Ιστορία - Πολιτισμός
Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, η «Κυρά και Καπετάνισσα» της Επανάστασης
*Της Αργυρώς Παπαδοπούλου
Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα ήταν κόρη του Σταυριανού Πινότση και της Σκεύως (Παρασκευής) Κοκκίνη. Ο πατέρας της, Υδραίος πλοίαρχος, πήρε μέρος στα Ορλωφικά, την επανάσταση της Πελοποννήσου στα 1769-1770. Μετά το άδοξο τέλος της παρέμεινε για κάποιο διάστημα κρυμμένος αλλά, με το πέρασμα του χρόνου, συνέχισε τα εμπορικά του ταξίδια. Το 1771 βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου οι Τούρκοι τον συνέλαβαν. Η γυναίκα του αποφάσισε να πουλήσει μέρος της περιουσίας της και να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη για να τον ελευθερώσει. Δεν το κατάφερε, ωστόσο εξασφάλισε την άδεια να τον βλέπει και να μένει κοντά του. Εκεί, στις φυλακές της Κωνσταντινούπολης, γεννήθηκε στις 11 Μαΐου του 1771 η κόρη τους, την οποία βάφτισε ο Μανιάτης καπετάνιος Παναγιώτης Τρυπάκης ή Μούρτζινος, συγκρατούμενος του Πινότση. Ο Μούρτζινος έδωσε στη μικρή το όνομα της μητέρας του: Λασκαρίνα. Ο Πινότσης, ήδη άρρωστος και εξουθενωμένος από τις κακουχίες της φυλακής, σύντομα πέθανε.
Μετά τον θάνατο του Πινότση, η Σκεύω επέστρεψε στην Ύδρα, όπου την περίμεναν προβλήματα. Οι αδελφές του άνδρα της είχαν εγκατασταθεί στο σπίτι της, ενώ οι αδελφοί του απαιτούσαν μεγάλα χρηματικά ποσά, υποστηρίζοντας ότι τους τα χρωστούσε ο Σταυριανός. Εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ δύσκολο για μια χήρα να δικαιωθεί, και η Σκεύω δεν βρήκε υποστήριξη ούτε καν από τη δική της οικογένεια. Έτσι, αποφάσισε να καταφύγει στις Σπέτσες, αφού ορκίστηκε να μην επιστρέψει ποτέ στην Ύδρα. Στις Σπέτσες εγκαταστάθηκε σε ένα χαμόσπιτο δίπλα στον ναό της Αγίας Τριάδας και κεντούσε για να εξασφαλίσει τα αναγκαία. Μετά από λίγο καιρό παντρεύτηκε τον Δημήτριο Λαζάρου Ορλώφ, πλοίαρχο και πρόκριτο των Σπετσών, με τον οποίο απέκτησε άλλα οκτώ παιδιά· έξι γιους και δύο κόρες – και οι έξι γιοι τους διακρίθηκαν στον αγώνα για απελευθέρωση. Η Λασκαρίνα συμβίωνε αρμονικά με τα ετεροθαλή αδέλφια της και λόγω του δυναμικού χαρακτήρα της, από μικρή είχε αναδειχθεί αρχηγός τους. Μεγάλο πάθος της ήταν η θάλασσα και περνούσε πολλές ώρες ψαρεύοντας ή κωπηλατώντας.
Το περιβάλλον μέσα στο οποίο έζησε η Μπουμπουλίνα έπαιξε αναμφίβολα καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς της. Η Ύδρα, οι Σπέτσες και τα Ψαρά ήταν τα νησιά με τη μεγαλύτερη ναυτική δύναμη. Ήδη από τον 18ο αιώνα, όλο το εμπόριο και οι συγκοινωνίες της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου διεξάγονταν με δικά τους πλοία. Οι απαιτήσεις της ναυτιλίας είχαν γυμνάσει τους νησιώτες στις συγκρούσεις. Πολύ συχνά έρχονταν σε σύγκρουση όχι μόνο με Αλγερινούς και άλλους πειρατές, αλλά ακόμη και με Οθωμανούς τελώνες ή διοικητές σε λιμάνια, παρόλο που και οι ίδιοι ήταν υπήκοοι του σουλτάνου. Αναμφίβολα, οι νησιώτες ζούσαν πιο άνετα από τους στεριανούς. Και παρόλο που λίγοι ήξεραν γράμματα, σε όλα τα πλοία κυκλοφορούσε μία φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου από κάποιο ελληνικό τυπογραφείο της Βενετίας, ενώ ο θρύλος της Γοργόνας ζωντάνευε την ελληνική εποποιία. Η Ἱστορία της Ἑλλάδος του Θεόδωρου Καΐρη είχε επίσης μεγάλη επίδραση εκείνη την εποχή. Επρόκειτο για βιογραφίες σπουδαίων ανδρών της Σπάρτης και της Αθήνας με εικόνες σε ξυλογραφίες. Τα ονόματα του Περικλή, του Λυκούργου και άλλων δόθηκαν σε πολλά ελληνικά πλοία, ενώ οι μορφές τους έγιναν ξύλινες προτομές στις πλώρες.
Το 1788 η Λασκαρίνα παντρεύτηκε τον Δημήτριο Γιάννουζα, Σπετσιώτη πλοίαρχο που ήταν γνωστός για τις επιτυχίες του εναντίον των Αλγερινών πειρατών. Μαζί του απέκτησε τρία παιδιά, τον Ιωάννη, τον Γεώργιο και τη Μαρία. Το 1797 ο Γιάννουζας πνίγηκε σε συμπλοκή με Αλγερινούς πειρατές νότια της Ισπανίας και η Λασκαρίνα έμεινε χήρα. Το περιβάλλον της την πίεζε να ξαναπαντρευτεί, γιατί τα παιδιά της χρειάζονταν πατέρα. Μετά από τέσσερα χρόνια η Λασκαρίνα παντρεύτηκε τον πλοίαρχο Δημήτριο Μπούμπουλη, ο οποίος ήταν επίσης χήρος με τρία παιδιά. Μαζί του απέκτησε άλλα τρία παιδιά, τη Σκεύω, την Ελένη και τον Νικόλα. Μετά τον δεύτερο γάμο της, καθιερώθηκε με το όνομα «Μπουμπουλίνα». Αλλά και ο δεύτερος άνδρας της είχε την τύχη του πρώτου. Το 1811, καθώς παρέπλεε τη Λαμπεντούζα της Ιταλίας, δέχθηκε επιδρομή από δύο πειρατικά πλοία. Μετά από επτάωρη μάχη οι Σπετσιώτες κατόρθωσαν να αποκρούσουν τους πειρατές, όμως την τελευταία στιγμή μια σφαίρα βρήκε τον Μπούμπουλη στο κεφάλι.
Ο Μπούμπουλης στη διαθήκη του άφηνε τεράστια περιουσία στη γυναίκα του: το σπίτι του στο κέντρο των Σπετσών και 300.000 τάλιρα. Μέσα στο πλοίο, στο οποίο σκοτώθηκε, υπήρχε επίσης μεγάλο χρηματικό ποσό, το οποίο οι ναύτες παρέδωσαν στην Μπουμπουλίνα· η ίδια όμως τους το μοίρασε. Σε ηλικία σαράντα ετών η Μπουμπουλίνα έμεινε για δεύτερη φορά χήρα, με εννέα παιδιά. Από εδώ και πέρα θα γινόταν η ίδια καπετάνισσα. Ανέβηκε στο καράβι, με υπαρχηγό τον πρωτότοκο γιο της Γιάννο Γιάννουζα. Έγινε μέτοχος σε σπετσιώτικα πλοία, ενώ αργότερα ναυπήγησε και τρία δικά της. Πανέξυπνη και δυναμική, με επιχειρηματικό μυαλό και σωστή διαχείριση, η Μπουμπουλίνα κατάφερε όχι απλώς να διατηρήσει, αλλά και να αυξήσει την περιουσία που κληρονόμησε από τον άνδρα της.
Ωστόσο, η μεγάλη περιουσία που απέκτησε, έγινε αφορμή να ανακινηθούν παλαιότερες υποθέσεις. Οι Τούρκοι θέλησαν να δημεύσουν την περιουσία της, γιατί ο Μπούμπουλης είχε κατηγορηθεί ότι πολέμησε στην Ίμβρο και την Τένεδο στο πλευρό των Ρώσων. Η Μπουμπουλίνα δεν έμεινε απαθής. Μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, συνάντησε τον Ρώσο πρεσβευτή Στρογγάνωφ και ζήτησε την προστασία του. Είχε μαζί της το έγγραφο με το οποίο ο Ρώσος ναύαρχος αναγνώριζε τις υπηρεσίες του άνδρα της. Ο Στρογγάνωφ έκανε διάβημα προς την Πύλη, ισχυριζόμενος ότι ο Μπούμπουλης ήταν Ρώσος αξιωματικός· ωστόσο, η Πύλη απάντησε ότι η Μπουμπουλίνα είναι υπήκοός της και δεν μπορεί να τύχει ξένης προστασίας. Η Μπουμπουλίνα δεν παραιτήθηκε. Ήρθε σε επαφή με τη μητέρα του Σουλτάνου Βαλιδέ Σουλτάνα και κατάφερε να κερδίσει την εύνοιά της και εν τέλει να αποτρέψει τη δήμευση της περιουσίας της.
Οι βιογράφοι της Μπουμπουλίνας ισχυρίζονται ότι στην Κωνσταντινούπολη γνώρισε τους Φιλικούς. Φαίνεται ότι ήταν η μοναδική γυναίκα που μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Ωστόσο, κάποιοι ιστορικοί αμφισβητούν το γεγονός, καθώς η μύηση γυναικών στην Εταιρεία απαγορευόταν. Πάντως, μόλις η Μπουμπουλίνα επέστρεψε στις Σπέτσες, ξεκίνησε τη ναυπήγηση του πρώτου ελληνικού πολεμικού πλοίου. Το μέγεθός του ήταν μεγαλύτερο από το επιτρεπόμενο και για αυτό καταγγέλθηκε στους Τούρκους, αλλά ο Τούρκος ναύαρχος Χουσεΐν, που κατέπλευσε στις Σπέτσες για να εξακριβώσει τις καταγγελίες, δωροδοκήθηκε και έγραψε στην έκθεσή του ότι ήταν σαν αυτά που διέθεταν οι Σπετσιώτες για τα μεγάλα ταξίδια. Στην πραγματικότητα ο Αγαμέμνων, όπως το ονόμασε η Μπουμπουλίνα, ήταν πλοίο κατασκευασμένο για πόλεμο, με μέγεθος 48 πήχεις, εξοπλισμένο με 18 κανόνια.
Το 1819 η Μπουμπουλίνα επισκέφτηκε ξανά την Κωνσταντινούπολη. Συνάντησε τον Γρηγόριο Ε΄ και συζήτησαν για τον ξεσηκωμό. Επέστρεψε στις Σπέτσες και περίμενε την κήρυξη της επανάστασης. Στις 15 Μαρτίου του 1821, πριν κηρυχθεί ακόμη επίσημα η επανάσταση, η Μπουμπουλίνα ύψωσε στον μεσαίο ιστό του Αγαμέμνονα τη δική της επαναστατική σημαία, το λάβαρο με τον Φοίνικα που συμβόλιζε την αναγέννηση του Γένους, παροτρύνοντας και τους υπόλοιπους Σπετσιώτες να ακολουθήσουν το παράδειγμά της.
Στις 24 Μαρτίου έφτασε επιστολή με την οποία οι προύχοντες της Πελοποννήσου ενημέρωναν τους Υδραιοσπετσιώτες ότι πλησιάζουν στην Τριπολιτσά και ζητούσαν την υποστήριξη των επιχειρήσεων από τη θάλασσα. Πράγματι, χωρίς πλοία καμία ελληνική πολεμική κίνηση δεν θα είχε πιθανότητες επιτυχίας: τα περισσότερα φρούρια ήταν παραθαλάσσια (Ναύπλιο, Μονεμβασιά, Πύλος, Κορώνη, Μεθώνη, Πάτρα), η επικοινωνία της Στερεάς Ελλάδας με την Πελοπόννησο προϋπέθετε την κυριαρχία στον Κορινθιακό και τον Σαρωνικό, ενώ η Αθήνα, η Εύβοια και η Θεσσαλία ήταν αδύνατον να κινηθούν χωρίς πλοία. Έπρεπε λοιπόν, η Ύδρα, οι Σπέτσες και τα Ψαρά να υποστηρίξουν την επανάσταση από θαλάσσης, με τα εμπορικά πλοία να μετατρέπονται σε πολεμικά –όπως και έγινε. Οι Πελοποννήσιοι περίμεναν την ανταπόκρισή τους.
Αρχικά, οι Σπετσιώτες προτίμησαν να περιμένουν τους Υδραίους για να κηρύξουν ταυτόχρονα την επανάσταση. Παρόλα αυτά, στις 30 Μαρτίου έστειλαν στον Πετρόμπεη στην Καλαμάτα όσα πολεμοφόδια μπορούσαν. Οι εκκλήσεις που έφταναν συνεχώς από τους Πελοποννήσιους δεν τους άφηναν περιθώρια να περιμένουν την Ύδρα κι έτσι οι Σπέτσες έγιναν το πρώτο νησί που κήρυξε την επανάσταση. Τη νύχτα της 2ας Απριλίου οι νεότεροι και πιο αποφασιστικοί πρόκριτοι κατέλαβαν την Καγκελαρία στο όνομα της επανάστασης. Κατέβασαν την ημισέληνο και ύψωσαν τον σταυρό ενώ το πλήθος ζητωκραύγαζε. Το πρωί της 3ης Απριλίου, Κυριακή των Βαΐων, τελέστηκε πανηγυρική δοξολογία στον Άγιο Νικόλαο, οι πρόκριτοι και οι πλοίαρχοι ορκίστηκαν στο Ευαγγέλιο να πεθάνουν μαχόμενοι υπέρ πίστεως και πατρίδος, ενώ κατά την ανάγνωση του Ευαγγελίου ο λαός έψαλλε το Ωσαννά και στο λιμάνι ηχούσαν τα κανόνια των πλοίων.
Τότε υψώθηκε σε όλα τα κατάρτια η Σημαία της Επανάστασης, κυανή με κόκκινη ταινία ολόγυρα. Ο σταυρός δέσποζε στη μέση, με την αναποδογυρισμένη ημισέληνο από κάτω να συμβολίζει την κατάλυση της οθωμανικής κυριαρχίας. Στα δεξιά του σταυρού ήταν η λόγχη και στα αριστερά η άγκυρα. Στην άγκυρα ήταν τυλιγμένο ένα φίδι, με έναν γύπα να του δαγκώνει τη γλώσσα. Επάνω αναγραφόταν: Ἐλευθερία ἢ θάνατος. Οι Σπετσιώτες αποφάσισαν να στείλουν δύο μοίρες στην Πελοπόννησο, αλλά και κάποια πλοία στον Ελλήσποντο και τη Μικρά Ασία, για να ξεσηκώσουν και τους υπόλοιπους Έλληνες. Πρώτη από όλους αναχώρησε η Μπουμπουλίνα με τον Αγαμέμνονα με κυβερνήτη τον γιο της Γιάννο Γιάννουζα. Κατευθυνόταν προς τον Αργολικό κόλπο για να ενισχύσει την πολιορκία του Ναυπλίου. Την ακολούθησε με το πλοίο του κι ο ετεροθαλής αδελφός της Μανώλης Λαζάρου Ορλώφ.
Τα δύο σπετσιώτικα πλοία έφτασαν στον μυχό του Αργολικού στις 4 Απριλίου. Η Μπουμπουλίνα ήρθε αμέσως σε επαφή με τους οπλαρχηγούς. Η έλευσή της προκάλεσε μεγάλο ενθουσιασμό, αλλά ήταν απαραίτητο να καταφθάσουν κι άλλες ενισχύσεις. Έγραψε λοιπόν στις Σπέτσες και σε λίγες μέρες έφτασαν άλλα επτά πλοία. Ωστόσο, στις 10 Απριλίου, ανήμερα Πάσχα, οι Τούρκοι πραγματοποίησαν επιθετική έξοδο και κατάφεραν να λύσουν την πολιορκία. Η Μπουμπουλίνα, ο Γιάννουζας και ο Γκίκας Μπότασης έσπευσαν αμέσως στο Άργος με χρήματα και πολεμοφόδια, εμψυχώνοντας τους επαναστάτες. Η εικόνα της Μπουμπουλίνας έκανε μεγάλη εντύπωση σε αρχηγούς και στρατιώτες. Έφιππη, με αδρά χαρακτηριστικά προσώπου, με αυστηρή και αρρενωπή έκφραση, με πιστόλια κάτω από το στήθος της και σπαθί στον ζωστήρα της και με πολεμική γλώσσα προκάλεσε μεγάλο ενθουσιασμό σε όλους. Μπουμπουλίνα και Μπότασης πρότειναν την εκ νέου και συστηματικότερη πολιορκία του Ναυπλίου και χάρη στην έγκαιρη επέμβασή τους η πολιορκία επαναλήφθηκε.
Σε μια έφοδο του Κεχαγιάμπεη κοντά στο Άργος στα τέλη Απριλίου έπεσε ηρωικά ο γιος της Μπουμπουλίνας, ο Γιάννουζας –απώλεια που την συνέτριψε, αλλά δεν την κράτησε μακριά από τον αγώνα. Η ήττα στη συγκεκριμένη μάχη έδειξε ότι οι Σπετσιώτες είχαν άμετρο θάρρος και γενναία ψυχή, αλλά ήταν άπειροι στον πόλεμο της ξηράς. Έτσι, τον Μάιο του 1821 η Μπουμπουλίνα, ο Τσόκρης και ο Σταϊκόπουλος ζήτησαν από τον Κολοκοτρώνη να στείλει αρχηγό ικανό να διευθύνει την ανασυνταχθείσα πολιορκία. Ο Κολοκοτρώνης ανταποκρίθηκε στέλνοντας τον Νικηταρά. Τον ίδιο μήνα οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου ζήτησαν τη βοήθεια της Μπουμπουλίνας στην πολιορκία της Μονεμβασιάς. Εκείνη όρισε τον αδελφό της κυβερνήτη των πλοίων της και η ίδια αναχώρησε με τον Αγαμέμνονα για τη Μονεμβασιά. Μαζί με άλλα ελληνικά πλοία, ενίσχυσαν την πολιορκία και στις 23 Ιουλίου το φρούριο της Μονεμβασιάς παραδόθηκε με συνθήκη.
Τον Αύγουστο του 1821 η Μπουμπουλίνα πληροφορήθηκε ότι Ευρωπαίοι φιλέλληνες βρίσκονται στο κοντινό Άστρος και αμέσως έσπευσε με το πλοίο της για να τους χαιρετήσει. Η Μπουμπουλίνα είχε γίνει ήδη γνωστή στην Ευρώπη κι οι ξένοι χάρηκαν πάρα πολύ που τη γνώρισαν. Ταυτόχρονα όμως, δοκίμασαν μεγάλη έκπληξη μόλις την αντίκρυσαν, καθώς στη φαντασία των Ευρωπαίων η Μπουμπουλίνα έμοιαζε με …την Ιωάννα της Λωρραίνης –οι λιθογραφικές απεικονίσεις της που κυκλοφορούσαν στο Παρίσι δεν ήταν καθόλου ρεαλιστικές, εμφανίζοντάς την σαν μια όμορφη αμαζόνα. Κάποιος από αυτούς μάλιστα, είχε μαζί του ένα αντίτυπο της εικόνας της και της το έδειξε, για να προκαλέσει έτσι τα ηχηρά της γέλια.
Στις 18 Σεπτεμβρίου του 1821 η Μπουμπουλίνα μετέβη στην Τριπολιτσά, της οποίας επίκειται η πτώση. Παρευρίσκετο στη σκηνή του Κολοκοτρώνη κατά την τελευταία του συνάντηση και διαπραγμάτευση με τον Ελμάζ-μπεη. Η Μπουμπουλίνα γνώριζε από παλιά γυναίκες επιφανών Τούρκων, καθώς και την πρώτη χανούμισσα του Χουρσίτ πασά, που βρίσκονταν πολιορκημένες στην Τριπολιτσά. Πιθανότατα, η ίδια η χανούμισσα την κάλεσε, ελπίζοντας ότι θα τις προστατεύσει. Πράγματι, κατά την πτώση της πόλης (23 Σεπτεμβρίου), η Μπουμπουλίνα με κίνδυνο της ζωής της απομόνωσε τα γυναικόπαιδα και τα έσωσε από τη σφαγή. Αργότερα, τα χαρέμια του Χουρσίτ πασά ανταλλάχτηκαν με Έλληνες αιχμάλωτους των Τούρκων (ανάμεσα σε αυτούς ήταν και η οικογένεια του Μάρκου Μπότσαρη).
Στο μεταξύ, η συνεχιζόμενη πολιορκία του Ναυπλίου απεδείχθη πολυδάπανη. Έτσι, οι Έλληνες αποφάσισαν ταυτόχρονη έφοδο από ξηρά και θάλασσα. Στις 4 Δεκεμβρίου του 1821 εφόρμησαν οι δυνάμεις της ξηράς, τα πλοία προσπάθησαν να πλησιάσουν, αλλά η άπνοια τα εμπόδισε. Οι Τούρκοι επωφελήθηκαν και όρμησαν στη μάχη, η οποία κράτησε πέντε ώρες. Η πολιορκία συνεχίστηκε. Οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να κάνουν συνθήκη στις 18 Ιουνίου του 1822 και έδωσαν ομήρους στα ελληνικά πλοία. Η ελληνική Διοίκηση μετέβη στο Άργος και άρχισε προπαρασκευές για εγκαθίδρυση της έδρας της στο Ναύπλιο. Αλλά η ήττα των Ελλήνων στη μάχη του Πέτα καθυστέρησε τη συνθήκη. Οι Τούρκοι χτύπησαν την Κόρινθο και το Άργος, η Διοίκηση αναγκάστηκε να καταφύγει στα ελληνικά πλοία που πολιορκούσαν το Ναύπλιο, ενώ ο Δράμαλης κατόρθωσε να ανεφοδιάσει τους πολιορκούμενους.
Έπειτα διορίστηκε στόλαρχος των Τούρκων ο Ιμπραήμ πασάς. Αφού εξέπλευσε από τον Ελλήσποντο, τροφοδότησε τους Τούρκους της Πάτρας, οι οποίοι πολιορκούνταν στενά από τους Έλληνες. Σκόπευε να τροφοδοτήσει και το Ναύπλιο, αλλά οι Σπετσιώτες και οι Υδραίοι είχαν λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα. Στις 8 Σεπτεμβρίου του 1822 ο Ιμπραήμ κατευθύνθηκε προς τις Σπέτσες και φαινόταν ότι τίποτε δεν μπορούσε να τον σταματήσει. Παρόλα αυτά, μετά από εξάωρη σκληρή μάχη, αναγκάστηκε να οπισθοχωρήσει. Στις 11 Σεπτεμβρίου προσπάθησε να κινηθεί προς το Ναύπλιο. Ενώ έφτασε πολύ κοντά, οι Έλληνες δεν του επέτρεψαν να το ανεφοδιάσει. Στις 15 Σεπτεμβρίου ο Ιμπραήμ απελπισμένος αποφάσισε να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη, ενώ ο ελληνικός στόλος τον ακολούθησε βάλλοντας με τα πυροβόλα κατά των τουρκικών πλοίων μέχρι το βράδυ.
Το Ναύπλιο θα έπεφτε από στιγμή σε στιγμή. Οι Τούρκοι ήταν τρομοκρατημένοι, γιατί δεν τήρησαν τη συνθήκη και πρόσφατα είχαν κακομεταχειριστεί τους Έλληνες ομήρους. Βέβαιοι ότι, αν παραδίδονταν, θα αφανίζονταν ολοκληρωτικά από τα ελληνικά αντίποινα, προτίμησαν να παρατείνουν την πολιορκία μέχρι να πεθάνουν από την πείνα. Τελικά, στις 30 Νοεμβρίου του 1822 ο Σταϊκόπουλος έκανε έφοδο και κατέλαβε το Παλαμήδι. Τότε οι Τούρκοι ζητούσαν συνθήκη, αλλά οι Έλληνες δε δέχτηκαν, καθώς δεν τους εμπιστεύονταν. Αποφασίστηκε όμως να τους χαρίσουν τη ζωή κι έτσι, μεταφέρθηκαν με υδραίικα πλοία στην Έφεσο και τη Σμύρνη. Αργότερα, οι Υδραίοι κατηγόρησαν τον Κολοκοτρώνη και την Μπουμπουλίνα ότι γύμνωσαν το Ναύπλιο, κράτησαν όλο τον πλούτο και δεν τους πλήρωσαν τα συμφωνηθέντα για τη μεταφορά των Τούρκων στην Ασία – ο Κολοκοτρώνης, πάντως, επέμενε ότι τα κοσμήματα που τους έδωσε είχαν αξία πολύ μεγαλύτερη από το συμφωνηθέν ποσό.
Μεταξύ της Μπουμπουλίνας και του Κολοκοτρώνη είχε πλέον αναπτυχθεί αμοιβαία εκτίμηση, η οποία τον Δεκέμβριο του 1822 επισφραγίστηκε και με συγγένεια: ο Πάνος Κολοκοτρώνης, ο πρωτότοκος γιος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, παντρεύτηκε την Ελένη Μπούμπουλη, τη μικρότερη κόρη της Μπουμπουλίνας. Μετά τον γάμο, η Μπουμπουλίνα έμεινε με την κόρη και τον γαμπρό της. Στις 18 Ιανουαρίου του 1823 το Ναύπλιο ορίστηκε έδρα της Διοίκησης, η οποία αναγνωρίζοντας την προσφορά της Μπουμπουλίνας στον Αγώνα αποφάσισε να της παραχωρήσει ένα σπίτι στην πόλη. Στις 10 Ιουνίου του ίδιου έτους, ο Πάνος Κολοκοτρώνης ανέλαβε φρούραρχος του Ναυπλίου.
Όσο ένδοξα εισήλθε στο Ναύπλιο η Μπουμπουλίνα, τόσο άδοξα αναγκάστηκε να αποχωρήσει. Το φθινόπωρο του 1823 ξέσπασε η πρώτη εμφύλια διαμάχη, μεταξύ πολιτικών («Κυβερνητικών») και στρατιωτικών («Αντικυβερνητικών»). Ο Πάνος Κολοκοτρώνης τάχθηκε με τους στρατιωτικούς, των οποίων αρχηγός ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το Ναύπλιο έμεινε υπό τη διοίκηση του Πάνου μέχρι τον Ιούνιο του 1824, που το παρέδωσε στους «Κυβερνητικούς», μετά από οδηγίες του πατέρα του. Ο Πάνος φρόντισε η αναχώρηση της φρουράς να γίνει με ηρεμία και τάξη, για να μην κινδυνεύσουν οι οικογένειες των «Αντικυβερνητικών», ανάμεσα στις οποίες και η δική του. Η φρουρά αποχώρησε από το Ναύπλιο στις 7 Ιουνίου.
Την ίδια μέρα εισήλθε στο Ναύπλιο το βουλευτικό. Το εκτελεστικό έφτασε στις αποβάθρες του Ναυπλίου, αλλά ο πρόεδρος Γεώργιος Κουντουριώτης οργίστηκε και απαγόρευσε την απόβαση, όταν έμαθε ότι η Μπουμπουλίνα και η κόρη της παρέμεναν στο σπίτι τους στο Ναύπλιο. Δήλωσε ότι «δὲν κρίνει συμφέρον κατ’ οὐδένα τρόπον νὰ μείνωσιν αἱ φαμελίαι τῶν ἀντιπατριωτῶν καί τινες ἐξ αὐτῶν εἰς τὸ φρούριον». Η Μπουμπουλίνα δεν έφευγε από το Ναύπλιο και το ζήτημα έλαβε έκταση. Ο Πάνος Κολοκοτρώνης προσπάθησε μέσω φίλων του Κουντουριώτη να τον κατευνάσει, αλλά δεν τα κατάφερε· ο Κουντουριώτης ήταν ανένδοτος. Η Μπουμπουλίνα, η οποία πρώτη έσπευσε να πολιορκήσει το Ναύπλιο τον Απρίλιο του 1821 και είχε θυσιάσει χρήματα, μόχθους και τον ίδιο τον γιο της για την απελευθέρωσή του, αναγκάστηκε στις 12 Ιουνίου του 1824 να αποχωρήσει ως ανεπιθύμητη. Την ίδια μέρα το εκτελεστικό αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο.
Η Μπουμπουλίνα αναχώρησε για τις Σπέτσες, αλλά λίγες μέρες αργότερα, την 1η Ιουλίου, επέστρεψε στο Ναύπλιο πάνω σε μία φελούκα και κρύφτηκε στο σπίτι του Νικηταρά. Μόλις όμως το έμαθε ο Κουντουριώτης, έστειλε αστυνόμο να τη συλλάβει και να την ξαναστείλει στις Σπέτσες. Η Μπουμπουλίνα δεν έμεινε ήσυχη. Τον Ιανουάριο του 1825 απασχόλησε και πάλι αρκετά το εκτελεστικό. Η κόρη της Ελένη είχε μείνει χήρα μετά τον θάνατο του Πάνου Κολοκοτρώνη και η Μπουμπουλίνα ζητούσε επίμονα άδεια για να την παντρέψει με τον Θεόδωρο Γρίβα στη μητρόπολη του Ναυπλίου με πομπή και κάθε επισημότητα. Το εκτελεστικό είχε και την Μπουμπουλίνα και τον Γρίβα σε δυσμένεια, για αυτό δεν έδινε άδεια, προτείνοντας να γίνει ο γάμος στο Άργος.
Τον Μάιο του 1825 ο γιος της Μπουμπουλίνας Γεώργιος Γιάννουζας έκλεψε την κόρη του Χριστόδουλου Κούτση Ευγενία. Η αδελφή της Ευγενίας ήταν σύζυγος του Λάζαρου Ορλώφ, ετεροθαλούς αδελφού της Μπουμπουλίνας. Ο Ορλώφ θεώρησε προσωπική προσβολή το γεγονός ότι ο ανιψιός του απήγαγε την κουνιάδα του. Καθώς φημολογείτο ότι η Μπουμπουλίνα είχε ευνοήσει την απαγωγή, ο Ορλώφ και οι Κουτσαίοι πήγαν στο σπίτι της για να ζητήσουν ικανοποίηση. Η Μπουμπουλίνα βγήκε στην πόρτα και ξεκίνησε λογομαχία με ύβρεις. Τότε κάποιος από το πλήθος την πυροβόλησε στο μέτωπο και την άφησε νεκρή. Στις 22 Μαΐου του 1825 η ένδοξη ηρωίδα βρήκε άδοξο τέλος, σε μια περίοδο πολύ κρίσιμη για την Ελλάδα.
Οι απόγονοί της δώρισαν τον Αγαμέμνονα στο κράτος. Το πλοίο ονομάστηκε Σπέτσαι και έγινε η ναυαρχίδα του ελληνικού στόλου (στις 29 Ιουλίου του 1831, κατά τη διάρκεια πολιτικών αναταραχών, ανατινάχτηκε από τον Μιαούλη). Το αρχοντικό της Μπουμπουλίνας στις Σπέτσες σήμερα είναι μουσείο.
Η Μπουμπουλίνα ξεχώρισε κατά την ελληνική επανάσταση και προκάλεσε τον θαυμασμό Ελλήνων και ξένων. Η Ευρώπη εντυπωσιάστηκε από την προσωπικότητά της – μάλιστα στη Γερμανία και το Παρίσι λάνσαραν τη μόδα «Robes de dome a la bobeline», παρόλο που η ίδια ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε να γίνει πρότυπο ομορφιάς. Μετά θάνατον, η Ρωσία της απένειμε τον τίτλο του Ναυάρχου, τίτλο που ποτέ ξανά δεν απονεμήθηκε σε γυναίκα παγκοσμίως. Το 2018, 193 χρόνια μετά τον θάνατό της, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας της Ελλάδας της απένειμε τον βαθμό του Υποναυάρχου επί τιμή (ΦΕΚ 373, Τεύχος Γ, της 11ης Απριλίου).
*Η Αργυρώ Παπαδοπούλου γεννήθηκε στη Φλώρινα. Σπούδασε στο Τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με ειδίκευση στις Κλασικές Σπουδές. Έχει λάβει Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης στην Κατεύθυνση των Αρχαίων Ελληνικών από το ίδιο Πανεπιστήμιο. Στα ερευνητικά της ενδιαφέροντα είναι η επική ποίηση (ηρωικό έπος), το λατινικό αυγούστειο έπος και το έπος στην ύστερη αρχαιότητα.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Κόκκινος Διονύσιος, Η Ελληνική Επανάστασις. Τόμος 1, Αθήνα 1974
Κόκκινος Διονύσιος, Η Ελληνική Επανάστασις. Τόμος 2, Αθήνα 1974
Κόκκινος Διονύσιος, Η Ελληνική Επανάστασις. Τόμος 3, Αθήνα 1974
Κόκκινος Διονύσιος, Η Ελληνική Επανάστασις. Τόμος 4, Αθήνα 1974
Κυριακοπούλου Καλλιόπη-Κανελλοπούλου Χάρις, 21 από το ’21, Αθήνα 1998
Μιαούλης Αντώνιος Α., Οι Ναυμαχίες του 1821, Αθήνα 2001
Μηχανή του Χρόνου, Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, στον σύνδεσμο:
https://www.mixanitouxronou.gr/i-laskarina-boumpoulina-gennithike-sto-vromiko-patoma-ton-filakon-tis-konstantinoupolis-apektise-ennea-pedia-ke-otan-chirepse-gia-defteri-fora-egine-kapetanissa-egine-plousia-ke-diethese-oli-tin-pe/
Σαν Σήμερα, Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, στον σύνδεσμο:
https://www.sansimera.gr/biographies/257
Σαν Σήμερα, Πάνος Κολοκοτρώνης, στον σύνδεσμο:
https://www.sansimera.gr/biographies/563
ΠΗΓΗ: http://cyprusgreece2021.com/
GEOPOLITICO
Σμαραγδής: «Στην Ελλάδα είναι επικίνδυνο να είσαι Έλληνας» – Ο Κολοκοτρώνης, η εθνική ταυτότητα και η απάντηση στους επικριτές
Ο σκηνοθέτης μίλησε στην Όλγα Λαθύρη στον Star Κεντρικής Ελλάδας για τη νέα ταινία με επίκεντρο τον Γέρο του Μωριά, την ανάγκη εθνικής ενότητας και τον πολιτισμό ως δύναμη αντίστασης στην ομογενοποίηση.
Με αιχμηρές αναφορές στην παγκοσμιοποίηση, στην υποχώρηση της ελληνικής αυτοπεποίθησης και στις αρνητικές κριτικές που δέχθηκε ο «Καποδίστριας», ο Γιάννης Σμαραγδής παρουσίασε το σκεπτικό της επόμενης κινηματογραφικής του προσπάθειας. Στη συνέντευξή του στην Όλγα Λαθύρη για τον Star Κεντρικής Ελλάδας, αποκάλυψε ότι έχει ολοκληρωθεί η πρώτη μορφή του σεναρίου για τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον οποίο αντιμετωπίζει ως φορέα της ελληνικής λαϊκής ψυχής και ως πρότυπο προσφοράς στην πατρίδα.
«Στην ουσία, στην Ελλάδα είναι επικίνδυνο να είσαι Έλληνας», ανέφερε χαρακτηριστικά, διευκρινίζοντας ότι εννοεί την υπεράσπιση μιας «ανώτερης Ελλάδας». Συνέδεσε την τοποθέτησή του με το όραμα του Καποδίστρια και με τις αντιδράσεις απέναντι στην ταινία του, υποστηρίζοντας ότι η ανάδειξη της ελληνικής ιστορίας και ταυτότητας συναντά αντιστάσεις.
Η σύγκρουση με τους κριτικούς και τα ξένα πρότυπα
Ο Σμαραγδής επιτέθηκε σε μεγάλο μέρος της ελληνικής κινηματογραφικής κριτικής, αναγνωρίζοντας πάντως ότι υπάρχουν εξαιρέσεις. Χρησιμοποίησε τον όρο «σύνδρομο της Στοκχόλμης» για να περιγράψει αυτό που ο ίδιος θεωρεί θαυμασμό προς τον «επικυρίαρχο».
Στη δική του ανάγνωση, η παγκοσμιοποίηση επιδιώκει την πολιτισμική ομοιομορφία, με τον αμερικανικό κινηματογράφο να λειτουργεί ως όχημα επιβολής προτύπων. Υποστήριξε ότι η άκριτη υιοθέτησή τους μπορεί να οδηγήσει σε πολιτισμική εξάρτηση, ενώ αντιπαρέβαλε τη δυνατότητα του ελληνικού κινηματογράφου να αναδεικνύει ιστορικές προσωπικότητες και να ενισχύει την αυτογνωσία του κοινού.
«Μας έχουν πείσει ότι είμαστε αδύνατοι να ξαναγίνουμε μεγάλοι», είπε. Κατά τον ίδιο, οι ταινίες του επιχειρούν να αμφισβητήσουν αυτή την εικόνα, υπενθυμίζοντας στους θεατές τις δυνάμεις και τις αξίες που διαθέτουν.
«Ο Κολοκοτρώνης είναι η ελληνική ψυχή»
Για τον Γέρο του Μωριά, ο σκηνοθέτης έδωσε ιδιαίτερο βάρος στον λαϊκό πολιτισμό, στην πίστη, στην παράδοση και στη μετάδοση των αξιών από γενιά σε γενιά.
«Πρώτα απ’ όλα, ο Κολοκοτρώνης είναι η ελληνική ψυχή», υπογράμμισε. Εξήγησε ότι θέλει να φωτίσει, πέρα από τη στρατιωτική του δράση, την εσωτερική διαδρομή ενός ανθρώπου που έφθασε να υπηρετεί κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό του.
Ως κεντρικό νόημα της ταινίας περιέγραψε την υπέρβαση της ατομικής επιδίωξης χάριν μιας ανώτερης αποστολής. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε σε περιστατικά συγχώρεσης και αποφυγής της εκδίκησης, όπως ο ίδιος τα έχει εντάξει στην προσέγγισή του για τον ήρωα.
Παρουσίασε, επίσης, τον Κολοκοτρώνη ως το «alter ego» του Καποδίστρια: τον άνθρωπο της στρατιωτικής πράξης δίπλα στον άνθρωπο του πολιτικού οράματος. Η νέα ταινία, όπως εξήγησε, αποτελεί προέκταση της προηγούμενης, με κοινό άξονα την αφύπνιση της ελληνικής αυτοσυνειδησίας.
Εθνική ενότητα απέναντι στον διχασμό
Η αναφορά στους εμφύλιους της Επανάστασης έφερε τη συζήτηση στη σημερινή Ελλάδα. Ο Σμαραγδής χαρακτήρισε τους εμφύλιους «κατάρα των Ελλήνων» και ζήτησε υπέρβαση της εσωτερικής αντιπαλότητας.
«Να ενωθούμε», τόνισε, εκφράζοντας την απογοήτευσή του για τον κατακερματισμό και τις κομματικές συγκρούσεις. Συνέδεσε το μήνυμα της ενότητας με την ανάγκη να αποκτήσουν οι νεότερες γενιές ουσιαστική σχέση με την ιστορία τους.
Ενδεικτική ήταν η αφήγησή του για ένα παιδικό πάρτι στις Λιβανάτες, όπου είδε να χρησιμοποιείται ο Spider-Man ως πρότυπο ψυχαγωγίας. Με αφορμή το περιστατικό, εξήγησε ότι επιθυμεί να αναδείξει τον Καποδίστρια και τον Κολοκοτρώνη ως ελληνικά πρότυπα για τα παιδιά.
Η τοποθέτηση για την Τριπολιτσά
Στο τέλος της συνέντευξης, όταν η Όλγα Λαθύρη έθεσε το ζήτημα των τουρκικών αναφορών στη σφαγή της Τριπολιτσάς, ο Σμαραγδής υποστήριξε ότι ο Κολοκοτρώνης απουσίαζε κατά τη σφαγή, συνδέοντας την απουσία του με τη συμφωνία αποχώρησης των Αλβανών.
Απέδωσε τη βία στη συσσωρευμένη οργή από την οθωμανική κυριαρχία, δηλώνοντας παράλληλα ότι η σφαγή «δεν έπρεπε να γίνει». Στην επιχειρηματολογία του επικαλέστηκε τις διώξεις των Ελλήνων, τις γενοκτονίες και την Κύπρο. Οι συγκεκριμένες ιστορικές αναφορές παρουσιάστηκαν ως δικές του εκτιμήσεις στη συνέντευξη.
Το σενάριο και το ζητούμενο της χρηματοδότησης
Στο πρακτικό σκέλος, ο Σμαραγδής ανέφερε ότι συνεργάζεται με τον Μελέτη Μελετόπουλο και τον ιστορικό Νίκο Γιαννόπουλο για την οργάνωση του ιστορικού υλικού. Δήλωσε ότι στόχος του είναι η δραματουργία να στηριχθεί στα πραγματικά περιστατικά.
Η πρώτη μορφή του σεναρίου έχει ολοκληρωθεί, αλλά προηγείται η εξασφάλιση της χρηματοδότησης. Ο σκηνοθέτης έχει τρεις ηθοποιούς στο μυαλό του για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, χωρίς να τους έχει ενημερώσει.
Παράλληλα, ανέφερε ότι τον «Καποδίστρια» έχουν παρακολουθήσει περίπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι και μίλησε για δωρεάν προβολές σε σχολεία και για προβολές σε πολιτιστικά κέντρα διεθνώς. Για τον ίδιο, η συνέχεια αυτής της προσπάθειας έχει σαφή προορισμό: να μεταφέρει στις επόμενες γενιές την ιστορική μνήμη και την πίστη ότι η Ελλάδα μπορεί να δημιουργήσει ξανά.
GEOPOLITICO
Ο Σαμουήλ παραδίδεται στους Βουλγάρους: Μας κατέκλεψαν και τους επιβραβεύουμε!
Το λείψανο του Σαμουήλ είναι ένα όπλο στα χέρια των σημερινών Βουλγάρων να γίνουν ακόμη πιο επιθετικοί, αντί να φροντίσουμε να λογικεύσουμε τους Σκοπιανούς. Άρθρο του βυζαντινολόγου Σταύρου Γουλούλη
Γράφει ο Σταύρος Γουλούλης, Δρ. βυζαντινολόγος ” Εφημ. Ελευθερία, Λάρισα 04 Οκτωβρίου 2026, σελ. 15.
Τελικά η κυβέρνηση προέβη αιφνίδια σε συμφωνία με την Βουλγαρία, ανταλλαγή του (υποτιθέμενου) λειψάνου του κατακτητή της Λάρισας Σαμουήλ με 48 κειμήλια. Είναι γνωστό πως βρέθηκε στον τάφο Γ στο νότιο κλίτος της βασιλικής του Αγίου Αχιλλίου (προορισμένη για Αρχιεπισκοπή του κράτους του Σαμουήλ, ο μεγαλύτερος ναός στα Βαλκάνια στην βυζαντινή περίοδο!) στο νησί της Πρέσπας την δεκαετία του ’60 και ταυτίσθηκε από τον καθηγητή της Αρχιτεκτονικής ΑΠΘ Νικ. Μουτσόπουλο. Για την ακρίβεια ο αείμνηστος, μέγας επιστήμων στον τομέα του, εδώ χωρίς να είναι Ειδικός, προχώρησε σε ταύτιση που δεν έχουν αποδεχτεί όλοι οι Ιστορικοί. Δημοσίευσε δε την σχετική πρόταση σε βουλγαρικό περιοδικό! Τον θεωρούσε Βούλγαρο και το κράτος του βουλγαρικό. Κακώς, αφού υπάρχουν πολλά κενά σε έναν τάφο χωρίς επιγραφική μαρτυρία. Ο Σαμουήλ πέθανε στην Πρίλαπο (Πρίλεπ) βορείως των Σκοπίων (Οκτ. 1014), βλέποντας στρατιώτες του τυφλωμένους από τον Βασίλειο Β΄.
Ας δεχτούμε όμως ότι το λείψανο είναι γνήσιο. Εδώ διαφωνούν οι Σκοπιανοί. Δέχονται, εύλογα, ότι ο Σαμουήλ και τα αδέλφια του, τέκνα του κόμη Νικολάου (Κομητόπουλοι), συγκρότησαν δυναστεία με κέντρο την Πρέσπα και την Αχρίδα. Ως Αρμένιοι στην καταγωγή, υπήρξαν αξιωματούχοι του Βυζαντίου (Ρωμανίας) κι εκμεταλλεύτηκαν ότι οι παλαιοί Βούλγαροι επί Τσιμισκή παρέδωσαν τα βασιλικά σύμβολα στην Κων/πολη το 971, οπότε δημιούργησαν μία κεντρική βαλκανική αυτοκρατορία (997 κ.ε.), πρόδρομο του ‘μακεδονικού’ έθνους. (Μάλιστα ο τελευταίος Βούλγαρος βασιλικός γόνος, ο Ρωμανός, ήταν απλός αξιωματούχος τους στα Σκόπια). Ο Σαμουήλ θεωρείται κάτι σαν ο ιδρυτής (founder) του κράτους των.
Οι δύο βόρειοι γείτονες, λοιπόν, ερίζουν, για έναν βασιλιά, αλλά όπως θα δείξω, μάλλον σε ‘ξένον αχυρώνα’, αφού αυτός εντάσσεται και στον βυζαντινό πολιτισμό. Εμείς τον μάθαμε βέβαια σε εποχή αντικομμουνισμού ως Σλάβο μέγα εχθρό του Βυζαντίου, αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι, είχε συνεργασία με τον Βασίλειο Β΄.
Προφανώς το λείψανό του αποκτά υπεραξία για τις δύο χώρες. Aξίζει όχι 48 κειμήλια, που τέτοια έχουμε χιλιάδες, αλλά πολύ περισσότερο. Δεν εισέρχεται στην ανταλλακτική λογική. Αποτελεί πολιτικό κεφάλαιο πρώτου μεγέθους, δεν είναι κειμήλιο. Είναι συνδεδεμένο με μνημείο της Ελλάδας, συνδέεται με την ελληνική ιστορία (και την Λάρισα!). Δεν συγκρίνεται ούτε με τα πολύ περισσότερα από τα 48 κειμήλια που έκλεψαν οι Βούλγαροι στο α΄μισό του 20ού αιώνα ή τα περιβόητα μακεδονικά χειρόγραφα. Οι Βούλγαροι είναι σαν να κόβουν τα πόδια των Σκοπιανών, θα είναι σε θέση ακόμη και να αφομοιώσουν τα Σκόπια. (Εμποδίζουν τα Σκόπια να εισέλθουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν τους αναγνωρίζουν γλώσσα, εθνότητα, τίποτα). Στην ουσία χαρίζουμε στους Βουλγάρους το πιο σημαντικό πλεονέκτημα και μπορεί να δούμε να ενώνονται τα δύο κράτη, ενώ εμείς θα μείνουμε στα 48 «κειμήλια». Κι ενώ χαρίσαμε στα Σκόπια το όνομα της Μακεδονίας, ακριβώς για να είναι αντίβαρο στην Μεγάλη Βουλγαρία, τώρα χαρίζουμε στην Βουλγαρία το πιο σημαντικό τεκμήριο αλλά και το επιστημονικό και ηθικό πλεονέκτημα να πετύχει αυτό που δεν θέλουμε. Είμαστε σχιζοφρενείς ;
Δεν πιστεύουμε τους Σκοπιανούς γιατί ενέταξαν τα επιχειρήματά τους στον αλυτρωτισμό τους και βλέπουν τον Σαμουήλ ως ‘Μακεδόνα’. Αλλά είναι ανάγκη να πάμε στο άλλο άκρο; Βασικό επιχείρημά τους είναι ότι στην διάρκεια των πολέμων που διεξήγαγε η δυναστεία των Κομητοπούλων οι σύγχρονοι βυζαντινοί συγγραφείς ποτέ δεν αποκαλούν το κράτος αυτών Βουλγαρία ή τους κατοίκους «Βουλγάρους» (βλ. Mitko Panov, The Blinded State, εκδ. Brill, Leiden, 2019, σσ. 9-10, 29 κ.ε.: «το τυφλωμένο κράτος, το κράτος που το τύφλωσαν»). Τους λένε Μυσούς, Σκύθες, βαρβάρους, Κομητόπουλους. Οι Βυζαντινοί μόνον μετά το 1018, την οριστική νίκη από τον Βασίλειο Β΄ Βουλγαροκτόνο, αποκαλούν (Νέο)Βουλγάρους όλους τους Σλάβους (Σλαβόφωνους) από τον Δούναβη μέχρι την Νότια Ελλάδα (όσους δεν έδιωξαν οι Βυζαντινοί). Υπήρχε πολιτική σκοπιμότητα γι’ αυτό, δεν είναι της ώρας. Θέμα (=διοικητικό διαμέρισμα) Βουλγαρίας τότε οργάνωσαν στην περιοχή των Σκοπίων. Η Αρχιεπισκοπή Βουλγαρίας, διάδοχος της παλαιάς, είχε πλέον έδρα την Αχρίδα και έπιανε μόνον την ΒΔ Βαλκανική.
Ο Σαμουήλ έφτιαξε μία αυτοκρατορία (997 κ.ε.) (νέο)Βουλγάρων/Σλάβων και Ρωμαίων μαζί με τους Λατινόφωνους (Βλάχους). Γι΄αυτό κατέλαβε την Λάρισα (985/6) όπου η πλειοψηφία των κατοίκων ήταν Βλάχοι, ιδίως αφότου το 980 ο Βασίλειος Β΄ έδωσε στον αρχηγό τους Νικουλιτζά τον τίτλο του άρχοντα των Βλάχων της Ελλάδος. Μετέφερε τους κατοίκους στην πρωτεύουσα Πρέσπα (βλ. Στ. Γουλούλης, δες Θεσσαλικό Ημερολόγιο 90, Σεπ. 2026), όπου έχτισε τον αρχιεπισκοπικό ναό αφιερωμένο στον Άγιο Αχίλλιο. Ο πολιούχος άγιος της Λάρισας συμμετείχε στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, αυτή που νομιμοποίησε ως θεσμό, δόγμα και οργάνωση την χριστιανική Εκκλησία. Ήθελε οι αρχιεπισκοπικός ναός να συνδέεται με το ρωμαϊκό κράτος. Η βασιλική του Αγίου Αχιλλίου κτίσθηκε στην δεκαετία 1004/5-1014 με την συνδρομή του Βυζαντίου, εκφράζει τον βυζαντινό πολιτισμό, καμία σχέση με ναούς του βουλγαρικού κράτους προ του 971 (βλ. μελέτες: Γουλούλης Academia.edu).
Ο Άγιος Αχίλλιος Πρέσπας όπως δέχονται όλοι συνδέεται και με το ρωμαϊκό κράτος, περισσότερο τον κόσμο των λατινοφώνων-Βλάχων. Άλλωστε στο κράτος του Σαμουήλ υπήρχαν αντίπαλοι αλλά οι «φρονούντες τα των Ρωμαίων», όσοι ήθελαν να υπαχθούν στον αυτοκράτορα. Εκκλησιαστικώς πάντως δεν υπήρξε σχίσμα.
Οι σημερινοί Βλάχοι (Λατινόφωνοι) των Σκοπίων και της Αλβανίας υπήρξαν πολίτες αυτού του κράτους, και είναι γνωστό ότι αισθάνονται Ρωμιοί, αποβλέποντας στην Ελλάδα, την κληρονόμο του ελληνόφωνου Βυζαντίου. Αναγνωρίζοντας Βούλγαρο τον Σαμουήλ, αποβάλλουμε την ρωμαϊκή ταυτότητά του και του ηγεμόνα και των πολιτών του.
Γίνεται φανερό ότι το λείψανο του Σαμουήλ είναι ένα όπλο στα χέρια των σημερινών Βουλγάρων να γίνουν ακόμη πιο επιθετικοί, αντί να φροντίσουμε να λογικεύσουμε τους Σκοπιανούς. Κανονικά η κ. Μενδώνη όφειλε να συγκαλέσει ένα επιστημονικό συνέδριο για τον Σαμουήλ, να κατατεθούν οι απόψεις (Βουλγάρων, Σκοπιανών, Ελλήνων) κι όχι στα ξαφνικά (λέγε με ‘πονηρά’) να προχωρήσει σε αυθαίρετη ανταλλαγή. Με την επιστήμη λύνονται τα εθνικιστικά πάθη, ούτε με φοβίες (π.χ. για το βλαχικό) ούτε με φωνάρες. «Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας».
GEOPOLITICO
Το αφήγημα της Τριπολιτσάς και όχι μόνο
Το αφήγημα της Τριπολιτσάς δεν στέκεται μόνο στο συγκεκριμένο γεγονός, αλλά άγει και σε άλλα πολύ σοβαρά.
Γράφει ο Αριστόβουλος
Πολύ συχνά ο ερευνητής/σχολιαστής της ιστορίας κι των διεθνών σχέσεων, οφείλει να απομακρύνεται και να παρακολουθεί τα γεγονότα ώστε να τοποθετηθεί περισσότερο εμπεριστατωμένα επί των διαφόρων θεμάτων. Μας έκανε αλγεινή εντύπωση η ένταση της ανακοίνωσης του τουρκικού ΥΠΕΞ κατά την πρόσφατη επέτειο Αλώσεως της Τριπολιτσάς. Ανερυθρίαστα δήλωσε πως στις 23 Σεπτεμβρίου 1821 συντελέσθηκε γενοκτονία κατά του τουρκικού πληθυσμού της πόλης. Διατείνεται δε, περί περαιτέρω ενεργειών σε διεθνές επίπεδο για σχετική αναγνώριση. Ενδιαφέρον ακούγεται….
Για την ιστορία όμως και την αλήθεια, ας βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους. Η Άλωση της Τριπολιτσάς εδραίωσε την Επανάσταση των Ελλήνων και είχε ως νόημα την αφύπνιση ενός λαού που είχε μάθει να ζει κατά τις βουλήσεις της εκάστοτε τοπικής τουρκικής διοίκησης. Ενός λαού που ανήκε καθ΄ ολοκληρίαν στον πασά, τον αγά και που του όριζε την μοίρα ο δερβέναγας, ο γενίτσαρος κι ο τσαούσης. Αυτός ο κόσμος πολιόρκησε την Τριπολιτσά κι αυτός την άλωσε. Η όποια βιαιότητα αναπτύχθηκε, δεν ήτανε τίποτε περισσότερο από την δικαιολογημένη οργή μιας κοινωνίας υπόδουλης για αιώνες. Πολλοί λοιπόν είναι οι λόγοι που καθιστούν έωλο το αφήγημα της γείτονος.
Αρχικά, μπορεί κάποιος να μας πει που αλλού στην Επανάσταση υπήρξε ανάλογη πρακτική από πλευράς Ελλήνων? Π ο υ θ ε ν ά. Υπήρξαν πολλές πολιορκίες και πέσανε αρκετά κάστρα. Μπορεί να πει άραγε το τουρκικό ΥΠΕΞ τι έπραξαν οι Οθωμανοί όταν ανέκτησαν την Τριπολιτσά από τους Έλληνες που αλληλοεξοντώνονταν? Μια πόλη Νάουσα, σας λέει τίποτε ευαίσθητοι γείτονες? Μήπως κάποιο Σούλι λίγο νωρίτερα? Μπορεί να μας περιγράψει κάποιος τούρκος αξιωματούχος τι συνέβη στην Έξοδο του Μεσολογγίου? Η δράση του Ιμπραήμ στον Μωριά ήτανε πολιτισμένη? Πόσοι νέοι και νέες μεταφέρθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου και παρά τις προσπάθειες του Κόδρινγκτον μετά το Ναυαρίνο δεν επέστρεψαν ποτέ? Αν μη τι άλλο, είναι ένα καθαρό παράδειγμα εθνοκάθαρσης. Η Χίος του ολοκληρωτικού αφανισμού 100 και πλέον χιλιάδων, σας λέει κάτι κύριοι του τουρκικού ΥΠΕΞ? Τα Ψαρά που βρίσκονται λίγο παραδίπλα? Η Κάσος νοτιότερα? Πως κόπτεσθε περί Τριπολιτσάς όταν λίγους μήνες νωρίτερα με την έκρηξη της Επανάστασης κατασφάχθηκε η Σμύρνη και η Λευκωσία? Μάλλον δεν δικαιούσθε δια να ομιλείτε….
Μπορούμε όμως να πάμε το θέμα και παραπίσω στην Ιστορία. Από το Ματζικέρτ το 1071 μέχρι την Άλωση του 1453 και τους μετέπειτα αιώνες της οθωμανικής υπερεξάπλωσης, μπορείτε να μας πείτε πως οι ολίγες χιλιάδες σελτζούκων και οθωμανών υπερίσχυσαν των εκατομμυρίων Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας? Πως ανατράπηκαν αυτά τα αριθμητικά δεδομένα? Φυσικά μπορούμε να πάμε και στις αρχές του 20ου αιώνα. Όταν τα 8 εκατομμύρια γνήσιων τούρκων μέσα σε εκατό χρόνια έγιναν 80…. Ξέρετε τα νούμερα δεν βγαίνουν. Και το λέει και η γενετική αυτό, από τον πληθυσμό σας, το 11% είναι γνήσια τουρκικό, για το υπόλοιπο ένα τεστ dna μπορεί να δώσει κατάλληλα τις απαντήσεις. Χωρίς βέβαια να μπαίνει σε ζυγαριά ο ανθρώπινος πόνος από όπου κι αν προέρχεται, δεν θα αποφύγουμε να συγκρίνουμε τα γεγονότα της Τριπολιτσάς με τα όσα διαδραματίσθηκαν στην προκυμαία της Σμύρνης. Μάλλον δεν υπάρχει σύγκριση.
Μεταφερόμενοι βέβαια στα καθ΄ημάς, δεν μπορούμε να μην προβληματισθούμε. Καμία απάντηση από τα δικά μας θεσμικά όργανα, καμία ένσταση από τους ένθεν κακείθεν πολιτικούς φορείς. Λες και το θέμα αφορά κάποιους άλλους κι όχι τον οίκο μας. Σε επίπεδο κοινωνίας κι εκεί υποτονική αντίδραση. Τα φαινόμενα αυτά δυστυχώς δεν περνούν απαρατήρητα από το τουρκικό κράτος. Από την στήλη αυτή και ήδη προς ενός έτους (25/09/25) έχουμε επισημάνει πως τα «ήρεμα νερά βρωμάνε». Το χειρότερο είναι πως μετά τα περί συνωστισμού στην προκυμαία της Σμύρνης, αναπτύχθηκε στο εσωτερικό μια ιδιότυπη «αυτοκριτική» με κεντρικό θέμα (κι όχι μόνο) την πολιορκία κι άλωση της Τριπολιτσάς, φθάνοντας να λοιδωρηθούν ο Κολοκοτρώνης κι η Μπουμπουλίνα (…). Τέτοια σημάδια θεσμικής ατονίας και κοινωνικής αφασίας, είναι βέβαιο πως δεν περνάνε απαρατήρητα από τους γείτονες. Οι οποίοι ανάλογα προσαρμόζουν τις πρακτικές τους.
Μένοντας απαθείς όμως απέναντι στις τουρκικές ιστορικές ουτοπίες, περνάμε εντελώς λάθος μηνύματα και στους «συμμάχους» μας, πάσης λογής και φύσεως. Φαινομενικά ασύνδετο αλλά νοηματικά απόλυτα συνδεδεμένο, είναι το γεγονός της υπογραφής αμυντικής συμφωνίας Γαλλίας και Τουρκίας. Στο πρόσφατο παρελθόν πανηγυρίσαμε την ελληνογαλλική προσέγγιση (από το 2019 κι εντεύθεν), την οποία και χρηματοδοτήσαμε αδρότατα. Κι απ΄ ότι αποδεικνύεται χωρίς καμιά δικλείδα ασφαλείας υπέρ ημών. Σχετικά είχαμε συστηθεί με το πρώτο μας άρθρο (06/03/25) περί της τοποθέτησης πυραύλων meteor στα τουρκικά Eurofighter. Έχουμε επίσης τοποθετηθεί πως μας αντιμετωπίζουν οι Γάλλοι με σχετικό άρθρο στις 03/02/26. Όταν λοιπόν οι Γάλλοι μας βλέπουν χαλαρούς κι υπεράνω σε ιστορικά θέματα στα οποία είχανε άμεση εμπλοκή, τότε καταλαβαίνουν πως πίσω από την αποφυγή της ξεκάθαρης απάντησης σε μια ιστορική ανακρίβεια υπάρχει σοβαρό πνευματικό κενό.
Να γιατί δεν είναι μόνο του το αφήγημα της Τριπολιτσάς. Διότι περνάει στους άλλους την εντύπωση της χαλαρής αντιμετώπισης των καταστάσεων. Από την στήλη πολύ επιθυμούμε την εγρήγορση και την αφύπνιση. Μην ξεχνάμε πως από τα πλέον σοβαρά που έχουμε να αντιμετωπίσουμε ως χώρα είναι το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδος – Κύπρου. Επ΄ αυτού έχουμε σχετικά τοποθετηθεί από πέρυσι (04/11/25) για την σοβαρότητα του θέματος. Στο οποίο υπήρξε η εξέλιξη της συμμετοχής σε πλειοψηφικό μετοχικό πακέτο γαλλικής εταιρείας. Με εκκωφαντική σιωπή σε ιστορική διαστρέβλωση θα πορευθούμε, ελπίζοντας σε ξένη λύση? Το ένα είναι μια απλή τοποθέτηση σε γεγονότα, το άλλο είναι τοποθέτηση στο διεθνές γίγνεσθαι. Το ένα αφορά πράγματα που έγιναν, το άλλο εκείνα που επέρχονται.
Κλείνοντας θα συμπεράνουμε (για μια φορά ακόμα) ότι οι τουρκικές πρακτικές ακολουθούν συγκεκριμένο κι αναλλοίωτο μοτίβο. Υπέχουν δηλαδή θέση προβιάς λύκου, με τις γνωστές ιδιότητες. Δεν μπορούμε να προσδοκάμε τίποτε όταν σιωπούμε. Τουναντίον, οι «φίλοι» θα βρίσκουν ευκαιρίες για παίγνια στην πλάτη μας κι σε βάρος ημών. Να διευκρινίσουμε δε, πως επειδή βρισκόμαστε σε άτυπη προεκλογική περίοδο, ότι δεν τοποθετούμαστε πολιτικά. Όπως πάντα τοποθετούμαστε εθνικά κι η πολιτική απουσία μας θλίβει, αν όχι καταθλίβει λόγω της γενικής αντιμετώπισης. Να γιατί το αφήγημα της Τριπολιτσάς δεν στέκεται μόνο στο συγκεκριμένο γεγονός, αλλά άγει και σε άλλα πολύ σοβαρά.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας