Ιστορία - Πολιτισμός
Το ιστορικό συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης που πυροδότησε τον μεγαλειώδη Μακεδονικό Αγώνα (1904)
Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς
Τον Φεβρουάριο 1904 πραγματοποιήθηκε στις κεντρικές οδούς της Θεσσαλονίκης ένα πρωτοφανές συλλαλητήριο, το οποίο συνέβαλε καθοριστικά στις εξελίξεις που ακολούθησαν και στο ξέσπασμα του Μακεδονικού Αγώνα. Ο ελληνοχριστιανικός πληθυσμός της Μακεδονίας ξεσηκώθηκε αντιδρώντας στην εγκληματική δράση των Κομιτατζήδων αλλά και εμμέσως, εναντίον του εφησυχασμού της πολιτικής ηγεσίας της Ελλάδας (:Πρωθυπουργός Γεώργιος Θεοτόκης) και της Εκκλησίας.

Χιλιάδες άνθρωποι ξεχύθηκαν στον Φαρδύ Δρόμο (Εγνατία Οδό) και στην οδό Χαμιντιέ (Εθνικής Αμύνης), στέλνοντας το μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση πως δεν επρόκειτο να παρακολουθούν αμέτοχοι την εξόντωση του Ελληνικού στοιχείου. Οι πάσης φύσεως προσπάθειες και εκ μέρους της Εκκλησίας για την αποτροπή οργάνωσης του συλλαλητηρίου απέτυχαν. Αντιθέτως η κινητοποίηση και η οργάνωση στέφθηκαν με απόλυτη επιτυχία, τα σχόλια του αθηναϊκού Τύπου ήταν διθυραμβικά και τα αποτελέσματα εξαιρετικά.
Το μακροσκελές Ψήφισμα του συλλαλητηρίου, αποτελεί πλέον γραπτό ιστορικό μνημείο για την ιστορία του τόπου. Η ελληνική κυβέρνηση, η οποία στον απόηχο της ήττας του 1897 τηρούσε αποστάσεις, υποχρεώθηκε να αναθεωρήσει τη στάση της στέλνοντας τέσσερις αξιωματικούς, μεταξύ των οποίων και ο Παύλος Μελάς, για να μελετήσουν την κατάσταση.
Η αδιαφορία
Ήταν η εποχή που οι Βούλγαροι έδειχναν το πλέον απάνθρωπο και άνανδρο πρόσωπό τους, προβαίνοντας σε πρωτοφανή κακουργήματα εναντίον του ελληνοχριστιανικού στοιχείου. Οι αγανακτισμένοι Έλληνες, λοιπόν, αποφάσισαν να διαδηλώσουν μέσα στη Θεσσαλονίκη, προειδοποιώντας ότι θα προέβαιναν σε αντεκδικήσεις και αυτοδικίες. Όπως έχει επανειλημμένως διατυπωθεί, τον πόλεμο του 1897 ακολούθησε αδιαφορία εκ μέρους των ελληνικών κυβερνήσεων, οι οποίες, απασχολημένες με σοβαρά εσωτερικά ζητήματα, είχαν εγκαταλείψει την άμυνα του ελληνισμού της Μακεδονίας εις χείρας των αντιδράσεων των Βουλγάρων.
Οι τελευταίοι, χρησιμοποιώντας ως πρόφαση την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τον τουρκικό ζυγό, κατέτρεχαν κάθε ελληνικό στοιχείο προσπαθώντας να αιφνιδιάσουν την Ελλάδα, όπως είχαν επιτύχει λίγα χρόνια νωρίτερα με την Ανατολική Ρωμυλία. Οι ελληνικές κυβερνήσεις άργησαν να συνέλθουν από την καταστροφή του 1897 και τα σκληρά οικονομικά μέτρα που ακολούθησαν με την εγκατάσταση στη χώρα μας της Διεθνούς Οικονομικής Επιτροπής. Το βάρος έπεφτε πλέον στις οικονομικές συνθήκες και την αντιμετώπισή τους, με αποτέλεσμα να αποφεύγεται εκ μέρους της Ελλάδος οιαδήποτε κίνηση μπορούσε να εκληφθεί ως εχθρική πράξη προς την Τουρκία και να κλονίσει την Συνθήκη που είχε υπογραφεί. Μόνον από το 1901 άρχισε εκ νέου να δίδεται κάποια μικρή ενίσχυση στις ελληνικές κοινότητες και μόνο για τα σχολεία και τις εκκλησίες οι οποίες ουσιαστικώς τα συντηρούσαν.
Εξέγερση Ίλιντεν
Είχαν πλέον αποκλειστεί οι σκέψεις περί αποστολής ανδρών, οπλισμού και σωμάτων στη Μακεδονία. Οπότε το πεδίο αφέθηκε ελεύθερο κατά τη διετία 1902-1903, στην δραστήρια προπαγάνδα των Βουλγάρων και στη διάκριση των κομιτατζήδων. Τα κομιτάτα τους συνέχιζαν τη δολοφονική δράση τους εναντίον των Ελλήνων, αυτή τη φορά όχι για να τους υποτάξουν, αλλά με το πρόσχημα να τους αποσπάσουν από την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία και να τους υπαγάγουν στο Βουλγαρικό Σχίσμα. Ακολουθούσαν ωστόσο την παραδοσιακή τακτική τους και οργανωμένοι σε συμμορίες, κακοποιούσαν και δολοφονούσαν τον πληθυσμό.
Τι είχε συμβεί; Είχε σημειωθεί (Αύγουστος 1903) η αποκαλούμενη «Εξέγερση του Προφήτη Ηλία Μεταμορφώσεως (:Ιλιντεν)», την οποία οι Σκοπιανοί γιορτάζουν ως εθνική επέτειο. Στον απόηχο του 1897 βουλγαρόφιλοι και σλαβόφωνοι προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν τις περιστάσεις και προετοίμασαν μεθοδικά τις κινήσεις ώστε ανήμερα του Προφήτη Ηλία, το 1903, εμφανίστηκαν να εξεγείρονται καταλαμβάνοντας κωμοπόλεις και χωριά. Ήταν περίοδος κατά την οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, η Ελλάδα είχε ουσιαστικώς αποδυναμωθεί και διακρινόταν για την πολιτική, διοικητική και στρατιωτική εσωστρέφειά της.
«Συμφωνία Μυρστέγης»
Ακολούθησε η Συμφωνία της Μυρστέγης (Mürzsteg Agreement), τον Οκτώβριο 1903, η οποία υιοθετήθηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις (Γερμανία, Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία) και προέβλεπε την επιβολή μεταρρυθμίσεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Αγγλία δέχτηκε το κείμενο, αλλά εξέφρασε επιφύλαξη, ενώ η Γερμανία εξέφρασε την αντίθεσή της σε οιαδήποτε μείωση της κυριαρχίας του Σουλτάνου. Το νέο σχέδιο προέβλεπε δύο Ευρωπαίους πολιτικούς συμβούλους για τον Τούρκο Γενικό Διοικητή των Ευρωπαικών Βιλαετίων Χιλμή Χουσεΐν Πασά (Ρώσο και Αυστριακό), αναδιοργάνωση της Χωροφυλακής, στην οποία κατετάσσοντο και χριστιανοί, οι οποίοι θα συμμετείχαν πλέον και στη διοίκηση των βιλαετίων.
Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι ένα άρθρο (3) προέβλεπε ότι η τουρκική κυβέρνηση, όταν ησύχαζαν τα πράγματα, θα προέβαινε σε εσωτερική διαρρύθμιση των ορίων βιλαετίων, σαντζακίων και καζάδων. Σκοπός ήταν η επίτευξη της όσο το δυνατόν καλύτερης ομοιογενούς κατανομής των εθνοτήτων της περιοχής. Οπότε Έλληνες, Βούλγαροι και Σέρβοι επεδίωκαν πλέον να ισχυροποιήσουν τη θέση τους με την προοπτική ενός ενδεχομένου μελλοντικού διαμελισμού. Μεταξύ άλλων βάση για τη διάκριση των πληθυσμών ετίθετο η εκκλησία και όχι η γλώσσα. Οπότε η Ελλάδα εξέφραζε την ικανοποίησή της για τη Συμφωνία εκείνη που ήταν σαφώς ο προπομπός για την εφαρμογή ευρύτερων προγραμμάτων.
Η Οργανωτική Επιτροπή
Δεν επιδείκνυε όμως και πρακτικά το ανάλογο ενδιαφέρον, οπότε τα ληστρικά κομιτάτα επιδόθηκαν σε ανηλεή αγώνα προς απόσπαση περισσότερων κοινοτήτων στο Βουλγαρικό Σχίσμα, ώστε να παρουσιαστεί ως βουλγαρική η πλειονότητα. Κάθε προσπάθεια αποτροπής των βιαιοτήτων αποτύγχανε, το κλίμα τρομοκρατίας απλωνόταν όλο και περισσότερο και πολλές ελληνικές κοινότητες βρέθηκαν σε κίνδυνο. Ιδιαιτέρως η ακμάζουσα οικονομικώς και κοινωνικώς ελληνική κοινότητα της Θεσσαλονίκης ήταν εκείνη που αντιδρούσε καταδικάζοντας την απάθεια στα όργια των κομιτατζήδων.
Βρισκόμαστε στον Φεβρουάριο 1904 και σπουδαίοι Θεσσαλονικείς αποφασίζουν να δράσουν. Σχηματίστηκε Οργανωτική Επιτροπή αποτελούμενη από τέσσερις δικηγόρους, τους Κωνσταντίνο Στ. Τάττη, Ιωσήφ Αδαμίδη, Σπύρο Τζαμτζή και Αθανάσιο Γ. Βόγα και τρεις διακεκριμένους πολίτες, τους Κωνσταντίνο Α. Φωκά, Αθανάσιο Π. Καλλιδόπουλο και Μιχαήλ Τσοπάνογλου. Οι άνδρες αυτοί ύψωσαν το ανάστημά τους και διαμαρτυρήθηκαν προς την Πύλη για τα εγκλήματα που διέπρατταν οι Βούλγαροι εναντίον του χριστιανικού πληθυσμού της Μακεδονίας, στέλνοντας ταυτοχρόνως και το μήνυμα στην Αθήνα για την ένοχη σιωπή της στα τεκταινόμενα.
Η διαδήλωση
Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, ο Αλέξανδρος Β΄, ο Ρηγόπουλος, πιεζόμενος από τις τουρκικές Αρχές, εμφανιζόταν διαλλακτικός, συνιστώντας την αποτροπή της διαδήλωσης. Έλεγε πως ο Βαλής δεν συμμεριζόταν την απόφαση της κοινότητας και θα αρκείτο στο ψήφισμα, το οποίο θα εξεδίδετο θεωρώντας ταυτοχρόνως «ως λαβούσαν χώραν την διαδήλωσιν». Αλλά οι συστάσεις του Παναγιώτατου ήταν εμφανώς εκ καθήκοντος. Η Κοινότητα θεωρούσε πως δεν έπρεπε να τις εισακούσει, διότι η θέση του Μητροπολίτη ήταν εξαιρετικά λεπτή. Έτσι χιλιάδες Ελλήνων ξεχύθηκαν στον Φαρδύ Δρόμο (Εγνατία Οδό).
Μέσω της οδού Χαμιντιέ (Εθνικής Αμύνης), πέρασαν μπροστά απ’ όλα τα προξενεία και κατευθύνθηκαν στη Μητρόπολη κραυγάζοντας συνθήματα όπως «Κάτω οι δολοφόνοι» και «Κάτω οι Βούλγαροι». Η διαδήλωση, σύμφωνα με τα μέτρα της εποχής, υπήρξε μεγαλειώδης. Όλα τα ελληνικά καταστήματα ήταν κλειστά. Η συγκέντρωση χιλιάδων ανθρώπων κάτω από το Μητροπολιτικό Μέγαρο περιγράφεται από τις αθηναϊκές εφημερίδες με λαμπρά χρώματα για τη ζωντάνια και τον παλμό της. Αντιπροσωπεία επισκέφτηκε τον Μητροπολίτη, ο οποίος δεν απέφυγε τον πειρασμό να χαιρετήσει τους διαδηλωτές από τον εξώστη και να τους διαβεβαιώσει πως τα αιτήματά τους θα εισακούονταν.
Το Ψήφισμα
Η ουσία της κινητοποίησης του Φεβρουαρίου 1904 αποτυπώθηκε στο Ψήφισμα το οποίο επιδόθηκε στον Μητροπολίτη και έφτασε στα χέρια του Βαλή αλλά και των Μεγάλων Δυνάμεων. Έφερε διακόσιες σφραγίδες όλων των αδελφοτήτων, σωματείων, συντεχνιών, των εκκλησιών και της δημογεροντίας. Εκφράζονταν διαμαρτυρίες για τις καθημερινώς διαπραττόμενες δολοφονίες από τους θηριώδεις κομιτατζήδες και για το κλίμα τρομοκρατίας που είχε απλωθεί σε όλη τη Θεσσαλονίκη. Κατήγγελλαν τις ανθελληνικές βάνδαλες πράξεις και συνιστούσαν τη λήψη αυστηρών μέτρων προς περιφρούρηση των ελληνικών κοινοτήτων. Επίσης, με ύφος δριμύ και εξαιρετικά αυστηρό κατήγγελλαν πως πολλοί υπάλληλοι δεν επιτελούσαν ευόρκως τα καθήκοντά τους.
Ανέφερε ότι «Ως τοις πάσι γνωστόν, από τινών ετών, το ομόδοξον ελληνικόν στοιχείον υφίσταται συστηματικόν και απηνή καταδιωγμόν υπό διοργανουμένων επί τούτω βουλγαρικών συμμοριών, εκ Βουλγαρίας ορμωμένων γνωστόν υπό το όνομα “Κομιτάτα”, όστις διωγμός τείνει να καταστήση προβληματικήν την ύπαρξιν ημών εν τη χώρα ταύτη, εις την οποίαν γνωστή είναι η εκ παλαιοτάτων χρόνων πρωτεύουσα και εκπολιτιστική θέσις ημών.
»Δια του πρωτοφανούς αγρίου τούτου εν τη ιστορία των Εθνών φυλετικού καταδιωγμού επεδιώχθη και επιδιώκεται απανθρώπως προ των ομμάτων του πεπολιτισμένου κόσμου, ουδέν πλέον ουδέν έλαττον, ή η εξόντωσις της ημετέρας φυλής από της χώρας ταύτης. Διότι τις δύναται να αμφισβητήση ότι καθ’ εκατοντάδας όλας αριθμούνται οι ιεροί ναοί και τα Μοναστήρια, τα οποία βία και ατιμωρητεί ως επί το πλείστον, ήρπασαν αφ’ ημών και εσφετερίσθησαν, και άτινα ανέκαθεν και εξ αρχής ανήκον τη ημετέρα εκκλησία, και τω Γένει ημών;».
Στη συνέχεια, απεικονιζόταν λεπτομερώς η εγκληματική δράση των κομιτάτων, δηλωνόταν η πίστη στην νομιμότητα που είχαν επιδείξει οι Έλληνες, αλλά και η απογοήτευση που πλημμύριζε τις ψυχές τους, διότι οι ελπίδες τους δεν δικαιώθηκαν και οι εγκληματίες είχαν αποθρασυνθεί. Οι Έλληνες δήλωναν φιλήσυχοι πολίτες, τάσσονταν υπέρ της τάξης, της ειρήνης και της ησυχίας αλλά ταυτοχρόνως έκαναν λόγο περί αυτοδικίας «εις ην το αίσθημα της αυτοσυντηρήσεως συνήθως εξωθεί τον άνθρωπο». Εν ολίγοις δήλωναν αποφασισμένοι να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος που έκλεινε την ανταπόκρισή του με τα γεγονότα του συλλαλητηρίου Θεσσαλονίκης ο Νικόλαος Φιλιππίδης γράφοντας με κεφαλαία γράμματα πως «ο ελληνικός πληθυσμός ανεθάρρησε μεγάλως και είναι έτοιμος εις πάσαν αυτοδικίαν πλέον αν τα εγκλήματα του κομιτάτου δεν παύσωσιν».
Η «κομματική μούχλα»
Όσο συνέβαιναν αυτά στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα ζούσαν σε άλλη… σφαίρα. Ετοίμαζαν συλλαλητήρια εναντίον των στρατιωτικών δαπανών, τους φόρους και εν γένει την οικονομική κατάσταση. Αλλά «εκ της πρωτευούσης της Μακεδονίας εξορμήσασα υπερπηδά τα σύνορα του Ελληνικού Βασιλείου και φθάνει εις τας Αθήνας, εις την Ελλάδα όλην άλλη φωνή: Ζήτω ο Ελληνισμός!» έγραφαν οι εφημερίδες. Τα αποτελέσματα του συλλαλητηρίου εκείνου της Θεσσαλονίκης δεν έχουν ακόμη αποτιμηθεί. «Αληθώς είναι μέγα το γεγονός της Θεσσαλονίκης. Ούτε επίσης έχει αναδειχθεί, στον βαθμό που συνέβη, η επιρροή που άσκησε ο αντίκτυπος του συλλαλητηρίου και όσα ακολούθησαν στην σκέψη του σώφρονα Πρωθυπουργού Γεωργίου Θεοτόκη.

Γεώργιος Θεοτόκης
Η γενική κατακραυγή που εκδηλώθηκε μέσω του Τύπου εναντίον της κυβέρνησης ήταν εντυπωσιακή. Η πένα του Γρηγόρη Ευστρατιάδη ήταν εκείνη που αναλάμβανε να στείλει το μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση. «Δεκαπέντε χιλιάδες δούλοι Έλληνες της Θεσσαλονίκης συγκροτούν διαδήλωσιν κατά των φονέων του Ελληνισμού εις τα όμματα της διπλωματίας. Η απεγνωσμένη φωνή της γενναίας ελληνικής κοινότητος (απευθύνεται) προς την Ευρώπην. Αλλά προς την Ευρώπην αμέσως αποτείνεται η μεγάλη αυτή φωνή του σφαζομένου Έθνους; Ή διέρχεται πρώτον εξ Ελλάδος και μας ραπίζει; Ή απευθύνεται προς το ελεύθερον Κράτος, το οποίον η δημοκοπία μερικών πατριωτών μάχεται την στιγμήν αυτήν ν’ αποσπάση βιαίως και οριστικώς από την ελληνικήν ιδέαν;».
Είναι γνωστό πως ο Γ. Θεοτόκης δεν ήταν προσανατολισμένος προς έναν ένοπλο αγώνα ο οποίος θα περιέπλεκε την Ελλάδα σε νέα περιπέτεια με την Τουρκία. Αλλά η αντίδραση που προκλήθηκε δεν μπορούσε να τον αφήσει αδιάφορο. Ως πρώτο μέτρο κρίθηκε η άμεση αντικατάσταση των προξένων στη Μακεδονία και η απομάκρυνση εκείνων που τηρούσαν αδιάφορη στάση. Περισσότερο ακόμη διότι οι εκθέσεις τους δεν ήταν ακριβείς και δεν περιείχαν ορθές εκτιμήσεις της πραγματικής κατάστασης.
Ο Μακεδονικός Αγώνας
Ταυτόχρονα αποφασίστηκε η αποστολή στη δυτική Μακεδονία επιτροπής, αποτελούμενης από τέσσερις αξιωματικούς, οι οποίοι κλήθηκαν να μελετήσουν επί τόπου την κατάσταση. Έπρεπε να εκτιμήσουν εάν απαιτείτο η ενίσχυση σε μέσα και προσωπικό των υπηρεσιών που διέθετε η Ελλάδα. Επικεφαλής τέθηκε ο Αλέξανδρος Κοντούλης, στρατηγός αργότερα στην Μικρά Ασία, ο Παύλος Μελάς, ο μετέπειτα Αρχιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας και ο Γεώργιος Κολοκοτρώνης.
Στα τέλη Φεβρουαρίου 1904 συναντήθηκαν στο Βελμίστι κοντά στα σύνορα. Οι εξελίξεις είναι, λίγο έως πολύ, γνωστές. Επέστρεψαν, καταθέτοντας διαφορετικές προτάσεις και εκτιμήσεις. Τον Ιούνιο πλέον του ιδίου έτους η Κυβέρνηση Γ. Θεοτόκη κατέληγε στην απόφαση οργάνωσης σωμάτων, ενώ τα προξενεία έδιδαν πλέον καθαρή εικόνα της κατάστασης. Τόνιζαν την ανάγκη συντονισμένης δράσης. Η κυβέρνηση δίσταζε ακόμη. Η ευθύνη ενδεχομένης ρήξης με την Τουρκία, την οδηγούσε να αφήσει την πρωτοβουλία σε ιδιώτες και οργανώσεις. Εξάλλου, αφυπνίστηκε και η Αθήνα. Περίπου 3 μήνες αργότερα πραγματοποιήθηκε συλλαλητήριο στους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Ακολούθησε το μεγαλείο του Μακεδονικού Αγώνα.
Πηγή: Αθηναϊκά
Ιστορία - Πολιτισμός
17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.
Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.
Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή
Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.
Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.
Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.
Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.
Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.
Χρονικό της τραγωδίας
Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.
Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .
Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.
Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.
Ο αριθμός των θυμάτων
Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.
Μετά την καταστροφή
Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:
«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..
Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ιστορία - Πολιτισμός
Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού
Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.
Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.
Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.
Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας
Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης
Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.
Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.
Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία
Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.
Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.
#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια
Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.
Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.
Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.
Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές
Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

