Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο Ερντογάν μεταφέρει στη Λιβύη τον πόλεμο της Συρίας με το βλέμμα στις ΑΟΖ

Δημοσιεύτηκε στις

Γιώργος Σκαφιδάς
Η πλευρά Χαφτάρ προαναγγέλλει επιθέσεις, καλωσορίζοντας ρωσικά μαχητικά, ενώ η Αγκυρα «εξάγει» μισθοφόρους για να στηρίξει την κυβέρνηση του Αλ Σάρατζ. Αν και της κοστίζει ακριβά, το λιβυκό χάος έχει βοηθήσει την Τουρκία να κατοχυρώσει τη θέση της ως «χώρας-κλειδί» στα μάτια της διεθνούς κοινότητας και λειτουργεί ως «όχημα» για την αυθαίρετη επέκταση των θαλασσίων ζωνών της

Οι μάχες μαίνονται σε απόσταση μόλις ολίγων εκατοντάδων χιλιομέτρων από τις ακτές της Κρήτης, με τις αντίπαλες πλευρές να ενισχύουν τα οπλοστάσιά τους («εισάγοντας» μισθοφόρους και οπλικά συστήματα από το εξωτερικό), τις γραμμές να αναδιατάσσονται στο έδαφος και το μέλλον να διαγράφεται μεσομακροπρόθεσμα… εκρηκτικό.

Οσα βαρύγδουπα αποφασίστηκαν υπό μορφή δεσμεύσεων, μόλις τον περασμένο Ιανουάριο, στη Διάσκεψη του Βερολίνου για τη Λιβύη (η τήρηση του εμπάργκο όπλων, η μη εμπλοκή στις εσωτερικές υποθέσεις της αφρικανικής χώρας, η κατάπαυση του πυρός και η επιστροφή στο τραπέζι των πολιτικών διαβουλεύσεων) ηχούν πια σαν ανέκδοτο και μάλιστα από τα κακόγουστα, υπό την έννοια ότι παραβιάζονται κατάφωρα από τις ίδιες τις χώρες που τα υπέγραψαν.

Ακόμη και η Γερμανία, που δεν εμπλέκεται άμεσα στον λιβυκό εμφύλιο, το διάστημα από τις 20 Ιανουαρίου έως και τις 3 Μαΐου, στον απόηχο δηλαδή της Διάσκεψης του Βερολίνου, φέρεται να προχώρησε σε εξαγωγές όπλων συνολικής αξίας περίπου 331 εκατ. ευρώ προς χώρες όπως είναι η Αίγυπτος, η Τουρκία και τα ΗΑΕ, που με τη σειρά τους όμως στέλνουν όπλα στο μέτωπο της Λιβύης.

Το εμπάργκο που δεν εφαρμόστηκε και η IRINI που καθυστερεί 

Οσο για τη στρατιωτική επιχείρηση «IRINI», μέσω της οποίας οι Ευρωπαίοι υποτίθεται ότι θα συνέβαλαν στην «επιβολή του εμπάργκο όπλων κατά της Λιβύης», εκείνη εγκαινιάστηκε μεν θεσμικά προ διμήνου (στις 31 Μαρτίου), αλλά δεν έχει ακόμη περάσει από τη θεωρία στην πράξη… Αν και καλά ενημερωμένες πηγές ξεκαθαρίζουν, μιλώντας στο «Εθνος της Κυριακής», πως η συγκεκριμένη επιχείρηση είναι βέβαιο πως θα υλοποιηθεί κάποια στιγμή, παρά τις καθυστερήσεις.

Εν τω μεταξύ, πάντως, οι εξελίξεις στο λιβυκό έδαφος καλπάζουν, με την Τουρκία μάλιστα, σε ρόλο (συμ)πρωταγωνιστή, να έχει καταφέρει να κατοχυρώσει τη θέση της ως «χώρας-κλειδί» (key outside player) στα μάτια μεγάλου μέρους της διεθνούς κοινότητας, πολλών Ευρωπαίων συμπεριλαμβανομένων. Πώς; Στέλνοντας στη Λιβύη αεροσκάφη (επιτήρησης κ.ά.) και τουρκικά drones (Bayraktar TB2, Anka-S), τεθωρακισμένα οχήματα και πολεμικά πλοία (ικανά να πλήττουν με πυραύλους χερσαίους στόχους από τα ανοιχτά των λιβυκών ακτών), εκατοντάδες Τούρκους στρατιωτικούς συμβούλους (στη βάση Μιτίγκα) και συνολικά χιλιάδες πληρωμένους από την Τουρκία ξένους μισθοφόρους (ως επί το πλείστον προερχόμενους από τη Συρία), στις τάξεις των οποίων φέρονται μάλιστα να έχουν στρατολογηθεί και περίπου 150 μικρά παιδιά.

Συνεπικουρούμενες από την Τουρκία, οι δυνάμεις που πρόσκεινται στην αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας (GNA) του Φαγιέζ αλ Σάρατζ κατάφεραν να ανακαταλάβουν περιοχές στα βορειοδυτικά, κοντά στα σύνορα με την Τυνησία, καθώς και τη στρατηγικής σημασίας αεροπορική βάση Αλ Βατίγια κοντά στην Τρίπολη, αναγκάζοντας έτσι σε οπισθοχώρηση (προσωρινή ή όχι, μένει να φανεί) τις δυνάμεις του Λιβυκού Εθνικού Στρατού (LNA) υπό τον Χαλίφα Χαφτάρ. Κατά την αντεπίθεσή τους, μάλιστα, οι υποστηριζόμενες από την Τουρκία δυνάμεις φέρονται να κατέστρεψαν/κατέλαβαν και ρωσικά αντιαεροπορικά συστήματα τύπου Pantsir που βρίσκονταν στα χέρια του LNA.

Η Λιβύη, η χώρα με τα μεγαλύτερα πετρελαϊκά αποθέματα της Αφρικής, πορεύεται μέσα σε συνθήκες εμφυλίου ήδη από το 2011 και την ανατροπή/θανάτωση του Μουαμάρ Καντάφι. Εν έτει 2020 πια, στα δυτικά (Τρίπολη) βρίσκεται οχυρωμένη η αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας (GNA) του Φαγιέζ αλ Σάρατζ, που υποστηρίζεται από την Τουρκία, το Κατάρ και… τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, Γενς Στόλτενμπεργκ. Στα ανατολικά, από την άλλη (Τομπρούκ, Βεγγάζη), βρίσκεται ο Λιβυκός Εθνικός Στρατός (LNA) του στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ, που συνδέεται πολιτικά με τη δημοκρατικά εκλεγμένη Βουλή των Αντιπροσώπων και υποστηρίζεται στρατιωτικά από τη Ρωσία, την Αίγυπτο, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα κ.ά. Από άποψη έκτασης, ο Χαφτάρ βρίσκεται σήμερα να ελέγχει με διαφορά το μεγαλύτερο τμήμα της χώρας: σχεδόν το σύνολο αυτής, εκτός από μια σειρά από περιοχές στα βόρεια και δυτικά.

Από τον Απρίλιο του 2019, ο Χαφτάρ θα ξεκινούσε και την «πολιορκία» της Τρίπολης, με τελικό στόχο την κατάληψη της λιβυκής πρωτεύουσας και μαζί της εξουσίας. Περίπου έναν χρόνο μετά, ο Χαφτάρ όχι μόνο δεν έχει καταφέρει να πάρει την Τρίπολη, αλλά και οπισθοχωρεί από θέσεις στρατηγικής σημασίας, όπως ήταν για παράδειγμα το αεροδρόμιο Αλ Βατίγια, στα νοτιοδυτικά της Τρίπολης, με τις υποστηριζόμενες από την Τουρκία δυνάμεις παράλληλα να έχουν πλέον ανακτήσει και τον έλεγχο των γραμμών ανεφοδιασμού από τα σύνορα με την Τυνησία προς την Τρίπολη και τη Μισράτα.

Ακόμη τίποτα δεν έχει κριθεί 

Αμερόληπτοι αναλυτές, με βαθιά γνώση των δεδομένων όπως εκείνα έχουν πια διαμορφωθεί στο λιβυκό έδαφος, εκτιμούν ότι είναι ακόμη πολύ νωρίς να μιλήσει κανείς για νικητές και ηττημένους. Σημειώνουν, δε, με νόημα ότι οι νίκες των υποστηριζόμενων από την Αγκυρα δυνάμεων ακόμη παραμένουν «εύθραυστες» και «ανολοκλήρωτες». «Η πλευρά του Χαφτάρ χάνει από τα κέρδη, δεν χάνει από το κεφάλαιο» σημειώνουν στο «Εθνος της Κυριακής» πηγές με βαθιά γνώση του λιβυκού μετώπου, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι θα ήταν προς το συμφέρον της Ελλάδας να αποκλιμακωθεί η ένταση και να οδηγηθούν οι δύο πλευρές (GNA, LNA) σε μια συμπεφωνημένη πολιτική διευθέτηση της κρίσης. Μια τέτοια πολιτική διευθέτηση είναι πολύ πιθανό, μάλιστα, να λειτουργήσει και σε βάρος του τουρκολιβυκού μνημονίου επί των θαλασσίων οριοθετήσεων που συνήψαν Ερντογάν και Αλ Σάρατζ, όπως σημειώνουν, μεταξύ άλλων, και τουρκικές πηγές. Υπενθυμίζεται, άλλωστε, ότι το επίμαχο μνημόνιο το έχουν αποκηρύξει ως παράνομο και οι Λίβυοι αντίπαλοι (LNA, λιβυκό Κοινοβούλιο) της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας του Φαγιέζ αλ Σάρατζ.

Η πλευρά Χαφτάρ ενισχύεται με ρωσική «βοήθεια» μέσω Συρίας 

Προς το παρόν, πάντως, οι αντιμαχόμενες δυνάμεις στο έδαφος δείχνουν να ανασυντάσσονται αλλά και να ενισχύονται με άγριες εκατέρωθεν διαθέσεις. «O πόλεμος, τις επόμενες εβδομάδες, θα ενταθεί μαζί με την ενίσχυση των δύο αντιμαχόμενων πλευρών από τους κύριους εξωτερικούς υποστηρικτές τους (…) O πόλεμος θα συνεχιστεί αυξάνοντας την πίεση τόσο προς την πλευρά του στρατηγού Χαλίφα Χάφταρ όσο και προς την διεθνή κοινότητα για την υπογραφή μιας ανακωχής και την εξεύρεση μιας νέας φόρμουλας διπλωματικής διευθέτησης υπό την μορφή μιας νέας διάσκεψης», σημειώνει χαρακτηριστικά σε ανάλυσή του ο Γιάννης Ιωάννου για το Geopolitical Cyprus.

Η πλευρά του Χαφτάρ εμφανίστηκε την περασμένη Πέμπτη να προαναγγέλλει αεροπορικές επιδρομές κατά τουρκικών στόχων στη Λιβύη, «καλωσορίζοντας» παράλληλα και τη μετάβαση ρωσικών μαχητικών αεροσκαφών (MiG 29, Sukhoi 24) από τη Συρία στο λιβυκό μέτωπο. Υπενθυμίζεται ότι κατά το πρώτο δεκαήμερο του Μαΐου είχαν πραγματοποιηθεί κάποια «ύποπτα» πλήγματα πλησίον της τουρκικής πρεσβείας στην Τρίπολη. «Συμπτωματικά», στις αρχές του Μαΐου φέρεται να επισκέφθηκε τη Λιβύη και ο επικεφαλής των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών, Χακάν Φιντάν, σύμφωνα με το δίκτυο Al Arabiya. Συμφωνία με το Συριακό Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, έως και τις 14 Μαΐου οι Τούρκοι είχαν μεταφέρει στη Λιβύη περίπου 8.700 μισθοφόρους από τη Συρία για να πολεμήσουν υπέρ του Φαγιέζ αλ Σάρατζ, ενώ άλλοι 3.550 λέγεται πως εκπαιδεύονται για τον ίδιο λόγο στην Τουρκία.

Σε «εισαγωγές» μισθοφόρων από τη Συρία εμφανίζονται, ωστόσο, παράλληλα να προχωρούν και οι δυνάμεις του Λιβυκού Εθνικού Στρατού (LNA) υπό τον Χαφτάρ, χάρη στη βοήθεια της Ρωσίας, με τις πληροφορίες να κάνουν λόγο συγκεκριμένα για μια δύναμη κρούσης 2.000 Σύρων μαχητών που έρχεται να προστεθεί στους περίπου 1.200 μισθοφόρους του ρωσικού Wagner Group που μάχονται ήδη στη βορειοαφρικανική χώρα. Κρίνοντας από τις εξελίξεις στο έδαφος, είναι πια προφανές ότι ο εμφύλιος της Συρίας πλέον μεταφέρεται και στη Λιβύη.

Τα εμπόδια για τον Ερντογάν και ο ρόλος των φυλών της Λιβύης

Για τον Ερντογάν, ωστόσο, η Λιβύη παρουσιάζει μια σειρά από δυσκολίες. Ως μέτωπο είναι μακριά από την Τουρκία, πράγμα που καθιστά πιο δύσκολη την εκεί αποστολή και συντήρηση δυνάμεων (η συμμετοχή αεροσκαφών εναέριου ανεφοδιασμού σε ασκήσεις με τουρκικά F-16 πάνω από τις λιβυκές ακτές φανερώνει, αν μη τι άλλο, διαθέσεις πειραματισμού εκ μέρους της Αγκυρας, οι δυνάμεις της οποίας θα επιδιώξουν ωστόσο να αξιοποιήσουν στο έπακρο τις εγκαταστάσεις σε Αλ Βατίγια και Μιτίγκα). Σε βάρος του Ερντογάν λειτουργεί παράλληλα και το γεγονός ότι οι φυλές των Βεδουίνων της Λιβύης αντιμετωπίζουν από καχύποπτα έως και εχθρικά τη στρατιωτική παρουσία της «οθωμανικής» Τουρκίας εντός των λιβυκών συνόρων. Σημειωτέον, δε, ότι στην πλειονότητά τους οι εν λόγω φυλές εμφανίζονται σήμερα να έχουν καλές σχέσεις με την πλευρά του Χαλίφα Χαφτάρ.

Η λιβυκή εμπλοκή είναι, όμως, παράλληλα και αντιδημοφιλής στα μάτια των Τούρκων ψηφοφόρων, η πλειονότητα των οποίων έχει εμφανιστεί κατ’ επανάληψη να αποδοκιμάζει μέσα από δημοσκοπήσεις την αποστολή τουρκικών δυνάμεων στη χώρα του Καντάφι. Το λιβυκό χάος, ωστόσο, έχει και μια άλλη διάσταση για το καθεστώς Ερντογάν, καθώς έρχεται να λειτουργήσει ως «όχημα» και εφαλτήριο για τη μονομερή, αυθαίρετη και μαξιμαλιστική επέκταση των τουρκικών θαλασσίων ζωνών έως και τις νοτιοανατολικές ακτές της Κρήτης, όπως προκύπτει μέσα από το τουρκολιβυκό μνημόνιο περί των θαλασσίων οριοθετήσεων που υπέγραψαν Ερντογάν και Φαγιέζ αλ Σάρατζ τον περασμένο Νοέμβριο. Εάν μάλιστα ισχύει αυτό που λέγεται, ότι δηλαδή οι Τούρκοι έθεσαν εκβιαστικά ως προϋπόθεση για να παράσχουν στρατιωτική βοήθεια στη Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας την προηγούμενη σύναψη της συμφωνίας επί των θαλασσίων οριοθετήσεων, αντιλαμβάνεται κανείς και τη σημασία που έχουν αυτές οι οριοθετήσεις για το καθεστώς Ερντογάν.

Υπό ακριβώς αυτό το πρίσμα, λοιπόν, της προάσπισης δηλαδή των τουρκικών συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου από την Κύπρο έως και την Κρήτη, η Τουρκία θα επιχειρήσει να νομιμοποιήσει την εμπλοκή της στο λιβυκό μέτωπο, επηρεάζοντας τις εκεί εξελίξεις. Οπως άλλωστε σημειώνει εύστοχα και ο αναλυτής Σεθ Φράντζμαν, «ο στόχος της Τουρκίας ή του Κατάρ δεν είναι να ελέγχουν ολόκληρα κράτη, αλλά να έχουν υπό την επιρροή τους μόνο ένα κομμάτι αυτών των κρατών. Ετσι σφετερίζονται το σύστημα και το κρατούν όμηρο, χωρίς όμως να το ελέγχουν πλήρως». Για του λόγου το αληθές, αρκεί μια ματιά από τη Λιβύη έως την κατεχόμενη Κύπρο και τη Συρία.

Πηγή: Έθνος

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός9 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις9 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή