Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Μία περιγραφή του παλιού κόσμου λίγο πριν την ανάδυση του νέου. Βασισμένη στο βιβλίο του Χένρυ Κίσσιγκερ “Διπλωματία”

Δημοσιεύτηκε στις

Στις 19 Μαρτίου 2009 είχα μια πρόσκληση να παρουσιάσω το βιβλίο του Κίσσινγκερ “Διπλωματία”. Το κείμενο που ακολουθεί είναι από εκείνη την ομιλία προβαλλόμενη στο τότε διεθνές πλαίσιο.

 του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Εκείνο που θα επιχειρήσω σήμερα είναι να δούμε μαζί τις διεθνείς εξελίξεις κωδικοποιώντας τες σε ένα πλαίσιο όχι ακριβώς θεωρητικό αλλά με αναφορές σε συστήματα σκέψης με βάση τα οποία οργανώθηκε και λειτούργησε η ευρωπαϊκή, αρχικά και η παγκόσμια στη συνέχεια κοινωνία.

Βεβαίως, ο χρόνος δεν φθάνει για να είμαστε λεπτομερείς σε όλα τα γεωπολιτικά πεδία. Θα επικεντρώσουμε, λοιπόν, το θέμα μας στην Ευρώπη, στις σχέσεις της ηπείρου μας με την Αμερική και κυρίως στην περιφέρειά μας. Λίγο τα Βαλκάνια και περισσότερο την Τουρκία.

Ο πρώτος λόγος που με κάνει να προσπαθώ να δω λίγο πιο θεωρητικά ας πούμε τις σχέσεις στην περιοχή μας είναι η διαπίστωσή μου, που εύχομαι να είναι λανθασμένη, ότι η Ελλάδα, η χώρα μας, δεν έχει μια γεωπολιτική ανάλυση ως λυδία λίθο στην εξωτερική της πολιτική.

Όπως όλα αφέθηκαν στην τύχη τους, έτσι αφέθηκε και η εξωτερική πολιτική. Και μπορεί σε θέματα που έχουν να κάνουν με το εσωτερικό γίγνεσθαι η εγκατάλειψή τους να έχει εσωτερικές επιπτώσεις, σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, η αδιαφορία μπορεί να έχει τρομακτικές συνέπειες.

Ο δεύτερος λόγος που με οδήγησε στο να προσπαθήσω να αναγάγω την πολιτική διεθνών σχέσεων στην περιοχή μας σε πιο θεωρητικές αναφορές είναι ότι είμαι πεπεισμένος πως οι διαμορφωτές της εξωτερικής πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων σκέφτονται ανάλογα. Πριν εφαρμόσουν μια πολιτική διερευνούν αν τους συμφέρει η ισορροπία δυνάμεων, η realpolitik ή το Σύστημα Συλλογικής Ασφάλειας.

Υπάρχει και ένας τρίτος λόγος που έχει να κάνει με το γεγονός πως αν γνωρίζουμε με ποιο σύστημα σκέψης κινείται μια Μεγάλη Δύναμη μπορούμε να προβλέψουμε ως έναν βαθμό τις κινήσεις της και να διαμορφώσουμε έτσι τα πράγματα ώστε στο δικό της πεδίο να τύχουν ευνοϊκής αντιμετώπισης θέματα που μας απασχολούν.

Η νίκη στον ψυχρό πόλεμο έχει φέρει την Αμερική σε έναν κόσμο που έχει πολλές ομοιότητες με το ευρωπαϊκό πολιτειακό σύστημα του 18ου και του 19ου αιώνα και με μεθόδους τις οποίες μόνιμα αμφισβητούσαν οι αμερικανοί πολιτικοί και διανοούμενοι.

Η απουσία μιας βασικής ιδεολογικής ή στρατηγικής απειλής αφήνει ελεύθερα τα έθνη να ακολουθήσουν εξωτερικές πολιτικές που βασίζονται ολοένα και πιο πολύ στα άμεσα εθνικά συμφέροντά τους.

Τα διεθνή συστήματα ζουν ακροσφαλώς. Κάθε «παγκόσμια τάξη» εκφράζει μια φιλοδοξία μονιμότητας.

Με κάθε αιώνα που περνάει, όμως, διαπιστώνουμε πως, η διάρκεια των διεθνών συστημάτων μικραίνει.

Η τάξη πραγμάτων που γεννήθηκε από την Ειρήνη της Βεστφαλίας, κράτησε εκατόν πενήντα χρόνια.

Το διεθνές σύστημα που δημιουργήθηκε από το Συνέδριο της Βιέννης, διάρκεσε εκατό χρόνια.

Η διεθνής τάξη που είχε σαν κύριο χαρακτηριστικό της τον Ψυχρό πόλεμο, τέλειωσε μετά από σαράντα χρόνια.

(Ο διακανονισμός των Βερσαλλιών δεν λειτούργησε ποτέ σαν ένα σύστημα που τήρησαν οι μεγάλες δυνάμεις και ισοδυναμούσε με κάτι περισσότερο από μια ανακωχή μεταξύ δύο παγκοσμίων πολέμων).

Ποτέ ξανά οι συνιστώσες της παγκόσμιας τάξης, η δυνατότητα αλληλεπίδρασής τους και οι στόχοι τους δεν άλλαξαν τόσο γρήγορα, σε τόσο μεγάλο βαθμό ή τόσο οικουμενικά.

Κάθε φορά που οι οντότητες οι οποίες απαρτίζουν το διεθνές σύστημα αλλάζουν χαρακτήρα, αναπόφευκτα ακολουθεί μια περίοδος αναταραχής.

Ο Τριακονταετής πόλεμος είχε κατά κύριο λόγο να κάνει με τη μετάβαση από φεουδαρχικές κοινωνίες βασισμένες σε παραδόσεις και ισχυρισμούς οικουμενικότητας στο σύγχρονο πολιτειακό σύστημα που βασίζεται στο raison d’etat.

Οι πόλεμοι της γαλλικής επανάστασης σημάδεψαν τη μετάβαση στο κράτος-έθνος που ορίζεται από μια κοινή γλώσσα και ένα κοινό πολιτισμό.

Οι πόλεμοι του 20ου αιώνα προκλήθηκαν από τη διάλυση της οθωμανικής και της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων, την αμφισβήτηση της κυριαρχίας της Ευρώπης και το τέλος της αποικιοκρατίας.

Σε κάθε μεταβατική περίοδο, αυτό που θεωρούνταν δεδομένο ξαφνικά γινόταν αναχρονιστικό: πολυεθνικά κράτη του 18ου αιώνα, αποικιοκρατία του 20ου.

Από το Συνέδριο της Βιέννης, η εξωτερική πολιτική έχει φέρει πιο κοντά το ένα έθνος με το άλλο- εξού και ο όρος «διεθνείς σχέσεις».

Το 19ο αιώνα, η εμφάνιση έστω και ενός νέου έθνους- όπως η ενωμένη Γερμανία- προκαλούσε δεκαετίες αναταραχών.

Από το τέλος του Β! Παγκοσμίου πολέμου, έχουν γεννηθεί σχεδόν εκατόν νέα έθνη, πολλά από αυτά εντελώς διαφορετικά από το ιστορικό κράτος-έθνος της Ευρώπης.

Το ευρωπαϊκό έθνος του 19ου αιώνα βασιζόταν σε μια κοινή γλώσσα και έναν κοινό πολιτισμό και με δεδομένη την τεχνολογία εκείνης της εποχής προσέφερε ένα όσο το δυνατόν καλύτερο πλαίσιο ασφαλείας , οικονομικής ανάπτυξης και άσκησης επιρροής σε διεθνή γεγονότα.

Στο μεταψυχροπολεμικό κόσμο, τα παραδοσιακά κράτη-έθνη της Ευρώπης – οι χώρες που σχημάτιζαν τη Συμφωνία της Ευρώπης μέχρι τον Α! Παγκόσμιο πόλεμο- δεν έχουν τους πόρους για έναν οικουμενικό ρόλο.

Η επιτυχία των προσπαθειών τους να σταθεροποιηθούν μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα καθορίσει την μελλοντική τους επιρροή

Ενωμένη η Ευρώπη θα συνεχίσει να πορεύεται σαν μια μεγάλη δύναμη. Χωρισμένη σε εθνικά κράτη, θα γλιστρήσει σε έναν δευτερεύοντα ρόλο

Όπως εξελίσσονται τα πράγματα, η Αμερική θα παραμείνει το μεγαλύτερο και ισχυρότερο έθνος, αλλά σε ένα περιβάλλον ίσων, πρώτη μεταξύ ίσων, χωρίς, όμως, αυτό να σημαίνει ότι δεν θα είναι ένα έθνος σαν τα άλλα.

Η αμερικανική μοναδικότητα που αποτελεί την απαραίτητη βάση για μια ουιλσονική εξωτερική πολιτική, θα πάψει έτσι να αποτελεί ένα τόσο σημαντικό στοιχείο στον αιώνα που διανύουμε.

Από την κρίση που διανύουμε, θα περάσουμε σε έναν άλλο κόσμο, τα σημάδια του οποίου δεν είναι ακόμη πλήρως ορατά.

Οι Αμερικανοί δεν θα πρέπει να το δουν αυτό σαν ταπείνωση της Αμερικής ή σαν σύμπτωμα εθνικής παρακμής.

Στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας τους οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ένα έθνος μεταξύ άλλων και όχι μια κυρίαρχη υπερδύναμη.

Η άνοδος άλλων κέντρων δύναμης- στη Δυτική Ευρώπη, στην Ιαπωνία και στην Κίνα- δεν θα πρέπει να θορυβήσει τους Αμερικανούς.

Γούντροου Ουίλσον

Η Αμερική κινείται σε άγνωστα ύδατα και καλά θα έκανε να μελετήσει την περίοδο πριν από τον Γούντροου Ουίλσον και τον «αμερικανικό αιώνα» για ενδείξεις που θα τη βοηθήσουν στις επόμενες δεκαετίες.

Η ιδέα του Ρισελιέ για το raison d’etat– ότι τα συμφέροντα του κράτους δικαιολογούν τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την προστασία τους- ήταν πάντοτε αντιπαθητική για τους αμερικανούς.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αμερικανοί δεν άσκησαν ποτέ το raison d’etat.

Οι Αμερικανοί δεν ένοιωθαν όμως ποτέ άνετα όταν επρόκειτο να αναγνωρίσουν δημοσίως τα συμφέροντά τους.

Είτε σε παγκόσμιους πολέμους είτε σε περιφερειακές συγκρούσεις, οι Αμερικανοί ηγέτες πάντοτε διατείνονταν ότι αγωνίζονταν για τις αρχές τους και όχι για το εθνικό συμφέρον τους.

Για κάθε μελετητή της ευρωπαϊκής ιστορίας, η έννοια της ισορροπίας δυνάμεων φαίνεται αυταπόδεικτη.

Η ισορροπία δυνάμεων, όμως, όπως και το raison d’etat, είναι μια εξέλιξη των δύο τελευταίων αιώνων που ξεκίνησε αρχικά από το βασιλιά της Αγγλίας, το Γουλιέλμο ΙΙΙ, στην προσπάθειά του να βάλει χαλινάρι στις επεκτατικές τάσεις της Γαλλίας.

Η ιδέα ενός συνασπισμού αδύναμων κρατών για τη δημιουργία ενός αντίβαρου στα δυνατότερα δεν ήταν τόσο σπουδαία από μόνη της.

Ωστόσο, η ισορροπία των δυνάμεων προϋποθέτει συνεχή φροντίδα .

Με τον Ρίτσαρντ Νίξον στην αμερικανική σκέψη εισήλθε η έννοια της ισορροπίας δυνάμεων. Μέχρι τότε επικρατούσε το ουιλσονικό ιδεαλιστικό δόγμα σύμφωνα με το οποίο η Αμερική δεν αγωνιζόταν για τα συμφέροντά της αλλά για τις αρχές της. Και προφανώς μέσω του αγώνα για τα πιστεύω της διασφαλίζονταν τα εθνικά της συμφέροντα.

Μετά το Νίξον, η Αμερική άρχισε να μεριμνά και για το εθνικό της συμφέρον και για την ισορροπία δυνάμεων. Ή καλύτερα, το ένα (το εθνικό συμφέρον), συνεπάγεται το δεύτερο (την ισορροπία δυνάμεων.

Την περίοδο που διανύουμε οι Αμερικανοί ηγέτες θα πρέπει να εξηγήσουν στο λαό τους ποιο είναι το εθνικό συμφέρον τους και πως προστατεύεται- στην Ευρώπη και την Ασία- με τη διατήρηση της ισορροπίας των δυνάμεων.

Η Αμερική θα χρειαστεί εταίρους για να μπορέσει να διατηρήσει την ισορροπία δυνάμεων σε διάφορες περιοχές του κόσμου και οι εταίροι αυτοί δεν μπορεί να επιλέγονται με μόνη βάση την ηθική. Ο σαφής ορισμός του εθνικού συμφέροντος θα πρέπει να είναι ένας εξίσου ουσιώδης οδηγός για την αμερικανική πολιτική.

Και εδώ βρίσκει μια πρώτη πρακτική εφαρμογή η προσπάθειά μας να δούμε λίγο πιο θεωρητικά την αμερικανική πολιτική.

Από τη στιγμή που στην σκέψη της εξωτερικής της πολιτικής εισήλθε η έννοια του εθνικού συμφέροντος και της ισορροπίας δυνάμεων θα πρέπει να δούμε στα θέματα που μας αφορούν αν υπάρχει και πιο είναι το εθνικό της συμφέρον. Και αφού το προσδιορίσουμε, να δούμε με βάση την αρχή της ισορροπίας δυνάμεων πως θα το υλοποιήσει. Και στο πλαίσιο αυτής της υλοποίησης να διαμορφώσουμε την πολιτική μας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Τουρκία, οι κούρδοι και οι άλλες χώρες της περιοχής, ανάλυση την οποία θα σας κάνει σε λίγο ο συνομιλητής μου Σάββας Καλεντερίδης.

Όπως θα διαπιστώσουμε αργότερα, υπάρχουν περιοχές με μειωμένο ενδιαφέρον ή αδιάφορες σε ότι αφορά το αμερικανικό εθνικό συμφέρον.

Μια τέτοια περιοχή μπορεί να είναι τα Σκόπια. Εδώ, η Αμερική δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται να εφαρμόσει την πολιτική της ισορροπίας δυνάμεων οπότε επανέρχεται στις αρχές που διέπουν την ιδεοκρατία της, τον ουιλσονισμό δηλαδή.

Και το λέω αυτό διότι αν προσπαθούμε να επηρεάσουμε την αμερικανική πολιτική με το σύνδρομο ότι όλοι μας καταδιώκουν θα καταντήσουμε γραφικοί. Αν γνωρίσουμε τη φύση της πολιτικής τους μπορούμε να προσαρμόσουμε τα επιχειρήματά μας με τέτοιον τρόπο ώστε να βρουν ανταπόκριση. Γιατί να θεωρήσουμε εκ προοιμίου μακριά από τις ουιλσονικές αρχές το σεβασμό σε ιστορικές ή άλλες ευαισθησίες μιας κοινωνίας;

Το διεθνές σύστημα που διατηρήθηκε περισσότερο χωρίς κανένα μεγάλο πόλεμο ήταν εκείνο που προέκυψε από το Συνέδριο της Βιέννης.

Συνδύασε τη νομιμότητα με τις κοινές αξίες και τη διπλωματία της ισορροπίας των δυνάμεων.

Οι κοινές αξίες περιόριζαν το φάσμα των απαιτήσεων των εθνών, ενώ η ισορροπία περιόριζε τη δυνατότητα επιμονής για την ικανοποίησή τους.

Τον 20ο αιώνα, η Αμερική επιχείρησε δύο φορές να δημιουργήσει μια παγκόσμια τάξη με αποκλειστική σχεδόν βάση τις δικές της αξίες. Δεν μπορεί όμως ο ουιλσονισμός να αποτελεί τη μοναδική βάση για τη μεταψυχροπολεμική εποχή.

Η αρχή της σοφίας συνίσταται στην αναγνώριση της ανάγκης μιας ισορροπίας.

Όσο ισχυρή και αν είναι η Αμερική, καμιά χώρα δεν έχει την ικανότητα να επιβάλει όλες τις προτιμήσεις της στην υπόλοιπη ανθρωπότητα.

Απειλείται η δημιουργία ενός κενού στην πολιτική της Αμερικής μεταξύ των αξιώσεών της και της διάθεσής της να τα υποστηρίξει.

Στον μεταψυχροπολεμικό κόσμο, η αμερικανική ιδεοκρατία χρειάζεται το προζύμη μιας γεωπολιτικής ανάλυσης για να μπορέσει να βγει από το λαβύρινθο νέων περιπλοκών. Και αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο.

Πολύ περισσότερο, η γεωπολιτική ανάλυση αποτελεί προϋπόθεση της εξωτερικής πολιτικής άλλων μικρότερων δυνάμεων, όπως και η Ελλάδα.

Η γειτονική Τουρκία για παράδειγμα, έχει τέτοια ανάλυση.

Ο κ. Καλεντερίδης στο πολύ πετυχημένο blog που διατηρεί έχει δημοσιεύσει άρθρο με τίτλο «Η γεωπολιτική σκέψη των τούρκων στρατηγών».

Είναι αρκετά αυτά που ακόμη θέλω να πω στο στυλ της ομιλίας που άρχισα, οπότε δεν μπορώ να επεκταθώ σε επι μέρους λεπτομέρειες της τουρκικής πολιτικής, αν και γενικές αναφορές της συμπεριφοράς της θα κάνω στη συνέχεια.

Η Αμερική δεν ήθελε να κυριαρχήσει ακόμη και τότε που είχε το πυρηνικό μονοπώλιο και γύρισε την πλάτη της στην ισορροπία των δυνάμεων ακόμη και όταν ασκούσε, όπως στη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, αυτό που στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά μια διπλωματία για τα συμφέροντά της.

Αυτή είναι μια αμερικανική διαπίστωση με την οποία θα μπορούσαν να συμφωνήσουν και άλλοι αν η χρονική αναφορά γίνεται πριν το 1970. Πριν δηλαδή την προεδρία του Ρίτσαρντ Νίξον.

Στον 21ο αιώνα, η Αμερική, όπως και άλλα έθνη, θα πρέπει να μάθει να κινείται μεταξύ αναγκαιότητας και επιλογής, ανάμεσα στις αναλλοίωτες σταθερές των διεθνών σχέσεων και στα στοιχεία που υπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια των πολιτικών.

Κάθε φορά που επιτυγχάνεται μια ισορροπία μεταξύ αξιών και αναγκαιότητας, η εξωτερική πολιτική θα πρέπει να αρχίζει με κάποιον ορισμό του τι συνιστά ένα ζωτικό συμφέρον– μια μεταβολή στο διεθνές περιβάλλον που έχει τόσες πιθανότητες να υποσκάψει την εθνική ασφάλεια ώστε θα πρέπει να αποκρουστεί όποια μορφή και αν πάρει η απειλή ή όσο επιφανειακά νόμιμη και αν φαίνεται.

Πόσο, μάλλον, αν πρόκειται και για παράνομη απειλή.

Στις καλές της εποχές η Μεγάλη Βρετανία θα είχε καταφύγει σε πόλεμο για να προλάβει την κατοχή των λιμανιών της Μάγχης στις Κάτω Χώρες, έστω και αν είχαν καταληφθεί από μια μεγάλη δύναμη με ηγέτες αγίους.

Στο μεγαλύτερο μέρος της αμερικανικής ιστορίας το δόγμα Μονρόε χρησίμευε σαν ένας λειτουργικός ορισμός του αμερικανικού εθνικού συμφέροντος .

Τι πρέπει να κάνει εν προκειμένω η Ελλάδα, όταν η διαφαινόμενη ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων στην περιοχή ουσιαστικά απειλεί την παρουσία της στην περιοχή;

Από την εμπλοκή του Γούντροου Ουίλσον στον Α! Παγκόσμιο Πόλεμο η Αμερική απέφευγε να προσδιορίσει το εθνικό συμφέρον της με το επιχείρημα ότι δεν αντιτίθετο στην ίδια την αλλαγή, αλλά στη χρήση βίας για την επιβολή της.

Κανένας από αυτούς τους ορισμούς δεν επαρκεί πλέον.

Γεωπολιτικά η Αμερική είναι ένα νησί μακριά από τις ακτές της γήινης μάζας της Ευρασίας, οι πόροι και ο πληθυσμός της οποίας είναι πολύ μεγαλύτερα από αυτά των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η κυριαρχία μιας μόνο δύναμης σε οποιαδήποτε από τις δύο κύριες σφαίρες της Ευρασίας- Ευρώπη ή Ασία- παραμένει ένας καλός ορισμός στρατηγικού κινδύνου για την Αμερική, με ή χωρίς ψυχρό πόλεμο. Και αυτό επειδή μια τέτοια δύναμη θα είχε την ικανότητα να ξεπεράσει την Αμερική στον οικονομικό και, τέλος, στον στρατιωτικό τομέα επίσης.

Ο κίνδυνος αυτός θα έπρεπε να αποτραπεί έστω και αν η κυρίαρχη δύναμη φαινόταν καλοπροαίρετη, γιατί αν άλλαζαν ποτέ οι προθέσεις της, η Αμερική θα βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση για μια αποτελεσματική αντίσταση, ενώ οι δυνατότητές της να διαμορφώσει τα γεγονότα θα έφθιναν ολοένα και πιο πολύ.

Φαντάζομαι να κάνετε την αναγκαία προβολή και σε ό,τι αφορά την Ελλάδα και την Τουρκία.

Ας παραμείνουμε, όμως, στο παράδειγμα της Αμερικής και την αναζήτηση γεωπολιτικής σκέψης στο χώρο της Ευρασίας.

Κατά την αμερικανική εκτίμηση, την οποία επέλεξα συνειδητά γι αυτήν την ανάλυση,

δεν είναι προς το συμφέρον καμιά χώρας να δουν Γερμανία και Ρωσία η μία την άλλη σαν κύριο εταίρο ή κύριο αντίπαλο.

Αν έρθουν πολύ κοντά, δημιουργούν φόβους συγκυριαρχίας. Αν συγκρουστούν εμπλέκουν την Ευρώπη σε κλιμακούμενες κρίσεις.

Αμερική και Ευρώπη έχουν κοινό συμφέρον να αποφύγουν αχαλίνωτες γερμανικές και ρωσικές πολιτικές που θα ανταγωνίζονται η μία την άλλη για το κέντρο της ηπείρου.

Χωρίς την Αμερική η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία δεν μπορούν να διατηρήσουν την πολιτική ισορροπία στην Ευρώπη. Η Γερμανία θα έμπαινε στον πειρασμό του εθνικισμού. Η Ρωσία δεν θα είχε έναν οικουμενικό συνομιλητή.  Και χωρίς την Ευρώπη, η Αμερική θα μπορούσε να μετατραπεί, ψυχολογικά, γεωγραφικά και γεωπολιτικά σε ένα νησί έξω από τις ακτές της Ευρασίας.

Με αφορμή και τη διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη για επάνοδο της Γαλλίας στο στρατιωτικό σκέλος της συμμαχίας, να σημειώσουμε πως η σχετική διαμάχη (πρώην διαμάχη) Γαλλίας -ΗΠΑ είναι παλιά και έχει και θεωρητικές αναφορές στις οποίες αξίζει τον κόπο να αναφερθούμε.

Η Αμερική έχει επικρατήσει στο ΝΑΤΟ με το λάβαρο της ενότητας. Η Γαλλία υπέρμαχος της ευρωπαϊκής ανεξαρτησίας, έχει διαμορφώσει την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το αποτέλεσμα της διαφωνίας τους είναι ότι ο ρόλος της Αμερικής στον στρατιωτικό τομέα είναι πολύ ισχυρός για να προωθήσει μια ευρωπαϊκή πολιτική ταυτότητα, ενώ της Γαλλίας είναι πολύ δογματικός σε θέματα ευρωπαϊκής πολιτικής αυτονομίας για να προωθήσει τη συνοχή του ΝΑΤΟ. Τι θα αλλάξει με τη γαλλική επιστροφή στο ΝΑΤΟ; Θα το διαπιστώσουμε τώρα τον Απρίλιο, με τη Σύνοδο Κορυφής της Συμμαχίας.

Οι Αμερικανοί πιστεύουν πως από την άποψη των ιδεών, η διαμάχη είναι αντίγραφο της σύγκρουσης των ιδεών του Ρισελιέ με τις ιδέες του Ουίλσον- μεταξύ εξωτερικής πολιτικής ως ισορροπίας συμφερόντων και διπλωματίας ως επιβεβαίωσης μιας υποκείμενης αρμονίας.

Και οι δύο εταίροι, στην πραγματικότητα εφαρμόζουν μια μέθοδο διεθνών σχέσεων που έχουν αντλήσει ο καθένας από την ιστορία του.

Η Γαλλία έχει κληρονομήσει τον ευρωπαϊκό τρόπο διπλωματίας που ξεκίνησε από αυτήν την ίδια πάνω από 300 χρόνια πριν.

Ενώ η Μεγάλη Βρετανία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το ρόλο του φύλακα της ισορροπίας των δυνάμεων, η Γαλλία καλώς ή κακώς, συνεχίζει να υπερασπίζεται τις πολιτικές του raison d’etat και τους ακριβείς υπολογισμούς συμφερόντων και όχι την επιδίωξη μιας αφηρημένης αρμονίας.

Με την ίδια συνέπεια, αν και για μικρότερο χρονικό διάστημα, η Αμερική έχει εφαρμόσει τον Ουιλσονισμό.

Βέβαιη για την ύπαρξη μιας υποκείμενης αρμονίας η Αμερική επιμένει ότι από τη στιγμή που ήταν ταυτόσημοι οι ευρωπαϊκοί και οι αμερικανικοί αντικειμενικοί σκοποί, η αυτονομία της Ευρώπης ήταν ή περιττή ή επικίνδυνη.

Οι ευρωπαϊκές προκλήσεις δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν με μια κατά λέξη εφαρμογή της πολιτικής ούτε του Ρισελιέ, ούτε του Ουίλσον.

Καρδινάλιος Ρισελιέ

Η μέθοδος του Ρισελιέ ενισχύει τον εθνικισμό μεμονωμένων ευρωπαϊκών χωρών και οδηγεί σε μια διχασμένη Ευρώπη.

Ένας αδιύλιστος ουιλσονισμός, από την άλλη, θα αποδυνάμωνε την έννοια της ευρωπαϊκής ταυτότητας.

Η απόπειρα δημιουργίας ευρωπαϊκών θεσμών με βάση τους την αντίθεση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες θα καταστρέψει στο τέλος τόσο την ευρωπαϊκή ενότητα όσο και την ατλαντική συνοχή.

Από την άλλη πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν χρειάζεται να φοβούνται μια ισχυρότερη ευρωπαϊκή ταυτότητα μέσα στο ΝΑΤΟ, επειδή είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μια αυτόνομη ευρωπαϊκή στρατιωτική δράση σε οποιαδήποτε κλίμακα και περιοχή χωρίς την πολιτική υποστήριξη και τη διοικητική μέριμνα της Αμερικής.

Τελικά δεν είναι η ενιαία διοίκηση αυτή που δημιουργεί την ενότητα, αλλά μια αίσθηση κοινών συμφερόντων πολιτικής και ασφάλειας.

Οι αμερικανοί πολιτικοί διανοητές πιστεύουν ακόμη ότι μια χώρα με την ιδεαλιστική παράδοση της Αμερικής δεν μπορεί να βασίζει την πολιτική της στην ισορροπία των δυνάμεων θεωρώντας την ως αποκλειστικό κριτήριο για μια νέα παγκόσμια τάξη.

Θα πρέπει να μάθει όμως ότι η ισορροπία αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την επίτευξη των ιστορικών της στόχων.

Και αυτοί οι ανώτεροι στόχοι δεν μπορούν να επιτευχθούν με ρητορικές ή με επιτηδευμένη συμπεριφορά. Το εμφανιζόμενο διεθνές σύστημα είναι πολύ πιο περίπλοκο από ό,τι έχει γνωρίσει ως τώρα η αμερικανική διπλωματία.

Ήδη από το 1972 ο Ρίτσαρντ Νίξον είχε δηλώσει στο περιοδικό Time:

«Όταν ένα έθνος γίνεται πολύ ισχυρότερο από ένα δυνητικό ανταγωνιστή του, τότε είναι που δημιουργείται ο κίνδυνος πολέμου. Γι αυτό πιστεύω σε ένα κόσμο όπου θα είναι ισχυρές οι Ηνωμένες Πολιτείες. Νομίζω ότι θα είναι ασφαλέστερος και καλύτερος όταν έχουμε μια ισχυρή και υγιή Αμερική, Ευρώπη, Σοβιετική Ένωση (τότε), Κίνα, Ιαπωνία, έτσι ώστε η μία να αντισταθμίζει την άλλη σε μια εύρυθμη ισορροπία».

Αυτή η αντίληψη οργάνωσης της παγκόσμιας κοινωνίας στη βάση μιας ισορροπίας δυνάμεων, γιατί να μην εφαρμόζεται και σε τοπικό επίπεδο;

Και αν είναι να πάρει κανείς στα σοβαρά την ισορροπία των δυνάμεων τότε η προοπτική και μόνο μια γεωπολιτικής αναστάτωσης δεν είναι δυνατόν να επιτραπεί. Τη στιγμή που θα συνέβαινε η αλλαγή, ίσως ήταν πολύ αργά για να την προλάβει κανείς.

Ας γίνουμε τώρα πιο συγκεκριμένοι:

 Τηρουμένων των αναλογιών η Τουρκία θυμίζει τη Γερμανία του μεσοπολέμου κυρίως στο ό,τι και οι δύο ήταν και είναι αναθεωρητικές δυνάμεις.

Η Γερμανία του μεσοπολέμου προσπάθησε και το πέτυχε να ανατρέψει τη Συνθήκη των Βερσαλιών, τη Συνθήκη με την οποία τελείωσε ο Α! Π.Π. έχοντας απέναντί της μια αποδεκατισμένη ευρωπαϊκή κοινωνία που δεν ήταν διατεθειμένη να διαφυλάξει όχι μόνο τις προβλέψεις της Συνθήκης αλλά ούτε καν να δει ότι κινδύνευε η ασφάλειά της.

Η σημερινή Τουρκία έχει βαλθεί εδώ και καιρό να ανατρέψει ό,τι δεν τη συμφέρει από τη Συνθήκη της Λωζάννης.

Η Γερμανία του μεσοπολέμου, αναζητούσε ζωτικό χώρο, άλλωστε από τη Γερμανική επιμονή έγινε γνωστός ευρύτερα ο όρος.

Τη θεωρία του ζωτικού χώρου επικαλείται και η Τουρκία για να αμφισβητήσει το καθεστώς του Αιγαίου και το διεθνές δίκαιο.

Κοντόθωροι υπολογισμοί από τη Μεγάλη Βρετανία, στο μεσοπόλεμο, και κάθετη πτώση του γαλλικού ηθικού και της γαλλικής ισχύος, οδήγησαν με μαθηματική ακρίβεια στην ανατροπή και του τελευταίου ίχνους ισορροπίας δυνάμεων που οικοδομήθηκε για χρόνια στη γηραιά ήπειρο αν και εκείνο που κυριάρχησε ως οργάνωση του διεθνούς συστήματος δεν ήταν οι αρχές της ισορροπίας δυνάμεων αλλά της συλλογικής ασφάλειας. Οι γνωστοί ιδεαλισμοί του αμερικανού προέδρου Γούντροου Ουίλσον που οδήγησαν στη δημιουργία της κοινωνίας των Εθνών, προπλάσματος του σημερινού ΟΗΕ.

Κάτω από τη μύτη της τότε διεθνούς κοινότητας, μια αναθεωρητική δύναμη, η χαμένη του πολέμου Γερμανία επανεξοπλιζόταν και καταπατούσε όλα τα άρθρα της Συνθήκης των Βερσαλιών χωρίς την παραμικρή αντίδραση.

Και σήμερα στην περιοχή μας, μια άλλη αναθεωρητική δύναμη, η Τουρκία, ανατρέπει προσεκτικά την ισορροπία δυνάμεων που έχει διαμορφωθεί από τη Συνθήκη της Λωζάννης και εντεύθεν χωρίς κανείς να αντιδρά..

Τα αποτελέσματα αυτής της ανατροπής θα είναι μοιραία για όλες τις γειτονικές χώρες αν δεν αντιδράσουν τουλάχιστον διπλωματικά όσο είναι καιρός.

4 Απριλίου 1949: Ιδρύεται η Ατλαντική Συμμαχία (ΝΑΤΟ)

Εδώ και 400 χρόνια το Ευρωπαϊκό σύστημα βασίστηκε σε τρείς ή καλύτερα τέσσερις θεωρητικές κατηγορίες: Τη raison d’etat, την ισορροπία δυνάμεων, τη Realpolitik,  και τελευταία τη λεγόμενη Συλλογική Ασφάλεια.

Η raison d’etat του καρδινάλιου Ρισελιέ, είναι αυτό που λέμε σήμερα: «Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».

Η ισορροπία δυνάμεων ως σύστημα οργάνωσης της διεθνούς κοινωνίας εμφανίστηκε το 17ο αιώνα αφού κατέρρευσαν τα οικουμενικά οράματα για μια παγκόσμια τάξη την οποία θα χαρακτήριζαν οι ιδέες της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και της καθολικής εκκλησίας.

Καταλύτης σ αυτήν την εξέλιξη ήταν η Μεταρρύθμιση η οποία ματαίωσε την προοπτική μιας ηγεμονικής αυτοκρατορίας, της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας..

Τα νεογέννητα κράτη είχαν ανάγκη κάποιας αρχής για να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους και τη βρήκαν στην ιδέα του raison d’etat, του κρατικού συμφέροντος, δηλαδή και της ισορροπίας δυνάμεων.

Το raison d’etat βεβαίωνε ότι η ευημερία του κράτους δικαιολογούσε όλα τα δυνατά μέσα για τη συνέχιση και τη βελτίωσή της.

Το εθνικό συμφέρον υποσκέλισε τη μεσαιωνική ιδέα μιας οικουμενικής ηθικής

Η ισορροπία των δυνάμεων αντικατέστησε τη νοσταλγία για μια οικουμενική μοναρχία με την παρηγοριά πως το κάθε κράτος επιδιώκοντας τα ιδιοτελή συμφέροντά του θα συνεισέφερε κατά κάποιον τρόπο στην ασφάλεια και την πρόοδο όλων των άλλων.

Η πρώτη και περιεκτικότερη διατύπωση αυτής της νέας μεθόδου ήρθε από τη Γαλλία, που ήταν επίσης από τα πρώτα έθνη-κράτη στην Ευρώπη.

Η Γαλλία ήταν η χώρα που θα έχανε τα περισσότερα αν επανακτούσε τις δυνάμεις της η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία επειδή θα μπορούσε κάλλιστα να «φιλανδοποιηθεί» από αυτήν.

Καθώς εξασθένιζαν οι θρησκευτικοί περιορισμοί η Γαλλία άρχισε να εκμεταλλεύεται τις αντιπαλότητες που είχε προκαλέσει η Μεταρρύθμιση ανάμεσα στους γείτονές της.

Βασικός συντελεστής στη διαμόρφωση της γαλλικής πολιτικής ήταν μια απίθανη προσωπικότητα, ένας πρίγκιπας της εκκλησίας, ο Αρμάν Ζαν ντι Πλεσί, καρδινάλιος ντι Ρισελιέ, πρωθυπουργός της Γαλλίας από το 1624 ως το 1642.

Ο Ρισελιέ ήταν ο πατέρας του σύγχρονου κρατικού συστήματος.

Δική του ήταν η ιδέα του raison d’etat, και την εφάρμοσε ανελέητα για το καλό της πατρίδας του.

Για να εξουθενώσει τους εμπόλεμους και να παρατείνει τον πόλεμο, ο Ρισελιέ χρηματοδοτούσε τους εχθρούς των εχθρών του, δωροδοκούσε, υποκινούσε εξεγέρσεις και χρησιμοποιούσε ένα εντυπωσιακό πλήθος από δυναστικά και νομικά επιχειρήματα. Τα κατάφερε τόσο καλά ώστε ο πόλεμος που είχε αρχίσει το 1618 να συνεχίζεται τη μια δεκαετία μετά την άλλη, ώσπου, τελικά, η ιστορία δε βρήκε καταλληλότερο όνομα γι αυτόν από την ίδια τη διάρκειά του-Τριακονταετής πόλεμος.

«Σε θέματα κρατικής πολιτικής», έγραψε ο Ρισελιέ στην Πολιτική Διαθήκη του, όποιος έχει τη δύναμη έχει συχνά και το δίκιο με το μέρος του, ενώ αυτός που είναι αδύναμος μόνο με πολύ μεγάλη δυσκολία μπορεί να αποφύγει τη ρετσινιά του άδικου από την πλειοψηφία της παγκόσμιας γνώμης»- ένα αξίωμα που σπάνια διαψεύστηκε στους επόμενους αιώνες.

Ο Ρισελιέ, φοβόταν μια ενωμένη Κεντρική Ευρώπη και απέτρεψε την πραγματοποίησή της. Κατά πάσα πιθανότητα καθυστέρησε την ενοποίηση της Γερμανίας περίπου δύο αιώνες.

Η Γερμανία δεν κατόρθωσε να γίνει κράτος έθνος. Διασπασμένη και με την προσοχή της συγκεντρωμένη σε φτηνές δυναστικές φιλονικίες, έγινε εσωστρεφής.

Το αποτέλεσμα ήταν η Γερμανία να μην αναπτύξει εθνική πολιτική κουλτούρα και να περιβληθεί από μια σκληρή κρούστα επαρχιωτισμού, από τον οποίο δεν κατόρθωσε να βγει παρά μόνο προς τα τέλη του 19ου αιώνα , όταν την ενοποίησε ο Μπίσμαρκ.

Η ισορροπία συνήθως πηγάζει από τη διαδικασία ματαίωσης της προσπάθειας κάποιας συγκεκριμένης χώρας να κυριαρχήσει, όπως έγινε αργότερα με τη Συμφωνία της Ευρώπης, μια προσπάθεια, αυτήν τη φορά να αναχαιτισθεί η Γαλλία από τις άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, όταν απέκτησε υπερβολική ισχύ και δεν μπορούσε να τη διαχειριστεί με μετριοπάθεια.

( Η διατήρηση της ισχύος με μετριοπάθεια είναι κομβικό σημείο στην πολιτική μιας χώρας. Κάτι που δεν συναντάμε στην περίπτωση της Τουρκίας η οποία φέρεται αρκούντως αλαζονικά. Γιατί τι ήταν ο περίπλους του τουρκικού πολεμικού πλοίου μέσα στα ελληνικά χωρικά ύδατα, περίπλους που προκάλεσε απλώς μια γκρίνια μέσω των ΜΜΕ της Ωραίας Κοιμωμένης, Αθήνας. Τι άλλο από αλαζονεία είναι η έμπρακτη και με συμμαχική βοήθεια αυτές τις ημέρες αμφισβήτηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο;)

Στον κόσμο που εγκαινίασε ο Ρισελιέ, τα κράτη δεν περιορίζονταν πια από προσποιητούς ηθικούς κώδικες.. Αν το καλό του κράτους ήταν η ύψιστη αξία, καθήκον του ηγέτη του ήταν το μεγάλωμα και η προβολή της δόξας του. Οι ισχυρότεροι θα προσπαθούσαν να εξουσιάσουν και οι πιο αδύναμοι θα αντιστέκονταν ιδρύοντας συνασπισμούς για να  αυξήσουν τη δύναμή τους.

Αν ο συνασπισμός ήταν αρκετά δυνατός για να αποκρούσει τον επιτιθέμενο, αποτέλεσμα θα ήταν μια ισορροπία δυνάμεων. Αν όχι, κάποια χώρα θα αναλάμβανε ηγεμονικό ρόλο.

Με λίγα λόγια, η ισορροπία δυνάμεων αποτελεί μια διευθέτηση υποθέσεων με τρόπο ώστε κανένα   κράτος να μην είναι σε θέση να ασκεί απόλυτο έλεγχο και κυριαρχία επι των άλλων.

Αυτή η ηγεμονική επιδίωξη είναι ο κύριος σκοπός της Τουρκίας στην περιοχή σήμερα. Αυτό ακριβώς διακυβεύεται στην περιοχή μας. Θα μπορέσει να υπάρξει μια διπλωματικού χαρακτήρα, έστω, συσπείρωση δυνάμεων που να αντιδράσει στην απειλούμενη ανατροπή της ισορροπίας στην περιοχή από την εν δυνάμει ευρισκομένη ακόμη ανάδυση της Τουρκίας ως περιφερειακής δύναμης, συνεπικουρούμενης από τις Ηνωμένες Πολιτείες;  Ή το μοιραίο θα συντελεσθεί;

Και αν είναι να συντελεσθεί το μοιραίο, μήπως θα πρέπει όχι μόνοι μας αλλά και με άλλους γείτονες να πείσουμε όσους ισχυρούς ενδιαφέρονται ότι η Τουρκία, με αναλλοίωτα τα χαρακτηριστικά που έχει σήμερα, όχι μόνο ως περιφερειακή δύναμη δεν μπορεί να λειτουργήσει αλλά θα αποτελεί δυναμικό πρόβλημα αποσταθεροποίησης της περιοχής;

Η ίδια η Τουρκία προσπαθεί να διατηρήσει τη φύση του καθεστώτος και της εθνοτικής ισορροπίας ή μάλλον ανισορροπίας που έχει στο εσωτερικό της και να αναδειχθεί τοπική δύναμη. Θεωρητικός αρωγός της πολιτικής προσπάθειάς της είναι η θεωρία του καθηγητή και συμβούλου του Ερντογάν, Αχμέτ Νταβούτογλου που χαρακτηρίσθηκε νεοοθωμανική.

Το εθνικό συμφέρον της Ελλάδος επιβάλει να μην κυριαρχήσει στην περιοχή καμιά δύναμη.

Επιδιώκοντας αυτό ως αντικειμενικό σκοπό, θα μπορούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες της σε οποιονδήποτε συνδυασμό εθνών με τις ίδιες ιδέες.

Αλλά εκείνο που παρατηρούμε είναι μια αναβάθμιση κύρους και ισχύος της γειτονικής Τουρκίας.

Αν οι δυτικές δυνάμεις συνειδητοποιήσουν σήμερα πως η τελευταία φορά που η ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή ανατράπηκε ήταν επι οθωμανικής αυτοκρατορίας, θα ανησυχήσουν για τον τουρκικό νεοοθωμανισμό και θα βοηθήσουν στη διατήρηση της ισορροπίας δυνάμεων στην περιοχή.

Το σκηνικό στην περιοχή μας θυμίζει, σε άλλη κλίμακα βέβαια και άλλη εποχή, τον …ψύχραιμο τρόπο με τον οποίο παρακολουθούσε η Βρετανία τη Γερμανία στο μεσοπόλεμο.

Οι ηγέτες της θεωρούσαν την καταπτοημένη Γαλλία σα μια δυνητικά κυρίαρχη δύναμη που έπρεπε να εξισορροπηθεί, ενώ τη Γερμανία, που επεδίωκε την αναθεώρηση της τάξης πραγμάτων την έβλεπαν σαν το αδικημένο κράτος που είχε ανάγκη από φίλους.

Το ίδιο γίνεται και τώρα με την Τουρκία. Το κύριο μέλημα της δύσης είναι το καλόπιασμά της γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα την αίσθηση στη γειτονική χώρα της ατιμωρισίας για ό,τι και αν κάνει.

Οι θεωρίες της ισορροπίας δυνάμεων θα έπρεπε να δείχνουν ξεκάθαρα πως μια μεγάλη και ισχυρή Γερμανία που συνόρευε ανατολικά με μικρά και αδύναμα κράτη συνιστούσε μια επικίνδυνη απειλή.

Κι σήμερα θα πρέπει να εθελοτυφλεί κανείς ώστε να μην αντιλαμβάνεται πως η Τουρκία αξιοποιεί το όποιο γεωπολιτικό της πλεονέκτημα και τις μειονότητες στα Βαλκάνια και όπου αλλού μπορεί, για να ελέγχει και να αποσταθεροποιεί χώρες και περιοχές.

Σήμερα επιδιώκει να διαδραματίσει ρόλο στη Μέση Ανατολή εκμεταλλευόμενη το κενό που έχει αφήσει η απουσία μιας εξισορροπιτικής, του Ισραήλ και των ΗΠΑ, δύναμης στην περιοχή. Το ίδιο θα επιδιώξει αύριο στα βαλκάνια εκμεταλλευόμενη μικρές ή μεγαλύτερες θρησκευτικές μειονότητες.

Και τότε θα είναι αργά. Όπως αργά ήταν όταν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις συνειδητοποίησαν ότι με τις ψευδαισθήσεις που καλλιεργούσαν για τις προθέσεις της Γερμανίας δεν γίνεται εξωτερική πολιτική.

Η εξωτερική πολιτική χτίζει στην άμμο όταν αγνοεί τις πραγματικές σχέσεις ισχύος και βασίζεται σε προφητείες για τις προθέσεις των άλλων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ισορροπίας δυνάμεων είναι το Συνέδριο της Βιέννης το οποίο συνήλθε το Σεπτέμβριο του 1814 για να σχεδιάσει το μεταπολεμικό κόσμο, τον κόσμο μετά την ήττα του Μεγάλου Ναπολέοντα.

Οι αρχιτέκτονες του Συνεδρίου της Βιέννης συνειδητοποίησαν ότι για να γνωρίσει ειρήνη και σταθερότητα η Κεντρική Ευρώπη, θα πρέπει να γκρεμίσουν ό,τι είχε χτίσει ο Ρισελιέ το 17ο αιώνα.

Εκείνος ήταν που είχε υποθάλψει μια αδύναμη, τεμαχισμένη Κεντρική Ευρώπη, προσφέροντας στη Γαλλία το μόνιμο πειρασμό του να καταπατήσει τα εδάφη της και να τη μετατρέψει σε γήπεδο αθλοπαιδιών για το γαλλικό στρατό.

Έτσι οι πολιτικοί στη Βιέννη αποφάσισαν να σταθεροποιήσουν αλλά όχι να ενοποιήσουν τη Γερμανία.

«Έχει μεγαλύτερη σημασία να εξαλείφουμε τις διεκδικήσεις των άλλων παρά να επιμένουμε στις δικές μας», έγραφε ο Μέτερνιχ, η ψυχή του Συνεδρίου της Βιέννης σε έναν αυστριακό διπλωμάτη.

Η Realpolitik

Μπίσμαρκ

Εκείνο που προσιδιάζει περισσότερο στην τουρκική πολιτική είναι η Realpolitik, μια έννοια που καθιερώθηκε κυρίως μετά το Συνέδριο της Βιέννης για να περιγράψει την πολιτική του Πρώσου Μπίσμαρκ.

Ο Μπίσμαρκ αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση πολιτικού που υπογραμμίζει τη σημασία του υποκειμενικού παράγοντα στην ιστορία. Της σημασίας δηλαδή που διαδραματίζουν τα πρόσωπα στην ιστορία.

Ο Μπίσμαρκ, άσκησε πολύ καλά την Realpolitik αλλά οι απαιτήσεις για να ασκήσεις μια τέτοια πολιτική είναι τόσο πολλές ώστε οι διάδοχοί του δεν τα κατάφεραν.

Τηρουμένων των αναλογιών ο Ερντογάν σήμερα ακροβατεί με επιτυχία στο τεντωμένο σκοινί μεταξύ ισλαμιστών και στρατιωτικών στο εσωτερικό της Τουρκίας, και χειρίζεται επιδέξια τις λεπτές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή που είναι αμφίβολο αν με την ίδια επιτυχία θα τα κατάφερνε ένας διάδοχός του.

Η Realpolitik είναι η πολιτική που ακολουθεί μια χώρα η οποία ναι μεν δεν εγκαταλείπει την αρχή της ισορροπίας δυνάμεων αλλά για τους άλλους. Για να πετύχει η ισορροπία δυνάμεων που επιδιώκει η χώρα, πρέπει η ίδια να αποκτήσει ισχύ, την οποία βεβαίως θα διαχειριστεί με μετριοπάθεια, ευφυία και σύνεση.

Αυτήν την πολιτική ακολούθησε ο Μπίσμαρκ και πέτυχε, ενοποιώντας τη Γερμανία. Αυτήν την πολιτική, όμως, δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν οι διάδοχοί του, διότι δεν είχαν την ίδια πολιτική οξύνοια με τον ίδιο και διοχέτευσαν την ισχύ της χώρας τους στον καταστροφικό Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Αυτήν την πολιτική θέλει να ακολουθήσει ο Ταγίπ Ερντογάν και οι εξελίξεις, μέχρι τώρα δείχνουν να τον ευνοούν.

Το αν έχει την οξύνοια και τη δυνατότητα να την ολοκληρώσει είναι ακόμη νωρίς να το δούμε.

Εκείνο που είναι βέβαιο, είναι ότι οι προθέσεις πια δεν κρύβονται.

Το κακό είναι ότι οι ψευδαισθήσεις των άλλων χωρών περισσεύουν είτε από αδυναμία είτε από απροθυμία να μπουν σε μια περιπέτεια επαναπροσδιορισμού των ισορροπιών της περιοχής στη βάση της αρχής της ισορροπίας δυνάμεων και όχι της Realpolitik.

Σύγχρονος του Μπίσμαρκ ήταν ο Γάλλος βασιλιάς Ναπολέων ο ΙΙΙ, ο οποίος με την πολιτική του διευκόλυνε την ένωση της Γερμανίας, κάτι που αποτελούσε μόνιμη γαλλική προσπάθεια να μην επιτευχθεί διότι θα αποτελούσε το μεγαλύτερο κίνδυνο για τη Γαλλία όπως και αποδείχθηκε.

Η πολιτική του Μπίσμαρκ δεν είχε ποτέ την υποστήριξη κάποιας σημαντικής ομάδας ψηφοφόρων. Πολύ δημοκρατική για τους συντηρητικούς, απολυταρχική για τους φιλελεύθερους και περισσότερο από όσο έπρεπε προσανατολισμένη προς την πολιτική της ισχύος για τους νομιμόφρονες, η νέα Γερμανία ήταν φτιαγμένη από μια μεγαλοφυία που σκόπευε να ελέγξει τις δυνάμεις τις οποίες είχε απελευθερώσει, εξωτερικές και εσωτερικές, με τον κατάλληλο χειρισμό των ανταγωνισμών τους– μια τεχνική που αυτός έπαιζε στα δάκτυλα, η οποία, όμως αποδείχτηκε πολύ δύσκολη για τους διαδόχους του.

Ο Μπίσμαρκ ισχυριζόταν ότι η ισχύς παρείχε τη δική της νομιμοφροσύνη. Οι Πρώσσοι συντηρητικοί με τους οποίους ήρθε σε ρήξη αντέτειναν ότι η νομιμοφροσύνη αντιπροσώπευε μια αξία που δεν μπορούσε να μετρηθεί με γνώμονα την ισχύ.

Ο Μπίσμαρκ πίστευε πως μια σωστή εκτίμηση της ισχύος εμπεριείχε και ένα δόγμα αυτοπεριορισμού.

Οι συντηρητικοί επέμεναν ότι τελικά μόνο οι ηθικές αρχές μπορούσαν σε τελευταία ανάλυση να θέσουν φράγμα στις διεκδικήσεις που απέρρεαν από την ισχύ.

Η μετατροπή της ισχύος σε μοναδικό κριτήριο ανάγκασε με τον καιρό, όλα τα έθνη να συμμετάσχουν στις κούρσες εξοπλισμού και να ασκήσουν εξωτερικές πολιτικές αναμέτρησης.

Μέτερνιχ

Το σύστημα Μέτερνιχ (το σύστημα της ισορροπίας δυνάμεων) προσπαθούσε να επιφέρει αλλαγές περισσότερο μέσω ευρωπαϊκών συνεδρίων, παρά με μια εξωτερική πολιτική απειλών και ανταπειλών.

Ο Μπίσμαρκ ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που θα διαφωνούσε με την αποτελεσματικότητα μιας ηθικής συναίνεσης. Γι αυτόν, όμως, ήταν απλώς ένα από τα πολλά στοιχεία δύναμης. Η σταθερότητα της διεθνούς τάξης εξαρτιόταν από αυτήν τη λεπτή διαφορά.

Η ευθύνη των πολιτικών έχει περισσότερο να κάνει με την επίλυση προβλημάτων παρά με την ενατένισή τους, λέει ο Κίσσινγκερ. Για ηγέτες που δεν μπορούν να διαλέξουν μια από τις εναλλακτικές τους λύσεις , η περίσκεψη γίνεται άλλοθι για την απραξία.

Ο Ναπολέων ΙΙΙ , είχε πειστεί για τη σοφία της αδράνειας, προσφέροντας έτσι τη δυνατότητα στην Πρωσία και την Αυστρία να ρυθμίσουν το μέλλον των δουκάτων του Έλβα.

Ο Ναπολέων αντιπροσώπευε την τάση της μεταφοράς της πολιτικής στις δημόσιες σχέσεις.

Ο Μπίσμαρκ αντικαθρέπτιζε την τάση της ταύτισης της πολιτικής με την ανάλυση της ισχύος.

Σύμφωνα με τον Κίσσινγκερ, πάντα, ο λαός μακροπρόθεσμα δεν σέβεται τους ηγέτες που καθρεφτίζουν τις δικές του ανασφάλειες ή βλέπουν μόνο τα συμπτώματα των κρίσεων και όχι τις μακροχρόνιες τάσεις.

Ο ρόλος του ηγέτη είναι να πάρει επάνω του το βάρος της δράσης με βάση την εμπιστοσύνη στη δική του εκτίμηση για το που πηγαίνουν τα πράγματα και πως μπορούν να επηρεαστούν.

Αν δεν το κατορθώσει, οι κρίσεις θα πολλαπλασιασθούν, κάτι που αποτελεί έναν άλλο τρόπο για να πει κανείς ότι ένας ηγέτης έχει χάσει τον έλεγχο των γεγονότων.

Ο Ναπολέων αποδείχτηκε τελικά πρόδρομος ενός παράξενου σύγχρονου φαινομένου- η πολιτική μορφή που απεγνωσμένα αγωνίζεται να προσδιορίσει τι είναι αυτό που θέλει ο λαός, για να καταλήξει κάποια στιγμή στο χώρο των ανεπιθύμητων, αν όχι αυτών που ο λαός μισεί.

Του Μπίσμαρκ δεν του έλειπε η αυτοπεποίθηση για να ενεργεί με βάση την κρίση του. Ανέλυσε με λαμπρό τρόπο την πραγματικότητα και τις ευκαιρίες της Πρωσίας.

Έχτισε με τόση προσοχή τη Γερμανία, ώστε η χώρα που δημιούργησε επέζησε μετά από δύο παγκόσμιους πολέμους, δύο κατοχές από ξένα στρατεύματα και επι δύο γενιές σαν μια διαιρεμένη χώρα.

Εκεί που απέτυχε ο Μπίσμαρκ ήταν στο ότι καταδίκασε την κοινωνία του σε μια πολιτική που θα μπορούσε να εφαρμοστεί μόνο αν εμφανιζόταν μια μεγαλοφυία σε κάθε γενιά. Είναι κάτι που σπάνια συμβαίνει. Με αυτή την έννοια ο Μπίσμαρκ δεν καλλιέργησε μόνο τους σπόρους των επιτευγμάτων της πατρίδας του αλλά και των τραγωδιών του 20ου αιώνα.

Που αλλού ταιριάζουν η Γερμανία του μεσοπολέμου και η Τουρκία

Η ωμή δύναμη είχε γίνει έμμονη ιδέα για τη Γερμανία. Ο λόγος ήταν ότι σε αντίθεση με τα άλλα κράτη έθνη η Γερμανία δεν είχε κάποιο ολοκληρωμένο φιλοσοφικό πλαίσιο. Κανένα από τα ιδεώδη που είχαν διαμορφώσει το σύγχρονο κράτος έθνος στην υπόλοιπη Ευρώπη δεν υπήρχε στο οικοδόμημα του Μπίσμαρκ, ούτε η έμφαση της Μεγάλης Βρετανίας στις παραδοσιακές ελευθερίες, ούτε η έκκληση της γαλλικής επανάστασης για μια παγκόσμια ελευθερία, ούτε καν ο καλοπροαίρετος οικουμενικός ιμπεριαλισμός της Αυστρίας.

Σεπτεμβριανά

Το ίδιο και με την Τουρκία. Δεν υπάρχει ένα φιλοσοφικό υπόβαθρο στη συγκρότηση του  τουρκικού κράτους.

Αποτέλεσε μια αναγκαιότητα, όπως τη συνέλαβε ο Κεμάλ Ατατούρκ, και το συγκρότησε με τη βοήθεια του στρατού, ουσιαστικά καταπιέζοντας διάφορες μειονότητες και εθνότητες από ένα ισχυρό στρατιωτικό σώμα και από μια γραφειοκρατία εμποτισμένη από αυταρχικές και ολοκληρωτικές αντιλήψεις.

Το Ράιχ του Μπίσμαρκ ήταν ένα εφεύρημα, όντας πρώτα από όλα μια μεγαλύτερη Πρωσία, πρωταρχικό μέλημα της οποίας ήταν η αύξηση της δύναμής της.

Η Τουρκία του Κεμάλ ήταν επίσης ένα δικό του εφεύρημα. Ο τουρκικός λαός ήταν μειονότητα στο χώρο του ο οποίος ήθελε να κυριαρχήσει πάνω σε άλλους λαούς με φωτιά και τσεκούρι.

Η απουσία πνευματικών ριζών ήταν ένα από τα κύρια αίτια έλλειψης στόχων της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής.

Μια ανάλογη απουσία περιορίζει την τουρκική εξωτερική πολιτική στην ωμή βία και στη δύναμη κυριαρχίας. Δεν υπάρχει καμιά πνευματική αναφορά στο τι μπορεί να πρεσβεύει η Τουρκία σήμερα πέραν μιας δύναμης στη  περιοχή.

Παρόλο που η αυτοκρατορία του Μπίσμαρκ ήταν η ισχυρότερη δύναμη της ηπειρωτικής Ευρώπης, οι Γερμανοί ηγέτες πάντα ένοιωθαν μια ακαθόριστη απειλή, γεγονός που μαρτυρούσε το πάθος τους για την πολεμική ετοιμότητα.

Οι Γερμανοί στρατιωτικοί προγραμματιστές πάντοτε σκέφτονταν μέσα σε πλαίσια ταυτόχρονης αντιμετώπιση ενός συνδυασμού όλων των γειτόνων της Γερμανίας ταυτόχρονα.

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ανάλογα σκέφτεται και πράττει η Τουρκία.

Προετοιμαζόμενοι για το σενάριο της χειρότερης δυνατής περίπτωσης, βοήθησαν στο να γίνει πραγματικότητα.

Και αυτό γιατί μια Γερμανία αρκετά δυνατή για να νικήσει όλους μαζί τους γείτονές της, προφανώς θα μπορούσε να συντρίψει οποιονδήποτε από αυτούς κατά μόνας.

Αυτό επιδιώκει και η Τουρκία.

Βλέποντας το στρατιωτικό κολοσσό στα σύνορά τους, οι γείτονες της Γερμανίας ενώθηκαν σε ένα κοινό μέτωπο αμοιβαίας προστασίας μετουσιώνοντας τη γερμανική αναζήτηση ασφάλειας σε παράγοντα ανασφάλειάς της.

Εδώ είναι η πρόκληση για τους γείτονες της Τουρκίας: Πως θα κατορθώσουν να περιορίσουν τη δύναμή της, να διαμορφώσουν μια ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή χωρίς την κυριαρχία καμιάς δύναμης και ταυτόχρονα να μην δημιουργήσουν αισθήματα ανασφάλειας στην Τουρκία.

Στόχος που απαιτεί πολιτικούς με μεγάλη ικανότητα.

ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ

Συνθήκη των Βερσαλιών

Την επαύριον του Α!Π.Π. οι σύμμαχοι συναντήθηκαν στις Βερσαλλίες για να ρυθμίσουν τη νέα παγκόσμια τάξη μετά την ήττα της αυτοκρατορικής Γερμανίας.

Πρωταγωνιστική μορφή αποτέλεσε ο αμερικανός πρόεδρος Γούντροου Ουίλσον και οι απόψεις του για τη συλλογική ασφάλεια.

Για τον Ουίλσον η αιτιολογία του διεθνούς ρόλου της Αμερικής ήταν μεσσιανικού χαρακτήρα: Η Αμερική δεν είχε υποχρέωση να διατηρήσει την ισορροπία δυνάμεων,

αλλά να διαδώσει τις αρχές της σε όλο τον κόσμο. Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Ουίλσον, η Αμερική αναδύθηκε ως ο βασικός παίκτης στις διεθνείς υποθέσεις διακηρύσσοντας αρχές οι οποίες ενώ για τον αμερικανικό τρόπο σκέψης αποτελούσαν κοινό τόπο, στους διπλωμάτες του Παλιού Κόσμου φάνταζαν σαν επαναστατική εκτροπή.

Περιεχόμενο αυτών των αρχών ήταν ότι η ειρήνη εξαρτάται από την εξάπλωση της δημοκρατίας, ότι τα κράτη θα έπρεπε να κρίνονται με τα ίδια ηθικά κριτήρια με τα οποία κρίνονται τα άτομα και ότι το εθνικό συμφέρον ταυτίζεται με την επιδίωξη για ένα οικουμενικό σύστημα δικαίου.

Ο Ουίλσον υπήρξε ο εμπνευστής του οράματος ενός οικουμενικού διεθνούς οργανισμού, της Κοινωνίας των Εθνών, ο οποίος θα ήταν επιφορτισμένος με το καθήκον της διατήρησης της ειρήνης μέσω της συλλογικής ασφάλειας και όχι μέσω διαφόρων συμμαχιών.

Όπως αναλύει ο Κίσιγκερ στο βιβλίο του «Διπλωματία», η αδυναμία της συλλογικής ασφάλειας βρίσκεται στο ότι τα συμφέροντα σπανίως είναι κοινά και ότι η ασφάλεια σπανίως είναι ενιαία. Τα μέλη ενός γενικού συστήματος συλλογικής ασφάλειας έχουν έτσι περισσότερες πιθανότητες να συμφωνήσουν στο να μην κάνουν τίποτε, παρά στο να δράσουν από κοινού.

Στη μεταγενέστερη αμερικανική ορολογία, οι συμμαχίες στις οποίες συμμετείχε η Αμερική, όπως το ΝΑΤΟ, χαρακτηρίζονταν συνήθως ως όργανα συλλογικής ασφάλειας. Δεν ήταν, όμως, αυτή και η αρχική έννοια του όρου, επειδή στην ουσία, οι ιδέες της συλλογικής ασφάλειας και των συμμαχιών είναι εκ διαμέτρου αντίθετες.

Οι παραδοσιακές συμμαχίες στόχευαν σε συγκεκριμένες απειλές και καθόριζαν ακριβείς υποχρεώσεις για συγκεκριμένες ομάδες χωρών που τις συνέδεαν κοινά εθνικά συμφέροντα ή θέματα αμοιβαίας ασφάλειας.

Η συλλογική ασφάλεια δεν προσδιορίζει καμιά συγκεκριμένη απειλή, δεν δίνει εγγυήσεις σε κανένα συγκεκριμένο έθνος ούτε προβαίνει σε διακρίσεις έναντι κανενός.

Θεωρητικά είναι σχεδιασμένη για να αντιστέκεται σε οποιαδήποτε απειλή κατά της ειρήνης από οποιονδήποτε και αν προέρχεται και σε οποιονδήποτε και αν απευθύνεται.

Οι συμμαχίες προϋποθέτουν πάντοτε έναν συγκεκριμένο δυνητικό αντίπαλο.

Η συλλογική ασφάλεια υπεραμύνεται αφηρημένα του διεθνούς δικαίου.

Δεν απαιτεί την ύπαρξη ενός συγκεκριμένου ενόχου.

Ο σκοπός μιας συμμαχίας είναι η δημιουργία μιας υποχρέωσης περισσότερο προβλέψιμης και ακριβούς παρά μια ανάλυση εθνικών συμφερόντων.

Η συλλογική ασφάλεια λειτουργεί ακριβώς με τον αντίθετο τρόπο. Αφήνει την εφαρμογή των αρχών της στην ερμηνεία συγκεκριμένων περιστάσεων όταν παρουσιάζονται, δίνοντας ακούσια ένα μεγάλο βάρος στη διάθεση της στιγμής και, κατά προέκταση, στην εθνική ισχυρογνωμοσύνη.

Η συλλογική ασφάλεια συνεισφέρει στην ασφάλεια μόνο αν όλα τα έθνη- ή τουλάχιστον όλα όσα έχουν σχέση με τη συλλογική άμυνα- έχουν σχεδόν ταυτόσημες απόψεις για τη φύση της πρόκλησης και είναι έτοιμα να κάνουν χρήση βίας ή να επιβάλουν κυρώσεις ανάλογα με τις ιδιομορφίες της κάθε υπόθεσης ανεξάρτητα από τα συγκεκριμένα προβλήματα που μπορεί να άπτονται των εθνικών συμφερόντων τους.

Μόνο αν εκπληρώνονται αυτές οι συνθήκες, μπορεί ένας παγκόσμιος οργανισμός να επιβάλει κυρώσεις ή να ενεργεί σαν διαιτητής σε διεθνείς υποθέσεις.

Κάπως έτσι είχε οραματιστεί ο Ουίλσον το ρόλο της συλλογικής ασφάλειας.

Στην εφαρμογή της Realpolitik, οι πολιτικοί αναλαμβάνουν το έργο συσχέτισης συγκεκριμένων συμφερόντων με άλλα γενικότερα μέσω μιας ισοστάθμισης κινήτρων και ποινών.

Κατά την Ουιλσονική άποψη οι πολιτικοί πρέπει να εφαρμόζουν οικουμενικές αρχές σε συγκεκριμένες υποθέσεις.

Στο τέλος η συλλογική ασφάλεια έπεσε θύμα της αδυναμίας της κεντρικής της δοξασίας – ότι όλα τα έθνη έχουν το ίδιο συμφέρον να αντισταθούν σε μια συγκεκριμένη επιθετική ενέργεια και ότι είναι έτοιμα να εκτεθούν στον ίδιο κίνδυνο για να την αποκρούσουν.

Η πείρα μας έχει δείξει ότι οι υποθέσεις αυτές είναι εσφαλμένες.

Καμιά επιθετική ενέργεια μεγάλης δύναμης δεν έχει κατανικηθεί ποτέ με την εφαρμογή της βασικής αρχής της συλλογικής ασφάλειας.

Είτε η παγκόσμια κοινότητα έχει αρνηθεί να κρίνει την ενέργεια ως επιθετική είτε έχει διαφωνήσει στο θέμα των κυρώσεων.

Και αν επιβάλλονταν κυρώσεις, αναπόφευκτα αντικατόπτριζαν το χαμηλότερο κοινό παρονομαστή, με αποτέλεσμα να αποδεικνύονται τις περισσότερες φορές τόσο αναποτελεσματικές ώστε να κάνουν μεγαλύτερο κακό παρά καλό.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΥΤΑΠΑΤΗΣ

Η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία προτίμησαν να αφήσουν το γερμανικό επανεξοπλισμό να πάρει το δρόμο του επειδή στην κυριολεξία δεν ήξεραν τι άλλο να κάνουν.

Η Μεγάλη Βρετανία δεν ήταν ακόμη έτοιμη να εγκαταλείψει τη συλλογική ασφάλεια και την Κοινωνία των Εθνών, ενώ η Γαλλία είχε χάσει τόσο πολύ το ηθικό της που δεν μπορούσε να ενεργήσει με βάση τα προαισθήματά της.

H Realpolitik διδάσκει ότι ανεξάρτητα από τα κίνητρα της Γερμανίας, οι σχέσεις της  με τους γείτονές της θα καθορίζονταν από τη σχετική τους δύναμη.

Η δύση θα έπρεπε να ξοδέψει λιγότερο χρόνο αναλύοντας τα κίνητρα της Γερμανίας του μεσοπολέμου.

Η Γαλλία αντιμετώπιζε τώρα την ίδια πρόκληση στην οποία είχε αντισταθεί ο Ρισελιέ πριν από 300 χρόνια- την προοπτική εχθρικών κυβερνήσεων σε όλα τα σύνορα.

Αντίθετα, όμως, με τον διαπρεπή προκάτοχό τους οι γαλλικές κυβερνήσεις της δεκαετίας του ’30 δίστασαν ανίκανες να αποφασίσουν τι φοβούνται περισσότερο- τους κινδύνους που αντιμετώπιζαν ή τα μέτρα τα οποία έπρεπε να λάβουν για να τους εξαλείψουν.

Μήπως με βάση όλα αυτά πρέπει να προβληματιστούμε και εμείς για τον δύσκολο γείτονά μας;

Διότι αν περάσει τη νοητή γραμμή του ανεκτού, τότε η σημερινή διαλλακτικότητα των γειτονικών χωρών μπορεί να μετατραπεί σε αδιαλλαξία. Αλλά τότε, μήπως θα είναι αργά;

 Ανιχνεύσεις

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ πλησιάζουν, ο τρόπος με τον οποίο θα δομηθούν αυτές οι επενδύσεις ενδέχεται να αποτελέσει πρότυπο για όσα θα ακολουθήσουν και να καταδείξει κατά πόσο μπορεί να λειτουργήσει αυτό το νέο μοντέλο συμμαχικών σχέσεων.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

 

Τον Νοέμβριο του περασμένου έτους, η Νότια Κορέα συμφώνησε να μεταφέρει 350 δισεκατομμύρια δολάρια στρατηγικών επενδύσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες με αντάλλαγμα χαμηλότερους δασμούς. Για μήνες, η δέσμευση αυτή δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένας εντυπωσιακός αριθμός στους τίτλους των ειδήσεων. Τώρα, όμως, τα κεφάλαια αρχίζουν να μεταφέρονται.

Η Σεούλ έχει ήδη αποστείλει τα πρώτα 2,4 δισεκατομμύρια δολάρια και έχει κατονομάσει τα έργα που θα χρηματοδοτήσει: μια μονάδα ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο, σχεδιασμένη να τροφοδοτεί κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης στο Τέξας, καθώς και οκτώ μεγάλους πυρηνικούς αντιδραστήρες που θα εγκαταστήσουν για πρώτη φορά κορεατικό σχέδιο αντιδραστήρα σε αμερικανικό έδαφος.

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ πλησιάζουν, ο τρόπος με τον οποίο θα δομηθούν αυτές οι επενδύσεις ενδέχεται να αποτελέσει πρότυπο για όσα θα ακολουθήσουν και να καταδείξει κατά πόσο μπορεί να λειτουργήσει αυτό το νέο μοντέλο συμμαχικών σχέσεων.

Αυτή η ανάλυση εξετάζει τι χρηματοδοτείται, πώς η Νότια Κορέα επιχειρεί να περιορίσει τους κινδύνους και ποια ζητήματα παραμένουν ακόμη ανοιχτά.

Οι πολυαναμενόμενες λεπτομέρειες σχετικά με το πρώτο κύμα επενδύσεων που συνδέεται με τη συμφωνία που επιτεύχθηκε μεταξύ της Νότιας Κορέας και των Ηνωμένων Πολιτειών τον περασμένο Νοέμβριο δημοσιοποιήθηκαν επιτέλους.

Η επίσημη ανακοίνωση του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Πόρων της Νότιας Κορέας (MOTIR) δείχνει ότι το πρώτο πακέτο επενδύσεων θα κατευθυνθεί:

  • στην κατασκευή ενός σταθμού ηλεκτροπαραγωγής συνδυασμένου κύκλου με φυσικό αέριο (Project Star),
  • στην κατασκευή οκτώ μεγάλων πυρηνικών αντιδραστήρων (Project Power),

ενώ το έργο ανάπτυξης αγωγού και εγκαταστάσεων υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στην Αλάσκα (Project North) θα υποβληθεί σε περαιτέρω αξιολόγηση.

Οι τελευταίες πληροφορίες δείχνουν ότι η πρώτη μεταφορά ύψους 2,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων έχει ήδη πραγματοποιηθεί για το έργο του σταθμού ηλεκτροπαραγωγής φυσικού αερίου.

Παρότι επικριτές στη Νότια Κορέα αμφισβητούν:

  • την εμπορική βιωσιμότητα των έργων,
  • την οικονομική τους αποδοτικότητα,
  • και την επάρκεια των μηχανισμών εποπτείας,

η επιλογή των έργων και η δομή της χρηματοδότησής τους υποδεικνύουν ότι η Σεούλ κατέβαλε σημαντική προσπάθεια ώστε να διαχειριστεί τους σχετικούς κινδύνους και παράλληλα να τηρήσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε τον Νοέμβριο του 2025.

Τα Έργα

Είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό το ευρύτερο πλαίσιο που περιβάλλει την πρόσφατη ανακοίνωση αυτών των έργων ώστε να γίνει αντιληπτή η κριτική που ασκείται προς τη νοτιοκορεατική κυβέρνηση.

Λίγες εβδομάδες πριν από την ανακοίνωση, ο Πρόεδρος Τραμπ προχώρησε σε μια σειρά δημοσίων δηλώσεων σχετικά με:

  • τις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις,
  • τη Βόρεια Κορέα,
  • και τα Στενά του Ορμούζ,

οι οποίες έμοιαζαν να συνδέονται με την επενδυτική δέσμευση που είχε αναλάβει η Σεούλ τον προηγούμενο Νοέμβριο.

Μάλιστα, τουλάχιστον μία δημοσιογραφική αναφορά υποστήριζε ότι η αμερικανική πλευρά άρχιζε να χάνει την υπομονή της με τον αργό ρυθμό υλοποίησης των νοτιοκορεατικών επενδύσεων και ότι οι δηλώσεις αυτές στόχευαν στην εξασφάλιση συγκεκριμένων αποτελεσμάτων.

Παρότι η κριτική προς την κορεατική κυβέρνηση μπορεί να θεωρηθεί εύλογη, η επιλογή των έργων και οι δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν δείχνουν ότι προηγήθηκε σημαντική επεξεργασία πριν γίνουν οι ανακοινώσεις.

Project Star (Μονάδα Ηλεκτροπαραγωγής Συνδυασμένου Κύκλου με Φυσικό Αέριο)

Τοποθεσία: Encinal, Τέξας
Συνολικό κόστος: 22,3 δισ. δολάρια

Το Project Star προβλέπει την κατασκευή και λειτουργία μονάδας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ισχύος 6.472 MW για την τροφοδοσία κέντρων δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης στην περιοχή Encinal του Τέξας.

Η μονάδα αξίας 22,3 δισ. δολαρίων θα ξεκινήσει να παρέχει ηλεκτρική ενέργεια το 2029 και θα φτάσει σε πλήρη επιχειρησιακή ικανότητα έως το 2032.

Στο έργο θα συμμετέχουν αρκετές μεγάλες διεθνείς εταιρείες, μεταξύ των οποίων:

  • Related Companies,
  • NextEra Energy,
  • Lewis Energy Group,

καθώς και ακόμη μη κατονομαζόμενες «ανταγωνιστικές κορεατικές εταιρείες», οι οποίες θα συμβάλουν σε όλα τα στάδια του έργου μέσω παροχής εξοπλισμού, μηχανολογικού σχεδιασμού, κατασκευών, τεχνικής υποστήριξης και συντήρησης.

Project Power (8 Μεγάλοι Πυρηνικοί Αντιδραστήρες)

Το Project Power αφορά επένδυση ύψους 120 δισεκατομμυρίων δολαρίων για:

  • δύο αντιδραστήρες APR1400 κορεατικού σχεδιασμού,
  • έξι αντιδραστήρες AP1000 σχεδιασμένους από τη Westinghouse.

Η ανακοίνωση αναφέρει ότι η κατασκευή θα πραγματοποιηθεί σε φάσεις.

Πρώτη φάση

Κατασκευή δύο αντιδραστήρων AP1000.

Δεύτερη φάση

  • Δύο αντιδραστήρες APR1400.
  • Δύο επιπλέον AP1000.

Το διάστημα μεταξύ των δύο φάσεων δεν θα υπερβεί τους έξι μήνες.

Τρίτη φάση

Κατασκευή των δύο τελευταίων AP1000.

Η συγκεκριμένη δομή επιτρέπει στη Νότια Κορέα να εγκαταστήσει τον δικό της σχεδιασμό πυρηνικού αντιδραστήρα (APR1400) στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ παράλληλα μοιράζεται τα οφέλη από την ανάπτυξη των αντιδραστήρων AP1000 της Westinghouse.

Οι δύο χώρες ελπίζουν ότι το Project Power θα δώσει νέα ώθηση στο προεδρικό εκτελεστικό διάταγμα για την πυρηνική ενέργεια, το οποίο στοχεύει στην έναρξη κατασκευής δέκα νέων μεγάλων πυρηνικών αντιδραστήρων έως το 2030.

Από το συνολικό ποσό:

  • 100 δισ. δολάρια θα καλύψουν το κόστος κατασκευής,
  • 20 δισ. δολάρια θα παραμείνουν ως αποθεματικό απρόβλεπτων δαπανών.

Επιπλέον, οι δύο πλευρές συμφώνησαν να επιτρέψουν προκαταβολικές πληρωμές έως 10 δισ. δολαρίων μέχρι το τέλος του έτους για εξοπλισμό μακράς προμήθειας.

Project North (Αγωγός και Τερματικός Σταθμός LNG στην Αλάσκα)

Το Project North είναι το πιο αμφιλεγόμενο από τα τρία έργα, καθώς η κατασκευή ενός αγωγού LNG μήκους 800 μιλίων (περίπου 1.287 χιλιομέτρων) και εγκαταστάσεων υγροποίησης σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον όπως η Αλάσκα καθιστά το έργο ιδιαίτερα απαιτητικό. Αυτό σημαίνει ότι το τελικό κόστος μπορεί να αποδειχθεί σημαντικά υψηλότερο από τις σημερινές εκτιμήσεις.

Υπάρχει επίσης ο κίνδυνος το έργο να μην ολοκληρωθεί εντός του προβλεπόμενου χρονικού ορίζοντα των 20 ετών για την έναρξη παραδόσεων LNG, γεγονός που θα απαιτούσε αναδιάρθρωση του χρηματοδοτικού σχήματος ώστε η νοτιοκορεατική κυβέρνηση να μπορέσει να ανακτήσει την επένδυσή της.

Η ζήτηση για LNG ενδέχεται επίσης να μεταβληθεί σημαντικά με την πάροδο του χρόνου, καθώς οι μακροπρόθεσμες συνθήκες της αγοράς παραμένουν αβέβαιες.

Ενδεικτικά, κατά τη δεκαετία του 2010, μεγάλες ενεργειακές εταιρείες που συμμετείχαν αρχικά στο έργο, όπως οι ExxonMobil, BP και ConocoPhillips, αποφάσισαν τελικά να μην συμμετάσχουν, επικαλούμενες οικονομικούς λόγους.

Η ανακοίνωση του Προέδρου Τραμπ σχετικά με τη συμμετοχή της Νότιας Κορέας στο έργο, η οποία αργότερα αμφισβητήθηκε από τον Πρόεδρο Λι Τζε-Μιούνγκ, φαίνεται να υποδηλώνει ότι το αναμενόμενο ύψος της νοτιοκορεατικής επένδυσης ανέρχεται σε 54 δισεκατομμύρια δολάρια.

Μέχρι στιγμής, η επίσημη ανακοίνωση της νοτιοκορεατικής πλευράς αναφέρει απλώς ότι οι δύο χώρες θα εξετάσουν το έργο πριν λάβουν οριστική απόφαση.

Η επιλογή και η κατάσταση των τριών αυτών έργων φαίνεται να επιβεβαιώνουν ότι η νοτιοκορεατική κυβέρνηση έχει προετοιμαστεί επαρκώς ώστε να εκπληρώσει τη συμφωνία που συνήφθη τον περασμένο Νοέμβριο, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι μόνο τα πλέον υποσχόμενα έργα θα προχωρήσουν.

Ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του επενδυτικού πακέτου είναι ότι μεγάλο μέρος των επενδύσεων επικεντρώνεται στις ενεργειακές υποδομές. Αυτό είναι μάλλον αναμενόμενο δεδομένης της τεράστιας ανάγκης για παραγωγή ενέργειας ώστε να καλυφθούν οι διαρκώς αυξανόμενες απαιτήσεις υπολογιστικής ισχύος της τεχνητής νοημοσύνης.

Απουσιάζουν από το παρόν πακέτο επενδύσεις που σχετίζονται με:

  • τη ναυπηγική βιομηχανία,
  • τους ημιαγωγούς,
  • τα φαρμακευτικά προϊόντα,
  • τα κρίσιμα ορυκτά,
  • την κβαντική πληροφορική,
  • και την τεχνητή νοημοσύνη.

Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι σε ορισμένους από αυτούς τους τομείς οι επενδύσεις έχουν ήδη πραγματοποιηθεί από τον ιδιωτικό τομέα, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των ημιαγωγών, ή ότι η Νότια Κορέα δεν διαθέτει ακόμη επαρκές συγκριτικό πλεονέκτημα κλίμακας, όπως στους τομείς της τεχνητής νοημοσύνης και της κβαντικής υπολογιστικής.

Οι επενδύσεις στη ναυπηγική φαίνεται να αποτελούν ξεχωριστό σκέλος του πρόσθετου επενδυτικού πακέτου των 150 δισεκατομμυρίων δολαρίων, γεγονός που σημαίνει ότι αναμένονται περισσότερες ανακοινώσεις τις επόμενες ημέρες.

Τέλος, είναι σημαντικό να ληφθούν υπόψη και οι πολιτικές προεκτάσεις αυτής της ανακοίνωσης από την οπτική των Νοτιοκορεατών φορολογουμένων.

Η διοχέτευση κρατικά χρηματοδοτούμενων επενδύσεων για τη δημιουργία θέσεων εργασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί πολιτικά όταν τα ίδια κεφάλαια θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για ανάγκες στο εσωτερικό της χώρας.

Με απλά λόγια, η επιχειρηματολογία υπέρ αυτών των επενδύσεων γίνεται πιο πειστική όσο πιο άμεσα και ορατά είναι τα οφέλη για τους Νοτιοκορεάτες φορολογουμένους.

Αυτό ενδέχεται να αποτελεί έναν από τους λόγους για τους οποίους η παρούσα δέσμη ανακοινώσεων επικεντρώθηκε κυρίως στις ενεργειακές υποδομές, δεδομένου ότι κρατικές εταιρείες όπως:

  • η Korea Electric Power Company (KEPCO),
  • και η Korea Hydro & Nuclear Power (KHNP),

κατέχουν δεσπόζουσα θέση στον συγκεκριμένο τομέα.

Χρηματοδότηση

Όπως προβλεπόταν στο Μνημόνιο Κατανόησης του Νοεμβρίου, οι επενδύσεις διοχετεύονται μέσω δύο οχημάτων ειδικού σκοπού (Special Purpose Vehicles – SPV):

  • του Investment Special Purpose Vehicle (I-SPV),
  • και του Project Special Purpose Vehicle (P-SPV).

Το πρώτο διαχειρίζεται η Korea-U.S. Strategic Investment Corporation σε συνεργασία με την αμερικανική κυβέρνηση και είναι υπεύθυνο για τη συγκέντρωση, κατανομή και αναδιανομή των κεφαλαίων προς και από τα επιμέρους P-SPV.

Η ετήσια συνεισφορά της νοτιοκορεατικής κυβέρνησης έχει οριστεί στα 20 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, με ανώτατο συνολικό όριο τα 200 δισεκατομμύρια δολάρια.

Το σημαντικό στοιχείο αυτής της συμφωνίας είναι ότι τα κεφάλαια που παρέχει η κορεατική κυβέρνηση αποτελούν ανακτήσιμη επένδυση διάρκειας 20 ετών.

Συγκεκριμένα, οι αποδόσεις που προκύπτουν από τα P-SPV μεταφέρονται κάθε χρόνο στο I-SPV και στη συνέχεια κατανέμονται ισόποσα μεταξύ των κυβερνήσεων της Νότιας Κορέας και των ΗΠΑ μέχρι να ανακτηθεί συνολικά το ποσό που αντιστοιχεί στη λεγόμενη «Τεκμαρτή Κατανομή» (Deemed Allocation).

Μετά την ανάκτηση αυτού του ποσού, η νοτιοκορεατική κυβέρνηση δικαιούται εγγυημένη απόδοση 10% επί της επένδυσης.

Σε περίπτωση που η Νότια Κορέα δεν καταφέρει να ανακτήσει το πλήρες ποσό της Τεκμαρτής Κατανομής εντός 20 ετών, οι δύο κυβερνήσεις μπορούν να διαπραγματευθούν τροποποιήσεις στον τρόπο κατανομής των αποδόσεων.

Με λίγα λόγια, το χρηματοδοτικό μοντέλο έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε η Νότια Κορέα να μπορεί να ανακτήσει ολόκληρο το επενδυμένο κεφάλαιο καθώς και τους σχετικούς τόκους.

Οι τόκοι θα υπολογίζονται με βάση την απόδοση των αμερικανικών κρατικών ομολόγων 20ετούς διάρκειας, προσαυξημένη κατά ένα επιπλέον περιθώριο (spread), το οποίο θα συμφωνείται ξεχωριστά για κάθε έργο.

Η συμφωνία περιλαμβάνει επίσης πρόβλεψη που απαιτεί από τις δύο πλευρές να παρέχουν προνομιακή μεταχείριση σε κορεατές προμηθευτές και αναδόχους έναντι αντίστοιχων ξένων προμηθευτών κατά την υλοποίηση των έργων.

Σύμφωνα με αρχικές πληροφορίες, το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών και η Τράπεζα της Κορέας σχεδίαζαν να συγκεντρώνουν έως και 20 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως μέσω:

  • των εσόδων από τόκους,
  • των μερισμάτων που προέρχονται από τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας,
  • και των ομολόγων εκφρασμένων σε δολάρια.

Πρόσφατα δημοσιεύματα φαίνεται να επιβεβαιώνουν τη συγκεκριμένη προσέγγιση.

Εάν αυτό ισχύει, η κυβέρνηση θα μπορέσει να διατηρήσει τη δημοσιονομική πειθαρχία χωρίς να επηρεάσει σημαντικά την αγορά συναλλάγματος.

Μέχρι τον Αύγουστο, τα συναλλαγματικά αποθέματα της Νότιας Κορέας ανέρχονταν σε περισσότερα από 442 δισεκατομμύρια δολάρια, αν και νεότερα στοιχεία δείχνουν μικρή μείωση κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Οι τοποθετήσεις της χώρας σε ξένα χρεόγραφα, συμπεριλαμβανομένων των αμερικανικών κρατικών ομολόγων, παρέμειναν σχετικά σταθερές στα περίπου 387 δισεκατομμύρια δολάρια.

Οι ετήσιες αποδόσεις αυτών των τοποθετήσεων θα κατευθύνονται στο στρατηγικό επενδυτικό ταμείο.

Εάν τα έσοδα από τόκους δεν επαρκούν για την κάλυψη του ετήσιου ορίου επένδυσης των 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων, η κυβέρνηση θα έχει τη δυνατότητα να εκδώσει επιπλέον ομόλογα για να καλύψει τη διαφορά.

Σχεδόν έναν χρόνο μετά το Κοινό Ενημερωτικό Δελτίο του 2025, η Νότια Κορέα έχει περάσει από τις γενικές δεσμεύσεις σε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες, ανακοινώνοντας το πρώτο σύνολο έργων που θα χρηματοδοτήσει και πραγματοποιώντας ήδη την πρώτη μεταφορά κεφαλαίων.

Μια αρχική αξιολόγηση της επιλογής των έργων και της χρηματοδοτικής δομής δείχνει ότι η Σεούλ προχώρησε σε ενδελεχή προετοιμασία.

Επέλεξε έργα με έμπειρους εταίρους και σαφή ζήτηση, διασφαλίζοντας παράλληλα μηχανισμούς προστασίας όπως:

  • η επιμερισμένη διαχείριση κινδύνου μεταξύ των έργων,
  • και ένα νομικά δεσμευτικό ετήσιο ανώτατο όριο δαπανών.

Οι κινήσεις αυτές αποδεικνύουν τόσο τη σοβαρότητα των προθέσεων της Νότιας Κορέας όσο και την επιθυμία της να εξασφαλίσει την επιτυχή ολοκλήρωση των έργων.

Αυτό είναι απολύτως λογικό, καθώς η δυνατότητα της χώρας να ανακτήσει τα επενδυμένα κεφάλαιά της και να αποκομίσει ενδεχομένως κέρδος εξαρτάται από την επιτυχία των συγκεκριμένων έργων.

Παρ’ όλα αυτά, πολλά ζητήματα παραμένουν ανοιχτά, μεταξύ των οποίων:

  • ο τρόπος κατανομής των υπόλοιπων κεφαλαίων,
  • η μορφή και η έκταση της συμμετοχής της Νότιας Κορέας στο έργο LNG της Αλάσκας,
  • καθώς και οι επενδύσεις στη ναυπηγική βιομηχανία.

Ωστόσο, η συμφωνία φαίνεται να διαθέτει πραγματική δυναμική σε μια περίοδο κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες εισέρχονται σε μια κρίσιμη φάση, καθώς οι ενδιάμεσες εκλογές βρίσκονται πλέον πολύ κοντά.

stimson.org

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή την πολυεθνική άσκηση «Ευνομία» και τη διαδρομή του ηλεκτρικού καλωδίου Great Sea Interconnector (GSI). Οι τουρκικές εφημερίδες συνδέουν ευθέως τη στρατιωτική άσκηση με τις ενεργειακές επιδιώξεις της Αθήνας, αποδίδοντάς της πολιτική και γεωστρατηγική σκοπιμότητα.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τουρκικός Τύπος για NAVTEX: «Πόλεμος στη Γαλάζια Πατρίδα» και «δοκιμασία ορίων» από την Αθήνα

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή την πολυεθνική άσκηση «Ευνομία» και τη διαδρομή του ηλεκτρικού καλωδίου Great Sea Interconnector (GSI). Οι τουρκικές εφημερίδες συνδέουν ευθέως τη στρατιωτική άσκηση με τις ενεργειακές επιδιώξεις της Αθήνας, αποδίδοντάς της πολιτική και γεωστρατηγική σκοπιμότητα. Από τον «πόλεμο των NAVTEX στη Γαλάζια Πατρίδα» μέχρι τις καταγγελίες περί «πρόκλησης» και «γεωπολιτικής δοκιμασίας ορίων», κυριαρχεί η εκτίμηση ότι η Ελλάδα επιχειρεί, με τη συμμετοχή της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας, να διαμορφώσει ένα ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας γύρω από το καλώδιο. Παράλληλα, επανέρχεται η πάγια τουρκική θέση περί προηγούμενου συντονισμού με την Άγκυρα για δραστηριότητες σε θαλάσσιες περιοχές που η ίδια διεκδικεί ως τμήμα της υφαλοκρηπίδας της.

Χουριέτ: «Προειδοποίηση της Άγκυρας στην Αθήνα: Εκείνη η περιοχή είναι δική μου»

Η αντιπαράθεση για τις NAVTEX αναδεικνύει, σύμφωνα με τη Χουριέτ⁠, τη βαθύτερη διαφωνία Αθήνας και Άγκυρας για τη δικαιοδοσία στην Ανατολική Μεσόγειο, με το ηλεκτρικό καλώδιο να αποτελεί το πραγματικό επίκεντρο της έντασης.

Στο δημοσίευμα της Ντουϊγκού Λέλογλου, με τίτλο «Προειδοποίηση της Άγκυρας στην Αθήνα: Εκείνη η περιοχή είναι δική μου», η εφημερίδα επισημαίνει ότι η πραγματοποίηση της «Ευνομίας» σε θαλάσσια περιοχή που συμπίπτει σε μεγάλο βαθμό με τη σχεδιαζόμενη διαδρομή του GSI επαναφέρει στο προσκήνιο τη διαμάχη για τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει η Χουριέτ στη χρονική συγκυρία και στη σύνθεση της άσκησης, υπογραμμίζοντας ότι οι τέσσερις συμμετέχουσες χώρες εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα στο έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης. Μεταφέρει, επίσης, την εκτίμηση του ελληνικού Τύπου ότι η άσκηση συνιστά μήνυμα προς την Τουρκία.

Το ουσιαστικότερο σημείο της ανάλυσής της αφορά, ωστόσο, τη διάκριση ανάμεσα στην άδεια και στον προηγούμενο συντονισμό, όπως την αντιλαμβάνεται η Άγκυρα.

Η εφημερίδα διευκρινίζει ότι «η προσδοκία της Άγκυρας δεν είναι να ζητήσει άδεια η ανάδοχος εταιρεία, αλλά η Γαλλία, ως κράτος σημαίας, να διασφαλίσει τον συντονισμό μέσω διπλωματικών διαύλων, πριν αρχίσουν οι έρευνες στη διαδρομή που επικαλύπτει την τουρκική υφαλοκρηπίδα».

Με αυτή τη διατύπωση, η Χουριέτ επιχειρεί να μετατοπίσει τη συζήτηση από το ζήτημα της τουρκικής άδειας, την οποία απορρίπτει κατηγορηματικά η Αθήνα, στο ζήτημα της προηγούμενης διπλωματικής συνεννόησης με την Άγκυρα.

Παράλληλα, η εφημερίδα εντάσσει τη συμμετοχή της γαλλικής εταιρείας Meridiam και την πολυεθνική άσκηση στην προσπάθεια της Ελλάδας να εξασφαλίσει την προστασία των ενεργειακών υποδομών της, υποστηρίζοντας ότι αποτελούν μέρος των μέτρων ασφαλείας που λαμβάνει η Αθήνα.

Νεφές: «Πόλεμος NAVTEX στη Γαλάζια Πατρίδα»

Σε σαφώς πιο συγκρουσιακό τόνο, η Νεφές⁠ παρουσιάζει την αντιπαράθεση ως αναμέτρηση για το ποιος έχει τον έλεγχο της επίμαχης θαλάσσιας περιοχής, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο πολιτικό μήνυμα της τουρκικής αντίδρασης.

Με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Πόλεμος NAVTEX στη Γαλάζια Πατρίδα», η εφημερίδα ερμηνεύει την τουρκική αντι-NAVTEX ως μήνυμα προς την Αθήνα ότι «μόνο εγώ μπορώ να δώσω άδεια για αυτή την περιοχή».

Σύμφωνα με τη Νεφές, η Άγκυρα, κηρύσσοντας άκυρη την ελληνική NAVTEX και επαναλαμβάνοντας τη δική της ναυτική οδηγία από τον σταθμό της Αττάλειας, επιδιώκει να καταστήσει σαφές ότι «εδώ αρμόδιος είμαι εγώ».

Το ενδιαφέρον του δημοσιεύματος βρίσκεται κυρίως στην ερμηνεία του σκοπού της άσκησης. Κάτω από τον χαρακτηριστικό μεσότιτλο «Ο πραγματικός σκοπός της άσκησης είναι το έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης», η εφημερίδα συνδέει την «Ευνομία» με τη σχεδιαζόμενη διαδρομή του καλωδίου Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ.

Η Νεφές υιοθετεί έτσι την αντίληψη ότι η στρατιωτική δραστηριότητα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το ενεργειακό έργο και τις ευρύτερες γεωπολιτικές επιδιώξεις στην περιοχή.

Επικαλείται, μάλιστα, την ελληνική εφημερίδα Τα Νέα, μεταφέροντας την εκτίμηση ότι «πρόκειται για μια απλή άσκηση, η οποία όμως αποκτά γεωπολιτική σημασία εξαιτίας της διαδρομής της».

Μιλιέτ: «Η απάντηση της Τουρκίας στο παιχνίδι των NAVTEX»

Ως προσπάθεια της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας να κατοχυρώσουν μέσω ναυτικών οδηγιών διεκδικήσεις που η Άγκυρα θεωρεί παράνομες παρουσιάζει την υπόθεση η Μιλιέτ⁠, υιοθετώντας τη ρητορική περί «Γαλάζιας Πατρίδας».

Με τίτλο «Η απάντηση της Τουρκίας στο παιχνίδι των NAVTEX», η εφημερίδα χαρακτηρίζει την ελληνική και κυπριακή δραστηριότητα ως μέρος ενός ευρύτερου παιχνιδιού αμφισβήτησης των τουρκικών θαλάσσιων διεκδικήσεων.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στην αναφορά της τουρκικής NAVTEX για την ονομασία «Κύπρος», την οποία χρησιμοποιεί η Κυπριακή Δημοκρατία στις ναυτικές της αναγγελίες.

Η Μιλιέτ αναπαράγει τη θέση της Άγκυρας ότι η συγκεκριμένη ονομασία δεν ταυτίζεται με το κράτος που ιδρύθηκε το 1960, προβάλλοντας παράλληλα την τουρκική προειδοποίηση πως «οι προσπάθειες νομιμοποίησης παράνομων διεκδικήσεων μέσω αναγγελιών NAVTEX είναι άκυρες και δεν έχουν γίνει ούτε πρόκειται να γίνουν αποδεκτές από την Τουρκία».

Η προσέγγιση της εφημερίδας διευρύνει έτσι την αντιπαράθεση πέρα από το GSI, συνδέοντάς την και με το Κυπριακό, καθώς η Άγκυρα αμφισβητεί τη δυνατότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας να εκπροσωπεί ολόκληρο το νησί.

Ακσάμ: «Προκλητική κίνηση από την Ελλάδα – Κοινή πρόκληση της Αθήνας με τρεις χώρες»

Την άσκηση «Ευνομία» ως συντονισμένη πολιτική και στρατιωτική κίνηση με γεωπολιτικές προεκτάσεις παρουσιάζει η Ακσάμ⁠, η οποία επιλέγει έναν ιδιαίτερα επιθετικό τίτλο, χαρακτηρίζοντας τη συνεργασία των τεσσάρων χωρών «κοινή πρόκληση».

Στο δημοσίευμα, που βασίζεται σε πληροφορίες του τουρκικού πρακτορείου Ανατολή και της ελληνικής εφημερίδας Τα Νέα, προβάλλεται η εκτίμηση ότι η χρονική επιλογή της άσκησης δεν είναι τυχαία.

Η Ακσάμ αναπαράγει ειδικότερα την άποψη ότι «η επιλογή πλοίου υπό γαλλική σημαία, η συμμετοχή της γαλλικής εταιρείας Meridiam στο έργο και η πραγματοποίηση της άσκησης Ευνομία δημιουργούν ένα πλέγμα προστασίας σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο».

Η συγκεκριμένη αναφορά αποτελεί το βασικό ερμηνευτικό στοιχείο του δημοσιεύματος: η στρατιωτική συνεργασία, η παρουσία της Γαλλίας και η συμμετοχή ευρωπαϊκών εταιρειών εμφανίζονται ως αλληλοσυμπληρούμενα μέσα για την προώθηση του GSI.

Χαμπέρ 7: «Γεωπολιτική δοκιμασία ορίων από την Αθήνα; Επικίνδυνη πρόκληση στη Μεσόγειο»

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και το Χαμπέρ 7⁠, το οποίο προσεγγίζει την πολυεθνική άσκηση ως ενδεχόμενη δοκιμασία των γεωπολιτικών ορίων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Με τίτλο «Γεωπολιτική δοκιμασία ορίων από την Αθήνα; Επικίνδυνη πρόκληση στη Μεσόγειο», το δημοσίευμα του Φατίχ Γιοντζαλίκ, που επικαλείται το πρακτορείο Ανατολή, δίνει έμφαση στη χωροθέτηση της άσκησης πάνω στη διαδρομή του σχεδιαζόμενου ηλεκτρικού καλωδίου.

Ο χαρακτηρισμός «γεωπολιτική δοκιμασία ορίων» υποδηλώνει την ερμηνεία ότι η Αθήνα επιχειρεί να δοκιμάσει στην πράξη τα περιθώρια αντίδρασης της Άγκυρας, αξιοποιώντας τη συμμετοχή άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την αρχή της κοσμικότητας του κράτους.

Δημοσιεύτηκε

στις

Το Αζερμπαϊτζάν είναι ένα από τα πιο κοσμικά κράτη με μουσουλμανική πλειονότητα στον κόσμο, γεγονός που αποτελεί κληρονομιά του σοβιετικού παρελθόντος του.
Περίπου το 96% έως 98% του πληθυσμού του αυτοπροσδιορίζεται ως μουσουλμανικό, ωστόσο το Σύνταγμά του διατηρεί τη θρησκεία διαχωρισμένη από τους κρατικούς θεσμούς.
Τον Σεπτέμβριο του 2026, το Υπουργικό Συμβούλιο αυστηροποίησε τους κανόνες σχετικά με τη σχολική στολή. Οι διατάξεις αυτές αφορούν επίσης το σύνολο του προσωπικού, συμπεριλαμβανομένων των εκπαιδευτικών.
Η εφαρμογή των μέτρων άρχισε στις αρχές Οκτωβρίου του 2026. Μαθήτριες που φορούσαν χιτζάμπ εμποδίστηκαν να εισέλθουν στα σχολεία. Σε εκπαιδευτικούς ζητήθηκε να αφαιρέσουν τη μαντίλα τους ή να παραιτηθούν.
Έως τις 12 Οκτωβρίου, οι αρχές είχαν προχωρήσει σε δεκάδες συλλήψεις στο Μπακού, έπειτα από διαδηλώσεις που σημαδεύτηκαν από συγκρούσεις και απόπειρες αποκλεισμού της κυκλοφορίας.
Η αντιπαράθεση έχει πλέον προκαλέσει διπλωματικές εντάσεις με την Τουρκία, έναν από τους στενότερους συμμάχους του Αζερμπαϊτζάν.
Ο Οκτάι Σαράλ, σύμβουλος του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, καταδίκασε τους περιορισμούς που επιβάλλονται στις μαθήτριες που φορούν μαντίλα, υποστηρίζοντας ότι η χιτζάμπ αποτελεί θρησκευτική υποχρέωση και ζητώντας την κατάργηση των μέτρων.
Αρκετοί βουλευτές του κυβερνώντος τουρκικού κόμματος AKP επέκριναν επίσης τα συγκεκριμένα μέτρα.
Στις 13 Οκτωβρίου, το κυβερνών κόμμα του Αζερμπαϊτζάν, υπό την ηγεσία του προέδρου Ιλχάμ Αλίεφ, αντέδρασε έντονα, χαρακτηρίζοντας τις δηλώσεις αυτές «λαϊκιστικές και ανεύθυνες» και καταγγέλλοντας παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας.
Το Μπακού υπενθύμισε ότι η φιλία μεταξύ των δύο εθνών δεν παρέχει σε καμία από τις δύο πλευρές το δικαίωμα να επιβάλλει στην άλλη τις θρησκευτικές ή πολιτικές της πεποιθήσεις.
Ωστόσο, στον δημόσιο χώρο, ο καθένας εξακολουθεί να είναι ελεύθερος να ντύνεται σύμφωνα με τις πεποιθήσεις και τις προσωπικές του επιλογές.
Έτσι, σε αυτή τη χώρα με τη συντριπτική μουσουλμανική πλειονότητα, η κοσμικότητα του κράτους επιβάλλεται χωρίς να υπαγορεύει στους πολίτες πώς θα ντύνονται στον δρόμο. Πρόκειται για μια διάκριση την οποία το Αζερμπαϊτζάν προτίθεται να διαφυλάξει.
Το Αζερμπαϊτζάν διατηρεί ιδιαίτερα στενές στρατηγικές σχέσεις με το Ισραήλ, αποτελώντας έναν από τους σημαντικότερους εταίρους του στον μουσουλμανικό κόσμο.
Οι δύο χώρες συνεργάζονται, μεταξύ άλλων, στους τομείς της άμυνας, των υπηρεσιών πληροφοριών, της ενέργειας και της τεχνολογίας. Το Αζερμπαϊτζάν είναι σημαντικός προμηθευτής πετρελαίου του Ισραήλ, ενώ το εβραϊκό κράτος τού παρέχει προηγμένο στρατιωτικό εξοπλισμό.
Το 2023, το Μπακού έκανε ένα σημαντικό διπλωματικό βήμα, ανοίγοντας την πρώτη του πρεσβεία στο Ισραήλ και επισφραγίζοντας έτσι περισσότερα από τριάντα χρόνια διμερών σχέσεων.
Ανάμεσα στην Άγκυρα, η οποία υπερασπίζεται τη χρήση της χιτζάμπ, και το Μπακού, το οποίο επιδιώκει να διασφαλίσει την κοσμικότητα στα σχολεία του, η μαντίλα μετατρέπεται σε πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ δύο ιστορικών συμμάχων.
Μια σύγκρουση που αποκαλύπτει ότι ακόμη και στο εσωτερικό του μουσουλμανικού κόσμου, η θέση της θρησκείας στον δημόσιο χώρο απέχει πολύ από το να αποτελεί ζήτημα ομοφωνίας.
Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Newsroom5 λεπτά πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις14 λεπτά πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις44 λεπτά πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Δημοφιλή