Διεθνή
Η «ασθένεια» του Brexit εν καιρώ κορωνοϊού και το δίλημμα του Τζόνσον
Η βίαιη άφιξη της πανδημίας, ωστόσο, μετακίνησε τη συζήτηση μακριά όχι μόνο από την αποχώρηση της Βρετανίας από το ευρωπαϊκό μπλοκ, αλλά και από κάθε διεθνή εξέλιξη
πό το 2016, κεντρικό ζήτημα τόσο στο Ηνωμένο Βασίλειο όσο και στην ΕΕ υπήρξε το Brexit. Η βίαιη άφιξη της πανδημίας, ωστόσο, μετακίνησε τη συζήτηση μακριά όχι μόνο από την αποχώρηση της Βρετανίας από το ευρωπαϊκό μπλοκ, αλλά και από κάθε διεθνή εξέλιξη. Ειδικότερα, όσον αφορά το Brexit, οι εξελίξεις επηρεάστηκαν με τον πλέον άμεσο τρόπο από την κρίση του κορωνοϊού, αφού βασικοί παίκτες, όπως ο Βρετανός Πρωθυπουργός, Μπόρις Τζόνσον, και ο Eυρωπαίος διαπραγματευτής, Μισέλ Μπαρνιέ, βρέθηκαν θετικοί στον ιό, αναβάλλοντας τις προγραμματισμένες συζητήσεις για την εμπορική συμφωνία Βρετανίας- ΕΕ. Οι καθυστερήσεις αυτές προστέθηκαν στο ήδη ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα που έθεσε ο Τζόνσον για σύναψη συμφωνίας, δημιουργώντας εύλογες ανησυχίες για την εξέλιξη της διαπραγματευτικής διαδικασίας εν μέσω της έκτακτης ανάγκης που βρίσκονται και τα δύο εμπλεκόμενα μέρη. «Ακτίδα φωτός» η επιλογή παράτασης της μεταβατικής περιόδου, σενάριο το οποίο ο Βρετανός Πρωθυπουργός δεν εμφανίζεται -ακόμα- διατεθειμένος να ακολουθήσει.
Στον πάγο η διαπραγμάτευση
Η επιστροφή της ΕΕ και της Βρετανίας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αυτήν τη εβδομάδα, αν και δίνει την εντύπωση ότι επαναρχίζουν οι συνομιλίες για τη σύναψη μιας οριστικής συμφωνίας για τις μελλοντικές τους σχέσεις, αυτό απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Η επικοινωνία του Μισέλ Μπαρνιέ και του Ντέιβιντ Φρέι, οποίοι είναι επικεφαλής διαπραγματευτές για τις Βρυξέλλες και το Λονδίνο αντίστοιχα, δεν είχε άλλο σκοπό παρά να ορίσουν ημερομηνίες για τους επόμενους γύρους διαπραγματεύσεων που θα πραγματοποιούνται μέσω τηλεδιάσκεψης λόγω της κατάστασης με τον κορωνοϊό. Υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να είχαν ολοκληρωθεί τρεις γύροι διαπραγματεύσεων, αλλά λόγω της πανδημίας αυτό δεν κατέστη εφικτό. Με άλλα λόγια, ακόμα και εάν βρισκόμαστε στον Απρίλιο, καμιά ουσιαστική διαπραγμάτευση δεν έχει πραγματοποιηθεί, ενώ κανείς δεν συζήτησε για τον «ελέφαντα στο δωμάτιο», την πιθανότητα δηλαδή επέκτασης της περιόδου για το Brexit πέρα από την 31η Δεκέμβριου. Προ κορωνοϊού, ο Πρωθυπουργός της Βρετανίας, Μπόρις Τζόνσον, διαφωνούσε κάθετα ακόμα και στο ενδεχόμενο να συζητήσει αυτό το σενάριο. Σε καμιά περίπτωση όμως η κατάσταση, πλέον, τόσο εντός της Βρετανίας όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη, δεν είναι η ίδια. Το μοντέλο που είχε στο μυαλό ο Τζόνσον όταν απέκλειε την πιθανότητα επέκτασης βασιζόταν σε έναν μαραθώνιο εντατικών διαπραγματεύσεων μαζί με τις Βρυξέλλες, μέχρι να κλειδώσει μια εμπορική συμφωνία. Η ιδανική γι’ αυτόν συμφωνία δε, θα ήταν η δημιουργία ενός σκληρού ρυθμιστικού συνόρου με την ΕΕ, το οποίο εκ των πραγμάτων θα απαιτεί από τις επιχειρήσεις να προσαρμοστούν σε νέες τελωνειακές διαδικασίες και ρυθμιστικούς ελέγχους. Κάτω από το βάρος της οικονομικής αβεβαιότητας που δημιουργεί η πανδημία αλλά και το lockdown, τίθεται το ερώτημα κατά πόσον θα μπορούσε να αντέξει οικονομικά η χώρα του μία τέτοια συμφωνία.
Το διακύβευμα της απόφασης για επέκταση
Στο ήδη σύνθετο διαπραγματευτικό τοπίο, το οποίο δυσχεραίνει περαιτέρω η κρίση του κορωνοϊού, έρχεται να προστεθεί και ο χρονικός παράγοντας. Σύμφωνα με τη συμφωνία αποχώρησης της Βρετανίας, η όποια επέκταση πρέπει να τύχει διαπραγμάτευσης αλλά και έγκρισης μέχρι το τέλος Ιουνίου. Πάντως, κυβερνητικά στελέχη στη Βρετανία διατηρούν την αισιοδοξία τους, αφού θεωρούν ότι οι δύο πλευρές θα μπορούσαν να πυκνώσουν τις συζητήσεις τους, ώστε να καταφέρουν να ανταποκριθούν στα ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα. Εντούτοις, κανείς δεν μπορεί να ξέρει μετά βεβαιότητας πόσο θα διαρκέσει η κρίση του κορωνοϊού. Οι ακαδημαϊκοί υποστηρίζουν ότι μπορεί να πάρει περισσότερο από ένα χρόνο για να αρθούν τα ακραία μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης. Σίγουρα, οι διαπραγματευτές δεν έχουν την πολυτέλεια του χρόνου, γι’ αυτό πρέπει να ληφθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος η απόφαση για την επέκταση. Αναλυτές επισημαίνουν ότι το Brexit δυσκολεύει την ικανότητα της Βρετανίας να διαχειριστεί την πανδημία, τόσο σε πολιτικό όσο και πρακτικό επίπεδο. Πρακτικά, η επέκταση της μεταβατικής περιόδου θα ήταν επωφελής για τη χώρα, αφού στηρίζεται στις εισαγωγές μεγάλων ποσοτήτων ιατρικών προμηθειών, τροφίμων και άλλων αναγκαίων αγαθών από χώρες της ΕΕ. Έτσι, η απόφαση για επέκταση θα διατηρήσει αυτά τα οφέλη για τη Βρετανία, σε μια χρονική περίοδο που κρίνονται περισσότερο από αναγκαία. Από την άλλη, όμως, η απόφαση για επέκταση είναι δυσμενής για την πολιτική ηγεσία. Το τίμημα για να απολαύσει τα οφέλη της επέκτασης θα είναι μεγάλο και αναμένεται ότι θα έχει πολιτικό κόστος για τον Τζόνσον. Εάν προκύψει μια τέτοια ρύθμιση, η Βρετανία θα πρέπει να συνεχίσει να υπακούει στους ευρωπαϊκούς κανονισμούς και να πληρώνει τον προϋπολογισμό, χωρίς να έχει λόγο στη διαμόρφωση της πολιτικής. Οπότε τίθεται το δίλημμα στο οποίο βρίσκεται ο Βρετανός Πρωθυπουργός: Διασφάλιση της απρόσκοπτης εμπορικής δυνατότητας ή επιμονή στα χρονοδιαγράμματα για πραγματοποίηση του Brexit στο τέλος του 2020;
Η επιχειρηματολογία των Brexiteers
Η συζήτηση για την επέκταση ή μη της μεταβατικής περιόδου αναβίωσε το κλίμα πόλωσης μεταξύ των Brexiteers και Remainers. Ενώ είναι εύκολο και φαίνεται λογικό να ταχθεί κάποιος υπέρ της επέκτασης, αφού θα είναι επωφελής για τη χώρα, ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα επιχειρήματα όλων όσοι υποστηρίζουν Brexit στις 31 Δεκεμβρίου. Κάποιοι Συντηρητικοί υπέρμαχοι του Brexit θεωρούν ότι η κρίση του κορωνοϊού είναι μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για τη Βρετανία να παίξει το χαρτί του «no deal», ενόσω είναι και οι δύο πλευρές αποδυναμωμένες. Ο Ίαν Ντάνκαν Σμιθ, πρώην ηγέτης των Τόρις, υποστηρίζει ότι όσο η κρίση του κορωνοϊού συνεχίζεται, η ΕΕ θα χρειαστεί κάθε δυνατή βοήθεια για να την ξεπεράσει και η Βρετανία είναι η μεγαλύτερή της αγορά για εξαγωγή προϊόντων. Εφόσον θα χρειάζονται πάση θυσία μια συμφωνία, ο Σμιθ θεωρεί ότι πρέπει να συνεχίσουν οι διαπραγματεύσεις ειδικά αυτήν την περίοδο. Με παρόμοιο τρόπο, πολλοί υποστηρίζουν ότι ο κορωνοϊός προκάλεσε αποδιοργάνωση, έφερε διαφωνίες και αποδυνάμωσε την ΕΕ, άρα είναι η κατάλληλη στιγμή για το Ηνωμένο Βασίλειο να εξασφαλίσει μια καλή συμφωνία. Την ίδια ώρα όμως παραμένει στη δημόσια συζήτηση η άποψη των σκληροπυρηνικών υποστηρικτών του Brexit ότι ποτέ δεν είναι αργά για μιαν αποχώρηση χωρίς συμφωνία, αφού από τη μια θεωρούν ότι τα χρονοδιαγράμματα οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε ένα «no deal», ενώ υποστηρίζουν ότι έτσι κι αλλιώς η κρίση του κορωνοϊού θα διαλύσει τη βρετανική οικονομία, άρα είναι άνευ λόγου να ανοικοδομηθεί στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς και όχι ανεξάρτητη. Τέλος, επανέρχεται το επιχείρημα των σκληροπυρηνικών υπερμάχων του Brexit ότι η κρίση ουσιαστικά ανέδειξε το πόσο δυσλειτουργική και ανοργάνωτη είναι η ΕΕ, επιβεβαιώνοντας ότι ήταν σωστή η απόφαση που λήφθηκε το 2016 για αποχώρηση.
Το Βrexit στην Υγεία
Αντικείμενο συζήτησης αποτέλεσε και η αδυναμία της Βρετανίας για πραγματοποίηση μαζικών διαγνωστικών τεστ, τακτική που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας είχε προτρέψει τις χώρες να ακολουθήσουν. Ο Βρετανός Υπουργός Υγείας, Ματ Χάνκοκ, απαντώντας στις επικρίσεις, υποστήριξε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο ιστορικά είχε περιορισμένη διαγνωστική βιομηχανία. Όμως, αναλυτές εντοπίζουν έναν άλλο λόγο για να ερμηνεύσουν τη στάση της βρετανικής κυβέρνησης. Συγκεκριμένα, θεωρούν ότι από το δημοψήφισμα του 2016, η κυβέρνηση έκανε πολλές προσπάθειες για να καλλιεργήσει την άποψη στους πολίτες ότι η Βρετανία είναι ένα ανεξάρτητο κράτος, που ακολουθεί τον δικό του δρόμο. Έτσι, υπάρχει η εκτίμηση ότι σε αυτήν την τακτική οφείλεται η διαμόρφωση μιας αμφιλεγόμενης στρατηγικής της κυβέρνησης, στην οποία υπήρχαν σημάδια ότι προσπαθούσε να αποστασιοποιηθεί από την προσπάθεια των πρώην εταίρων της, με εξόφθαλμο παράδειγμα την αποχή από τον συντονισμό για προμήθεια περισσότερων αναπνευστήρων. Αν και η κυβέρνηση Τζόνσον υποστήριξε ότι δεν συμμετείχε στο πρόγραμμα λόγω της μη αποτελεσματικής επικοινωνίας, αναλυτές θεωρούν ότι το Brexit επηρέασε τις αποφάσεις που λήφθηκαν και συγκεκριμένα έγινε προσπάθεια, ώστε να είναι εμφανής η διαφοροποίηση της χώρας από τις πρακτικές των κρατών μελών της ΕΕ. Μάλιστα ειδικοί επισημαίνουν ότι οι χειρισμοί της κυβέρνησης καταδεικνύουν την άρνηση τόσο να μοιραστεί τεχνογνωσία με τις άλλες χώρες όσο και να συνεργαστεί με οποιοδήποτε εξωτερικό παράγοντα, συμπεριλαμβανομένου και του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.
Σημερινή
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

