Διεθνή
Μουλωχτή, πλην όμως «ηρωική» υποχώρηση της Ελλάδας στο Μεταναστευτικό
Φωτο: ΑΠΕ – ΜΠΕ
Η “ηρωϊκή αντίσταση” της κυβέρνησης έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν κράτησε πολύ. Αντίθετα, μετετράπη σε άτακτη φυγή.
Έτσι τώρα, παρά τις προσπάθειες να περάσει το θέμα όσο το δυνατόν στα “μουλωχτά” -κάτι που ευνοεί η συγκυρία του κορονοϊού- η κυβέρνηση αναγκάστηκε να παραδεχτεί, έστω μετά πάροδον πενθημέρου, ότι ήδη οι Μηταράκης – Χρυσοχοΐδης συμφώνησαν με την αρμόδια Επίτροπο της ΕΕ να υποβάλλουν αίτηση ασύλου και εκείνοι, οι οποίοι είχαν εισέλθει παράνομα στη χώρα μας, κατά την περίοδο της “πολιορκίας” των ελληνοτουρκικών συνόρων στον Έβρο.
Όπως είναι γνωστό, το προηγούμενο διάστημα, η κυβέρνηση, με περίσσιες τυμπανοκρουσίες, είχε εξαγγείλλει, ως ένα μέσον αποτροπής της “πολιορκίας” του Έβρου, ότι αναστέλλει τη δυνατότητα της υποβολής αιτήματος ασύλου στους “εισβολείς”, όπως χαρακτήριζε όλους όσους εισέρχονταν στην Ελλάδα. Τώρα, τι άλλαξε, άραγε;
Τότε, μάλιστα, είχε εκδοθεί και η σχετική Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ), η οποία, μάλιστα, προέβλεπε την άμεση απέλαση όσων μεταναστών και προσφύγων εισέρχονται στη χώρα μας, στις χώρες προέλευσής τους.
Να σημειωθεί ότι, παρά την κυβερνητική σιγή ιχθύος, οι εκπρόσωποι των διεθνών Οργανισμών, γνωρίζοντας, πιθανότατα, τις παρασκηνιακές διεργασίες και συμφωνίες μεταξύ της Αθήνας από τη μια, και των Βρυξελλών και των διεθνών Οργανισμών από την άλλη, ήδη, εδώ και ημέρες προχωρούσαν στην καταγραφή μεταναστών – προσφύγων.
Μάλιστα, μερίδα του Τύπου αποκάλυψε ότι κλιμάκια του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης (ΔΟΜ) και της Ύπατης Αρμοστεία του ΟΗΕ, από την περασμένη Δευτέρα , προέβαιναν στην καταγραφή όσων επιθυμούσαν να ζητήσουν άσυλο, στα κέντρα της Μαλακάσας και των Σερρών. Ενδιαφέρον είναι ότι αυτά τα Κέντρα, παρουσιάζονται από τους αρμόδιους κυβερνητικούς παράγοντες ως “κλειστά”, αλλά η καθοριστική παρουσία εκεί του ΟΗΕ και του ΔΟΜ, μάλλον δείχνει ότι ο ρόλος του ελληνικού κράτους δεν είναι αυτός που διαφημίζεται.
Η “ηρωϊκή αναδίπλωση” της Αθήνας έφτασε στην ελληνική κοινή γνώμη, όπως ήταν αναμενόμενο, με… χρονοκαθυστέρηση, παρ’ ότι η Σουηδή Επίτροπος Εσωτερικών Υποθέσεων, Ίλβα Γιόχανσον, είχε ανακοινώσει ήδη από την περασμένη Πέμπτη στην Επιτροπή Ελευθεριών του Ευρωκοινοβουλίου, παρόντων των υπουργών, Νότη Μηταράκη και Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, ότι μόλις είχε συμφωνήσει με την ελληνική κυβέρνηση πως οι μετανάστες που μπήκαν στη χώρα το Μάρτιο θα έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν άσυλο.
Χαρακτηριστικό, επίσης, είναι το δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, Die Welt. “Η κυβέρνηση της Αθήνας -γράφει- μετά την κριτική που της ασκήθηκε σε διεθνές επίπεδο, απέσυρε την απόφασή της να δέχεται αιτήσεις ασύλου από μετανάστες που έφτασαν παράνομα μετά την 1η Μαρτίου από την Τουρκία στην Ελλάδα. Μετά την αναστολή του δικαιώματος διεθνούς προστασίας για 30 ημέρες, η Αθήνα επιχειρεί στροφή. Οι μετανάστες που εισήλθαν παράνομα στη χώρα από την Τουρκία τον Μάρτιο έχουν πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου. Από το πρωί της Δευτέρας, 1800 άνθρωποι που κρατούνται στη Μαλακάσα, στις Σέρρες και στη Θεσσαλονίκη ερωτώνται αν θέλουν να υποβάλουν αίτηση“.
Ως γνωστόν, οι διεθνείς Οργανισμοί και η Κομισιόν εμφανίστηκαν εξαρχής αντίθετοι στο ζήτημα της αναστολής του δικαιώματος στο άσυλο, ενώ η ευρωπαϊκή Επιτροπή ειδικότερα φέρεται αρνητική και για να χρηματοδοτήσει τα κλειστά κέντρα.
Ζητούν μέτρα για τους στρατιωτικούς
Το Antinews από την πρώτη στιγμή της έξαρσης του κορονοϊού, και ειδικά μετά την εμφάνιση των πρώτων κρουσμάτων σε καταυλισμούς μεταναστών, είχε επισημάνει ότι εκεί “εκκολάπτεται” μια “υγειονομική βόμβα”.
Τα αρμόδια κυβερνητικά και κρατικά στελέχη, με επικοινωνιακά φτιασιδώματα, επιχειρούσαν να ξορκίσουν το πρόβλημα, όπως γενικότερα πράττουν για την επιδημία, αλλά στο τέλος αναγκάστηκαν να παραδεχτούν την απογοητευτική κατάσταση που υπάρχει στα κέντρα “φιλοξενίας”.
Άκρως ενδιαφέρον είναι ότι, ακόμη και το ΚΚΕ, βλέποντας τους κινδύνους που υπάρχουν στα κέντρα, ειδικά εκείνα που είναι αρμοδιότητας των Ενόπλων Δυνάμεων, έσπευσε, με ερώτηση που κατέθεσε στη Βουλή, να καλέσει τον υπουργό Άμυνας, Νίκο Παναγιωτόπουλο, ουσιαστικά να αποσύρει τους στρατιωτικούς από εκεί.
Χαρακτηριστικά, οι βουλευτές του ερωτούν τον υπουργό Άμυνας, “τι μέτρα θα πάρει η κυβέρνηση για την πλήρη απεμπλοκή του προσωπικού των ΕΔ από τα Κέντρα Υποδοχής Ταυτοποίησης μεταναστών και προσφύγων“, ενώ ζητούν “την καθιέρωση διαδικασιών προληπτικής καραντίνας στα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων που απασχολούνται στα ΚΥΤ “.
Υγειονομικές βόμβες
Με αφορμή την εκδήλωση του πρώτου κρούσματος στην Ριτσώνα (τώρα, σύμφωνα με τα “επίσημα” στοιχεία, είναι άνω των 27), το Antinews τόνιζε την ανάγκη λήψης άμεσων μέτρων στον καταυλισμό, όπου ζουν εκατοντάδες μετανάστες σε άθλιες συνθήκες που ευνοούν την εξάπλωση της επιδημίας. Τότε, οι αρμόδιοι, προκειμένου να καθησυχάσουν την κοινή γνώμη, έλεγαν ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας.
Τώρα, ένα δημοσίευμα του Spiegel δείχνει ότι τα πράγματα μάλλον είναι χειρότερα. Μεταξύ των άλλων, το γερμανικό ΜΜΕ αναφέρει:
(…) Ωστόσο οι 23 φορείς του κορωνοϊού (σ.σ. είναι πολύ περισσότεροι) εξακολουθούν να ζουν με τις οικογένειές τους και αρνούνται να μπουν στους χώρους καραντίνας. Ο ρατσισμός εναντίον Αφρικανών μεγαλώνει στη δομή φιλοξενίας. Βίντεο από το εσωτερικό δείχνουν ότι οι πρόσφυγες πρέπει να ζουν πολλοί μαζί σε πολύ μικρό χώρο. Η τήρηση αποστάσεων είναι αδύνατη και οι αρχές αδυνατούν να επιβάλουν μέτρα. Υπό αυτές τις συνθήκες είναι θέμα χρόνου η πανδημία να εξαπλωθεί στον καταυλισμό. Την ίδια στιγμή, το κλείσιμο του καταυλισμού έχει οξύνει το άγχος και τη νευρικότητα των προσφύγων”.
Και πάλι, διεθνής διασυρμός;
Στο μεταξύ, η Ελλάδα κινδυνεύει για μια ακόμη φορά με διεθνή διασυρμό, λόγω της -λίαν επιεικώς- απαράδεκτης κατάστασης στη Μόρια. Ενδεικτικό είναι το δημοσίευμα του Euractiv, το οποίο, με τίτλο “η πανδημία του κορονοϊού θα μπορούσε να μετατρέψει την Μόρια σε “ωρολογιακή βόμβα”, αναφέρει τα εξής:
“Οι ελληνικές Αρχές έχουν “σφραγίσει” σε μεγάλο βαθμό το ΚΥΤ της Μόρια, στο νησί της Λέσβου για να αποτρέψουν την εμφάνιση του θανατηφόρου κορονοϊού, καθώς οι μαζικοί περιορισμοί ισχύουν για τους περίπου 18.000 κατοίκους.
Ωστόσο, οι οργανώσεις βοήθειας έχουν σχεδόν αναστείλει την εκεί δραστηριότητά τους, προκαλώντας ανησυχία για τις συνθήκες που επικρατούν σήμερα στο εν λόγω κέντρο. Επισημαίνεται, ότι η ελληνική αστυνομία είναι τώρα υπεύθυνη για το ποιος εισέρχεται και ποιος εξέρχεται στην Μόρια.
Kατά μέσο όρο 500 άτομα μοιράζονται ένα ντους ενώ 160 μοιράζονται μια τουαλέτα, σύμφωνα με έκθεση που δημοσίευσε το GCR σε συνεργασία με την OXFAM, η οποία και δημοσιεύθηκε την 1η Απριλίου.
Σημειώνεται, ότι ο καταυλισμός προσφύγων και μεταναστών στην Μόρια, είχε αρχικά σχεδιαστεί για να φιλοξενήσει περίπου 2.500 άτομα, τη στιγμή που σήμερα φιλοξενεί περίπου 18.000 αιτούντες άσυλο, εκ των οποίων οι 900 ασυνόδευτοι ανήλικοι, σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR). Αρκετές εκατοντάδες άνθρωποι πρέπει να σταθούν στη γραμμή, συχνά για ώρες, μόνο για να λάβουν τα γεύματά τους”.
Την απαράδεκτη κατάσταση στη Μόρια επισημαίνουν και τα τοπικά ΜΜΕ της Λέσβου. Χαρακτηριστικά, σε πρόσφατο δημοσίευμά τους, τα “Νέα της Λέσβου” αναφέρουν τα εξής:
“Αίσθηση προκαλούν στη Λέσβο τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου , Νότης Μηταράκης, σχετικά με την αποσυμφόρηση των ΚΥΤ στα νησιά, όπου το ΚΥΤ της Μόριας που σηκώνει το μεγαλύτερο βάρος της προσφυγικής κρίσης, παρουσιάζει αύξηση αντί για μείωση του πληθυσμού την ώρα που άλλα ΚΥΤ παρουσιάζουν μια μικρή μείωση. Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στο συνολικό πληθυσμό προσφύγων και μεταναστών ανά νησί με τη Λέσβο επίσης να παρουσιάζει αύξηση .
Αναλυτικά, σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε το υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου, στις 31/12/19 το ΚΥΤ Μόριας είχε 18.615 άτομα πληθυσμό και στις 31/3/20 ο πληθυσμός βρίσκεται στα 18.966. Σημειώνει δηλαδή αύξηση 1,9%. Στο διάστημα αυτό πρέπει να σημειώσουμε ότι ο πληθυσμός είχε ξεπεράσει και τις 20.000 άτομα.
Στη Χίο η ΒΙΑΛ παρουσιάζει μείωση 8,1 και από 5.782 τέλος του 2019 βρίσκεται τέλος Μαρτίου στα 5.313 άτομα. Αντίστοιχη μείωση στο 7,9% έχει και η Σάμος ενώ η Κως εμφανίζει μείωση 24,6% και η Λέρος 15,2 %.
Αύξηση αντί για μείωση εμφανίζει η Λέσβος και στον συνολικό αριθμό μεταναστών σε όλες τις δομές του νησιού. Από 20.785 που ήταν 31/12/19 στις 31/3/20 ο αριθμός έχει φθάσει στους 21.147, ποσοστό αύξησης 1,7%, ενώ Χίος και Σάμος παρουσιάζουν μέσα σε αυτό το τρίμηνο μείωση σε ποσοστό 8% και 6,9% αντίστοιχα.
Τα νησιά του Νοτίου Αιγαίου έχουν μείωση της τάξης του 15% περίπου. Με βάση τα παραπάνω είναι προφανές ότι το Βόρειο Αιγαίο συνεχίζει να σηκώνει το βάρος της προσφυγικής κρίσης με τη Λέσβο να εξακολουθεί να είναι σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, αφού παρουσιάζει συνεχώς αύξηση του πληθυσμού των προσφύγων και μεταναστών, όταν στα άλλα νησιά παρατηρείται μείωση. Για την όποια αποσυμφόρηση μπορεί να καμαρώνει το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου, αφορά αριθμό εγκλωβισμένων στο νησί που κάποια στιγμή πλησίασε και τις 25.000″.
Πηγή: antinews.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

