Ακολουθήστε μας

Ιστορία - Πολιτισμός

Η ελληνική επανάσταση στην εποχή των επαναστάσεων

Δημοσιεύτηκε στις

Το παρόν άρθρο συντάσσεται με αφορμή τη συζήτηση που έχει ξεκινήσει, στα πλαίσια και της επικείμενης επετείου για τα 200 χρόνια από το 1821, σχετικά με τον χαρακτήρα και τις ιδεολογικές προκείμενες της ελληνικής επανάστασης. Ο λόγος που τονίζεται στον τίτλο η εποχή των επαναστάσεων είναι η παραδοχή πως η ελληνική περίπτωση δεν μπορεί να ιδωθεί ανεξάρτητα από την παγκόσμια κίνηση της ιστορίας της εν λόγω περιόδου (1776 – 1848). Ωστόσο, η προσέγγιση μας θα κινηθεί κριτικά έναντι τόσο της απομονωτικής παρουσίασης -που τείνει να εξετάζει το γεγονός της ελληνικής επανάστασης εκτός αυτού του διεθνούς πλαισίου- όσο και πτυχών της, κυρίαρχης, εκσυγχρονιστικής ματιάς -που θέτει τον «ευρωπαϊκό προσανατολισμό», στα πλαίσια μίας κακώς εννοούμενης εξάρτησης, ως πρωταρχικό διακύβευμα των επαναστατημένων Ελλήνων.

Η τελευταία προσέγγιση, μάλιστα, έρχεται -όλο και περισσότερο- να δώσει προτεραιότητα στα «φιλελεύθερα» ιδεολογικά προτάγματα του αγώνα και τεχνηέντως να υποκαταστήσει την παραδοσιακά κυρίαρχη εθνοθρησκευτική διάσταση του. Για να εξετάσουμε την ορθότητα και τα ενδεχόμενα προβλήματα αυτής της θέσης θα αναφερθούμε στο πλαίσιο στο οποίο αναπτύχθηκαν τα επαναστατικά κηρύγματα στον ελληνικό χώρο, στην εξέλιξή τους και στην προσαρμογή τους στο χρόνο σε σύνδεση με τα διεθνή δεδομένα της ανάπτυξης και, τελικά, της ήττας του ριζοσπαστισμού στην Ευρώπη –κατά την περίοδο 1789-1815. Επιπλέον, θα παραθέσουμε τον τρόπο προβολής της ελληνικής επανάστασης προς το εξωτερικό, όπως αυτός αποτυπώνεται στο κείμενο της διακήρυξης της ελληνικής ανεξαρτησίας τον Ιανουάριο του 1822.

Είναι γεγονός ότι τα επαναστατικά κηρύγματα εισέρχονται στον βαλκανικό χώρο κατά την περίοδο ακμής του ριζοσπαστισμού στην ευρωπαϊκή ήπειρο, μετά το κορυφαίο γεγονός της γαλλικής επανάστασης, της ιακωβίνικης «τρομοκρατίας» (1792-1794) και, ιδίως, της Ναπολεόντειας αυτοκρατορικής επέκτασης στην Ευρώπη και στα εδάφη της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αρχής γενομένης από την επαναστατική απόπειρα του Ρήγα Βελεστινλή (1797), το λεγόμενο σενάριο επανάστασης στον ελληνικό χώρο λαμβάνει, αρχικά, χαρακτηριστικά ριζικής κοινωνικής αναμόρφωσης πέραν του σκοπού της εθνικής αποκατάστασης, όντας συνδεδεμένο με τις διακηρύξεις και τα προτάγματα της γαλλικής επανάστασης και των ναπολεόντειων αντιτυραννικών μηνυμάτων. Σε αυτό το πλαίσιο, η επαναστατική προοπτική προκάλεσε ισχυρές αντιδράσεις σε ευρέα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Εκπρόσωποι του ελληνικού διαφωτισμού, φαναριώτες και λόγιοι (Βούλγαρης, Καταρτζής, Κούμας, Οικονόμου κ.α.) αντιτάχθηκαν στην τροπή της γαλλικής επανάστασης μετά τη βασιλοκτονία (1793) και οριοθέτησαν τα ανοίγματά τους στον διαφωτισμό. Φιλελεύθεροι, όπως ο Κοραής, άσκησαν κριτική στις ακραίες πτυχές της γαλλικής επανάστασης και στη ναπολεόντεια διακυβέρνηση, ενώ η ισχυρότερη αντίδραση στα επαναστατικά καλέσματα προήλθε από συντηρητικούς λογίους (όπως ο Μιχαήλ Περδικάρης), από τον κλήρο και το πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης (Γρηγόριος Ε΄, Αθανάσιος Πάριος κ.α.).

Όπως καταδεικνύει η κοινωνιολογική προσέγγιση του Ανωνύμου Έλληνος στην «Ελληνική Νομαρχία» και ο Βρετανός περιηγητής William Leak, κατά την πρώτη δεκαετία του 19ου αι., οι Έλληνες ήταν χωρισμένοι σε δύο παρατάξεις: στη μία βρίσκονταν οι φορείς της ιδέας της επανάστασης και στην άλλη η εκκλησία και τα πρόσωπα που κατείχαν διοικητικές θέσεις στην οθωμανική αυτοκρατορία, οι οποίοι ένιωθαν, εύλογα, να απειλούνται από την επέλαση του ριζοσπαστισμού και τη δυνητική ανατροπή της κοινωνικής και διανοητικής τάξης πραγμάτων. Οι τελευταίοι ασκούσαν τη μεγαλύτερη επιρροή στο σύνολο του ελληνικού πληθυσμού. Ωστόσο, σε αυτό το πλαίσιο, όπου το ενδεχόμενο επανάστασης άρχισε να γίνεται το κεντρικό σημείο αντιπαράθεσης, διαμορφώθηκε ένα περιβάλλον στο οποίο άρχισαν να συζητούνται σενάρια μελλοντικής αποκατάστασης του ελληνικού γένους. Η κριτική που ασκήθηκε από τις προαναφερθείσες κοινωνικές ομάδες στις ανατρεπτικές πτυχές του επαναστατικού λόγου, που διαφοροποιούνταν ριζικά από τα δεδομένα της ορθόδοξης παράδοσης και του υπάρχοντος κοινωνικοοικονομικού καθεστώτος, διαμόρφωσε σταδιακά τα όρια ριζοσπαστισμού στα οποία θα κινούνταν μελλοντικά η προσπάθεια εθνικής αποκατάστασης.

Παράλληλα, η έκβαση των ναπολεόντειων πολέμων, το 1814, σηματοδότησε την απαρχή μίας νέας εποχής, στην οποία οι επαναστατικές ιδέες ήταν πλέον ηττημένες. Οι μυστικές εταιρείες αποτέλεσαν τους φορείς απορρόφησης των επαναστατικών ιδεών στα πλαίσια της παλινόρθωσης. Οι εταιρείες, όμως, μέσα στο προαναφερθέν περιβάλλον, -και ιδιαίτερα η Φιλική Εταιρεία στη ελληνική περίπτωση- εισήγαγαν μία νέα ιεράρχηση, όπου η εθνική αποκατάσταση τίθεται σε προτεραιότητα έναντι μίας ριζικά ανατρεπτικής πολιτικής και κοινωνικής συγκρότησης. Το ιδεολογικό πλαίσιο, επομένως, τροποποιήθηκε σταδιακά, καθώς ο εθνισμός άρχιζε να κερδίζει συνεχώς έδαφος έναντι των παλαιότερων προταγμάτων που συνδύαζαν την εθνική αποκατάσταση με έναν ριζοσπαστικά φιλελεύθερο κοινωνικό μετασχηματισμό.

Επιπλέον, η ελληνική εθνική αποκατάσταση ήταν πλέον συνδεδεμένη όχι με τις διαθέσεις των «δημοκρατικών» Γάλλων αλλά με την προσμονή βοήθειας από την ομόδοξη ρωσική αυτοκρατορία, για την οποία έχει διαμορφωθεί η πεποίθηση ότι βρίσκεται πίσω από τις ενέργειες της Φιλικής Εταιρείας. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό και με άλλους (κοινωνικοοικονομικούς) παράγοντες της μεταναπολεόντειας εποχής, θα ενεργοποιήσει τα παραδοσιακά ρωσόφιλα στοιχεία του ελληνικού χώρου, τα οποία θα γίνουν κοινωνοί της εθνικής και επαναστατικής ιδέας. Επιπρόσθετα, η οργάνωση της Φιλικής Εταιρείας, με το σύστημα των τοπικών εφορειών, θα εισαγάγει τις ελληνικές ηγετικές κοινωνικές ομάδες στο επαναστατικό εγχείρημα, μετά το 1818, με την αθρόα μύηση προεστών, φαναριωτών ηγεμόνων και ανωτέρων ιερέων· ομάδων που μέχρι εκείνη τη στιγμή τάσσονταν στους αντίποδες της επαναστατικής προοπτικής. Η Φιλική Εταιρεία, έτσι, κατέστη ο δίαυλος μετάδοσης των επαναστατικών ιδεών και βλέψεων από τα κοινωνικά στρώματα της διασποράς στην καρδιά των ηγετικών ελληνικών ομάδων στο πλαίσιο της οθωμανικής κυριαρχίας. Παράλληλα, κατάφερε να συσπειρώσει διαφορετικά κοινωνικά στρώματα του έθνους, τα οποία κινήθηκαν για την επίτευξη ενός κοινού σκοπού ανεξάρτητα από την ιδεολογική και κοινωνική τους ταυτότητα.

Μετά την αποτυχία της ελληνικής επανάστασης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και την εμφανή αδυναμία της να εκπληρώσει το αρχικό σχέδιο μίας ολοκληρωτικής κατάρρευσης της οθωμανικής εξουσίας με μία πανχριστιανική συστράτευση, άρχισε να προωθείται το σενάριο της ανεξαρτησίας, στη βάση της πολιτικής ενοποίησης, στις περιοχές όπου η επανάσταση είχε επικρατήσει (Πελοπόννησος, Στερεά Ελλάδα, Νησιά). Οι πιο επιφανείς ελληνικές προσωπικότητες, εντός και, κυρίως, εκτός της επαναστατημένης επικράτειας (Ιωάννης Καποδίστριας, Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας, Κωνσταντίνος Πολυχρονιάδης, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος κ.α.) συνέστηναν την άμεση δημιουργία κεντρικής υπέρτατης διοίκησης, με στόχο αφενός τον κεντρικό συντονισμό των πολεμικών ενεργειών και αφετέρου την ιδεολογική προβολή του ελληνικού αγώνα στο εξωτερικό όχι ως κοινωνικά ανατρεπτικού αλλά ως εθνικού, θρησκευτικού και νομιμόφρονος.

Χαρακτηριστικό τεκμήριο αυτής της προτεραιότητας είναι το υπόμνημα του Ιωάννη Καποδίστρια προς τον Ιγνάτιο, το καλοκαίρι του 1821, στο οποίο, αφού προτρέπει τη σύσταση διοίκησης στους ελευθερωθέντας τόπους που να είναι  απλουστάτη και όσον το δυνατόν παρομοία με την παλαιάν των κατασκευήν καθώς οι νεωτερισμοί θέλουν κάμει περισσότερον κακόν παρά καλόν, σημειώνει: «Χαρακτηρίζουν την επανάστασιν της Ελλάδος ως έργον αυτόχρημα των Ιταλικών, Γερμανικών και Γαλλικών εταιρειών. Η κατηγορία αυτή είναι ψευδής· τουλάχιστον δεν την βοηθεί καμμία απόδειξις· εν τοσούτω αυτή πιέζει το έθνος μας. Αι ανόητοι προκηρύξεις του Υψηλάντου εδικαίωσαν πολλά τους εχθρούς μας (και δεν είναι μόνον οι Τούρκοι εχθροί μας) να σημειώσουν την ελληνικήν επανάστασιν ως περισπασμόν, τον οποίον οι Ιακωβίνοι της Ευρώπης ενήργησαν προς βοήθειαν των ολεθρίων σκοπών των κατά Ιταλίας, Γερμανίας και Γαλλίας». Έτσι, κοινός τόπος της πνευματικής, θα λέγαμε, ηγεσίας των Ελλήνων, που είχε γνώση των ευρωπαϊκών πραγμάτων, κατέστη η εμφάνιση της ελληνικής επανάστασης ως εντελώς ξεχωριστής περίπτωσης από τις επαναστατικές κινήσεις που εκδηλώνονταν την ίδια εποχή στον ευρωπαϊκό χώρο. Η ιδιαιτερότητά της, σύμφωνα με την παραπάνω ερμηνεία, συνίσταται στο γεγονός ότι δεν επεδίωκε κάποια ριζοσπαστική κοινωνική εκτροπή και τη διατάραξη της ευρωπαϊκής τάξης.

 Η επανάσταση, δηλαδή, εξ υπαρχής, προσπάθησε να πετύχει τη σύνδεσή της όχι με τις επαναστατικές φιλελεύθερες δυνάμεις της εποχής που απειλούσαν το status quo της παλινόρθωσης αλλά με τα κραταιά ευρωπαϊκά -συνταγματικά και μη- βασίλεια. Αυτή η επιλογή αφενός οφειλόταν στην ανάγκη για διπλωματική υποστήριξη της επανάστασης, σε έναν κόσμο όπου οι αντεπαναστατικές δυνάμεις και ιδέες είχαν επικρατήσει πλήρως· αφετέρου, όμως, δήλωνε την προσήλωση των Ελλήνων στον εθνικό προσανατολισμό ο οποίος επισκίαζε τις διακριτές ιδεολογικές και κοινωνικές ταυτότητες των ηγετικών (και μη) προσωπικοτήτων του αγώνα. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η προσπάθεια απόκρυψης του ονόματος της Φιλικής Εταιρείας (ο εταιρισμός προκαλούσε αρνητικά τις διαθέσεις των Δυνάμεων)  και ο υποβιβασμός του φυσικού αρχηγού της επανάστασης Δημητρίου Υψηλάντη. Επιπλέον, η στάση του Κολοκοτρώνη, στις αρχές τις επανάστασης, που συγκράτησε τον όχλο και τους θερμόαιμους στρατιωτικούς, έξω από το κατάλυμα του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, όταν επιχείρησαν να εξοντώσουν τους προύχοντες, λέγοντας ότι δεν πρέπει να μας πουν καρβονάρους.

Το πρώτο ελληνικό πολίτευμα της Επιδαύρου (1822) υπηρέτησε ακριβώς την ανάγκη προβολής του αγώνα, στην Ευρώπη της παλινορθούμενης μοναρχίας (όπου την ίδια εποχή καταπνίγονταν επαναστατικά κινήματα στην Ισπανία, τη Νάπολη και το Πεδεμόντιο), ως εθνικού και θρησκευτικού. Ταυτόχρονα, το προσωρινό πολίτευμα διευθέτησε προσωρινά τις επιμέρους ανταγωνιστικές επιδιώξεις των πρωταγωνιστικών πολιτικών παραγόντων (προυχόντων, φαναριωτών, στρατιωτικών), οι οποίες συνολικά οριοθετούνταν έξω από τον χώρο του φιλελεύθερου ριζοσπαστισμού, όπως αυτός εκφράστηκε πανευρωπαϊκά από τον «ιακωβινισμό» και τον «καρμποναρισμό» στη συνέχεια. Σίγουρα στους κόλπους των Ελλήνων διανοουμένων και, ιδιαιτέρως, των φιλελλήνων υπήρχαν αρκετά στοιχεία που εξέφραζαν, συνήθως, έναν μετριοπαθή και, σε κάποιες περιπτώσεις, ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό. Τα προτάγματα, όμως, αυτών των ομάδων συμβιβάστηκαν και προωθήθηκαν έως το σημείο εκείνο που να μην διαταράσσεται η επιδιωκόμενη διπλωματική σύνδεση του ελληνικού αγώνα με τον ευρωπαϊκό κόσμο της Ιεράς Συμμαχίας.

Στην εκσυγχρονιστική βιβλιογραφία τονίζονται σε μεγάλο βαθμό τα φιλελεύθερα χαρακτηριστικά των ελληνικών συνταγμάτων (ισότητα απέναντι στο νόμο, διάκριση των εξουσιών, ανεξιθρησκία), με πρώτο αυτό της Επιδαύρου, και, ενίοτε, η αναντιστοιχία τους με τη παραδοσιακή κοινωνία στην οποία απευθύνονταν. Στη σύνταξή τους, πράγματι, πρωταγωνίστησαν φιλελεύθεροι Έλληνες και φιλέλληνες, όπως ο Αναστάσιος Πολυζωίδης και ο Ιταλός καρμπονάρος Vincenzo Gallina. Η συνταγματική, ωστόσο, διευθέτηση και η σύσταση επιτροπικής (αντιπροσωπευτικής) διοίκησης ήταν σύμφωνη με τις προθέσεις των επιφανών Ελλήνων του εξωτερικού, ενώ δεν εναντιωνόταν στις αξιώσεις της πλειοψηφίας των ανθρώπων της επαναστατημένης επικράτειας. Επίσης, τα ρεπουμπλικανικά συντάγματα, κατά τη διάρκεια του αγώνα, είχαν προσωρινό χαρακτήρα, δεδομένου ότι δεν υπήρχε κάποιο πρόσωπο εκείνη τη στιγμή που θα αναλάμβανε ως μονάρχης τη διακυβέρνηση. Αυτό σήμαινε ότι η οριστική πολιτειακή συγκρότηση θα ολοκληρωνόταν, μετά από την επιδιωκόμενη -στρατιωτική και διπλωματική- επιτυχία της επανάστασης και την ένταξη της ελληνικής πολιτείας στο ευρωπαϊκό σύστημα σταθερότητας, με την ίδρυση ενός βασιλείου· πράγμα που δεν ήταν αντίθετο με τις διαθέσεις του συνόλου σχεδόν των πολιτικών παραγόντων. Επιπλέον, τα συντάγματα, γενικότερα, στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα, αποτελούσαν πλέον μία διαδεδομένη πρακτική της εποχής μέσω της οποίας θεσμίζονταν ισχυρά βασίλεια και αναγνωρίζονταν νέα κρατικά μορφώματα και όχι μία ριζοσπαστικά φιλελεύθερη καινοτομία.

Η ελληνική επανάσταση προσάρμοσε το νεωτερικό κεκτημένο του εθνικισμού στις παραδοσιακές νοηματοδοτήσεις του κόσμου και της ιστορίας, στη βάση της υποκατάστασης του θρησκευτικού προνοιακού προορισμού από την υπηρέτηση του εθνικού οράματος. Σε αυτό το πλαίσιο, το μοντέρνο συνταγματικό μοντέλο της Επιδαύρου συνδυάζεται με παραδοσιακές ερμηνείες αποκατάστασης που είναι εμφανείς στο κείμενο της  διακήρυξης της ελληνικής ανεξαρτησίας, σηματοδοτώντας το σημείο συνάντησης της παράδοσης και της νεωτερικότητας. Χαρακτηριστικό στοιχείο της διακήρυξης της ανεξαρτησίας είναι η απουσία της λέξης «επανάσταση» από το κείμενο. Ο αγώνας των Ελλήνων περιγράφεται ως εθνικός και ιερός πόλεμος εναντίον μίας τυραννικής και άνομης εξουσίας. Το εθνικό πρόταγμα έρχεται να υποστασιάσει νομιμοποιητικά το νοούμενο πλέον ως αυθαίρετο και παράνομο πλαίσιο της παρελθούσης συνθήκης της οθωμανικής κατάκτησης. Σε αυτά τα συμφραζόμενα, η επανάσταση προβάλλεται από τους Έλληνες ως προσπάθεια για την επιβολή της νομιμότητας απέναντι στην ανομία της σουλτανικής εξουσίας και όχι ως ανατροπή της τάξης. Η θεία πρόνοια έρχεται να αποκαταστήσει τη νόμιμη εξουσία μέσω της επαναστατικής δράσης (που ονομάζεται «πόλεμος»), η οποία αμφισβητεί τη νομιμότητα του συστήματος της κατάκτησης για να προβάλει τη -χαμένη στον παρελθόντα χρόνο- νομιμότητα του έθνους.

Με βάση τα παραπάνω, είναι εμφανές ότι οι επαναστατικοί λόγοι στον ελληνικό χώρο προσαρμόστηκαν, κατά το διάστημα 1797 – 1821, από τα δεδομένα της ανάπτυξης σε αυτά της ήττας του ριζοσπαστισμού στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Η τελική συστράτευση επετεύχθη μέσω της διανοητικής σύγκλησης στη βάση του έθνους και της θρησκείας. Οι ιδεολογικές διαφορές ενυπήρχαν στους κόλπους των επαναστατών, όμως η εθνική αποκατάσταση είχε την απόλυτη προτεραιότητα στη σκέψη και στις στοχεύσεις του συνόλου των πρωταγωνιστών· σε σημείο τέτοιο, ώστε ο όποιος προσδιορισμός που τίθεται στη βάση της ιδεολογικής σύγκρουσης και χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει τον αγώνα στο σύνολό του να στερείται πραγματολογικής ακρίβειας. Με βάση αυτήν την παραδοχή, οι Έλληνες προέβαλαν τη νομιμότητα του αγώνα, ο οποίος δεν είχε σκοπό τη διατάραξη του ευρωπαϊκού συστήματος σταθερότητας, σε αντίθεση με άλλες φιλελεύθερες επαναστάσεις που κατεστάλησαν την ίδια εποχή στη γηραιά ήπειρο. Η επανάσταση επιδίωξε εξ υπαρχής τη σύνδεση με την Ευρώπη και τα ισχυρά βασίλεια, αξιώνοντας όμως μία ισότιμη και ειλικρινή σχέση βασισμένη σε κοινά πολιτισμικά δεδομένα και όχι στην υποτέλεια. Η τελευταία ήταν παράγωγο της στρατιωτικής ήττας της επανάστασης, όχι ο εξ αρχής ομολογημένος σκοπός της.

Μιχάλης Ρέττος (Cognosco Team),

Εκπαιδευτικός, απόφοιτος κλασικής φιλολογίας (ΕΚΠΑ). Μεταπτυχιακός φοιτητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του τμήματος Ιστορίας & Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Baker, Keith Michael. “Revolutionizing Revolution.” στο Scripting Revolution: A Historical Approach to the Comparative Study of Revolutions, Keith Michael Baker and Dan Edelstein (επιμ.). Stanford, California: Stanford University Press, 2015.

Edelstein, Dan. “From Constitutional to Permanent Revolution.” στο Scripting Revolution: A Historical Approach to the Comparative Study of Revolutions, Keith Michael Baker and Dan Edelstein (επιμ.), 118–30. Stanford, California: Stanford University Press, 2015.

Leake, William-Martin. Researches in Greece. Λονδίνο: John Booth, Duke Street, Portland Place, 1814.

Petropulos, John. Πολιτική Και Συγκρότηση Κράτους Στο Ελληνικό Βασίλειο (1833-1843). Αθήνα: ΜΙΕΤ, 1985.

Rakove, Jack. “Constitutionalism: The Happiest Revolutionary Script.” στο Scripting Revolution: A Historical Approach to the Comparative Study of Revolutions, Keith Michael Baker and Dan Edelstein (επιμ.). Stanford, California: Stanford University Press, 2015.

Βακαλόπουλος, Απόστολος. Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. τ. Ε΄. Θεσσαλονίκη: Ηρόδοτος, 1982.

Δαφνής, Κώστας (επιμ.). Αρχείον Ιωάννου Καποδίστρια. τ. ΣΤ΄. Κέρκυρα: Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών, 1985.

Δημακόπουλος, Γεώργιος. Η Διοικητική Οργάνωσις Κατά Την Ελληνικήν Επανάστασιν 1821-1827. Αθήνα: Τύποις Αδελφών Κλεισιούνη, 1966.

Δημαράς, Κ.Θ. Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Αθήνα: Ερμής, 2009.

Διαμαντούρος, Νικηφόρος. Οι Απαρχές Της Συγκρότησης Σύγχρονου Κράτους Στην Ελλάδα, 1821 -1828. Αθήνα: ΜΙΕΤ, 2002.

Θεοτοκάς, Νίκος. “Παράδοση Και Νεοτερικότητα: Σχόλια Για Το Εικοσιένα,” Τα Ιστορικά, τχ. 17 (1992): 345–70.

Κιτρομηλίδης, Πασχάλης. Η Γαλλική Επανάσταση Και η Νοτιοανατολική Ευρώπη. Αθήνα: Πορεία, 2000.

———. Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Αθήνα: ΜΙΕΤ, 2009.

———. Ρήγα Βελεστινλή: Άπαντα Τα Σωζόμενα. τ. Ε΄. Αθήνα: Βουλή των Ελλήνων, 2000.

Παναγιωτόπουλος, Βασίλης. “Η Φιλική Εταιρεία: Οργανωτικές Προϋποθέσεις Της Ελληνικής Επανάστασης.” στην Ιστορία Του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τ.Γ΄. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 2003.

Παντελοδήμος, Δημήτριος. Απηχήσεις Της Γαλλικής Επανάστασης Στον Ελληνικό Χώρο Κατά Το ΙΘ΄ Αιώνα. Αθήνα: Συμμετρία, 1993.

Τζάκης, Διονύσης. “Η Εφορεία Της Φιλικής Εταιρείας Στην Πελοπόννησο: Σκέψεις Για Τη Συμμετοχή Των Τοπικών Ηγετικών Ομάδων Στο Εθνικό Κίνημα.” Ιόνιος Λόγος Ε΄ (2015): 97–110.

Φιλήμων, Ιωάννης. Δοκίμιον Ιστορικόν Περί Της Ελληνικής Επαναστάσεως. τ. Α΄. Αθήνα: Τύποις Π. Σούτσα και Α. Κτένα, 1859.

———. Δοκίμιον Ιστορικόν Περί Της Φιλικής Εταιρείας. Ναύπλιο: Θ. Κονταξής και Ν. Λουλάκης, 1834.

huffingtonpost.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Κειμήλια αντί λειψάνων Σαμουήλ: Τα ερωτήματα για τη συμφωνία με τη Βουλγαρία και τη Συνθήκη του Νεϊγύ

Ο Γιώργος Καρανίκας, με άρθρο του στον «Χρόνο», θέτει ζήτημα αντιμετώπισης των λεηλατημένων ελληνικών θησαυρών ως αντικειμένων ανταλλαγής. Η υποχρέωση επιστροφής, οι εκκρεμείς διεκδικήσεις και οι ενστάσεις των Μητροπόλεων.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Η επιστροφή 48 εκκλησιαστικών κειμηλίων από τη Βουλγαρία επαναφέρει ένα ιστορικό και πολιτικό ερώτημα: γιατί η απόδοση θησαυρών που αφαιρέθηκαν από ελληνικές μονές συνδέεται με την παράδοση ανταλλάγματος, όταν η Συνθήκη του Νεϊγύ προέβλεπε ήδη την επιστροφή τους;

Αυτό είναι το κεντρικό ζήτημα που αναδεικνύει ο δημοσιογράφος Γιώργος Καρανίκας, στο άρθρο του «Διαγράφουμε την συνθήκη του Νεϊγύ;», που δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Χρόνος» στις 7 Οκτωβρίου. Η παρέμβασή του στρέφεται κατά της λογικής της ανταλλαγής και της πανηγυρικής παρουσίασης μιας συμφωνίας που αφορά μέρος των θησαυρών που διεκδικεί η ελληνική πλευρά.

Η υποχρέωση που διατυπώθηκε το 1919

Η Συνθήκη του Νεϊγύ υπογράφηκε στις 27 Νοεμβρίου 1919, μετά την ήττα της Βουλγαρίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πέρα από τις εδαφικές και οικονομικές ρυθμίσεις, περιλάμβανε συγκεκριμένη πρόβλεψη για την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών.

Το άρθρο 126 όριζε ότι η Βουλγαρία αναλαμβάνει να αναζητήσει και να επιστρέψει χωρίς καθυστέρηση στην Ελλάδα, τη Ρουμανία και το Σερβοκροατοσλοβενικό Κράτος αρχεία, έγγραφα και αντικείμενα αρχαιολογικού, ιστορικού ή καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος που είχαν απομακρυνθεί από τα εδάφη τους κατά τον πόλεμο.

Στη διάταξη αυτή στηρίζεται η κριτική του Καρανίκα: η επιστροφή των λεηλατημένων κειμηλίων αποτελούσε υποχρέωση της βουλγαρικής πλευράς, επομένως η αντιμετώπισή τους ως στοιχείων μιας αμοιβαίας συναλλαγής δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα.

Ο αρθρογράφος υπενθυμίζει και την παράδοση χειρογράφων το 1923. Σύμφωνα με την ιστορική αναδρομή του, η ελληνική αντιπροσωπεία παρέλαβε κιβώτια τα οποία παρουσιάστηκαν ως το σύνολο των αφαιρεθέντων, αλλά περιείχαν μόνο περιορισμένο αριθμό χειρογράφων. Κατά τον ίδιο, η εκκρεμότητα δεν έκλεισε ποτέ, παρά τους μεταγενέστερους βουλγαρικούς ισχυρισμούς.

Τι περιλαμβάνει η πρόσφατη συμφωνία

Στις 3 Οκτωβρίου 2026, στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης, υπογράφηκαν τα πρωτόκολλα παράδοσης και παραλαβής, παρουσία των πρωθυπουργών Ελλάδας και Βουλγαρίας.

Τα 48 κειμήλια προέρχονται από την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας, την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης. Η ελληνική πλευρά παραδίδει τα λείψανα που έχουν ταυτοποιηθεί ως ανήκοντα στον τσάρο Σαμουήλ, μαζί με το υπόλοιπο ανθρωπολογικό υλικό από τέσσερις σαρκοφάγους της Βασιλικής του Αγίου Αχιλλείου στις Πρέσπες.

Η επίσημη ανακοίνωση προβλέπει συνέχιση των διαπραγματεύσεων για ιστορικά αντικείμενα που δεν περιλήφθηκαν στην παρούσα συμφωνία. Τα επιστραφέντα κειμήλια θα εκτίθενται στη Θεσσαλονίκη έως τις 5 Νοεμβρίου και κατόπιν θα αποδοθούν στους φορείς προέλευσής τους.

Οι θησαυροί που παραμένουν εκτός

Οι εκκρεμείς διεκδικήσεις δείχνουν ότι η επιστροφή των 48 αντικειμένων δεν ολοκληρώνει τον επαναπατρισμό.

Ο Μητροπολίτης Δράμας Δωρόθεος, σε επιστολή του προς την υπουργό Πολιτισμού, αναφέρει ότι από την Εικοσιφοίνισσα είχαν αφαιρεθεί 800 ιερά κειμήλια και 430 χειρόγραφα. Εκφράζει επίσης την ανησυχία ότι η παράδοση των λειψάνων του Σαμουήλ αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική δυνατότητα της Ελλάδας για όσα παραμένουν στη Βουλγαρία.

Η Μητρόπολη Ξάνθης και Περιθεωρίου διεκδικεί ακόμη 50 αντικείμενα από τις Μονές Παναγίας Καλαμούς και Παναγίας Αρχαγγελιώτισσας, ζητώντας την επιστροφή τους έξω από τη λογική ανταλλαγής. Παράλληλα, η Ιερά Σύνοδος χαιρέτισε τον επαναπατρισμό των 48 κειμηλίων, εκφράζοντας την προσδοκία να ακολουθήσουν νέες επιστροφές.

Το ερώτημα περί «διαγραφής» της Συνθήκης του Νεϊγύ αποτελεί την αιχμηρή πολιτική θέση του Καρανίκα· δεν τεκμηριώνει από μόνο του νομική κατάργησή της. Αναδεικνύει, όμως, ένα συγκεκριμένο ζήτημα που απαιτεί απάντηση: πώς διασφαλίζεται η διεκδίκηση του συνόλου των αφαιρεθέντων θησαυρών, μετά την ολοκλήρωση αυτής της ανταλλαγής;

Η επιστροφή των 48 κειμηλίων έχει αξία για τις μονές και την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας. Η ιστορική εκκρεμότητα, ωστόσο, παραμένει ανοιχτή όσο χειρόγραφα και εκκλησιαστικοί θησαυροί εξακολουθούν να βρίσκονται μακριά από τους τόπους στους οποίους ανήκουν.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Σμαραγδής: «Στην Ελλάδα είναι επικίνδυνο να είσαι Έλληνας» – Ο Κολοκοτρώνης, η εθνική ταυτότητα και η απάντηση στους επικριτές

Ο σκηνοθέτης μίλησε στην Όλγα Λαθύρη στον Star Κεντρικής Ελλάδας για τη νέα ταινία με επίκεντρο τον Γέρο του Μωριά, την ανάγκη εθνικής ενότητας και τον πολιτισμό ως δύναμη αντίστασης στην ομογενοποίηση.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Με αιχμηρές αναφορές στην παγκοσμιοποίηση, στην υποχώρηση της ελληνικής αυτοπεποίθησης και στις αρνητικές κριτικές που δέχθηκε ο «Καποδίστριας», ο Γιάννης Σμαραγδής παρουσίασε το σκεπτικό της επόμενης κινηματογραφικής του προσπάθειας. Στη συνέντευξή του στην Όλγα Λαθύρη για τον Star Κεντρικής Ελλάδας, αποκάλυψε ότι έχει ολοκληρωθεί η πρώτη μορφή του σεναρίου για τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον οποίο αντιμετωπίζει ως φορέα της ελληνικής λαϊκής ψυχής και ως πρότυπο προσφοράς στην πατρίδα.

«Στην ουσία, στην Ελλάδα είναι επικίνδυνο να είσαι Έλληνας», ανέφερε χαρακτηριστικά, διευκρινίζοντας ότι εννοεί την υπεράσπιση μιας «ανώτερης Ελλάδας». Συνέδεσε την τοποθέτησή του με το όραμα του Καποδίστρια και με τις αντιδράσεις απέναντι στην ταινία του, υποστηρίζοντας ότι η ανάδειξη της ελληνικής ιστορίας και ταυτότητας συναντά αντιστάσεις.

Η σύγκρουση με τους κριτικούς και τα ξένα πρότυπα

Ο Σμαραγδής επιτέθηκε σε μεγάλο μέρος της ελληνικής κινηματογραφικής κριτικής, αναγνωρίζοντας πάντως ότι υπάρχουν εξαιρέσεις. Χρησιμοποίησε τον όρο «σύνδρομο της Στοκχόλμης» για να περιγράψει αυτό που ο ίδιος θεωρεί θαυμασμό προς τον «επικυρίαρχο».

Στη δική του ανάγνωση, η παγκοσμιοποίηση επιδιώκει την πολιτισμική ομοιομορφία, με τον αμερικανικό κινηματογράφο να λειτουργεί ως όχημα επιβολής προτύπων. Υποστήριξε ότι η άκριτη υιοθέτησή τους μπορεί να οδηγήσει σε πολιτισμική εξάρτηση, ενώ αντιπαρέβαλε τη δυνατότητα του ελληνικού κινηματογράφου να αναδεικνύει ιστορικές προσωπικότητες και να ενισχύει την αυτογνωσία του κοινού.

«Μας έχουν πείσει ότι είμαστε αδύνατοι να ξαναγίνουμε μεγάλοι», είπε. Κατά τον ίδιο, οι ταινίες του επιχειρούν να αμφισβητήσουν αυτή την εικόνα, υπενθυμίζοντας στους θεατές τις δυνάμεις και τις αξίες που διαθέτουν.

«Ο Κολοκοτρώνης είναι η ελληνική ψυχή»

Για τον Γέρο του Μωριά, ο σκηνοθέτης έδωσε ιδιαίτερο βάρος στον λαϊκό πολιτισμό, στην πίστη, στην παράδοση και στη μετάδοση των αξιών από γενιά σε γενιά.

«Πρώτα απ’ όλα, ο Κολοκοτρώνης είναι η ελληνική ψυχή», υπογράμμισε. Εξήγησε ότι θέλει να φωτίσει, πέρα από τη στρατιωτική του δράση, την εσωτερική διαδρομή ενός ανθρώπου που έφθασε να υπηρετεί κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό του.

Ως κεντρικό νόημα της ταινίας περιέγραψε την υπέρβαση της ατομικής επιδίωξης χάριν μιας ανώτερης αποστολής. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε σε περιστατικά συγχώρεσης και αποφυγής της εκδίκησης, όπως ο ίδιος τα έχει εντάξει στην προσέγγισή του για τον ήρωα.

Παρουσίασε, επίσης, τον Κολοκοτρώνη ως το «alter ego» του Καποδίστρια: τον άνθρωπο της στρατιωτικής πράξης δίπλα στον άνθρωπο του πολιτικού οράματος. Η νέα ταινία, όπως εξήγησε, αποτελεί προέκταση της προηγούμενης, με κοινό άξονα την αφύπνιση της ελληνικής αυτοσυνειδησίας.

Εθνική ενότητα απέναντι στον διχασμό

Η αναφορά στους εμφύλιους της Επανάστασης έφερε τη συζήτηση στη σημερινή Ελλάδα. Ο Σμαραγδής χαρακτήρισε τους εμφύλιους «κατάρα των Ελλήνων» και ζήτησε υπέρβαση της εσωτερικής αντιπαλότητας.

«Να ενωθούμε», τόνισε, εκφράζοντας την απογοήτευσή του για τον κατακερματισμό και τις κομματικές συγκρούσεις. Συνέδεσε το μήνυμα της ενότητας με την ανάγκη να αποκτήσουν οι νεότερες γενιές ουσιαστική σχέση με την ιστορία τους.

Ενδεικτική ήταν η αφήγησή του για ένα παιδικό πάρτι στις Λιβανάτες, όπου είδε να χρησιμοποιείται ο Spider-Man ως πρότυπο ψυχαγωγίας. Με αφορμή το περιστατικό, εξήγησε ότι επιθυμεί να αναδείξει τον Καποδίστρια και τον Κολοκοτρώνη ως ελληνικά πρότυπα για τα παιδιά.

Η τοποθέτηση για την Τριπολιτσά

Στο τέλος της συνέντευξης, όταν η Όλγα Λαθύρη έθεσε το ζήτημα των τουρκικών αναφορών στη σφαγή της Τριπολιτσάς, ο Σμαραγδής υποστήριξε ότι ο Κολοκοτρώνης απουσίαζε κατά τη σφαγή, συνδέοντας την απουσία του με τη συμφωνία αποχώρησης των Αλβανών.

Απέδωσε τη βία στη συσσωρευμένη οργή από την οθωμανική κυριαρχία, δηλώνοντας παράλληλα ότι η σφαγή «δεν έπρεπε να γίνει». Στην επιχειρηματολογία του επικαλέστηκε τις διώξεις των Ελλήνων, τις γενοκτονίες και την Κύπρο. Οι συγκεκριμένες ιστορικές αναφορές παρουσιάστηκαν ως δικές του εκτιμήσεις στη συνέντευξη.

Το σενάριο και το ζητούμενο της χρηματοδότησης

Στο πρακτικό σκέλος, ο Σμαραγδής ανέφερε ότι συνεργάζεται με τον Μελέτη Μελετόπουλο και τον ιστορικό Νίκο Γιαννόπουλο για την οργάνωση του ιστορικού υλικού. Δήλωσε ότι στόχος του είναι η δραματουργία να στηριχθεί στα πραγματικά περιστατικά.

Η πρώτη μορφή του σεναρίου έχει ολοκληρωθεί, αλλά προηγείται η εξασφάλιση της χρηματοδότησης. Ο σκηνοθέτης έχει τρεις ηθοποιούς στο μυαλό του για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, χωρίς να τους έχει ενημερώσει.

Παράλληλα, ανέφερε ότι τον «Καποδίστρια» έχουν παρακολουθήσει περίπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι και μίλησε για δωρεάν προβολές σε σχολεία και για προβολές σε πολιτιστικά κέντρα διεθνώς. Για τον ίδιο, η συνέχεια αυτής της προσπάθειας έχει σαφή προορισμό: να μεταφέρει στις επόμενες γενιές την ιστορική μνήμη και την πίστη ότι η Ελλάδα μπορεί να δημιουργήσει ξανά.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ο Σαμουήλ παραδίδεται στους Βουλγάρους: Μας κατέκλεψαν και τους επιβραβεύουμε!

Το λείψανο του Σαμουήλ είναι ένα όπλο στα χέρια των σημερινών Βουλγάρων να γίνουν ακόμη πιο επιθετικοί, αντί να φροντίσουμε να λογικεύσουμε τους Σκοπιανούς. Άρθρο του βυζαντινολόγου Σταύρου Γουλούλη

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Γράφει ο Σταύρος Γουλούλης, Δρ. βυζαντινολόγος ” Εφημ. Ελευθερία, Λάρισα 04 Οκτωβρίου 2026, σελ. 15.

Τελικά η κυβέρνηση προέβη αιφνίδια σε συμφωνία με την Βουλγαρία, ανταλλαγή του (υποτιθέμενου) λειψάνου του κατακτητή της Λάρισας Σαμουήλ με 48 κειμήλια. Είναι γνωστό πως βρέθηκε στον τάφο Γ στο νότιο κλίτος της βασιλικής του Αγίου Αχιλλίου (προορισμένη για Αρχιεπισκοπή του κράτους του Σαμουήλ, ο μεγαλύτερος ναός στα Βαλκάνια στην βυζαντινή περίοδο!) στο νησί της Πρέσπας την δεκαετία του ’60 και ταυτίσθηκε από τον καθηγητή της Αρχιτεκτονικής ΑΠΘ Νικ. Μουτσόπουλο. Για την ακρίβεια ο αείμνηστος, μέγας επιστήμων στον τομέα του, εδώ χωρίς να είναι Ειδικός, προχώρησε σε ταύτιση που δεν έχουν αποδεχτεί όλοι οι Ιστορικοί. Δημοσίευσε δε την σχετική πρόταση σε βουλγαρικό περιοδικό! Τον θεωρούσε Βούλγαρο και το κράτος του βουλγαρικό. Κακώς, αφού υπάρχουν πολλά κενά σε έναν τάφο χωρίς επιγραφική μαρτυρία. Ο Σαμουήλ πέθανε στην Πρίλαπο (Πρίλεπ) βορείως των Σκοπίων (Οκτ. 1014), βλέποντας στρατιώτες του τυφλωμένους από τον Βασίλειο Β΄.

Ας δεχτούμε όμως ότι το λείψανο είναι γνήσιο. Εδώ διαφωνούν οι Σκοπιανοί. Δέχονται, εύλογα, ότι ο Σαμουήλ και τα αδέλφια του, τέκνα του κόμη Νικολάου (Κομητόπουλοι), συγκρότησαν δυναστεία με κέντρο την Πρέσπα και την Αχρίδα. Ως Αρμένιοι στην καταγωγή, υπήρξαν αξιωματούχοι του Βυζαντίου (Ρωμανίας) κι εκμεταλλεύτηκαν ότι οι παλαιοί Βούλγαροι επί Τσιμισκή παρέδωσαν τα βασιλικά σύμβολα στην Κων/πολη το 971, οπότε δημιούργησαν μία κεντρική βαλκανική αυτοκρατορία (997 κ.ε.), πρόδρομο του ‘μακεδονικού’ έθνους. (Μάλιστα ο τελευταίος Βούλγαρος βασιλικός γόνος, ο Ρωμανός, ήταν απλός αξιωματούχος τους στα Σκόπια). Ο Σαμουήλ θεωρείται κάτι σαν ο ιδρυτής (founder) του κράτους των.

Οι δύο βόρειοι γείτονες, λοιπόν, ερίζουν, για έναν βασιλιά, αλλά όπως θα δείξω, μάλλον σε ‘ξένον αχυρώνα’, αφού αυτός εντάσσεται και στον βυζαντινό πολιτισμό. Εμείς τον μάθαμε βέβαια σε εποχή αντικομμουνισμού ως Σλάβο μέγα εχθρό του Βυζαντίου, αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι, είχε συνεργασία με τον Βασίλειο Β΄.

Προφανώς το λείψανό του αποκτά υπεραξία για τις δύο χώρες. Aξίζει όχι 48 κειμήλια, που τέτοια έχουμε χιλιάδες, αλλά πολύ περισσότερο. Δεν εισέρχεται στην ανταλλακτική λογική. Αποτελεί πολιτικό κεφάλαιο πρώτου μεγέθους, δεν είναι κειμήλιο. Είναι συνδεδεμένο με μνημείο της Ελλάδας, συνδέεται με την ελληνική ιστορία (και την Λάρισα!). Δεν συγκρίνεται ούτε με τα πολύ περισσότερα από τα 48 κειμήλια που έκλεψαν οι Βούλγαροι στο α΄μισό του 20ού αιώνα ή τα περιβόητα μακεδονικά χειρόγραφα. Οι Βούλγαροι είναι σαν να κόβουν τα πόδια των Σκοπιανών, θα είναι σε θέση ακόμη και να αφομοιώσουν τα Σκόπια. (Εμποδίζουν τα Σκόπια να εισέλθουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν τους αναγνωρίζουν γλώσσα, εθνότητα, τίποτα). Στην ουσία χαρίζουμε στους Βουλγάρους το πιο σημαντικό πλεονέκτημα και μπορεί να δούμε να ενώνονται τα δύο κράτη, ενώ εμείς θα μείνουμε στα 48 «κειμήλια». Κι ενώ χαρίσαμε στα Σκόπια το όνομα της Μακεδονίας, ακριβώς για να είναι αντίβαρο στην Μεγάλη Βουλγαρία, τώρα χαρίζουμε στην Βουλγαρία το πιο σημαντικό τεκμήριο αλλά και το επιστημονικό και ηθικό πλεονέκτημα να πετύχει αυτό που δεν θέλουμε. Είμαστε σχιζοφρενείς ;

Δεν πιστεύουμε τους Σκοπιανούς γιατί ενέταξαν τα επιχειρήματά τους στον αλυτρωτισμό τους και βλέπουν τον Σαμουήλ ως ‘Μακεδόνα’. Αλλά είναι ανάγκη να πάμε στο άλλο άκρο; Βασικό επιχείρημά τους είναι ότι στην διάρκεια των πολέμων που διεξήγαγε η δυναστεία των Κομητοπούλων οι σύγχρονοι βυζαντινοί συγγραφείς ποτέ δεν αποκαλούν το κράτος αυτών Βουλγαρία ή τους κατοίκους «Βουλγάρους» (βλ. Mitko Panov, The Blinded State, εκδ. Brill, Leiden, 2019, σσ. 9-10, 29 κ.ε.: «το τυφλωμένο κράτος, το κράτος που το τύφλωσαν»). Τους λένε Μυσούς, Σκύθες, βαρβάρους, Κομητόπουλους. Οι Βυζαντινοί μόνον μετά το 1018, την οριστική νίκη από τον Βασίλειο Β΄ Βουλγαροκτόνο, αποκαλούν (Νέο)Βουλγάρους όλους τους Σλάβους (Σλαβόφωνους) από τον Δούναβη μέχρι την Νότια Ελλάδα (όσους δεν έδιωξαν οι Βυζαντινοί). Υπήρχε πολιτική σκοπιμότητα γι’ αυτό, δεν είναι της ώρας. Θέμα (=διοικητικό διαμέρισμα) Βουλγαρίας τότε οργάνωσαν στην περιοχή των Σκοπίων. Η Αρχιεπισκοπή Βουλγαρίας, διάδοχος της παλαιάς, είχε πλέον έδρα την Αχρίδα και έπιανε μόνον την ΒΔ Βαλκανική.

Ο Σαμουήλ έφτιαξε μία αυτοκρατορία (997 κ.ε.) (νέο)Βουλγάρων/Σλάβων και Ρωμαίων μαζί με τους Λατινόφωνους (Βλάχους). Γι΄αυτό κατέλαβε την Λάρισα (985/6) όπου η πλειοψηφία των κατοίκων ήταν Βλάχοι, ιδίως αφότου το 980 ο Βασίλειος Β΄ έδωσε στον αρχηγό τους Νικουλιτζά τον τίτλο του άρχοντα των Βλάχων της Ελλάδος. Μετέφερε τους κατοίκους στην πρωτεύουσα Πρέσπα (βλ. Στ. Γουλούλης, δες Θεσσαλικό Ημερολόγιο 90, Σεπ. 2026), όπου έχτισε τον αρχιεπισκοπικό ναό αφιερωμένο στον Άγιο Αχίλλιο. Ο πολιούχος άγιος της Λάρισας συμμετείχε στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, αυτή που νομιμοποίησε ως θεσμό, δόγμα και οργάνωση την χριστιανική Εκκλησία. Ήθελε οι αρχιεπισκοπικός ναός να συνδέεται με το ρωμαϊκό κράτος. Η βασιλική του Αγίου Αχιλλίου κτίσθηκε στην δεκαετία 1004/5-1014 με την συνδρομή του Βυζαντίου, εκφράζει τον βυζαντινό πολιτισμό, καμία σχέση με ναούς του βουλγαρικού κράτους προ του 971 (βλ. μελέτες: Γουλούλης Academia.edu).

Ο Άγιος Αχίλλιος Πρέσπας όπως δέχονται όλοι συνδέεται και με το ρωμαϊκό κράτος, περισσότερο τον κόσμο των λατινοφώνων-Βλάχων. Άλλωστε στο κράτος του Σαμουήλ υπήρχαν αντίπαλοι αλλά οι «φρονούντες τα των Ρωμαίων», όσοι ήθελαν να υπαχθούν στον αυτοκράτορα. Εκκλησιαστικώς πάντως δεν υπήρξε σχίσμα.

Οι σημερινοί Βλάχοι (Λατινόφωνοι) των Σκοπίων και της Αλβανίας υπήρξαν πολίτες αυτού του κράτους, και είναι γνωστό ότι αισθάνονται Ρωμιοί, αποβλέποντας στην Ελλάδα, την κληρονόμο του ελληνόφωνου Βυζαντίου. Αναγνωρίζοντας Βούλγαρο τον Σαμουήλ, αποβάλλουμε την ρωμαϊκή ταυτότητά του και του ηγεμόνα και των πολιτών του.

Γίνεται φανερό ότι το λείψανο του Σαμουήλ είναι ένα όπλο στα χέρια των σημερινών Βουλγάρων να γίνουν ακόμη πιο επιθετικοί, αντί να φροντίσουμε να λογικεύσουμε τους Σκοπιανούς. Κανονικά η κ. Μενδώνη όφειλε να συγκαλέσει ένα επιστημονικό συνέδριο για τον Σαμουήλ, να κατατεθούν οι απόψεις (Βουλγάρων, Σκοπιανών, Ελλήνων) κι όχι στα ξαφνικά (λέγε με ‘πονηρά’) να προχωρήσει σε αυθαίρετη ανταλλαγή. Με την επιστήμη λύνονται τα εθνικιστικά πάθη, ούτε με φοβίες (π.χ. για το βλαχικό) ούτε με φωνάρες. «Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας».

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 λεπτά πριν

Νικολοβγένης: Στρατηγικός διάλογος με τις ΗΠΑ σημαίνει ανταλλάγματα – Η Κύπρος δείχνει τον δρόμο

Η αποτρεπτική ισχύς της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο άξονας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ και η ανάγκη η Αθήνα να αξιοποιήσει τη στρατηγική αξία των...

GEOPOLITICO37 λεπτά πριν

Μηνύματα Αναγνωστών: Ήρθε η ώρα για έμπρακτες αποδείξεις συμμαχίας

Στρατηγικός σύμμαχος ή απλώς χρήσιμος εταίρος; Η σημερινή συγκυρία ίσως είναι η στιγμή που θα δώσει την απάντηση.

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Κίνδυνος και… έγκλημα!

Ο πρόεδρος του ΕΛΙΣΜΕ επικρίνει τους χειρισμούς στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, εκτιμά ότι η επίσκεψη Ρούμπιο θα συνοδευτεί από εξοπλιστικές...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Κειμήλια αντί λειψάνων Σαμουήλ: Τα ερωτήματα για τη συμφωνία με τη Βουλγαρία και τη Συνθήκη του Νεϊγύ

Ο Γιώργος Καρανίκας, με άρθρο του στον «Χρόνο», θέτει ζήτημα αντιμετώπισης των λεηλατημένων ελληνικών θησαυρών ως αντικειμένων ανταλλαγής. Η υποχρέωση...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Μουντζουρούλιας: «Πού είναι η ελληνική αντίδραση;» – Μακεδονικό, γαλλοτουρκική προσέγγιση και αποτροπή στο Αιγαίο

Αιχμές για τις αναφορές της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ερωτήματα για τη στάση του Παρισιού απέναντι στην Άγκυρα και ανάλυση...

Δημοφιλή