Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο Πούτιν χάνει το μεγάλο του στοίχημα με το πετρέλαιο

Δημοσιεύτηκε στις

Υπό την οπτική των “σκληροπυρηνικών” της Μόσχας, η εκρηκτική ανάπτυξη της παραγωγής σχιστολιθικού πετρελαίου, η οποία μετέτρεψε τις ΗΠΑ σε κορυφαίο εξαγωγέα αργού, κατέστησε επίσης την Ουάσινγκτον πιο επιθετικό παράγοντα στις διάφορων τύπων διαπραγματεύσεις.

Ακόμη και στις αρχές Μαρτίου, οι χαμηλές τιμές αποτελούσαν ευπρόσδεκτο μέσο για την εξώθηση των Αμερικανών παραγωγών αργού στα όρια επιβίωσής τους. Η ισχυρή θέση των κρατικών ταμείων της Ρωσίας και τα χαμηλότερα κόστη των πετρελαϊκών της εταιρειών σήμαιναν αντίθετα ότι εκείνη μπορούσε να αντέξει τον “πόνο” των μειωμένων τιμών.

Αυτά όμως ίσχυαν τότε.

Το διπλό πλήγμα

Πλέον, η εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού έχει αναγκάσει τη χώρα να “παγώσει” κι εκείνη την οικονομική δραστηριότητα μέχρι τα τέλη Απριλίου, ενώ αντιμετωπίζει παράλληλα και ένα πρωτοφανές πλήγμα στη ζήτηση του πετρελαίου.

Πρόκειται για διπλό απροσδόκητο πλήγμα ακριβώς τη στιγμή που ο πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν, του οποίου η δημοτικότητα φθίνει σταθερά στο εσωτερικό της χώρας, προετοιμάζεται να παρατείνει τη δυνατότητα παραμονής του στην ηγεσία του κράτους.

Μια συμφωνία περικοπής της παραγωγής με τις υπόλοιπες πετρελαιοπαραγωγούς χώρες, ακόμη και τέτοια που απλώς να μετριάζει την πτώση των εσόδων, είναι πλέον επιθυμητή από τη Μόσχα προκειμένου να ανακόψει την “κατρακύλα” τόσο της ρωσικής οικονομίας, όσο και της δημοτικότητας του προέδρου Πούτιν. Το εάν ο συγκεκριμένος στόχος του Κρεμλίνου θα επιτευχθεί είναι άλλο θέμα.

Η Ρωσία είναι φυσικά λιγότερο ευάλωτη σε σχέση με το παρελθόν, εν μέρει χάρη στα ταμειακά αποθέματα τα οποία ενθαρρύνθηκε να συγκεντρώσει, μεταξύ άλλων και λόγω των κυρώσεων από πλευράς ΗΠΑ.

Όπως η Σαουδική Αραβία, με την οποία η Μόσχα εισήλθε στη συγκεκριμένη καταστροφική αντιπαράθεση για το ζήτημα του ύψους της πετρελαϊκής παραγωγής, η Ρωσία έχει χρησιμοποιήσει τις υψηλές τιμές πετρελαίου για να μειώσει το εξωτερικό της χρέος.

Η δημοσιονομική σύνεση έχει δημιουργήσει πλεονασματικούς προϋπολογισμούς, ενώ τα αποθέματα σε ξένο συνάλλαγμα έχουν αυξηθεί. Το εταιρικό χρέος σε ξένο νόμισμα έχει μειωθεί. Η χώρα είναι πια ακόμη πιο αυτάρκης όσον αφορά στα τρόφιμα.

Το “κάστρο” Ρωσία έχει αυξήσει τα συναλλαγματικά του αποθέματα για να προστατευτεί έναντι των διεθνών κυρώσεων

Τα προβλήματα βιωσιμότητας

Ωστόσο, οι τιμές του πετρελαίου έχουν μειωθεί στο μισό από τις αρχές του έτους. Το Brent διαπραγματεύεται στα 34 δολάρια το βαρέλι, με το αμερικανικό αργό τύπου WTI και το ρωσικό  Urals να κινούνται κάτω από τα 30 δολάρια.

Αυτά είναι πολύ κακά νέα ​​για τη Μόσχα, και όχι μόνον επειδή ο προϋπολογισμός της Ρωσίας εξισορροπείται με τιμή αναφοράς λίγο πάνω από τα 40 δολάρια ή επειδή ο Πούτιν ξεκίνησε το έτος με υποσχέσεις σημαντικών κοινωνικών δαπανών.

Ο προϋπολογισμός μπορεί να αναμορφωθεί στη βάση ενός πετρελαίου στα 20 δολάρια το βαρέλι – και πράγματι, αυτό ακριβώς συμβαίνει. Η Ρωσία εξάλλου έχει ακόμη τη δυνατότητα να δανειστεί.

Στις τρέχουσες τιμές, ωστόσο, τα περιθώρια κέρδους αρχίζουν να μοιάζουν αδύναμα ακόμη και για τους Ρώσους παραγωγούς, για τους οποίους κοστίζει λιγότερο από 20 δολάρια – συμπεριλαμβανομένων των κεφαλαιακών δαπανών – να αντλήσουν και να μεταφέρουν ένα βαρέλι, μολονότι οι τελευταίοι επωφελούνται επίσης από την πτώση του ρουβλίου και το ευέλικτο φορολογικό πλαίσιο.

Δεν πρόκειται μόνο για τον κρατικό προϋπολογισμό: οι επενδύσεις στον κλάδο της ενέργειας θα περιοριστούν, επηρεάζοντας την απασχόληση και την κατανάλωση. Σε συνδυασμό με την εντολή οι πολίτες της Ρωσίας να παραμείνουν κλεισμένοι στα σπίτια τους, οι προοπτικές για την ευρύτερη οικονομία μοιάζουν ζοφερές.

Η εθνική καραντίνα θα μπορούσε να κοστίσει 1,5% – 2% του ΑΕΠ, σύμφωνα με την κεντρική τράπεζα της Ρωσίας. Το χειρότερο σενάριο της κυβέρνησης, τον περασμένο μήνα, προέβλεπε συρρίκνωση του ΑΕΠ σε ετήσια βάση κατά 10%. Πρόκειται για δραματική πτώση για μια χώρα το εισόδημα των πολιτών της οποίας είναι ήδη αποδυναμωμένο.

Ο αστάθμητος παράγοντας

Η λογική της “συντριβής” των παραγωγών σχιστολιθικού αργού δεν έχει εξαφανιστεί μεταξύ των ιθυνόντων στη Μόσχα, ενώ το ίδιο ισχύει και για την επιρροή του Ιγκόρ Σέτσιν, του σκληροτράχηλου “ισχυρού άνδρα” της Rosneft, κρατικού πετρελαϊκού κολοσσού.

Τα “κυβικά” του τελευταίου αυξήθηκαν αναμφισβήτητα μετά την αλλαγή κυβέρνησης στη Ρωσία τον Ιανουάριο. Με την παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου να είναι πιθανό να παραμείνει αρκετά κάτω από τα 100 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα για αρκετό καιρό, η Ρωσία θέλει μεγαλύτερο μερίδιο σε ό,τι έχει απομείνει.

Ωστόσο, σε αυτά τα επίπεδα τιμών, τα φιλόδοξα σχέδια της χώρας, όπως το σύμπλεγμα Bazhenov, δηλαδή η εκμετάλλευση της μεγαλύτερης πηγής σχιστολιθικού πετρελαίου παγκοσμίως, μοιάζουν ανέφικτα.

Ο πραγματικά αστάθμητος παράγοντας εδώ ήταν ο κορονοϊός. Όχι μόνο ως προς το άμεσο οικονομικό χτύπημα, αλλά και ως προς την άνευρη αρχική αντίδραση του Πούτιν και την έλλειψη δημοσιονομικής ώθησης, που σημαίνει ότι ο Ρώσος πρόεδρος δεν διείδε την επίδραση του φαινομένου έστω μέσω των δημοσκοπήσεων, που βοήθησαν τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και άλλους πολιτικούς ηγέτες να βρουν προσανατολισμό μέσα στην κρίση.

Ο Nigel Gould-Davies, από το Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών, υποδεικνύει ότι ο κίνδυνος είναι μια επανάληψη για τον Πούτιν της πανωλεθρίας του Κουρσκ πριν από δύο δεκαετίες, όταν αυτό που έγινε αντιληπτό ως απουσία ηγεσίας εκ μέρους του κατά τη διάρκεια της τραγωδίας του υποβρυχίου πυροδότησε εκτεταμένη κριτική.

Δεν πρόκειται εδώ για απειλή προς το σχέδιο αναθεώρησης του συντάγματος που έχει ως στόχο την παραμονή του στο ύπατο αξίωμα του κράτους, αλλά για το στοίχημα της οριστικής μετατροπής του σε “πατέρα του έθνους”, που μπορεί να γίνει πιο δύσκολο να επιτευχθεί, ειδικά εάν το υποχρηματοδοτούμενο σύστημα υγείας της Ρωσίας “λυγίσει”.

Μια συμφωνία περιορισμού της παραγωγής πετρελαίου, ακόμη και σήμερα, δεν πρόκειται να λύσει πρόβλημα της χαμηλής τιμής του αργού, δεδομένου ότι αυτή τη στιγμή βιώνουμε τη μεγαλύτερη κρίση υπερπροσφοράς στην ιστορία. Είναι επίσης αρκετά δύσκολο για τη Ρωσία να περικόψει πολύ την παραγωγή της, ακόμη κι αν το θέλει.

Ο Saad Rahim, επικεφαλής οικονομολόγος στην Trafigura, εκτιμά ότι η Μόσχα θα επιδιώξει μια μείωση κατά μόλις 500.000 έως το πολύ 1 εκατομμυρίου βαρελιών την ημέρα, καθώς ο μεγάλος αριθμός παλαιότερων και με οριακά περιθώρια κέρδους πετρελαϊκών πεδίων της σημαίνει ότι οποιαδήποτε μεγαλύτερη περικοπή θα σήμαινε πρακτικά  μακροπρόθεσμου χαρακτήρα ζημιά για την πετρελαϊκή της βιομηχανία.

Και δεν υπάρχει βέβαια τρόπος να αποζημιωθούν οι απώλειες τις οποίες θα υποστεί το κρατικό επενδυτικό fund της χώρας. Για ορισμένους αναλυτές, δεν μοιάζει λογικό η Ρωσία να ενδώσει αυτή τη στιγμή, όταν στο εσωτερικό της πολλοί άνθρωποι δεν έχουν βιώσει ακόμη καμία συνέπεια από τη μείωση των πετρελαϊκών εσόδων.

Ο αναγκαίος συμβιβασμός

Όσο περισσότερο όμως “τραβήξει” αυτή η κατάσταση, τόσο μικρότερη οικονομική δυνατότητα θα έχει η Ρωσία και οι τράπεζές της να παρέχουν στήριξη στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Το χειρότερο, η χώρα έχει επίσης περιορισμένες δυνατότητες αποθήκευσης πετρελαίου.

Η Μόσχα είναι μια πραγματιστική δύναμη. Ο Τραμπ, ωστόσο, θα χρειαστεί να κάνει κάποιο θόρυβο που να μοιάζει με παραχώρηση κάποιου τύπου περικοπών από πλευράς των Αμερικανών παραγωγών, προκειμένου ο Πούτιν να διασώσει το γόητρό του.

Δεν είναι εύκολη εξίσωση, ωστόσο δεδομένων των shut-in που ήδη προκαλούνται από την πτώση των τιμών, δεν είναι και αδύνατον τα πράγματα να εξελιχθούν έτσι, με μια μικρή βοήθεια από τις ρυθμιστικές αρχές ενέργειας των ΗΠΑ.

Πιθανόν να χρειαστεί να συμμετάσχουν στις περικοπές και άλλα πετρελαιοπαραγωγοί χώρες εκτός OPEC. Η απειλή επιβολής δασμών, ένα αγαπημένο “όπλο” του Τραμπ, θα ήταν περισσότερο επιζήμιο παρά αποτελεσματικό σε αυτή τη φάση, τουλάχιστον για τη Ρωσία, η οποία πωλεί και στέλνει το μεγαλύτερο μέρος του πετρελαίου που εξάγει σε προορισμούς εκτός ΗΠΑ.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο οικονομικός “πόνος” θα είναι για όλους αναπόφευκτος.

Της Clara Ferreira Marques

Πηγή: Bloomberg Opinion, Φιλελεύθερος

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις18 λεπτά πριν

Από τη Σαρία στην Ατομική Ελευθερία; Η Αλλαγή που Συντελείται στη Μέση Ανατολή

Μεταξύ 2000 και 2020, επέβλεψα μια σειρά ερευνών στη Μέση Ανατολή, πραγματοποιώντας προσωπικές συνεντεύξεις με αντιπροσωπευτικά δείγματα πληθυσμού σε πέντε...

Αναλύσεις48 λεπτά πριν

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για...

Newsroom1 ώρα πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Δημοφιλή