Διεθνή
Στον ΟΗΕ η αντιπαράθεση Άγκυρας – Καΐρου για την Λιβύη
Ο Σίσι παραμένει ισχυρός υποστηρικτής του Χαφτάρ και αντιπαρατίθεται με την Τουρκία στο θέμα της Λιβύης
Να περάσει στην αντεπίθεση επιχειρεί η Τουρκία προκειμένου να σηκώσει «σκόνη» γύρω από την άμεση εμπλοκή της στον εμφύλιο στην Λιβύη, και με επιστολή στον ΟΗΕ απαντά στις κατηγορίες που εξαπέλυσε εναντίον της η Αίγυπτος, κατηγορεί το Κάϊρο για υπόθαλψη της τρομοκρατίας και προσπάθεια ανατροπής της νόμιμης κυβέρνησης Σαράτζ, ενώ συγχρόνως την ίδια ημέρα η κυβέρνηση Σαράτζ απευθύνεται στο ΣΑ του ΟΗΕ ζητώντας την ανάληψη δράσης εναντίον του στρατηγού Χαφτάρ.
Παρά το γεγονός ότι η κρίση του κορονοϊού σκεπάζει τα πάντα, η Τουρκία εξακολουθεί να είναι επικεντρωμένη στο εξωτερικό σε δυο μέτωπα, στην Συρία και στην Λιβύη, καθώς οι τυχοδιωκτικές πολιτικές της βρίσκονται στην κόψη του ξυραφιού.
Ειδικά στην Λιβύη όπου ο στρατηγός Χαφταρ συνεχίζει τον πόλεμο φθοράς της κυβέρνησης Σαρατζ, η Τουρκία θεωρεί ότι διακυβεύονται κρίσιμα ζωτικά συμφέροντα της που δεν αφορούν μόνο την επιρροή της στους Άραβες της Βορείου Αφρικής, αλλά και το κρίσιμο για την Τουρκία Τουρκολυβικό Μνημόνιο για την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών.
Οι αποκαλύψεις και του BBC για το τουρκικό σκάφος που μετέφερε βαρύ οπλισμό στην Λιβύη και η απόπειρα να φθάσει και δεύτερο τουρκικο πλοίο (την επιχείρηση απέτρεψαν γαλλικά σκάφη με την ομπρέλα του ΝΑΤΟ) δεν αφήνει αμφιβολία για κατάφωρη παραβίαση των αποφάσεων του ΣΑ για το εμπάργκο όπλων στην Λιβύη από την Άγκυρα και μια επικίνδυνη έξωθεν εμπλοκή στον Λιβυκό εμφύλιο.
Εμπλοκή βεβαίως υπάρχει και από την Αίγυπτο η οποία βρίσκει τρόπο να τροφοδοτεί τον Στρατηγό Χαφταρ με όπλα, με πρόσχημα βεβαίως τις απειλές ασφαλείας που δημιουργούνται στα εκτεταμένα σύνορα των δυο χωρών.
Με τις δυο επιστολές, της Τουρκίας και της Λιβυκής κυβέρνησης στο ΣΑ του ΟΗΕ, επιχειρείται η απόσπαση της προσοχής της διεθνούς κοινότητας από την παραβίαση του εμπάργκο όπλων προς την Λιβύη από το καθεστώς Ερντογάν και επίσης η παρέμβαση του ΣΑ του ΟΗΕ στον λιβυκό εμφύλιο υπερ της κυβέρνησης Σαρατζ. Επίσης έχει ενδιαφέρον οτι η Τουρκία του Ερντογάν κατηγορεί για αυταρχισμό την αιγυπτιακή κυβέρνηση(η οποία προφανως και δεν είναι υποδειγμα του κρατους δικαιου), ενώ με τις επιστολές αναδεικνύεται η αναποτελεσματικότητα φόρουμ, όπως εκείνο του Βερολίνου, από το οποίο αποκλείσθηκε η Ελλάδα.
Οι Επιστολές:
Η επιστολή του υπουργού εξωτερικών της κυβέρνησης Σαράτζ , Μοχαμέντ Σιάλα στο ΣΑ του ΟΗΕ ( 24 Μαρτίου, S/2020/231):
Επιτρέψτε μου, κύριε, να απευθυνθώ σε εσάς και στα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας άμεσα και χωρίς τυπικότητες, διότι είμαι βέβαιος ότι έχετε πλήρη επίγνωση της κατάφωρης και βάρβαρης επίθεσης που έχει εξαπολύσει ο εγκληματίας πολέμου Χάφταρ εναντίον της χώρας μου για σχεδόν όλο το χρόνο, σκοτώνοντας χιλιάδες και εκτοπίζοντας σχεδόν 250.000 πολίτες από τα σπίτια τους, αφού κατέστρεψε τα χωριά τους και τις ασφαλείς περιοχές τους.
Ωστόσο, τα εγκλήματα που διαπράττονται τώρα υπερβαίνουν όλα τα όρια. Καθώς όλος ο κόσμος στέκεται αλληλέγγυος και κινητοποιεί όλη του την ενέργεια για να αντιμετωπίσει τη φονική πανδημία του κοροναϊού, την Παρασκευή 20 Μαρτίου 2020, οι δυνάμεις του Χάφταρ βομβάρδισαν άοπλους πολίτες στην Τρίπολη και έπληξαν σπίτια σε γειτονιές της Παλιάς Πόλης με ρουκέτες Grad, κατάφωρη περιφρόνηση των κανόνων του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και όλου του διεθνούς δικαίου εθιμικού και συμβατικού.
Ο βομβαρδισμός τρομοκράτησε τους κατοίκους και προκάλεσε αρκετές απώλειες, και θα μπορούσε να καταστρέψει την πολιτιστική κληρονομιά της πόλης και τα ιστορικά κτίρια, τα οποία αποτελούν μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας. Η Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας σας καλεί με πιο επείγοντα τρόπο από ποτέ, να επωμιστείτε τις ιστορικές σας ευθύνες και να δράσετε αποφασιστικά ενάντια στην επιθετικότητα σταματώντας την και καταδικάζοντας τους δράστες και τους υποστηρικτές της.
Η επιστολή του τούρκου Μονίμου Αντιπροσώπου Φ.Σινιρίογλου στο ΣΑ του ΟΗΕ (23 Μαρτίου S/2020/227):
«Γράφω σε απάντηση της επιστολής της 10ης Μαρτίου 2020 του Μόνιμου Αντιπροσώπου της Αιγύπτου (S/2020/196), η οποία αποτελεί μια προσπάθεια να αποσπάσει την προσοχή από τις κακόβουλες προσπάθειες της αιγυπτιακής κυβέρνησης και των χορηγών της να ανατρέψουν τη νόμιμη κυβέρνηση της Λιβύης που υποστηρίζεται από τα Ηνωμένα Έθνη και να δημιουργήσουν ένα άλλο αυταρχικό στρατιωτικό καθεστώς στην περιοχή.
Η διάδοση ψευδών ειδήσεων και ψευδούς πληροφόρησης για την απόκρυψη γεγονότων και τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης αποτελεί την εργαλειοθήκη των αυταρχικών καθεστώτων και των καταπιεστικών κρατών. Ως εκ τούτου, δεν προκαλεί έκπληξη, αλλά παραμένει λυπηρό, το γεγονός ότι η κυβέρνηση της Αιγύπτου καταφεύγει σε αυτήν τη μέθοδο, στην επίθεσή της κατά της δημοκρατίας και της διεθνούς νομιμότητας.
Για να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα, θα ήθελα να σας υπενθυμίσω ότι η Τουρκία, από την αρχή, υποστήριξε μια πολιτική διευθέτηση Λιβυκης ιδιοκτησιας, συνολική και περιεκτική λυση στη Λιβύη, σύμφωνα με τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας. Στηρίξαμε τις προσπάθειες του Συμβουλίου Ασφαλείας και του Γενικού Γραμματέα για την προάσπιση της κυριαρχίας, της εδαφικής ακεραιότητας και της ενότητας της Λιβύης και για τη θέσπιση μιας διαρκούς, νόμιμης πολιτικής εξουσιας που θα είναι η μονη απαντηση στον λαό της Λιβύης.
Σύμφωνα με το ψήφισμα 2259 (2015), η Τουρκία βοηθά την κυβέρνηση εθνικής συμφωνίας, κατόπιν αιτήματός της, να ανταποκριθεί στις απειλές κατά της ασφάλειας της Λιβύης. Η Αίγυπτος και οι χορηγοί της, από την άλλη πλευρά, συνεχίζουν να αποσταθεροποιούν τη Λιβύη και να δρουν σε πλήρη αντίθεση με το ψήφισμα 2259 (2015), το οποίο καλεί όλα τα κράτη μέλη να υποστηρίξουν την κυβέρνηση εθνικής συμφωνίας ως τη μόνη νόμιμη κυβέρνηση της Λιβύης και να παύσουν την υποστήριξη και την επίσημη επαφή με παράλληλα θεσμικά όργανα που ισχυρίζονται ότι είναι η νόμιμη Αρχή. Στις 8 Ιανουαρίου 2020, ο Πρόεδρος Έρντογάν και ο Πρόεδρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας Πούτιν κάλεσαν όλα τα μέρη στη Λιβύη να σταματήσουν τις εχθροπραξίες, να κηρύξουν βιώσιμη κατάπαυση του πυρός και να συγκεντρωθούν αμέσως στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Με την ενθάρρυνση της Τουρκίας, η νόμιμη κυβέρνηση της Λιβύης υπέγραψε την κοινή συμφωνία κατάπαυσης του πυρός στη Μόσχα, ενώ ο ηγέτης των επιτιθέμενων ενόπλων καθοδηγήθηκε να μην την υπογράψει ,από τους εκπροσώπους της κυβέρνησης της Αιγύπτου και τους χορηγούς της και ενθαρρύνθηκε να συνεχίσει τη στρατιωτική επίθεση.
Είναι αυτονόητο ότι αυτή ήταν η κύρια αιτία της περαιτέρω καταστροφής στη χώρα. Παρά τις βίαιες αυτές προσπάθειες εξεύρεσης στρατιωτικής λύσης στη Λιβύη, η Τουρκία ενέτεινε τις προσπάθειές της για ειρηνική επίλυση της σύγκρουσης μαζί με άλλους αρμόδιους διεθνείς παράγοντες, μεταξύ άλλων συμμετέχοντας στη Σύνοδο Κορυφής του Βερολίνου και υποστηρίζοντας τα συμπεράσματά της. Η χώρα μου θα συνεχίσει να προωθεί μια περιεκτική πολιτική λύση από τον ΟΗΕ στην σύγκρουση που έχει φέρει τόσα πολλά δεινά στο λαό της Λιβύης.
Ωστόσο, όλες αυτές οι προσπάθειες κινδυνεύουν να μην αποφέρουν κανένα αποτέλεσμα, εκτός εάν η κυβέρνηση της Αιγύπτου και οι χορηγοί της σταματήσουν την υποστήριξή τους προς τους παράλληλους θεσμούς, τις επιτιθέμενες παραστρατιωτικές ομάδες , τους μισθοφόρους και τις τρομοκρατικές ομάδες. Οι ενέργειες αυτές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την καταπολέμηση των τρομοκρατικών ομάδων και την παροχή άμεσης στρατιωτικής υποστήριξης κατά της νόμιμης κυβέρνησης της Λιβύης, τη χρηματοδότηση μισθοφόρων, τη διευκόλυνση αδιάκριτων επιθέσεων κατά αμάχων, τις παραβιάσεις του εμπάργκο όπλων, τη φιλοξενία ατόμων είναι σε λίστες και παραβιάζουν το εμπάργκο πετρελαίου. Σε αρκετές περιπτώσεις, όπως ο βομβαρδισμός του κέντρου κράτησης στην Τατζούρα, η στήριξη αυτή ισοδυναμεί με εγκλήματα πολέμου, σύμφωνα με αναφορές των Ηνωμένων Εθνών. Ένας μεγάλος αριθμός πληροφοριών σχετικά με τις κατάφωρες παραβιάσεις των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας και του Διεθνούς Δικαίου από την κυβέρνηση της Αιγύπτου και τους οικονομικούς χορηγούς της είναι διαθέσιμες στις εκθέσεις των “Ηνωμένων Εθνών και σε ανοικτές πηγές.
Η Τουρκία είναι έτοιμη να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με αυτές τις κακόβουλες ενέργειες. Με όλη αυτή την υποστήριξη, ο πολέμαρχος Χαφτάρ, ο οποίος αντιμετωπίζει κατηγορίες βασανιστηρίων στις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν διστάζει να βομβαρδίσει πολίτες, να στρατολογήσει παιδιά στρατιώτες και να αναγκάσει μετανάστες να πολεμήσουν. Ένα πρόσφατο αρθρο των New York Times “Μέσα Στη Λιβύη του Χαφτάρ : Ένα αστυνομικό κράτος με μια ισλαμική Συστροφή»” επισημαίνει σαφώς ότι διάφορες ομάδες τρομοκρατών, εξτρεμιστών και μισθοφόρων εχουν κάνει ένα συνασπισμό των εγκληματιών πολέμου με τον Χαφτάρ για να ανατρέψει την νόμιμη κυβέρνηση της Λιβύης που υποστηρίζεται από τα Ηνωμένα Έθνη. Είναι καιρός για το Συμβούλιο Ασφαλείας, υπενθυμίζοντας παράλληλα ότι δεν μπορεί να υπάρξει νόμιμη δικαιολογία για την υποστήριξη ενός εγκληματία πολέμου όπως ο Χαφτάρ, να παροτρύνει την κυβέρνηση της Αιγύπτου να σταματήσει την παραβίαση του ψηφίσματος 2259 (2015), να σταματήσει την επιθετικότητά της κατά της νόμιμης κυβέρνησης της Λιβύης και να σέβεται την ανεξαρτησία, την κυριαρχία, την ενότητα και την εδαφική ακεραιότητα άλλων κρατών.
Ο λαός της Λιβύης αξίζει μια δημοκρατική, κοσμική και σταθερή χώρα με ασφαλή σύνορα και ισχυρή οικονομία, όπως ακριβώς και οι λαοί της Συρίας και της Αιγύπτου. ” ειρήνη και η σταθερότητα στη Μέση Ανατολή θα παραμείνουν ασαφείς, Όσο η κυβέρνηση της Αιγύπτου και οι χορηγοί της συνεχίζουν τις μοχθηρές προσπάθειές τους να εξάγουν τα αυταρχικά καθεστώτα τους με κάθε μέσο, συμπεριλαμβανομένης της υποστήριξης εγκληματιών πολέμου και τρομοκρατών, για την εξάλειψη κάθε ελπίδας για δημοκρατία και λαϊκή νομιμοποίηση. Είναι απολύτως σαφές μέχρι τώρα ότι η πρόθεση της κυβέρνησης της Αιγύπτου δεν είναι να βοηθήσει στην επίτευξη ειρήνης και σταθερότητας στη Λιβύη.
Διαφορετικά, θα είχε ξεκινήσει ασκώντας πίεση στον Χαφτάρ να σταματήσει την επίθεση του εναντίον της Τρίπολης και να συμμορφωθεί πλήρως με τις αποφάσεις του Βερολίνου. Αντ’ αυτού, επιλέγει να υποστηρίξει εγκληματίες πολέμου σε κατάφωρη παραβίαση των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί συστηματικά να διαδώσει παραπληροφόρηση διαστρεβλώνοντας την πραγματική κατάσταση στην περιοχή της Λιβύης. Η Τουρκία είναι έτοιμη να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις καταστροφικές και παράνομες ενέργειες της κυβέρνησης της Αιγύπτου κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου. Θα ήμουν ευγνώμων αν αυτή η επιστολή μπορούσε να διανεμηθεί ως έγγραφο του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Φεριντουν Σινιρλίογλου».
Πηγή: Λίμπεραλ
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

