Διεθνή
Η Τουρκία συνεχίζει την εκστρατεία στην Λιβύη παρά την οικονομική της καταστροφή
Του Fehim Tastekin
Καθώς η νόσος του κορωνοϊού συνεχίζει να βασανίζει την ανθρωπότητα, εκείνοι οι οποίοι ήλπιζαν πως οι κάννες των όπλων θα σιγάσουν βρίσκονται προ εκπλήξεως. Στην Τουρκία η οποία ήδη βυθίζεται από μία οικονομική κρίση, ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν έδειξε κανένα σημάδι υποχωρήσεως στις διασυνοριακές στρατιωτικές του επιχειρήσεις. Φαίνεται ανεπηρέαστος από τους περιορισμούς του οικονομικού προϋπολογισμού καθώς πιέζεται για μία ένοπλη παρέμβαση στην Λιβύη και την Συρία. Δεν φαίνεται να τον πειράζει που χρειάστηκε να ζητήσει δωρεές για να βοηθήσει τους άπορους στην πανδημία του κορωνοϊού, καθώς εκατομμύρια άπορες οικογένειες που ζούσαν με κρατικά επιδόματα φαίνεται να έμεινα χωρίς αυτά λόγω της πανδημίας.
Ο ρόλος της Τουρκίας στον πόλεμο της Λιβύης φαίνεται να ήρθε και πάλι στο προσκήνιο εν μέσω μίας νέας κλιμάκωσης κοντά στην Τρίπολη στις 25 Μαρτίου.
Οι σύμμαχοι της Τουρκίας ξεκίνησαν νέο γύρο επιθέσεων έναντι του Λιβυκού Εθνικού Στρατού του Khalifa Haftar, με την στήριξη των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, της Αιγύπτου, της Σ. Αραβίας και της Ιορδανίας στο πλαίσιο της επικαλούμενης Επιχείρησης Ειρηνευτικής Καταιγίδας. Αναφερόμενη στις επιχειρήσεις της Τουρκίας Ασπίδα Άνοιξης και Κλάδος Ελαίας, που είχαν σκοπό να εξαλείψουν την Κουρδική παρουσία στα τουρκικά σύνορα, το όνομα αυτό καθ’αυτό μιλάει για την παρουσία της Τουρκίας στη Λιβύη. Στην περιοχή αυτή η Άγκυρα υποστηρίζει τις ισλαμικές φατρίες και την Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας που εδρεύει στην Τρίπολη.
Οι Τούρκοι στρατιωτικοί διοικητές και αξιωματούχοι πληροφοριών φαίνεται να έχουν αποφασιστικό ρόλο στο κέντρο επιχειρήσεων της στρατιωτικής ακαδημίας Μύτιγκα κοντά στην Τρίπολη. Ο Ερντογάν είχε τονίσει από την πρώτη στιγμή πως ο ρόλος του Τουρκικού στρατού θα επικεντρώνεται στα θέματα της διοίκησης και του συντονισμού των στρατευμάτων.
Η τελευταία εκστρατεία των Ισλαμικών Δυνάμεων που εδρεύουν στην Τρίπολη και την Μισράτα είχαν ως σκοπό την ανακατάληψη της αεροπορικής βάσης al-Wattia, η οποία κρατείται από τις δυνάμεις του Haftar από τον Αύγουστο του 2014. Σε απόσταση περίπου 160 χιλιομέτρων νοτιοδυτικά της Τρίπολης, η αεροπορική βάση αποτελεί την δεύτερη πιο στρατηγική τοποθεσία στην περιοχή, μετά από το αεροδρόμιο Μύτιγκα. Οι δυνάμεις του Haftar υπέστησαν σοβαρές ζημιές και μεγάλες απώλειες μετά την πρώτη μέρα της επιχείρησης, στην οποία η ενεργή συμμετοχή των τουρκικών UAV ανέτρεψε τις ισορροπίες. Η κυβέρνηση των δυνάμεων που υποστηρίζονται από τον Εθνικό Λιβυκό Στρατό κατά μήκος της διαδρομής Τρίπολη-Μισράτα ξεκίνησε ταυτόχρονες επιθέσεις εναντίον των δυνάμεων του Haftar στην Ραφάνα, στο στρατόπεδο στην Αχία Μπαρία, στο Αμπού Κουρέν και στην Αλ Γουάσκα στα δυτικά της πόλης Σίτρε.
Σε μία αντεπίθεση στις 26 Μαρτίου, οι δυνάμεις του Εθνικού Λιβυκού Στρατού επανακατέλαβαν την περιοχή al Wattia. Δεν σταμάτησαν εκεί όμως και συνέχισαν την πορεία τους μέχρι προς την Zuwara και τους γύρο οικισμούς στο βορρά στα σύνορα με την Τυνησία. Κατάφεραν να ελέγξουν αρκετές πόλεις στην περιοχή, καθώς και την συνοριακή πόλη Ras Ajdir. Με την πορεία προς την Τυνησία να έχει διακοπεί, η κυβέρνηση εθνικής συμφωνίας και οι ισλαμιστές σύμμαχοί της φαίνεται να έχουν δεχθεί ένα τεράστιο πλήγμα.
Κατά μήκος της ακτογραμμής, ο Εθνικός Στρατός της Λιβύης πολιόρκησε την πόλη Ζουάρα τόσο από τον νότο, όσο και από την Δύση. Εάν οι δυνάμεις του Haftar καταφέρουν να κατακτήσουν την Zuwata, η οποία βρίσκεται περίπου 100 χιλιόμετρα δυτικά της Τρίπολης, θα θα μπορούσαν να αυξήσουν την πίεση στην πολιορκούμενη πρωτεύουσα από τις Λιβυκές ακτές. Αν πέσει η Zuwara η γειτονική πόλη Az Zawiyah ίσως να μην μπορέσει να αντέξει μακροχρόνιες επιθέσεις. Η αντεπίθεση είχε ξεκινήσει με αποτέλεσμα την ανακατάληψη της πόλης Wadi Zamzam περίπου 238 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Τρίπολης.
Οι δυνάμεις του Haftar έχουν εγείρει διάφορους ισχυρισμούς σχετικά με την συμμετοχή της Τουρκίας. Σύμφωνα με τον Εθνικό Στρατό της Λιβύης, ένα τουρκικό drone Bayraktar TB2 που απογειώθηκε από το αεροδρόμιο Μύτιγκα, κατερίφθη στην Τρίπολη στις 30 Μαρτίου. Ο Στρατός του Haftar ισχυρίζεται επίσης πως οι πύραυλοι που εκτοξεύθηκαν από Τουρκικό Πολεμικό Πλοίο νότια της Τρίπολης στόχευαν στρατιωτικές θέσεις στην περιοχή al Ajailat στην 1 Απριλίου, χωρίς να προκαλέσουν καμία απώλεια ζωών.
Εν τω μεταξύ, μία φρεγάτα του Γαλλικού Ναυτικού ανέφερε πως σταμάτησε Τουρκικό Φορτηγό πλοίο στην Μεσόγειο το οποίο κουβαλούσε όπλα, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων και πυραύλων αεράμυνας. Το συμβάν έλαβε χώρα προτού η Ευρωπαϊκή Ένωση ξεκινήσει εκ νέου ναυτική αποστολής στην 1 Απριλίου με το όνομα IRINI, που σημαίνει ”ειρήνη” στα ελληνικά, με σκοπό να επιβληθεί το εμπάργκο όπλων στην Λιβύη.
Μία άλλη εντυπωσιακή αντανάκλαση της συμμετοχής της Άγκυρας στην Λιβύη, είναι ο αυξανόμενος φόρος αίματος μεταξύ των μισθοφόρων που έχει μεταφέρει η Τουρκία από την Συρία στην Λιβύη. Σύμφωνα με το Συριακό Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο αριθμός των Σύρων μισθοφόρων που έχουν βρεθεί νεκροί στην Λιβύη ανέρχεται σε 156. Ο Λιβυκός Εθνικός Στρατός από την πλευρά του ισχυρίζεται πως περίπου 500 αλλοδαποί έχουν χάσει την ζωή τους, ενώ μάχονται έναντι του Haftar.
Για να μειώσει τον αριθμό των Τούρκων στρατιωτών στην Λιβύη, ο Ερντογάν βασίστηκε σε μεγάλο αριθμό σε Σύρους μισθοφόρους, οι οποίο προέρχονται από διάφορες ομάδες που υποστήριξαν την Τουρκία στον πόλεμο με την Συρία. Σύμφωνα με το Παρατηρητήριο αριθμός των Σύρων μαχητών που μεταφέρθηκαν στην Λιβύη ήταν 4.750, ενώ ταυτόχρονα 1.900 μαχητές εκπαιδεύονται στην Τουρκία.
Ωστόσο, οι Σύροι μαχητές φαίνεται να μετανιώνουν για την συμμετοχή τους στον Λιβυκό Πόλεμο. Σύμφωνα με το παρατηρητήριο. Σύμφωνα με το Παρατηρητήριο αρκετοί από τους Σύρους μαχητές φαίνεται να έχουν μείνει απλήρωτοι από την Τουρκία, η οποία δεν τους δίνει τα 2.000 δολάρια τα οποία τους υποσχέθηκε. ”Η Τουρκία πλήρωσε τους μισθούς μας μόνο για έναν μήνα. Δεν έχει εξασφαλίσει τίποτα για εμάς. Ούτε τσιγάρα δεν έχουμε. Είμαστε κλεισμένοι στα σπίτια, καθώς οι δυνάμεις του Χάφταρ είναι παντού στην περιοχή” δήλωσε Σύρος μαχητής στο Παρατηρητήριο.
Ο μισθοφόρος προτρέπει τους συναδέλφους του να μην έρθουν να πολεμήσουν στην Λιβύη καθώς η Τουρκία τους έχει ξεγελάσει. ”όλοι μας θέλουμε να επιστρέψουμε στην Συρία”, δήλωσε, προσθέτοντας πως πολλοί από αυτούς ήδη ετοιμάζονται να εγκαταλείψουν την Λιβύη.
Στις 2 Ιανουαρίου, ο Ερντογάν έλαβε κοινοβουλευτική έγκριση για να αναπτυχθούν Τουρκικά στρατεύματα στην Λιβύη, λίγο μετά την υπογραφή αμφιλεγόμενων συμφώνων σχετικά με τα θαλάσσια σύνορα μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης. Οι συμβατικοί όροι αποστολών στρατιωτικών και στρατιωτικού εξοπλισμού παραμένουν άγνωστοι.
Σε διάταγμα του Τούρκου Προέδρου τον Δεκέμβριο, ο Ερντογάν όρισε ανώτατο όριο τριών εκατομμυρίων δολαρίων για προϊόντα και υπηρεσίες που θα παρέχονται σε φιλικές και συμμαχικές χώρες το 2020, με σκοπό να τους δοθούν όπλα και πυρομαχικά. Το όριο αυτό δεν φαίνεται να τηρείται στις στρατιωτικές αποστολές της Λιβύης, καθώς η Τουρκία το έχει ξεπεράσει κατά πολύ μέσω μεταφορών οπλικών συστημάτων αεράμυνας.
Ο αντιπρόεδρος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, υπέβαλε κοινοβουλευτική ερώτηση σχετικά με το ζήτημα τον Δεκέμβριο, ωστόσο το γραφείο του προέδρου δεν έχει απαντήσει ακόμα. Στις 3 Απριλίου υπέβαλε άλλη μία ερώτηση σχετικά με το ζήτημα, αυτήν τη φορά στον Υπουργό Εξωτερικών. Ο αντιπρόεδρος απαιτεί απαντήσεις σχετικά με τα χρηματικά ποσά τα οποία έχει δαπανήσει η Τουρκία στον εμφύλιο πόλεμο της Λιβύης. Ζήτησε επίσης πλήρη λίστα ονομάτων, τα οποία χρηματοδότησαν αυτήν την εκστρατεία στην Λιβύη, συμπεριλαμβανομένων οχημάτων, στρατιωτικού εξοπλισμού και πρώτων υλών. Τέλος ζήτησε σαφή λίστα κονδυλίων και ποσοστών του προϋπολογισμού που χρησιμοποιήθηκαν από τα τουρκικά στρατεύματα κατά την ανάπτυξη τους στον πόλεμο της Λιβύης.
Η τουρκική αντιπολίτευση έχει απευθύνει εκκλήσεις για διαφάνεια στον φάκελο της Λιβύης μέχρι στιγμής. Παρά τις ερωτήσεις και τις επικρίσεις, η απάντηση της Άγκυρας περιορίστηκε στο να καταδείξει τα Εμιράτα και τις Δυνάμεις του Haftar ως εχθρό εθνικής ασφαλείας και πως χρειάζεται άμεσα οικονομική υποστήριξη των τουρκικών δυνάμεων στα μέτωπα αυτά.
Μετάφραση Χωριανόπουλου Άγγελου
πηγή: www.al-monitor.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

