Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Strategic Culture: Η κρίση λόγω Covid-19 ευνοεί τη Merkel πολιτικά, διαλύει την ΕΕ με αρχή το Italexit

Δημοσιεύτηκε στις

Υπάρχει επείγουσα ανάγκη στην ΕΕ να εγκριθούν ακόμη και τα ευρωομόλογα προτού η Γερμανία αναλάβει την Προεδρία της ΕΕ τον Ιούλιο, όπου θα θέσει την ατζέντα του επόμενου επταετούς προϋπολογισμού της ΕΕ, γιατί τότε μπορεί να μπει η ταφόπλακα της ΕΕ
Η κρίση που έχει ξεσπάσει με αφορμή την επιδημία του κορωνοϊού αποδεικνύει την ικανότητα της Γερμανίδας καγκελάριου Angela Merkel, όχι μόνο να παραμένει πολιτικά ζωντανή αλλά και να ανανεώνεται πολιτικά, γεγονός που δεν συμβαίνει και για την Ευρωπαϊκή Ένωση που δείχνει να παραπαίει επικίνδυνα, όπως επισημαίνει σε ανάλυσή του το Strategic Culture Foundation.
Και ο πρόσφατος αγώνας μεταξύ των μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα «Coronabonds» έχει αποδείξει έναν ακόμη δρόμο διαφυγής για να αποφύγει το πολιτικό της τέλος.
Χάρη στη Merkel και την κάθετη γραμμή που διατηρεί για την αμοιβαιοποίηση χρέους και τη δημοσιονομική ολοκλήρωση της ΕΕ, γεγονός καθόλου δημοφιλές στη Γερμανία, η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU) βλέπει ξανά τώρα νούμερα σε επίπεδα που δεν είχε απολαύσει πριν από τις τελευταίες γενικές εκλογές του 2017.
Σύμφωνα με την Europe Elects, στην τελευταία δημοσκόπηση στη Γερμανία το CDU κυριαρχεί περίπου στο 35-37% των Γερμανών ψηφοφόρων.
Πρόκειται για ένα κόμμα που βρισκόταν σε αναταραχή πριν από δύο μήνες, αφού η κατά τα φαινόμενα κληρονόμος της Merkel, Annagret Kramp-Karrenbauer παραιτήθηκε από ηγέτης του CDU, προκαλώντας διαδικασίες εκλογών που για την ώρα έχουν αναβληθεί επ ‘αόριστον χάρη στην κρίση από τον COVID-19.
Image
Ωστόσο τα πολιτικά δεδομένα είναι τα ίδια με ένα συνηθισμένο «ράλι γύρω από τον σημερινό ηγέτη» που επαναλαμβάνεται σε οποιαδήποτε κρίση.
Οι αριθμοί του Προέδρου Τραμπ στις Η.Π.Α. ήταν ισχυροί παρά τις διπλές κρίσεις που αντιμετωπίζουν στις ΗΠΑ
Ακόμη και οριακοί ηγέτες όπως ο πρωθυπουργός Giuseppe Conte στην Ιταλία έχουν δει τη δημοτικότητά τους να αυξάνεται.
Ωστόσο μια ξαφνική άνοδος 15 πόντων για τη Merkel είναι τεράστιο αν σκεφτεί κανείς ότι συμβαίνει παρά την άρνησή της στις συνόδους της ΕΕ που εμφανίζει τη Γερμανία αρνητική στη διάσωση της νότιας Ευρώπης.
Και αυτή η υποστήριξη μπορεί να αποβαίνει σωτήρια για την πολιτική της πορεία στο εσωτερικό αλλά υπογράφει ένα καταστροφικό μέλλον για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Καθώς το COVID-19 μαίνεται σε ολόκληρη την Ευρώπη, οι δύο σημαντικές παρατάξεις εντός της ΕΕ αγωνίζονται για μια απελπισμένη μάχη για το μέλλον της, με το ζήτημα της αμοιβαιοποίησης του χρέους στην αιχμή της συζήτησης.
Όσο εξελίσσεται η κρίση τόσο πιο εμφανές γίνεται πως η καραντίνα και τα μέτρα περιορισμού ήταν περισσότερο πολιτική κίνηση παρά πρακτική.
Η χρήση μιας κρίσης δημόσιας υγείας για την προώθηση μιας πολιτικής ατζέντας είναι το αποκορύφωμα του κυνισμού και της μεγαλομανίας.
Από τη μία πλευρά έχουμε τους Ευρω-ολοκληρωτές, με επικεφαλής τον Γάλλο Πρόεδρο Emmanuel Macron.
Από την άλλη είναι οι συντηρητικοί της οικονομίας με επικεφαλής τη Merkel, έδωσαν βήμα στον πρωθυπουργό της Ολλανδίας Mark Routte να γίνει ο στόχος επίκρισης από τον Macron.
Παγιδευμένη στη μέση είναι η Ιταλία και η πραγματική ανθρώπινη τραγωδία στη βόρεια Ιταλία, όπου χιλιάδες άνθρωποι έχουν πεθάνει από το τοξικό μείγμα έλλειψης ιατρικής υποδομής, υψηλής συγκέντρωσης ατόμων υψηλού κινδύνου και έλλειψης γνώσεων για την καταπολέμηση της νόσου.
Το χειρότερο από αυτό, η κυβέρνηση της Ιταλίας συγκεντρώθηκε για να ηγηθεί αυτού του αγώνα για τα ευρωομόλογα, αφού ο Conte διατηρήθηκε στην εξουσία για να διασφαλιστεί ότι δεν θα ανέβει ο Matteo Salvini της Lega και να πολεμήσει τον Macron και τη Merkel απειλώντας να εγκαταλείψουν τη ζώνη του ευρώ.
Είτε πιστεύετε ότι η ανταπόκριση της ΕΕ ή, ακριβέστερα, η έλλειψη αυτής, στην κατάσταση της Ιταλίας οφείλεται σε κακία ή ανικανότητα, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο.
Χιλιάδες Ιταλοί πέθαναν εξασθενίζοντας ακόμη περισσότερο τους αδύναμους δεσμούς μεταξύ της Ιταλίας και της υπόλοιπης τεχνοκρατίας της ΕΕ.
Μέσα σε αυτό το χάος έρχεται ο COVID-19 και η ασυντόνιστη και ανίκανη απάντηση σε αυτό από το πολιτικό κέντρο της Ευρώπης μέχρι σήμερα.
Μόνο τώρα καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι πρέπει να περιορίσουν τα ταξίδια, αφού απλά παρακολουθούσαν τα όσα συνέβαιναν στην Ιταλία για εβδομάδες, ενώ οι Ιταλοί πέθεναν κατά εκατοντάδες.
Μετά από αυτό είναι σίγουρο πως οι Ιταλοί δεν θα ξαναδούν με καλό μάτι τους Γερμανούς ποτέ, κι από εδώ ξεκινά η πραγματική κρίση.
Μπορεί ο COVID-19 να ήταν ο καταλύτης για την κατάρρευση των κεφαλαιαγορών, οι κεφαλαιαγορές περίμεναν απλώς να τον σπινθήρα για να συμβεί αυτό.
Από την αρχή της κρίσης στα μέσα Μαρτίου, ήταν σαφές ότι αυτή η κρίση χρησιμοποιούνταν για να προωθήσει τα σχέδια ολοκλήρωσης της ΕΕ του Macron και της Προέδρου της ΕΚΤ Christine Lagarde που προσπαθούν να ενισχύσουν της θέση των Γερμανών και των Ολλανδών.
Μέχρι τη συνάντηση στις 26 Μαρτίου το σχέδιο αυτό είχε αποτύχει.
Ο Rutte, η Merkel ο Αυστριακός Καγκελάριος Sebastian Kurz και η Νορβηγία διατηρούσαν ακλόνητες τις θέσεις τους και η σύνοδος θα είχε εξελιχθεί σε ρινγκ, αν δεν γινόταν υπό τους κανόνες κοινωνικής απόστασης μέσω τηλεδιάσκεψης.
Η συνάντηση της περασμένης εβδομάδα, έκανε την Ιταλία να ξεσκεπάσει τη γερμανική και την ολλανδική αδιαλλαξία.
Οι Macron και Lagarde έχασαν, εξασφαλίζοντας μόλις 500 δισεκατομμύρια δολάρια σε νέα δάνεια, αλλά καμία έκδοση ομολόγων της ΕΚΤ.
Και το ζήτημα τώρα είναι αν ο Conte θα λάβει μέρος στο πρόγραμμα ή όχι.
Η αποτυχία του να ενεργήσει ως «πράκτορας του Macron» για να εξασφαλίσει το μέλλον της ΕΕ θέτει σε κίνδυνο ολόκληρο το ευρωπαϊκό σχέδιο, επειδή η κυβέρνηση του Conte αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα στο εσωτερικό στην Ιταλία.
Επιπλέον, αυτή η αποτυχία ήταν πιθανότατα απροσδόκητη, καθώς τώρα και οι πιο σκληροπυρηνικοί ενταξιακοί της ΕΕ στην ιταλική κυβέρνηση αναρωτιούνται γιατί είναι μέλη της ΕΕ.
Εν τω μεταξύ, οι δημοσκοπήσεις στην Ιταλία δεν έχουν αλλάξει πραγματικά με τη Lega του Salvini που κατέχει περίπου το 30% του εκλογικού σώματος με τους Αδελφούς της Ιταλίας να διατηρούν τα πρόσφατα κέρδη στα νεανικά κοινά.
Image
Επιπλέον, τώρα το ζήτημα της παραμονής της Ιταλίας στην ΕΕ είναι πραγματικό στον αέρα και παίζεται στο κέρμα.
Τέλος, και το πιο σημαντικό, η κυβέρνηση συνασπισμού του Conte είναι διαιρεμένη για το αν θα κάνει χρήση των πρόσφατα εγκεκριμένων δανείων.
Το Reuters ανέφερε ότι οι διαιρέσεις εντός του ιταλικού συνασπισμού αυξάνονται και υποδηλώνουν διχασμό.
Ο ανώτερος εταίρος Five Star Movement (M5S) αντιτίθεται ενώ οι Ευρωκεντρικοί Δημοκρατικοί είναι όλοι υπέρ αυτού, καθώς, από τώρα, δεν υπάρχει καμία δέσμη με τα χρήματα.
Ο Conte θα πρέπει να επιλύσει τη διαφωνία πριν από μια τηλεδιάσκεψη μεταξύ των Ευρωπαίων ηγετών στις 23 Απριλίου, οπότε αναμένεται η Ιταλία να αποσαφηνίσει τη θέση της.
Προσπάθησε να εξουδετερώσει τη διαμάχη την Τετάρτη, προειδοποιώντας σε μια ανάρτηση στο Facebook ότι ο ΕΜΣ «κινδυνεύει να διαιρέσει ολόκληρη την Ιταλία» και προσθέτοντας ότι χρειάζονταν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους όρους οποιωνδήποτε πιστωτικών ορίων προτού ληφθεί μια τελική απόφαση.
Μέχρι να είναι σαφείς αυτές οι λεπτομέρειες, η συζήτηση εάν ένα δάνειο ESM είναι προς το συμφέρον της Ιταλίας είναι «μια απλώς αφηρημένη και σχηματική συζήτηση», δήλωσε ο Conte.
Αλλά όλοι γνωρίζουμε ότι θα υπάρξουν σκοινιά σωτηρίας στο τέλος.
Εάν αμφιβάλλετε για τον ισχυρισμό αυτό, σας προτείνω να ρωτήσετε την Ελλάδα για το θέμα.
Έτσι, ο Conte έχει δουλειά μπροστά του, αλλά και διλήμματα.
Υπάρχει πραγματικά επείγουσα ανάγκη στην ΕΕ να εγκριθούν ακόμη και τα ευρωομόλογα προτού η Γερμανία αναλάβει την Προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τον Ιούλιο, όπου θα θέσει την ατζέντα του επόμενου επταετούς προϋπολογισμού της ΕΕ, γιατί τότε μπορεί να μπει η ταφόπλακα της ΕΕ.
Μετά από χρόνια προασπαθειών να αποφευχθεί μια ακατάστατη πολιτική αναταραχή, η οποία είναι το σήμα κατατεθέν της Merkel, τίποτα δεν έχει αλλάξει στην ΕΕ όταν πρόκειται για την αποκατάσταση της δομής της.
Και για αυτόν τον λόγο, όσο η Angela Merkel βρίσκεται στη σκηνή, δεν θα υπάρjει ευρωπαϊκό όνειρο.
Το μόνο που κάνει η Merkel είναι να χειρίζεται τα γεγονότα διατηρώντας το προηγούμενο status quo.
Δεν έχει την ικανότητα ή το στομάχι να αντιμετωπίσει τους Γερμανούς ψηφοφόρους ούτε θα επιτρέψει σε κανέναν άλλο να εκφραστεί πλήρως.
Ευτυχώς, ο χειρισμός της στις διαπραγματεύσεις του Brexit ήταν φιάσκο για την ΕΕ, και ο χειρισμός της Ιταλίας σήμερα είναι εξίσου ανίκανος.
Με τον Salvini να περιμένει στη γωνία, ο λαός είναι έτοιμος να εξεγερθεί για τον χειρισμό της κρίσης από τη Γερμανία και μια αδύναμη κυβέρνηση συνασπισμού που έχει θέσει η Merkel για να συγκρατήσει τα πράγματα, η πιθανότητα εμφάνισης του Italeave αυξάνεται καθημερινά.
Έτσι, ενώ η Merkel  μπορεί να έχει κερδίσει αυτήν την τελευταία μάχη στο τέλος, μπορεί να χάσει τον πόλεμο για την ΕΕ.
Και, στην απόλυτη ειρωνεία, οι λαοί της Ευρώπης μπορεί να την ευχαριστήσουν για την απελευθέρωσή τους από τη δυσλειτουργία της.

www.bankingnews.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις3 λεπτά πριν

Καμπουρίδης: Τι συμβαίνει με Τουρκία και Αλίεφ

Η προσπάθεια της Άγκυρας να επιβάλει την επιρροή της στο Μπακού, ο παράγοντας Ισραήλ και οι επιπτώσεις στις τουρκικές επιδιώξεις...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Καλεντερίδης: «Παγίδα» η τουρκική άδεια για το καλώδιο – «Η Ελλάδα πού είναι στη Λιβύη;»

Προειδοποίηση για τους χειρισμούς στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, πρόταση για ευρωπαϊκές κυρώσεις και αιχμές για την ελληνική παρουσία στη Λιβύη...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

«Αθηναϊκή δημοκρατία»: Κακομεταχειρισμένο ένδυμα ή πρόταγμα εθνικής κυριαρχίας;

Η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, η επίκληση της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας από το βήμα της...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Από Αυτοκρατορία… επαίτης των Ταλιμπάν: Το οικονομικό ναυάγιο του Ιράν

Πώς έφτασε το Ιράν στο σημείο όπου η προοπτική επενδύσεων από το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν θεωρείται επιτυχία;

Διεθνή2 ώρες πριν

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να...

Δημοφιλή