ιστορικό και πολιτικό αναλυτή, Professor Ιστορίας και Κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας και που τοποθετείται στην Νέα Αριστερά, Francis Rory Peregrine “Perry” Anderson. Σε ιστορική έρευνά του για τη Κύπρο « Η διαίρεση της Κύπρου» (The Division of Cyprus by Perry Anderson) που επανακυκλοφόρησε στις 23 Δεκεμβρίου 2016, στις σελίδες 18 και 19 επιρρίπτει κατηγορηματικά τις ευθύνες για τις τουρκικές εισβολές το 1974 στη βρετανική κυβέρνηση. Ο Professor Anderson αναφέρεται στη δύναμη που είχε η Βρετανία και μπορούσε με μεγάλη ευκολία να φράξει κάθε εισβολή στο νησί, κάτι που τεκμηριώνουν και οι χάρτες που ήδη βρήκε η συγγραφέας, αριθμώντας τα πλοία της Αυτού Μεγαλειότητας σε κλοιό πέριξ της Κύπρου. Αλλά όχι για να τη σώσουν… ‘Εγραψε, επιγραμματικά o καθηγητής για τη συνάντηση του τούρκου πρωθυπουργού και της πολυπληθούς συνοδείας του στο 10 Downing Street στις 17 Ιουλίου 1974 και για τη σοσιαλο-δημοκρατική αλληλεγγύη:
«… Το πραξικόπημα αναμφίβολα ήταν παραβίαση της Συνθήκης Εγγυήσεως, και εντός 48 ωρών ο τούρκος πρωθυπουργός, Ecevit, βρέθηκε στην πόρτα της Downing Street, συνοδευόμενος από υπουργούς και στρατηγούς, απαιτώντας η Βρετανία μαζί με την Τουρκία να δράσουν αμέσως να αντιστρέψουν τα πράγματα.
Η συνάντηση που ακολούθησε καθόρισε τη μοίρα της νήσου. Ήταν μια συνομιλία μεταξύ σοσιαλο-δημοκρατών: Wilson, Callaghan και Ecevit, συνάδελφοι στη Σοσιαλιστική Διεθνή (Socialist International). Παρόλο που η Βρετανία όχι μόνο είχε ένα πυρήνα από καλώς εξοπλισμένο στράτευμα, αλλά και συντριπτική δύναμη αέρος στο νησί – μαχητικά βομβαρδιστικά ικανά να συντρίψουν δυνάμεις πολύ πιο δυνατές από εκείνες του Σαμψών και των οπαδών του – ο Wilson και ο Callaghan αρνήθηκαν να κουνήσουν έστω και ένα δάκτυλο. Την επομένη τα τουρκικά πλοία έφθασαν στη Κύπρο. Η Βρετανία είχε πολεμικά πλοία πλησίον των ακτών και μπορούσε να σταματήσει μια μονομερή τουρκική εισβολή με εξίσου μεγάλη ευκολία. Και πάλιν, το Λονδίνο δεν έκανε τίποτα. Το αποτέλεσμα ήταν η καταστροφή της Κύπρου μέχρι σήμερα… Μετά από λίγες εβδομάδες εκεχειρίας, η Τουρκία το έκανε ξεκάθαρο ότι δεν την ενδιέφερε ποσώς η συνθήκη την οποία σκοπίμως παραβίασε για να εισβάλει, αλλά ήθελε διχοτόμηση και οι στρατηγοί της εξαπέλυσαν μια γενική επίθεση με τεθωρακισμένα, αεροπλάνα, πυροβολικό και πλοία, στην ήδη νόμιμη κυβέρνηση της Κύπρου. Σε λιγότερο από 72 ώρες, η Τουρκία άρπαξε τα δύο πέμπτα της νήσου…» (Η έμφαση της συγγραφέως).
O Professor Perry Anderson
Το αεροδρόμιο Λευκωσίας
Στις 23 Ιουλίου 1974 ο βρετανός πρέσβης στην Αθήνα ζήτησε να ενημερωθεί εκ μέρους του ελληνικού ΥΠΕΞ -κατόπιν αντίδρασης του ελληνικού ΥΠΕΞ – στην πληροφορία από την ελληνική πρεσβεία στην Λευκωσία ότι τα Ηνωμένα Έθνη είχαν παραδώσει το αεροδρόμιο στους Τούρκους κατόπιν τουρκικής επίθεσης. Ο Υπ. Αρμοστής στη Λευκωσία κ. Stephen Olver απάντηση όχι. Εν τω μεταξύ ο Γλ. Κληρίδης είχε ήδη διατάξει την Εθνική Φρουρά να πάρει θέση ετοιμότητας/μάχης, και κάλεσε για μάξιμουμ πίεση πάνω στην Τουρκία. Τότε ήταν που στις 23.40μμ ο Ινδός Διοικητής της ΟΥΝΦΙΚΥΠ General Prem Chand εξέδωσε ι ανακοίνωση στα ελληνικά και τουρκικά ότι το αεροδρόμιο είχε περάσει στα χέρια της ΟΥΝΦΙΚΥΠ μετά από σοβαρή παραβίαση της εκεχειρίας. Έτσι το αεροδρόμιο μετατράπηκε σε διεθνή χώρο προστατευόμενο από τα Η.Ε. Στις 14.13 μ.μ. της επομένης 24/7/74 ο κ. Olver ενημέρωσε ότι ο Dr. L. Weckmann–Munoz o αντιπρόσωπος του ΓΓ του ΟΗΕ στην Κύπρο σε συνομιλία του με τον General Prem Chand και τον Τούρκο Επιτετραμμένο κ. Inhan, πήρε την εντύπωση ότι οι Τούρκοι ήσαν αποφασισμένοι να καταλάβουν το αεροδρόμιο. Ο κ. Olver συμφωνούσε με τον βρετανό Brigadier Henn , Commander του βρετανικού αποσπάσματος, ότι οι Τούρκοι έπρεπε να αντιμετωπιστούν διά της βίας (των όπλων) και ότι έπρεπε η Τουρκία να προειδοποιηθεί έντονα να μην επιχειρήσει επιθέσεις εναντίον της ΟΥΝΦΙΚΥΠ. Ο κ. Olver επισήμανε τους τρομερούς κινδύνους που μια τέτοια τουρκική ενέργεια θα είχε εντός της Κύπρου και διεθνώς. Δύο ώρες αργότερα ήλθε η πληροφορία ότι στις 23/7 ο ΓΓ του ΟΗΕ είχε πάρει κατηγορηματικές διαβεβαιώσεις από τον Ecevit ότι είχε δώσει εντολές να μην αμφισβητηθεί η κατοχή του αεροδρομίου από την ΟΥΝΦΙΚΥΠ… Στη συνέχεια ήταν που ο Callaghan επικοινώνησε με τον Ecevit για να τον προειδοποιήσει ότι «η κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητας δεν θα μείνει απαθής αν τα στρατεύματά μας τύχουν επίθεσης δεν θα το επιτρέψουμε να σφαγιαστούν»….
Τελικά το διεθνές αεροδρόμιο Λευκωσίας παρέμεινε (μέχρι σήμερα) υπό τον έλεγχο της ΟΥΝΦΙΚΥΠ χάρη στην αποφασιστικότητα των Bρετανών Στρατιωτικών Διοικητών στην Κύπρο και του Υπ. Αρμοστή Stephen Olver, οι οποίοι ήσαν εκείνοι που έτριξαν τα δόντια τόσο των Τούρκων όσο και ανάγκασαν το Λονδίνο (Callaghan) να πάρει αυστηρή θέση έναντι του Ετσεβίτ α) γιατί εμπλέκονταν βρετανικά στρατεύματα β) η Βρετανία θα είχε το χειρότερο αντίκτυπο σε τέτοια περίπτωση διεθνώς και ειδικά στον ΟΗΕ, γ) ο Γλ. Κληρίδης είχε θέσει την Εθνική Φρουρά σε κατάσταση ετοιμότητας και δ) που δεν το λένε οι Βρετανοί αλλά ούτε ο συγγραφέας, εκεί βρισκόταν και η ένδοξη ΕΛΔΥΚ …
Χάρτης με τις τοποθεσίες διαφόρων βρετανικών πλοίων στα ανοικτά της Κερύνειας κατά τις τουρκικές εισβολές
Δεύτερος βρετανικός χάρτης με βρετανικά πλοία να σχηματίζουν κλοιό πέριξ της Κύπρου κατά τις τουρκικές εισβολές
Τρίτος χάρτης, στα γαλλικά αυτή τη φορά, στα βρετανικά αρχεία με κινήσεις βρετανικών πλοίων πέριξ της Κύπρου μάλλον κατά την πρώτη τουρκική εισβολή.
Η τελευταία «βρετανική πράξη»
Η τελευταία «βρετανική πράξη» παίχτηκε στις 14 Αυγούστου 1974 και όχι στις 15 Αυγούστου 1974. Α) Την ίδια μέρα (14 Αυγούστου 1974) , ο τότε ΓΓ του ΟΗΕ Kurt Waldheim συναντήθηκε με τον βρετανό πρωθυπουργό Harold Wilson στο Λονδίνο όπου ο τελευταίος του εισηγήθηκε (και το δέχθηκε ο ΓΓ) τα ψηφίσματα για την Κύπρο να μην εκδίδονται κάτω από το Άρθρο 7 του Καταστατικού Χάρτη και μόνο αν οι Tούρκοι πήγαιναν πέρα των υποτιθέμενων στόχων τους και προσπαθούσαν να καταλάβουν ολόκληρη τη νήσο ή να ενεθάρρυναν μια γενική σφαγή τω Eλληνοκυπρίων να το ξανασκέφτονταν… Έκτοτε κανένα ψήφισμα δεν βγήκε κάτω από το Άρθρο 7…
B) Αφού διακόπηκαν οι συνομιλίες στη Γενεύη ΙΙ και ξεκίνησε ο δεύτερος Αττίλας (όπως είχαν ήδη προ ημερών ενημερώσει οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες τον Callaghan με ακρίβεια μέχρι που θα πήγαινε η δεύτερη εισβολή και ενημέρωσαν σχετικά και τους Αμερικανούς) οι δύο υπουργοί James Callaghan και Δρ. Henry Kissinger στις 1.45 μ.μ (14.8.74) είχαν την πιο κάτω αποκαλυπτική τηλεφωνική συνομιλία. Η οποία συν άλλοις φανέρωσε και ποιος πραγματικά ήταν επικεφαλής και ποιος ακολουθούσε. (Από άρθρα του Δρ. Κλέαρχου Α. Κυριακίδη με πρώτη δημοσίευση στην ιστοσελίδα www.agora–dialoguelcom 28 Απριλίου 2017 «Οι Συνήγοροι του Τουρκικού Δόγματος της Διαίρεσης: Οι Βρετανοί και οι ‘Πέντε Πυλώνες της Διχοτόμησης» που βρίσκεται και στο βιβλίο της γράφουσας «Διζωνική v Δημοκρατία»).
«Kissinger
Jim, ποία η άποψη σου ως προς που βρισκόμαστε;
Callaghan
Μόλις σκεφτόμουν – νομίζω από στρατιωτικής πλευράς, σίγουρα οι Τούρκοι θα συνεχίσουν μέχρι να εξασφαλίσουν την γραμμή που έχουν σημειώσει στο χάρτη, και κυνικά, ας ελπίζουμε θα την πάρουν γρήγορα.
Kissinger
Συμφωνώ…
Callaghan
Χένρι, αν μπορώ να συνοψίσω την κατάσταση με δύο λόγια, νομίζω έχει ως εξής: Οι Τούρκοι έχουν καλή υπόθεση. Κατά τη γνώμη μου αυτό τώρα μπορεί να λυθεί μόνο με την δημιουργία μιας [ντε φάκτο τουρκικής] ζώνης. Μιας ζώνης στην οποία θα έχουν αυτονομία σε μια ομόσπονδη δημοκρατία. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με διαπραγμάτευση, όμως με τη σημερινή κατάσταση, κανένας δεν μπορεί να καταφέρει οτιδήποτε με κάτι τέτοιο. ΄Ετσι έχουμε μια στρατιωτική λύση προς το παρόν, στην οποία θα αστυνομεύουν το δικό τους [ντε φάκτο] σύνορο. Θα έχουμε μια μεγάλη [ντε φάκτο] ανταλλαγή πληθυσμού με τους Έλληνες να φεύγουν και μετά απλά θα αφήσουμε τη διπλωματία να αναλάβει, μέχρι να δούμε την ευκαιρία για ακόμα μια φορά, αν μπορούμε να βρούμε μια ειρηνική λύση στη νήσο. Τώρα όσον αφορά την Ελλάδα και την Τουρκία, είναι η Ελλάδα που θα χρειαστεί μασάζ γιατί οι Τούρκοι είναι πολύ σωβινιστές, μάλιστα πολύ κοντά στον Χίτλερ κατά μένα [‘too close to Hitler for my liking’]. Εντάξει;
Kissinger
Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου Jim. Και η τραγωδία είναι ότι θα μπορούσε να διευθετηθεί το θέμα μέσω διπλωματίας…
Callaghan
Σε πιστεύω. Αντίο λοιπόν old man και ευχές για σένα και τις ασχολίες σου…»
Στις 16 Αυγούστου 1974, o Callaghan, επανέλαβε, τα όσα είπε στον Kissinger, και στις «Οδηγίες για χρήση» προς τις διπλωματικές του αποστολές:
«…Στην Γενεύη ΙΙ οι Tούρκοι ήγειραν δύο σημαντικά θέματα:
1) Γεωγραφικό διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων (είτε σε δύο ζώνες είτε σε διάφορα καντόνια)
2) Απαίτησαν όπως η τουρκική ζώνη καλύπτει το 34% της νήσου
Δεύτερη τουρκική εισβολή – Ο στόχος της Τουρκίας φαίνεται να περιορίζεται στην κατάληψη του ενός τρίτου της νήσου, μιας γραμμής διαμέσου Λεύκας/Λευκωσίας/Αμμοχώστου… Και να ξαναρχίσει διαπραγματεύσεις σύντομα…
»Παρόλο που καταδικάζουμε τις τουρκικές μεθόδους, θεωρούμε ότι οι Tουρκοκύπριοι έχουν υπόθεση, δοσμένης της μεταχείρισης που υπέστησαν στο παρελθόν. Οι ελληνοκύπριοι ίσως τώρα να είναι περισσότερο διατεθειμένοι να δεχθούν γεωγραφικό διαχωρισμό, ειδικά λόγω του μεγάλου αριθμού προσφύγων από αμφότερες τις πλευρές. Όμως είναι δύσκολο να δεχθούν να υπογράψουν το 34 τοις εκατόν της νήσου στο 18 τοις εκατόν του πληθυσμού, και ίσως να πάρει χρόνο προτού δικαιολογήσουν την επιστροφή τους στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Εκτός και αν οι τούρκοι δεχθούν να διαπραγματευθούν το μέγεθος της δικής τους ζώνης, ίσως να μην είναι δυνατόν για τους Έλληνες ή τους Ελληνοκύπριους να ξαναρχίσουν διαπραγματεύσεις… η δράση περιορίζεται στον διπλωματικό τομέα…»
Όλα τα πιο πάνω από στο 10ο βιβλίο της γράφουσας «Διζωνική v Δημοκρατία – Διζωνική Εκτέλεση της Κυπριακής Δημοκρατίας 1955-2019» όπου βρίσκονται και οι τεκμηριώσεις με παραπομπές στα βρετανικά έγγραφα.
Φανούλα Αργυρού
Ερευνήτρια/δημοσιογράφος/συγγραφέας
Λονδίνο 3.4.2020
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
