Άμυνα
Μέση λύση δεν υπάρχει, είτε στην Άγκυρα κυβερνά ένα ισλαμοφασιστικό καθεστώς όπως του Ερντογάν, είτε ένα μιλιταριστικό φασιστικό καθεστώς όπως των κεμαλιστών.

Η Ντόρα Μπακογιάννη και οι άλλοι εκπρόσωποι της σχολής του δήθεν «ρεαλισμού» στην εξωτερική πολιτική, όποτε αναφέρονται στις ελληνοτουρκικές σχέσεις ξεκινούν την τοποθέτησή τους με το γνωστό «ποίημα» – ότι είμαστε καταδικασμένοι λόγω της γεωγραφίας και της Ιστορίας να ζούμε με την Τουρκία ως γείτονα, και επομένως δεν υπάρχει άλλη ρεαλιστική λύση παρά να βρούμε τρόπο να εξομαλύνουμε τις διμερείς μας σχέσεις και να μειώσουμε τη μεταξύ μας ένταση. Η σχολή αυτή υποστηρίζει πως ακόμη κι αν η Ελλάδα κέρδιζε έναν σύντομο πόλεμο απέναντι στην Τουρκία, δεν θα έλυνε δια παντός τα προβλήματά της με τους γείτονες. Η Τουρκία, επειδή είναι μεγάλη, υπερήφανη και ισλαμοφασιστική χώρα, δεν θα αποδεχόταν την ήττα της αλλά θα επιζητούσε να πάρει τη ρεβάνς με κάθε τρόπο και κάθε τίμημα, και αυτό θα μας οδηγούσε σε μια δαπανηρή κούρσα εξοπλισμών την οποία εκ των πραγμάτων θα χάναμε λόγω του πληθυσμιακού και οικονομικού μεγέθους μας.
Σε αυτό το σκεπτικό βασίζεται η άποψη της Μπακογιάννη και των άλλων «ρεαλιστών» ότι με την Τουρκία δεν μπορεί να υπάρξει στρατιωτική λύση, παρά μόνο πολιτική. Παραβλέπουν όμως το αντίστροφο πρόβλημα – ότι ακόμη κι αν η Ελλάδα υποχωρήσει σε κάποιες τουρκικές αξιώσεις και δεχτεί ακόμη και να απεμπολήσει κυριαρχικά της δικαιώματα με την ελπίδα να κερδίσει τη μόνιμη ειρήνη, κανείς δεν εγγυάται ότι η Τουρκία θα ικανοποιηθεί. Αντιθέτως, η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών δείχνει πως ο κατευνασμός ανοίγει την όρεξη των Τούρκων για περισσότερες διεκδικήσεις σε βάρος μας. Άλλωστε ο Ερντογάν έχει δηλώσει ξεκάθαρα πως «τα συμφέροντα της χώρας μας συγκρούονται με τα συμφέροντα άλλων χωρών».
Προσωπικά δεν έχω καμία αμφιβολία ότι το ελληνικό πολιτικό προσωπικό δεν προτίθεται να αντιδράσει στρατιωτικά ΠΟΤΕ και σε ΚΑΜΙΑ τουρκική πρόκληση σε βάρος μας. Πιθανότατα έχει ήδη συμφωνήσει να εκχωρήσει κυριαρχικά μας δικαιώματα στους Τούρκους, και απλώς μας προετοιμάζει ψυχολογικά για αυτή την εξέλιξη, όπως έγινε και με την προδοσία της Μακεδονίας το 2018-19. Ο πιο ανώδυνος τρόπος να σερβιριστεί στον ελληνικό λαό η νέα εθνική ήττα, είναι με την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, διότι τότε θα μπορούν να επιρριφθούν οι ευθύνες της ήττας σε ένα απρόσωπο διεθνές δικαιοδοτικό όργανο. Είναι σχεδόν βέβαιο όμως ότι στη Χάγη δεν θα τεθούν μόνο η υφαλοκρηπίδα και η ΑΟΖ αλλά και πολλές άλλες πάγιες διεκδικήσεις της Άγκυρα όπως π.χ. το εύρος του εναέριου χώρου μας, το καθεστώς 100 ακατοίκητων βραχονησίδων κ.ά.
Αλλά ακόμη κι αν η Τουρκία κερδίσει τα πάντα στη Χάγη, πιστεύει κανείς στα σοβαρά ότι την επόμενη μέρα θα σταματούσαν ως δια μαγείας οι παραβιάσεις του εναέριου χώρου μας και οι τουρκικές υπερπτήσεις στα νησιά μας; Φυσικά και όχι! Η Τουρκία απλώς θα πατούσε πάνω στην ήδη υπάρχουσα απόφαση της Χάγης για να μας σπρώξει να ξαναπάμε στο Διεθνές Δικαστήριο και για άλλες διεκδικήσεις της, όπως π.χ. η πλήρης αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, το καθεστώς στην Ανατολική Θράκη, η ιδιοκτησία 18 κατοικημένων νησιών (Οινούσες, Φούρνοι κ.λπ.), ο διαμοιρασμός της Κρήτης κ.ά. Δεν υπάρχει τέλος στις τουρκικές αξιώσεις σε βάρος της χώρας μας, διότι πολύ απλά ο στρατηγικός στόχος της Τουρκίας δεν είναι η ειρηνική συμβίωση μαζί μας αλλά η πλήρης δορυφοροποίησή μας και εν τέλει η υποταγή μας. Η Τουρκία ΔΕΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ να εξημερωθεί ούτε να μας αγαπήσει ό,τι κι αν της δώσουμε. Και βέβαια δεν πρόκειται να σταματήσει ποτέ τις στρατιωτικές προκλήσεις και παραβιάσεις στο Αιγαίο ακόμη κι αν της χαρίσουμε όλα όσα διεκδικεί. Όσοι νομίζουν ότι μπορούν να εξημερώσουν το τουρκικό θηρίο ταϊζοντάς το, είναι είτε αφελείς είτε ανιστόρητοι, ή εξυπηρετούν δόλιους αντεθνικούς σκοπούς.
Είδαμε όλοι τους τελευταίους μήνες την αφόρητη πίεση που ασκεί η Τουρκία σε βάρος του ελληνισμού στον Έβρο, στο Ανατολικό Αιγαίο αλλά και στην Κύπρο. Είναι σαφέστατο πλέον ότι οι Τούρκοι δεν πιέζουν διότι θέλουν χρήμα από την Ευρώπη. Στην περίπτωση αυτή θα μπορούσαν να πιέσουν και τη Βουλγαρία – Ευρώπη είναι κι αυτή. Στόχος τους είναι η Ελλάδα και η Κύπρος και αυτό είναι εμφανές από την ξεκάθαρα πολεμική κλιμάκωση με τις καταδιώξεις και τους εμβολισμούς σκαφών του Λιμενικού, με τα πυρά προς τις ελληνικές περιπόλους, με την κατάληψη ελληνικού εδάφους στον Έβρο, και με τις συνεχείς υπερπτήσεις τουρκικών μαχητικών αεροσκαφών και drones πάνω από τον Έβρο και τα νησιά μας.
Η πρόσφατη κατάρρευση των τιμών του πετρελαίου διεθνώς αφήνει παγερά ασυγκίνητη την Άγκυρα, διότι ο Ερντογάν δεν σκέφτεται και δεν σχεδιάζει με ορίζοντα μηνών ή χρόνων, αλλά με ορίζοντα δεκαετιών. Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι η Τουρκία αντιλαμβάνεται το γεωπολιτικό παιγνίδι των υδρογονανθράκων με τον ελληνισμό ως ένα παιγνίδι ΜΗΔΕΝΙΚΟΥ ΑΘΡΟΙΣΜΑΤΟΣ – δηλαδή ό,τι χάνει η μία πλευρά είναι κέρδος οπωσδήποτε για την άλλη. Ο πρωταρχικός στόχος των Τούρκων ΔΕΝ είναι να αρπάξουν από τον ελληνισμό όσα περισσότερα κοιτάσματα υδρογονανθράκων μπορούν για να βγάλουν οι ίδιοι χρήματα. Με ένα ΑΕΠ που φτάνει τα 850 δις ετησίως, δεν πάσχουν για 150 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο που θα είναι τα μισά ετήσια έσοδα της Κυπριακής Δημοκρατίας από το φυσικό αέριο μετά το 2023. Οι Τούρκοι πιέζουν, εκβιάζουν και τραμπουκίζουν την Κυπριακή Δημοκρατία επειδή πολύ απλά θέλουν να της ΣΤΕΡΗΣΟΥΝ τα χρήματα που δικαιούται. Αν υποθέσουμε ότι π.χ. η Αίγυπτος ήταν εκείνη που συμπεριφερόταν αρπακτικά έναντι της Κύπρου και αξίωνε με τσαμπουκά να πάρει αυτή ΟΛΑ τα έσοδα από τα κοιτάσματα της κυπριακής ΑΟΖ, οι Τούρκοι δεν θα είχαν κανένα απολύτως πρόβλημα. Θα ήταν ικανοποιημένοι και δεν θα έστελναν κανένα πλωτό γεωτρύπανο για να διεκδικήσουν κι αυτοί μερίδιο. Θα προτιμούσαν δηλαδή οι Τούρκοι να εκμεταλλευτούν ένα κοίτασμα στην Ανατολική Μεσόγειο οι Λίβυοι, οι Αιγύπτιοι, οι Λιβανέζοι, οι Ισραηλινοί ή ακόμη και οι Εσκιμώοι, παρά να το εκμεταλλευτούν οι Έλληνες.
Από τη στιγμή που άρχισαν να γίνονται γνωστά τα θαλάσσια πεδία της Ανατολικής Μεσογείου όπου πιθανώς να υπάρχουν πολύ μεγάλα εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα υδρογονανθράκων, οι Τούρκοι στρατηγικοί σχεδιαστές αντελήφθησαν ότι για μία ακόμη φορά η ίδια η γεωγραφία τούς έπαιξε πολύ άσχημο παιγνίδι – τα πλουσιότερα κοιτάσματα υδρογονανθράκων εκτιμάται ότι βρίσκονται σε σημεία της ελληνικής και κυπριακής ΑΟΖ τα οποία αφενός είναι πολύ απομακρυσμένα από την Τουρκία και αφετέρου καλύπτονται από μεγάλα επιμήκη νησιά (Κύπρος και Κρήτη) τα οποία ενεργούν σαν ασπίδες προστασίας. Χειρότερη περίπτωση για τους Τούρκους δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Θα ήταν απείρως ευκολότερο γι’ αυτούς να αρπάξουν ένα ελληνικό κοίτασμα αν αυτό βρισκόταν π.χ. κοντά στη Λέσβο, παρά τώρα που βρίσκεται νοτίως της Κρήτης. Η λύση που βρήκαν οι Τούρκοι σ’ αυτό το πρόβλημα φανερώνει το βαθύ μίσος που τρέφουν για τον ελληνισμό. Με την αυθαίρετη χάραξη της δικής τους ΑΟΖ που έκαναν στην Ανατολική Μεσόγειο, ουσιαστικά «χαρίζουν» επιπλέον ΑΟΖ στις άλλες χώρες την οποία κλέβουν από την Ελλάδα και την Κύπρο – με την τουρκική άποψη περί ΑΟΖ η Λιβύη κερδίζει περί τα 39.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, η Αίγυπτος περί τα 21.500 τετραγωνικά χιλιόμετρα, το Ισραήλ 4.600 τετραγωνικά χιλιόμετρα και ο Λίβανος 3.900 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Δηλαδή οι Τούρκοι κάνουν τους χουβαρντάδες μοιράζοντας αριστερά και δεξιά την ελληνική και κυπριακή ΑΟΖ για να δελεάσουν τις άλλες χώρες της Μεσογείου να συμφωνήσουν στην καταλήστευση του ελληνισμού, και είναι ΠΟΛΥ ΠΙΘΑΝΟ να καταφέρουν να τις προσεταιριστούν τελικά και να τις στρέψουν εναντίον μας. Δεν πρέπει να υποτιμήσουμε αυτή την τουρκική στρατηγική ούτε να θεωρούμε ότι «κινείται στα όρια της φαιδρότητας» όπως δήλωσαν με περισσή αφέλεια κάποιοι Έλληνες αξιωματούχοι.
Το ελληνικό πολιτικό, διπλωματικό και δημοσιογραφικό προσωπικό δεν δείχνει να έχει αντιληφθεί ποια είναι η πραγματική πρόθεση των Τούρκων, ότι δηλαδή παίζουν κατ’ ουσίαν καταστροφικό παιγνίδι σε βάρος μας χωρίς να ενδιαφέρονται ιδιαίτερα να κερδίσουν οικονομικά οι ίδιοι, αλλά γεωπολιτικά. Πολλοί Έλληνες έχουν πιστέψει το παραμύθι που πουλάει η Άγκυρα, ότι δηλαδή η πειρατεία που κάνουν οι Τούρκοι στην κυπριακή και ελληνική ΑΟΖ οφείλεται στο ότι θέλουν μερίδιο από τους υδρογονάνθρακες της Ανατολικής Μεσογείου. Τότε όμως γιατί στο τουρκολιβυκό μνημόνιο φρόντισαν να δώσουν στη Λιβύη του Σάρατζ όλα τα βυθοτεμάχια της ελληνικής ΑΟΖ νοτίως της Κρήτης; Τι τους ενδιέφερε τους Τούρκους ποιος θα εκμεταλλευτεί ένα βυθοτεμάχιο κοντά στη Γαύδο αφού οι ίδιοι δεν έχουν (φαινομενικά) καμία αξίωση σ’ αυτό; Γιατί επαναλαμβάνουν διαρκώς την εξωφρενική άποψή τους ότι τα νησιά, όσο μεγάλα κι αν είναι, δεν δικαιούνται να έχουν ΑΟΖ, δείχνοντας ουσιαστικά την Κρήτη και την Κύπρο; Γιατί επαναφέρουν κάθε τόσο το ανιστόρητο επιχείρημα ότι η Ελλάδα κατέχει παράνομα όλη την Κρήτη και ότι κανονικά δικαιούται μόνο το ένα τέταρτο από το νησί και πρέπει να δοθεί τμήμα του στην Τουρκία, στη Βουλγαρία και στη Σερβία; Και γιατί απειλούν και προειδοποιούν ότι θα δανείσουν στους Λίβυους τουρκικά ερευνητικά σκάφη και πλωτά γεωτρύπανα για να κάνουν έρευνες για λογαριασμό της Τρίπολης ΝΟΤΙΩΣ της Κρήτης;
Η απάντηση είναι προφανής – αυτό που νοιάζει κυρίως τους Τούρκους ΔΕΝ είναι τόσο να βγάλουν χρήματα οι ίδιοι, αλλά να αποτρέψουν πάσει θυσία τον ελληνισμό να βγάλει χρήματα ώστε να μην υπάρξει ποτέ περίπτωση να ενισχυθεί μελλοντικά και να σηκώσει κεφάλι. Γι’ αυτό εμποδίζουν συστηματικά την Ελλάδα να αξιοποιήσει ακόμη και τους υδρογονάνθρακες στα νοτιοδυτικά της Κρήτης, εκεί όπου δεν φτάνει η «γαλάζια πατρίδα» και όπου έχουν εντοπιστεί τεράστια κοιτάσματα φυσικού αερίου αξίας εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ. Μην εκπλαγούμε καθόλου αν αύριο η Τουρκία ασκήσει μεγάλη πίεση και στην Ιταλία να αμφισβητήσει ακόμη και τα βυθοτεμάχια που έχουμε ορίσει στο Ιόνιο πέλαγος. Ήδη οι Ιταλοί δεν δείχνουν πρόθυμοι να συμφωνήσουν μαζί μας για τον καθορισμό ΑΟΖ. Αν πάρουν και γερά οικονομικά ανταλλάγματα από τους Τούρκους στο μέλλον, κανείς δεν ξέρει τι αξιώσεις μπορεί να εγείρουν κι αυτοί σε βάρος μας.
Για τους Τούρκους είναι κέρδος το να χάσει ο ελληνισμός έσοδα από τους υδρογονάνθρακες, ανεξαρτήτως του ποιος θα τα κερδίσει. Άρα ΔΕΝ είναι η απληστία που σπρώχνει τον Ερντογάν να ακολουθεί πολιτική τραμπούκου και ληστή απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο και να στέλνει πλωτά γεωτρύπανα στις αντίστοιχες ΑΟΖ, αλλά το ανθελληνικό μίσος που τρέφει και η έγνοια του να μην επιτρέψει στον ελληνισμό να ισχυροποιηθεί οικονομικά. Δεν είναι τυχαίο που δήλωσε πρόσφατα πως «σε ό,τι αφορά την Ανατολική Μεσόγειο, για κάθε πρόβλημα που θα αποφύγουμε να αντιμετωπίσουμε, στο μέλλον θα χρειαστεί να πληρώσουμε μεγαλύτερο λογαριασμό». Δηλαδή, με άλλα λόγια, ή στραγγαλίζουμε τώρα Ελλαδίτες και Κύπριους ή θα τους βρούμε αργότερα μπροστά μας πολύ ισχυρότερους. Οι Τούρκοι δεν θέλουν απλώς να μας ληστέψουν, αλλά να μας «υποδουλώσουν» γεωπολιτικά, να μας καταδικάσουν σε καθεστώς εσαεί υποτέλειας και εξάρτησης από το οθωμανικό άρμα για να πετύχουν τον ρόλο της περιφερειακής Δύναμης που οραματίζονται. Με έναν τέτοιο γείτονα που κοιμάται και ξυπνάει με τη σκέψη πώς θα μας βλάψει και θα μας υποτάξει, άραγε τι συνεννόηση μπορεί να γίνει; Όσο γρηγορότερα το αντιληφθούν αυτό οι εγχώριοι δήθεν «ρεαλιστές» που νομίζουν αφελώς πως ο Τούρκος γαβγίζει επειδή νιώθει αδικημένος, τόσο πιθανότερο είναι να συμφωνήσουμε επιτέλους σε μια πραγματικά ρεαλιστική εθνική στρατηγική έναντι της γείτονος.
Με την Τουρκία δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει σχέση φιλίας και συνεργασίας, παρά μόνο σχέση ισχύος. Αν απλώσουμε φιλικά το χέρι μας προς τη μεριά της για να της χαρίσουμε κάτι, είναι βέβαιο ότι θα το δαγκώσει. Επομένως, για να έχουμε ησυχία με την Τουρκία, η λύση δεν είναι να υποχωρούμε διαρκώς στους τσαμπουκάδες της για να την κατευνάσουμε, αλλά να την κάνουμε να μας φοβάται. Γενικά τις γειτονικές της χώρες η Τουρκία είτε τις φοβάται (και επομένως τις σέβεται), είτε τις χειραγωγεί και τις υποτάσσει. Μέση λύση δεν υπάρχει, είτε στην Άγκυρα κυβερνά ένα ισλαμοφασιστικό καθεστώς όπως του Ερντογάν, είτε ένα μιλιταριστικό φασιστικό καθεστώς όπως των κεμαλιστών. Γι’ αυτό βλέπουμε την Τουρκία να φέρεται διαφορετικά σε κάθε γείτονά της. Τη Συρία τη βιάζει κανονικά, ενώ τη Ρωσία τη φοβάται και τη σέβεται. Την Ελλάδα επιχειρεί να τη χειραγωγήσει, ενώ το Ισραήλ το φοβάται και το αφήνει στην ησυχία του. Την Κύπρο την κακοποιεί καθημερινά, ενώ την Αίγυπτο τη φοβάται και αποφεύγει να τη θίξει. Η Τουρκία καταλαβαίνει μόνο τη γλώσσα της ισχύος – ή θα σε φοβάται ή θα σε ποδοπατήσει. Πάντα έτσι ήταν αυτό το ελεεινό βάρβαρο έθνος, και έτσι θα συνεχίσει να είναι για όσο καιρό βρίσκεται δίπλα μας και δεν επιστρέφει στις στέπες της κεντρικής Ασίας από όπου μας κουβαλήθηκε.
GEOPOLITICO
Καμπανάκι για Ελλάδα! Γαλλία και Τουρκία μπαίνουν σε νέα αμυντική εποχή
Ο Οδικός Χάρτης Άγκυρας–Παρισιού ανοίγει δρόμο για στενότερη στρατιωτική συνεργασία – SAMP/T και Meteor αλλάζουν τα δεδομένα και δημιουργούν ερωτήματα για τη στρατηγική σχέση Ελλάδας–Γαλλίας
Η υπογραφή Οδικού Χάρτη Αμυντικής Συνεργασίας ανάμεσα στην Τουρκία και τη Γαλλία δεν είναι μία τυπική διπλωματική κίνηση και ασφαλώς δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη από την Αθήνα.
Άγκυρα και Παρίσι συμφώνησαν να εμβαθύνουν τον στρατηγικό τους διάλογο, να αυξήσουν τις στρατιωτικές επαφές και να εξετάσουν νέα πεδία συνεργασίας. Η τουρκική πλευρά μιλά ήδη για μετάβαση από τα «θετικά μηνύματα» σε συγκεκριμένη αμυντική συνεργασία.
Για την Ελλάδα, όμως, το ζήτημα δεν είναι απλώς ότι η Γαλλία συνομιλεί με την Τουρκία. Το κρίσιμο είναι τι ακριβώς είναι διατεθειμένη να δώσει στο τουρκικό οπλοστάσιο και κατά πόσο αυτό μπορεί να επηρεάσει την ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Από τον στρατηγικό εταίρο της Ελλάδας στον εξοπλιστικό διάλογο με την Άγκυρα
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερο βάρος επειδή η Γαλλία δεν είναι για την Ελλάδα ένας απλός σύμμαχος στο ΝΑΤΟ.
Αθήνα και Παρίσι έχουν υπογράψει από το 2021 Στρατηγική Εταιρική Σχέση για την Άμυνα και την Ασφάλεια, η οποία περιλαμβάνει ρήτρα αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης κατά της επικράτειας της μίας πλευράς. Η συμφωνία ανανεώθηκε τον Απρίλιο του 2026 για ακόμη πέντε χρόνια.
Πάνω σε αυτή τη σχέση οικοδομήθηκε ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής αμυντικής στρατηγικής των τελευταίων ετών: Rafale, φρεγάτες FDI, κοινές ασκήσεις και στενός στρατηγικός διάλογος.
Τώρα, όμως, το Παρίσι ανοίγει ταυτόχρονα έναν θεσμοθετημένο δρόμο αμυντικής συνεργασίας και με την Άγκυρα.
Αυτό δεν ακυρώνει την ελληνογαλλική συμφωνία. Δημιουργεί, όμως, μια προφανή αντίφαση συμφερόντων, ιδίως εάν η νέα συνεργασία οδηγήσει στην ενίσχυση κρίσιμων τουρκικών στρατιωτικών δυνατοτήτων.
Το πρώτο καμπανάκι: SAMP/T
Το πιο σοβαρό ζήτημα αφορά το SAMP/T.
Η Τουρκία επιδιώκει εδώ και χρόνια την απόκτηση του γαλλοϊταλικού συστήματος αεράμυνας μεγάλου βεληνεκούς και, σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες, η γαλλική αντίσταση σε μία τέτοια συμφωνία έχει υποχωρήσει σημαντικά. Οι συζητήσεις συνδέονται και με τον σχεδιαζόμενο τουρκικό ολοκληρωμένο θόλο αεράμυνας «Steel Dome».
Για την Ελλάδα, μία πιθανή τουρκική απόκτηση SAMP/T δεν είναι αδιάφορη.
Θα ενίσχυε σημαντικά την τουρκική αντιαεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα και θα δυσκόλευε τον επιχειρησιακό σχεδιασμό της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας σε περίπτωση κρίσης.
Ακόμη σημαντικότερο θα ήταν ένα ενδεχόμενο πλαίσιο συμπαραγωγής ή μεταφοράς τεχνολογίας, καθώς η Άγκυρα επιδιώκει σταθερά όχι μόνο την αγορά συστημάτων αλλά και την ενσωμάτωση ξένης τεχνογνωσίας στη δική της αμυντική βιομηχανία.
Σε αυτή την περίπτωση, το Παρίσι δεν θα πουλούσε απλώς ένα όπλο στην Τουρκία. Θα βοηθούσε στην ενίσχυση της μακροπρόθεσμης τουρκικής αμυντικής αυτονομίας.
Το δεύτερο καμπανάκι: Meteor
Ακόμη πιο άμεσα αφορά την Ελλάδα η πιθανότητα πρόσβασης της Τουρκίας στον πύραυλο Meteor.
Ο Meteor αποτελεί βασικό όπλο των ελληνικών Rafale και ένα από τα σημαντικότερα ποιοτικά πλεονεκτήματα της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας στον αέρα.
Εάν η Τουρκία αποκτήσει το ίδιο βλήμα και καταφέρει να το ενσωματώσει σε νέα μαχητικά αεροσκάφη, ένα μέρος αυτού του ελληνικού πλεονεκτήματος περιορίζεται.
Δεν σημαίνει ότι εξισώνονται αυτομάτως οι δυνατότητες των δύο αεροποριών. Σημαίνει όμως ότι η Άγκυρα αποκτά πρόσβαση σε όπλο της ίδιας τεχνολογικής κατηγορίας, με μεγάλη ακτίνα εμπλοκής και ισχυρή δυνατότητα μάχης πέραν οπτικής επαφής.
Αυτό είναι στοιχείο που η Αθήνα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει ως μια ακόμη εμπορική απόφαση της γαλλικής αμυντικής βιομηχανίας.
Η Γαλλία παίζει σε δύο ταμπλό
Η εικόνα είναι πλέον σαφής.
Η Γαλλία διατηρεί στρατηγική αμυντική σχέση με την Ελλάδα, αλλά ταυτόχρονα επιδιώκει να αποκαταστήσει και να διευρύνει τη σχέση της με την Τουρκία.
Από τη γαλλική σκοπιά αυτό μπορεί να είναι απολύτως συμβατό: το Παρίσι επιδιώκει γεωπολιτική επιρροή, αμυντικές εξαγωγές και ισχυρή παρουσία στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Για την Αθήνα όμως υπάρχει ένα πολύ απλό ερώτημα:
Μπορεί μία χώρα να αποτελεί στρατηγικό αμυντικό εταίρο της Ελλάδας και ταυτόχρονα να εξοπλίζει την Τουρκία με συστήματα που μεταβάλλουν την ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο;
Η απάντηση δεν είναι νομική. Είναι στρατηγική.
Η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής παραμένει – αλλά δεν αρκεί από μόνη της
Η ελληνογαλλική συμφωνία είναι σαφής: σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης κατά της επικράτειας μίας από τις δύο χώρες προβλέπεται αμοιβαία βοήθεια και συνδρομή, ακόμη και με χρήση ένοπλης ισχύος.
Αυτό αποτελεί σημαντική στρατηγική δέσμευση.
Όμως η Ελλάδα δεν μπορεί να βασίζει ολόκληρη την αποτρεπτική της στρατηγική στην υπόθεση ότι ένας σύμμαχος θα παρέμβει σε μία μελλοντική κρίση.
Το ουσιαστικότερο είναι να μην επιτρέπεται στο μεταξύ η σταδιακή συρρίκνωση του ελληνικού ποιοτικού πλεονεκτήματος.
Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο πρέπει να εξεταστεί η γαλλοτουρκική συνεργασία.
Η Άγκυρα προσπαθεί να σπάσει την απομόνωση από τη Δύση
Η συμφωνία με το Παρίσι εντάσσεται και σε μια ευρύτερη τουρκική στρατηγική.
Η Τουρκία επιδιώκει να επανενταχθεί βαθύτερα στα δυτικά αμυντικά δίκτυα, χωρίς να εγκαταλείψει την αυτόνομη στρατηγική της.
Συνομιλεί με τις ΗΠΑ για F-35 και κυρώσεις CAATSA, με την Ευρώπη για Eurofighter, SAMP/T και Meteor και ταυτόχρονα αναπτύσσει τα δικά της drones, πυραύλους και συστήματα αεράμυνας.
Ο στόχος είναι προφανής: να αποκτήσει πρόσβαση στη δυτική τεχνολογία χωρίς να χάσει τη δυνατότητα να ασκεί ανεξάρτητη περιφερειακή πολιτική.
Η προσέγγιση με τη Γαλλία εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη στρατηγική.
Τι πρέπει να κρατήσει η Αθήνα
Η Ελλάδα δεν έχει λόγο να δραματοποιήσει μία συμφωνία της οποίας το ακριβές εξοπλιστικό περιεχόμενο δεν έχει ακόμη δημοσιοποιηθεί.
Έχει όμως κάθε λόγο να ζητήσει καθαρές απαντήσεις.
Άλλο πράγμα ο στρατηγικός διάλογος Γαλλίας–Τουρκίας και άλλο η μεταφορά στην Άγκυρα συστημάτων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν απέναντι στις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις.
Το όριο βρίσκεται εκεί.
Για την Αθήνα το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν η Γαλλία θέλει καλές σχέσεις με την Τουρκία.
Είναι εάν αυτές οι σχέσεις θα χρηματοδοτηθούν και θα οικοδομηθούν πάνω στην ενίσχυση του τουρκικού στρατιωτικού πλεονεκτήματος απέναντι στην Ελλάδα.
Και ειδικά σε SAMP/T, Meteor και μεταφορά τεχνολογίας, η ελληνική κυβέρνηση έχει κάθε λόγο να ζητήσει σαφείς εξηγήσεις από έναν εταίρο με τον οποίο έχει υπογράψει όχι μια απλή εμπορική συμφωνία, αλλά μια στρατηγική αμυντική εταιρική σχέση.
Γιατί οι στρατηγικές συμμαχίες δεν κρίνονται μόνο από τις υπογραφές.
Κρίνονται και από το ποιον εξοπλίζεις όταν τα συμφέροντα των συμμάχων σου συγκρούονται.
Καμπουρίδης: “Συμφωνία ενίσχυσης διαλόγου και προπαγάνδα”
Σύμφωνα με ανακοίνωση του Τουρκικού Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, στις 03 Οκτωβρίου υπεγράφη ο “Οδικός Χάρτης Αμυντικής Συνεργασίας” μεταξύ της Τουρκίας και της Γαλλίας….
Πρόκειται για μια Συμφωνία “ενίσχυσης του στρατιωτικού διαλόγου με απώτερο σκοπό το αμοιβαίο όφελος”…
Πρόκειται για μια Συμφωνία η οποία προήλθε μετά από την επίσκεψη μελών του Γαλλικού Κοινοβουλίου στην Τουρκία το 2025 για αναζήτηση κοινών τόπων συνεργασίας.
Τουρκικά ΜΜΕ σχολίασαν το θέμα με συγκρατημένη αισιοδοξία τονίζοντας ότι η Συμφωνία αυτή δεν αναφέρει πουθενά θέματα προμήθειας των πυραύλων meteor για τα τουρκικά Eurofighter, του Γαλλοιταλικου Αντιαεροπορικου – Αντιβαλλιστικου Συστήματος SAMP/T κλπ.
Αντιθέτως ελληνικοί κύκλοι υπερθεματισαν, υπερτονίζοντας τη σημασία αυτής της Συμφωνίας αναφέροντας ότι αυτή διεμβολιζει την Αμυντική Συμφωνία Ελλάδας – Γαλλίας και επιπλέον εμφανίζοντας τη γαλλική πλευρά να δίνει το πράσινο φως για τους πυραύλους meteor!!!!
Το αβάσιμο αυτού του ισχυρισμού φαίνεται και από το γεγονός ότι στις επιτροπές Τουρκίας και Γαλλίας οι οποίες υπέγραψαν τη Συμφωνία αυτή, δεν υπήρχαν αξιωματούχοι του τομέα Αμυντικής Βιομηχανίας των δύο χωρών!!!
Δεν υφίσταται τέτοιο θέμα και επιπλέον δεν υφίσταται και καμία πρόοδος στο θέμα της προμήθειας του Αντιβαλλιστικου – Αντιαεροπορικου Συστήματος SAMP-T στην Τουρκία αφού η Άγκυρα επιδιώκει απόκτηση τεχνολογίας και συμπαραγωγή, κάτι το οποίο δεν το συζητά η Γαλλοιταλικη πλευρά!!!
Σίγουρα μια τέτοια Συμφωνία Τουρκίας – Γαλλίας δεν είναι καλή εξέλιξη για τον Ελληνισμό όμως πρόκειται για ένα πλαίσιο έναρξης διαλόγου και τίποτα περισσότερο…
Η Τουρκία έχει πολλά ανοιχτά θέματα με τη Γαλλία και σύγκρουση συμφερόντων στο γεωπολιτικό πεδίο και ο διάλογος αυτός είναι καταδικασμένος να αποτύχει.!!!
Καλό είναι εμείς οι ίδιοι να μην “ρίχνουμε νερό στον μύλο” της τουρκικής προπαγάνδας!!!
GEOPOLITICO
Πώς η Τουρκία επιχειρεί να επιβάλει έλεγχο στο Αιγαίο – Οι προτάσεις για την προστασία των ακριτικών νησιών
Η σταδιακή διεύρυνση των τουρκικών διεκδικήσεων, η ενίσχυση του Λιμενικού και η οικονομική και δημογραφική αντοχή των νησιών κυριάρχησαν στις εισηγήσεις του Στέλιου Φενέκου και της Ντόρας Βακιρτζή. Παρεμβάσεις για την ΑΟΖ Ελλάδας–Κύπρου, τις γραμμές βάσης και την άμυνα του Αιγαίου.
Η Τουρκία επιχειρεί να μεταφέρει τις διεκδικήσεις της από τους χάρτες στην καθημερινή λειτουργία του Αιγαίου, ενώ τα ακριτικά νησιά αντιμετωπίζουν πιέσεις που αγγίζουν τη δυνατότητά τους να διατηρούν πληθυσμό, παραγωγή και κοινωνική συνοχή. Αυτές οι δύο όψεις της εθνικής ασφάλειας βρέθηκαν στο επίκεντρο της εσπερίδας του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών, με θέμα «Πρακτικές προσεγγίσεις για τις θαλάσσιες ζώνες, τη νησιωτική πολιτική και τα στενά διεθνούς ναυσιπλοΐας».
Βασικοί εισηγητές ήταν ο υποναύαρχος ε.α. Στέλιος Φενέκος και η Ντόρα Βακιρτζή. Την εκδήλωση προλόγισε ο πρόεδρος του ΕΛΙΣΜΕ, αντιστράτηγος ε.α. Ιωάννης Μπαλτζώης, ενώ τη συζήτηση συντόνισε ο Λεόντιος Πορτοκαλάκης. Οι εισηγήσεις και οι παρεμβάσεις ανέδειξαν συγκεκριμένες προτάσεις, αλλά και διαφορετικές προσεγγίσεις για την κατοχύρωση των ελληνικών δικαιωμάτων.
Φενέκος: Η διεκδίκηση γίνεται καθημερινή πίεση
Ο Στέλιος Φενέκος εστίασε στην προσπάθεια της Άγκυρας να εμφανίζεται ως αρχή ελέγχου σε περιοχές όπου προβάλλει μονομερείς διεκδικήσεις. Χρησιμοποίησε τον όρο «creeping jurisdiction», περιγράφοντας μια σταδιακά διευρυνόμενη δικαιοδοσία που επιχειρείται να επιβληθεί στην πράξη.
Συνέδεσε τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα, τη «Γαλάζια Πατρίδα», τις ανταγωνιστικές NAVTEX και την παρουσία μέσων επιτήρησης με μια ευρύτερη τακτική: τη δημιουργία της εντύπωσης ότι για δραστηριότητες στο Αιγαίο απαιτείται τουρκική έγκριση ή συνεννόηση.
Διευκρίνισε ότι οι μονομερείς αυτές πράξεις δεν δημιουργούν από μόνες τους διεθνές δίκαιο. Μπορούν, όμως, κατά την εκτίμησή του, να αποθαρρύνουν αλιείς, εταιρείες και τρίτες χώρες από τη δραστηριοποίηση σε συγκεκριμένες περιοχές.
Έθεσε ως υποθετικό παράδειγμα τη σύλληψη αλιέων από τουρκικό σκάφος και τη μεταφορά τους σε τουρκικό δικαστήριο. Το ζητούμενο για την Ελλάδα, υποστήριξε, είναι η έγκαιρη αποτροπή μιας τέτοιας ενέργειας, καθώς η διαχείρισή της γίνεται δυσκολότερη αφού συντελεστεί.
«Η στρατηγική της καθημερινότητος απαιτεί συνεχή παρουσία στο Αιγαίο»
Η απάντηση που πρότεινε περιλαμβάνει ενίσχυση του Λιμενικού με προσωπικό, ισχυρά σκάφη και εκπαίδευση, καθώς και στενότερη συνεργασία και συνεκπαίδευση με το Πολεμικό Ναυτικό.
Κατά τον ίδιο, η πολιτική ηγεσία χρειάζεται περισσότερα εργαλεία χειρισμού κρίσεων, ώστε να αντιμετωπίζει ενέργειες αστυνομικού χαρακτήρα στο αντίστοιχο επίπεδο, διατηρώντας τη δυνατότητα στρατιωτικής αντίδρασης εφόσον απαιτηθεί.
Πρότεινε επίσης να εξεταστεί η αξιοποίηση στο Λιμενικό περιπολικών που έχουν παραληφθεί από τις ΗΠΑ, καθώς και η μεταφορά εμπειρίας από στελέχη του Πολεμικού Ναυτικού.
«Η στρατηγική της καθημερινότητος απαιτεί συνεχή παρουσία στο Αιγαίο», τόνισε, συνδέοντας την παρουσία αυτή με την προστασία των ψαράδων και την ενίσχυση του αισθήματος ασφάλειας των νησιωτών.
Η αποτροπή, στην προσέγγισή του, απαιτεί έναν κρατικό μηχανισμό που λειτουργεί καθημερινά. Όπως υπογράμμισε, «η ισχύς της χώρας δεν είναι μόνο τα όπλα της»: περιλαμβάνει την πολιτική απόφαση, τους διοικητικούς μηχανισμούς και τα μέτρα αστυνόμευσης.
Γραμμές βάσης και 12 μίλια: Η προετοιμασία πίσω από τις αποφάσεις
Ο υποναύαρχος αναφέρθηκε στην αξιοποίηση των γραμμών βάσης και στο κλείσιμο κόλπων, υποστηρίζοντας ότι μπορούν να διευρύνουν τον θαλάσσιο χώρο ελληνικής κυριαρχίας. Επέμεινε ότι η εφαρμογή τους προϋποθέτει πολιτική απόφαση και προετοιμασία.
Για την επέκταση της χωρικής θάλασσας στα 12 ναυτικά μίλια, έδωσε έμφαση στον σχεδιασμό για τις προσβάσεις στο Αιγαίο και στη διαχείριση της διεθνούς ναυσιπλοΐας.
Στη συζήτηση διευκρινίστηκε ότι δεν κλείνουν όλες οι νότιες προσβάσεις με μια τέτοια επέκταση, καθώς σε ορισμένα περάσματα οι αποστάσεις επιτρέπουν τη διατήρηση διαδρόμων πέρα από τη χωρική θάλασσα.
Έγιναν επίσης παρεμβάσεις για τη διάκριση ανάμεσα στην αβλαβή διέλευση και τη διέλευση τράνζιτ. Η συζήτηση ανέδειξε τη σημασία της ακριβούς εξέτασης κάθε στενού, με διαφορετικές τοποθετήσεις σε επιμέρους νομικά ζητήματα.
Ο Ηρακλής Καλογεράκης επισήμανε τη διάκριση μεταξύ αρχιπελάγους και αρχιπελαγικού κράτους: ο γεωγραφικός χαρακτηρισμός του Αιγαίου ως αρχιπελάγους δεν συνεπάγεται ότι η Ελλάδα υπάγεται στο ειδικό καθεστώς των αρχιπελαγικών κρατών.
Το καλώδιο προς την Κύπρο και η παγίδα του «συντονισμού»
Ιδιαίτερο βάρος έδωσε ο Φενέκος στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου και στις τουρκικές απαιτήσεις για την πόντιση καλωδίων.
Στη δική του προσέγγιση, η διάκριση μεταξύ καλωδίων και αγωγών έχει κρίσιμη σημασία. Υποστήριξε ότι η Άγκυρα μετακινεί τη διατύπωσή της από την απαίτηση «άδειας» στην απαίτηση «συντονισμού», επιδιώκοντας να διατηρήσει ρόλο στη διαδικασία.
Αξιολόγησε θετικά την ανάδειξη του έργου ως ευρωπαϊκού ζητήματος, επειδή διευρύνει τα διαθέσιμα διπλωματικά εργαλεία. Παρουσίασε ως ενδεχόμενες επιλογές μια διαφορετική όδευση σε σχέση με την οριοθετημένη περιοχή Ελλάδας–Αιγύπτου και έναν χειρισμό μέσω NAVTEX, τον οποίο χαρακτήρισε επισφαλή ως προς τον τρόπο εφαρμογής του.
Οι επιλογές αυτές παρουσιάστηκαν ως σενάρια χειρισμού και όχι ως ανακοινωμένες αποφάσεις αλλαγής του έργου.
Ο ίδιος ζήτησε συστηματική προετοιμασία των ελληνικών νομικών επιχειρημάτων και ενεργή παρουσία στους διεθνείς οργανισμούς, ώστε καμία τουρκική διεκδίκηση να μη μένει αναπάντητη.
Βακιρτζή: Η ασφάλεια των νησιών περνά από την αντοχή των κοινωνιών τους
Η Ντόρα Βακιρτζή εξέτασε τη νησιωτική πολιτική μέσα από τις κρίσεις και την ανθεκτικότητα. Έθεσε το ερώτημα κατά πόσο οι ευρωπαϊκές πολιτικές για τις ανατολικές παραμεθόριες περιοχές ανταποκρίνονται στις ανάγκες του Ανατολικού Αιγαίου και της Κύπρου.
Επισήμανε ότι χαρακτηριστικά απειλής που αναγνωρίζονται σε άλλα ευρωπαϊκά σύνορα —η εργαλειοποίηση της μετανάστευσης, οι παραβιάσεις του εναέριου χώρου και η εχθρική ρητορική— αφορούν και τον ελληνικό και κυπριακό χώρο.
Επικαλούμενη στοιχεία στην παρουσίασή της, ανέφερε δημογραφική συρρίκνωση περίπου 12% στο Βόρειο Αιγαίο μεταξύ 2019 και 2023 και κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε ισοτιμία αγοραστικής δύναμης στο 41,2% του ευρωπαϊκού μέσου όρου για το 2024.
Συνέδεσε αυτές τις πιέσεις με την ανάγκη ενίσχυσης της τοπικής παραγωγής, των υπηρεσιών και των υποδομών που επιτρέπουν στους κατοίκους να παραμένουν στον τόπο τους.
Η παραγωγή των νησιών και η κτηνοτροφική κρίση
Η εισηγήτρια ανέδειξε τα ιδιαίτερα προϊόντα των νησιών, όπως η μαστίχα της Χίου και το ελαιόλαδο της Λέσβου, ως βάση μιας οικονομίας με περισσότερα στηρίγματα.
Άσκησε έντονη κριτική στη διαχείριση της κτηνοτροφικής κρίσης στη Λέσβο, υποστηρίζοντας ότι οι εκτεταμένες θανατώσεις ζώων απειλούν την τοπική παραγωγή και έναν σημαντικό γενετικό πόρο. Διατύπωσε επίσης καταγγελίες για τον τρόπο ταφής των ζώων και τους κινδύνους που, κατά την ίδια, δημιουργούνται για το έδαφος και τον υδροφόρο ορίζοντα.
Η τοποθέτησή της συνέδεσε την προστασία της παραγωγής με την παραμονή των κατοίκων: η απώλεια ενός παραγωγικού κλάδου σε μια ακριτική περιοχή επηρεάζει την απασχόληση, τις οικογένειες και τη συνοχή της τοπικής κοινωνίας.
Τουρισμός και επενδύσεις με κριτήριο την ασφάλεια
Στο πεδίο του τουρισμού, η Βακιρτζή αναγνώρισε τα έσοδα από τους Τούρκους επισκέπτες και τη θετική σημασία των σχέσεων μεταξύ των πληθυσμών. Προειδοποίησε, ωστόσο, για τις επιπτώσεις της υπερβολικής εξάρτησης της τοπικής οικονομίας από τη ζήτηση της γειτονικής χώρας.
Έθεσε παράλληλα ζητήματα ελέγχου επενδύσεων και αγορών ακινήτων σε ευαίσθητες περιοχές. Στη συζήτηση που ακολούθησε, επισημάνθηκε από παρεμβαίνοντες ότι υπάρχουν διαδικασίες ελέγχου στις παραμεθόριες περιοχές και δυνατότητα παρέμβασης των αρμόδιων αρχών άμυνας.
Η εισήγησή της έδωσε προτεραιότητα στην οικονομική ανθεκτικότητα με γνώμονα την ασφάλεια: παραγωγή με περισσότερες πηγές εισοδήματος, σύνδεση με την ελληνική ενδοχώρα και φίλιες αγορές, καθώς και υποδομές που μπορούν να λειτουργούν σε περίοδο κρίσης.
Υποδομές, ιστορική μνήμη και εμπιστοσύνη στους ακρίτες
Οι προτάσεις της περιλάμβαναν υποδομές διπλής χρήσης για την ανάπτυξη και την άμυνα, μεγαλύτερη ενεργειακή και υδατική αυτονομία, ενίσχυση κοινωνικών υπηρεσιών και υποστήριξη της αποκεντρωμένης παραγωγής.
Στάθηκε επίσης στην ιστορική μνήμη και την πολιτισμική ταυτότητα. Πρότεινε στενότερη σύνδεση της στρατιωτικής θητείας με τη γνωριμία των στρατευμένων με τις ακριτικές κοινωνίες, δικτύωση σχολείων και προσανατολισμό των μαθητικών επισκέψεων προς τις παραμεθόριες περιοχές.
Κλείνοντας, επέκρινε τη στάση της πολιτείας απέναντι στις αντιδράσεις των νησιωτών για τη διαχείριση του μεταναστευτικού, αναφερόμενη στα γεγονότα του 2020.
«Δεν νομίζω ότι με αυτό τον τρόπο χτίζεις συνοχή», ανέφερε. «Δεν νομίζω ότι με αυτό τον τρόπο δημιουργείς αίσθημα ασφάλειας και εμπιστοσύνης στους ακρίτες».
Μαρτζούκος: Το πρόβλημα είναι πολιτικό και επεκτατικό
Ο αντιναύαρχος ε.α. Βασίλειος Μαρτζούκος υπογράμμισε ότι πίσω από τη νομική συζήτηση βρίσκεται ένα πολιτικό και επεκτατικό ζήτημα.
Προειδοποίησε ότι «κάθε παραχώρηση και συμβιβασμός απομονώνει τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου», ενώ έθεσε ερωτήματα για το δημογραφικό και τις επενδύσεις σε περιοχές στρατηγικού ενδιαφέροντος.
Η παρέμβασή του ανέδειξε την ανάγκη συνολικής αντιμετώπισης των πιέσεων στα νησιά, συνδέοντας τη διπλωματική στάση με την άμυνα και την κοινωνική τους αντοχή.
Κατσούφρος: Η πρόταση για ΑΟΖ Ελλάδας–Κύπρου μέσω του Δικαστηρίου της ΕΕ
Στη διαδικτυακή παρέμβασή του, ο Θεόδωρος Κατσούφρος παρουσίασε την πρόταση προσφυγής Ελλάδας και Κύπρου στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με επίκληση του άρθρου 273 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ και κοινό συνυποσχετικό, για την οριοθέτηση της μεταξύ τους ΑΟΖ.
Κατά την άποψή του, η διαδρομή αυτή προϋποθέτει πολιτική βούληση και εξέταση των σχετικών προϋποθέσεων, με εφαρμογή του διεθνούς δικαίου.
Ο Φενέκος εξέφρασε επιφυλάξεις για τις επικαλυπτόμενες διεκδικήσεις και το ζήτημα της επήρειας του Καστελλόριζου, τονίζοντας ότι μια τέτοια επιλογή χρειάζεται ισχυρή υποστήριξη.
Η συζήτηση ανέδειξε συγκεκριμένες επιλογές για την ελληνική πολιτική: καθημερινή προστασία στη θάλασσα, διεθνή τεκμηρίωση των ελληνικών θέσεων και παραγωγική, δημογραφική και κοινωνική ενίσχυση των ακριτικών νησιών.
GEOPOLITICO
Η Τουρκία δοκιμάζει επιστράτευση στη Φώκαια – Στο επίκεντρο η πολεμική ετοιμότητα των αμφίβιων δυνάμεων
Από τις 21 έως τις 27 Οκτωβρίου η «Yıldırım-2026» – Έφεδροι καλούνται να παρουσιαστούν στην 1η Ταξιαρχία Αμφίβιου Πεζικού, την ώρα που η Άγκυρα εντείνει τις ασκήσεις μεγάλης κλίμακας στη δυτική Τουρκία
Νέα διάσταση αποκτά η στρατιωτική κινητικότητα της Τουρκίας στα παράλια του Αιγαίου, καθώς η Άγκυρα προχωρά σε άσκηση επιστράτευσης με επίκεντρο μία από τις σημαντικότερες μονάδες αμφίβιων επιχειρήσεων των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Από τις 21 έως τις 27 Οκτωβρίου 2026 θα πραγματοποιηθεί στη Φώκαια η άσκηση «Yıldırım-2026», με κεντρικό σχηματισμό την 1η Ταξιαρχία Αμφίβιου Πεζικού του τουρκικού Ναυτικού.
Το ιδιαίτερο στοιχείο της άσκησης δεν είναι αυτή τη φορά η παρουσία νέων οπλικών συστημάτων, αλλά ο ίδιος ο μηχανισμός μετάβασης από την ειρηνική στην πολεμική σύνθεση.
Καλούνται έφεδροι με διαταγές πολεμικής τοποθέτησης
Στο πλαίσιο της «Yıldırım-2026» αναμένεται να κληθούν έφεδροι στους οποίους έχει ήδη αποδοθεί το λεγόμενο «sefer görev emri», δηλαδή διαταγή πολεμικής τοποθέτησης.
Οι έφεδροι θα παρουσιαστούν στις μονάδες στις οποίες έχουν κατανεμηθεί και θα εκπαιδευτούν στα καθήκοντα που προβλέπεται να αναλάβουν σε συνθήκες επιστράτευσης.
Παράλληλα θα δοκιμαστούν στην πράξη οι διαδικασίες ειδοποίησης, προσέλευσης και κατάταξης προσωπικού, η συνεργασία μεταξύ στρατιωτικών και πολιτικών αρχών, αλλά και ο συντονισμός των Ενόπλων Δυνάμεων με υπουργεία και άλλες κρατικές υπηρεσίες.
Στην ουσία, η Τουρκία ελέγχει την ικανότητα ενός στρατιωτικού σχηματισμού να περάσει γρήγορα από την καθημερινή του διάταξη στην πλήρη πολεμική επάνδρωση.
Δεν είναι μεμονωμένη άσκηση
Η συγκεκριμένη κινητοποίηση εντάσσεται σε ευρύτερο πρόγραμμα ασκήσεων επιστράτευσης για το 2026.
Συνολικά προβλέπεται η συμμετοχή 7.686 εφέδρων, οι οποίοι είχαν αρχίσει να ενημερώνονται μέσω SMS από τις 15 Μαΐου.
Αντίστοιχη άσκηση έχει ήδη πραγματοποιηθεί στην 1η Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία στο Μπαμπάεσκι της Ανατολικής Θράκης, ενώ έχουν προγραμματιστεί και άλλες ασκήσεις «Yıldırım» στην 5η Κύρια Αεροπορική Βάση στη Μερζιφούντα, από τις 3 έως τις 9 Οκτωβρίου, καθώς και στην 70ή Μηχανοκίνητη Ταξιαρχία στο Μαρντίν, από τις 15 έως τις 21 Οκτωβρίου.
Το γεγονός, επομένως, δεν συνιστά από μόνο του έκτακτη κινητοποίηση λόγω Αιγαίου.
Η σημασία του, ωστόσο, αυξάνεται από τη στιγμή που η άσκηση στη Φώκαια αφορά μονάδα αμφίβιων επιχειρήσεων στη δυτική ακτή της Τουρκίας και πραγματοποιείται σε μία περίοδο αυξημένης στρατιωτικής δραστηριότητας.
Μετά τη μεταφορά της 51ης Ταξιαρχίας Καταδρομών στο Σόκε
Η «Yıldırım-2026» έρχεται μετά τη μεταφορά της 51ης Ταξιαρχίας Καταδρομών στο Σόκε, απέναντι από τη Σάμο, εξέλιξη που έχει προκαλέσει αυξημένη προσοχή στην ελληνική πλευρά.
Η 1η Ταξιαρχία Αμφίβιου Πεζικού στη Φώκαια αποτελεί βασικό κρίκο της τουρκικής αμφίβιας ικανότητας στο Αιγαίο και βρίσκεται σε περιοχή με ιδιαίτερη επιχειρησιακή σημασία για τις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις.
Αυτό που προκύπτει από το σύνολο των κινήσεων είναι ότι η Άγκυρα δεν περιορίζεται στην ανάπτυξη νέων οπλικών συστημάτων, αλλά δίνει ιδιαίτερο βάρος στην εκπαίδευση προσωπικού, στην ταχύτητα κινητοποίησης και στην ικανότητα συντονισμού διαφορετικών κλάδων.
Χρονιά μεγάλης στρατιωτικής δραστηριότητας
Το 2026 έχει ήδη καταγραφεί ως μία ιδιαίτερα δραστήρια χρονιά για τις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις.
Στη «Mavi Vatan-2026», τον Απρίλιο, συμμετείχαν περίπου 120 πλοία, 50 εναέρια μέσα και 15.000 στελέχη, ενώ από το «TC
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας