Διεθνή
Ο κορονοϊός και η εκκόλαψη ενός νέου Λεβιάθαν
Του Γιώργου Λουκά
Η ραγδαία και απροσδόκητη εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού βρήκε την Ευρώπη και τον πλανήτη εντελώς απροετοίμαστους να αντιμετωπίσουν μία τέτοια πρωτοφανή απειλή.
Πέραν, όμως, των δεδομένων ανυπολόγιστων οικονομικών ζημιών και κοινωνικών συνεπειών, οι οποίες είναι από πολύ νωρίς ορατές και τις οποίες ήδη βιώνουμε, φαίνεται να αναδεικνύεται και μία άλλη διάσταση του θέματος, η οποία δεν είναι τόσο ορατή, δεν είναι άμεσα διαπιστώσιμη και δεν απασχολεί ή δεν αγγίζει προς το παρόν τους πολίτες, οι οποίοι, εγκλωβισμένοι στη μοναχική ζωή της καραντίνας, με τα καθημερινά τους προβλήματα και ανησυχίες και με το άγχος πλέον της επιβίωσης, έχουν άλλα πράγματα, τρέχοντα και πιο σημαντικά, να τους απορροφούν την προσοχή. Θα απασχολήσει, όμως, σίγουρα τον ιστορικό του μέλλοντος.
Η επέλαση του κορονοϊού ανέδειξε την ανικανότητα ή και απροθυμία υπερεθνικών οργανισμών να διαχειριστούν την κρίση και να αντιμετωπίσουν αποφασιστικά την απειλή σε υπερεθνικό επίπεδο, προχωρώντας σε πράξεις και όχι μένοντας σε λόγια, σε διαπιστώσεις, σε υποσχέσεις και σε ευχολόγια.
Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία, μακριά πλέον από το όραμα των “Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης”, παρακολουθεί αμήχανα τις αλληλοκατηγορίες και τις λεκτικές αλληλοεπιθέσεις μεταξύ των κρατών που την απαρτίζουν.
Η απρόσωπη γραφειοκρατία των Βρυξελλών, εγκλωβισμένη στην έκδοση δυσνόητων και τεχνοκρατικών Οδηγιών και Κανονισμών και στοχοπροσηλωμένη σε σύμφωνα σταθερότητας και ρήτρες μηδενικών ελλειμμάτων, δείχνει να έχει αποξενωθεί και να έχει χάσει την επαφή της με τους πολίτες, οι οποίοι, μη συμμεριζόμενοι πλέον με τον αρχικό ενθουσιασμό την ευρωπαϊκή ιδέα, εμπιστεύονται όλο και περισσότερο τις εθνικές τους κυβερνήσεις ως τις μόνες που είναι σε θέση να αφουγκραστούν τις ανησυχίες τους και τα καθημερινά τους προβλήματα.
Ωστόσο, το έναυσμα για μία τέτοια διαπίστωση δεν είναι σε καμία περίπτωση οι πρόσφατες διαφωνίες και οι έντονες αντιπαραθέσεις για την έκδοση ή μη του λεγόμενου “κορονοομολόγου”, με τις βόρειες προτεσταντικές χώρες, όπως η Γερμανία και η Ολλανδία, να απορρίπτουν την πρόταση αυτή και τις νότιες καθολικές χώρες, όπως η Ιταλία και η Ισπανία, να πιέζουν προς την κατεύθυνση αυτή. Εξ’ άλλου, η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δεν είναι θέμα χρημάτων και μόνο, και η τυχόν διοχέτευση πακτωλού χρημάτων στα πληγέντα κράτη δεν αποτελεί ipso facto περίτρανη εκδήλωση αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών. Σε κάθε περίπτωση, η περιζήτητη ευρωπαϊκή αλληλεγγύη θα μπορούσε να αναδειχθεί έμπρακτα και με άλλους τρόπους, όπως η μεταφορά και η νοσηλεία ασθενών από μία βαριά πληγείσα από τον κορονοϊό χώρα σε άλλη, πράγμα που, για να είμαστε δίκαιοι, έγινε σε μικρό, όμως, βαθμό όταν η Γερμανία δέχθηκε στο έδαφός της ασθενείς από τη Βόρεια Ιταλία για να τους νοσηλεύσει (βέβαια, η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δεν έχει καν εκδηλωθεί και ουδέποτε εκδηλώθηκε στις κατά καιρούς απροκάλυπτες απειλές της γείτονος χώρας προς την Ελλάδα και προς την Κύπρο, αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία).
Σκοπός του άρθρου δεν είναι να ασχοληθεί με τη σύγκριση οικονομικών μέτρων και πολιτικών για το ποια είναι τα καταλληλότερα και προσφορότερα για να διασώσουν τις ήδη ρημαγμένες οικονομίες των περισσοτέρων ευρωπαϊκών κρατών. Εξάλλου, κάθε οικονομική – χρηματοδοτική πρόταση και ιδέα έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της. Αυτό θα ήταν το λιγότερο. Άλλωστε, και για να επανέλθουμε στο θέμα της εκδόσεως ή μη του κορονοομολόγου, είναι – θεωρούμε – λογικό ένα κράτος να μην επιθυμεί να διαθέσει τα χρήματα των φορολογουμένων πολιτών του για τη διάσωση της οικονομίας ενός άλλου κράτους. Ωστόσο, η άνω διατυπωθείσα διαπίστωσή μας περί παραγκωνισμού του υπερεθνικού ευρωπαϊκού οργανισμού και περί επιστροφής της χάραξης πολιτικής στα εθνικά κράτη πηγάζει από τη διαφορετική προσέγγιση καθ’ εαυτή και από το διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισης της απειλής του κορονοϊού από κάθε κράτος χωριστά και όχι ενιαία, στα πλαίσια του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, δηλαδή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία “λάμπει δια της απουσίας της” σε αυτήν την ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο που κάποιοι λαοί θρηνούν χιλιάδες νεκρών και που κάποιες εθνικές οικονομίες καταρρέουν. Με δεδομένη την απουσία κοινής πολιτικής ως προς την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού, η γραφειοκρατία των Βρυξελλών έχει περιοριστεί στη σύνταξη εκθέσεων, στην ανταλλαγή απόψεων, στη διατύπωση θεωριών και στη δημοσίευση διαπιστώσεων. Γραφειοκρατία για τη γραφειοκρατία. Η ευρωπαϊκή ένωση, – επαναλαμβάνουμε – παντελώς απούσα, δεν κατάφερε ή δεν επεδίωξε να συντονίσει ή να προτείνει – δεν το συζητάμε καν να επιβάλει – μία ενιαία στρατηγική και τακτική αντιμετώπισης της πανδημίας από όλα τα κράτη. Όχι μόνο τα ίδια τα κράτη – μέλη δεν σκέφτηκαν καν να συμφωνήσουν σε μία κοινή γραμμή και τακτική, αλλά προχώρησαν και στο πρωτοφανές για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα και για την ευρωπαϊκή ιδέα κλείσιμο ακόμα και των μεταξύ τους συνόρων!!!
Το πιο σημαντικό, όμως, αλλά και συνάμα και το χειρότερο είναι ότι, υπό το καθεστώς, βεβαίως, του πανικού, κάθε εθνικό κράτος βιάστηκε να επιλέξει το δικό του, ξεχωριστό τρόπο και μέθοδο προσέγγισης του φαινομένου του κορονοϊού. Οι μεν πλούσιες χώρες του Βορρά (γερμανο – σάξονες), με την προτεσταντική νοοτροπία τους και την αυστηρή και άκαμπτη – στα όρια ενίοτε και του κυνισμού – λουθηρανική λογική τους, αλλά – και για να μην ξεχνιόμαστε – και με τα αξιοζήλευτα και πληρέστατα εθνικά συστήματα υγείας, είτε “φλέρταραν” αρχικά με την τακτική της “ανοσίας της αγέλης” (Ολλανδία, Γερμανία και… το πρώην μέλος Ηνωμένο Βασίλειο) είτε τελικά την ακολούθησαν πιστά (Σουηδία), συνεχίζοντας απρόσκοπτα την οικονομική ζωή τους. Οι δε φτωχότερες και “λιγότερο αναπτυγμένες” (sic) χώρες, μην έχοντας άλλη επιλογή και όντας (υπερ)χρεωμένες, αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην τακτική της καραντίνας και της απαγόρευσης κάθε σχεδόν δραστηριότητας, οικονομικής και μη, υπό το φόβο της κατάρρευσης των εθνικών τους συστημάτων υγείας. Η δε Ευρώπη των Βρυξελλών παντελώς απούσα σε όλο αυτό το ζοφερό σκηνικό. Αναδείχθηκε, όμως, για μία ακόμη φορά και η διαφορετικότητα και η διάσταση μεταξύ των κοσμοθεωριών και των νοοτροπιών που διέπουν τα κράτη – μέλη της ένωσης.
Αυτή ακριβώς η διαφορετική προσέγγιση και αντιμετώπιση και η διαφορετική ακολουθούμενη οικονομική πολιτική θα έχουν αναπόφευκτα ως συνέπεια την περαιτέρω διόγκωση του (οικονομικού και βιοτικού) χάσματος μεταξύ των χωρών του Βορρά και του Νότου. Θα έχουν, όμως, και ως ενδεχόμενη συνέπεια, με δεδομένο και το κλείσιμο των συνόρων, τον αυστηρό περιορισμό ή ακόμα και την απαγόρευση της ελεύθερης κυκλοφορίας και ελεύθερης μετακίνησης των ευρωπαίων πολιτών μεταξύ των κρατών – μελών, κάτι το οποίο θα επιφέρει καίριο και ανεπανόρθωτο πλήγμα στην προσπάθεια της εδώ και δεκαετίες επιθυμητής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Άλλη μία συνέπεια θα είναι ότι αρκετά εθνικά κράτη, με τις οικονομίες τους ρημαγμένες, με τις επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, τις αεροπορικές εταιρείες και τις τράπεζές τους υπερχρεωμένες και διαλυμένες και με τις εταιρείες εκμετάλλευσης των πλουτοπαραγωγικών πηγών τους στο χείλος της χρεοκοπίας λόγω τόσο της κατακόρυφης πτώσης της ζήτησης όσο και του δραματικού περιορισμού των εξαγωγών, θα αναγκαστούν εκ των πραγμάτων να προβούν σε κρατικοποιήσεις μεγάλων επιχειρήσεων και, κυρίως, τραπεζών (με σκοπό την προστασία των καταθέσεων) είτε άμεσα είτε έμμεσα, που είναι και το πιο πιθανό και ρεαλιστικό σενάριο, μέσω της χρηματοδότησης με κρατικό (και όχι ευρωπαϊκό) χρήμα, για να τις διασώσουν. Πρόκειται για ένα σενάριο που ήδη ακούγεται και για μία τακτική που ήδη εξετάζεται από διάφορα κράτη, ακόμα και από την ίδια τη Γερμανία (DW της 20/03/2020)! Άλλωστε, είναι γνωστό, ιστορικά διαπιστωμένο και αναμφισβήτητο, ανεξαρτήτως ιδεολογιών και θεωριών, ότι ο κρατικός παρεμβατισμός πάντοτε αποδείχθηκε και πάντοτε υπήρξε το “καταφύγιο”, για να μην πούμε το “αποκούμπι”, του οικονομικού φιλελευθερισμού στα δύσκολα, ήτοι σε περιόδους σοβαροτάτων οικονομικών κρίσεων, ανεργίας και επικείμενων χρεοκοπιών και πτωχεύσεων, αφού ο οικονομικός φιλελευθερισμός, όπως έχει συλληφθεί, θεμελιωθεί και αναπτυχθεί, μπορεί να αποδώσει μόνο σε περιόδους ευημερίας και ευμάρειας. Συνεπώς, οι όποιες ρητές ευρωπαϊκές απαγορεύσεις και τα όποια περί του αντιθέτου εκπορευόμενα εκ των Βρυξελλών σύμφωνα, οδηγίες και δεσμεύσεις αναγκαστικά “θα πάνε περίπατο”, ως μη εφαρμόσιμα και ανεδαφικά, αφού θα ισχύει πλέον η λογική του “ο σώζων εαυτόν σωθήτω”. Αλλά και στα καθ’ ημάς, η “πατέντα” της χρήσης των κονδυλίων ΕΣΠΑ για την τηλεκατάρτιση και, εμμέσως, για την οικονομική ενίσχυση των πληττόμενων από τις συνέπειες του κορονοϊού επιστημόνων και ελεύθερων επαγγελματιών καταδεικνύει περίτρανα για μία ακόμη φορά τις εμμονές, την ακαμψία και τον “παρωπιδισμό” της Ευρώπης των Βρυξελλών ως προς τη διαχείριση των κονδυλίων σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης.
Τέλος, αρκετά εθνικά κράτη, και κυρίως αυτά που έχουν επιλέξει την τακτική του εγκλεισμού, της καραντίνας και της παύσης κάθε δραστηριότητας, έχουν ήδη αναγκαστεί ή θα αναγκαστούν να προβούν στη λήψη επώδυνων μέτρων περιορισμού ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων, αλλά και εργασιακών, ήτοι μοιραία θα επέλθει πλήρης διάσταση μεταξύ εθνικού και ενωσιακού δικαίου. Ενδεχομένως, μερικά κράτη, “νεοφώτιστα” ακόμη στις αρχές και στη φιλοσοφία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας δυτικού τύπου, θα επιλέξουν να εκχωρήσουν αυξημένες νομοθετικές εξουσίες σε μονοπρόσωπα όργανα και θεσμούς, ερχόμενα σε πλήρη αντίθεση με βασικές και θεμελιώσεις αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και όλα αυτά επειδή η Ευρώπη των Βρυξελλών κωφεύει, στρουθοκαμηλίζει και δεν φαίνεται διατεθειμένη να πορευθεί ενιαία, με ομοψυχία, και να λάβει ουσιαστικές πρωτοβουλίες και δράσεις, ανεξαρτήτως της βουλήσεως και των επιθυμιών των ισχυρών και μεγάλων κρατών – μελών της. Κατά πώς φαίνεται, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν κατάφερε για μία ακόμη φορά να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων.
Όλα τα ανωτέρω είναι πιθανόν να οδηγήσουν, ευτυχώς ή δυστυχώς (δεν το κρίνουμε στο παρόν άρθρο), στην άμεση και πιεστική απαίτηση των εθνικών κυβερνήσεων και κρατών να τους επιστραφούν οι εδώ και δεκαετίες εκχωρηθείσες στις Βρυξέλλες εξουσίες και αρμοδιότητες, στη συγκέντρωση στα κράτη αυτά υπερεξουσιών (κυρίως οικονομικών), στην ενδεχόμενη επέκταση και εξάπλωση των κρατικών μονοπωλίων, στον έλεγχο και στη διαχείριση από τα ίδια τα κράτη των διασωθεισών από αυτά επιχειρήσεων, μεγάλων εταιρειών και τραπεζών, μέσω κρατικοποιήσεων που δεν αποκλείονται, και, τελικά, στην επιβολή και στην εμπέδωση μίας τέτοιας έκτασης κρατισμού, με αποτέλεσμα τα εθνικά κράτη – μέλη της ευρωπαϊκής ένωσης να μεταλλαχθούν, λόγω αναγκών και ιστορικών συγκυριών, σε ένα νέο κράτος – Λεβιάθαν, πολύ πιο εξουσιαστικό και πολύ πιο παρεμβατικό από αυτό που είχε συλλάβει και είχε περιγράψει ο Τόμας Χομπς το 1651 (Thomas Hobbes, Leviathan or the Matter, Forme and Power of a Commonwealth Ecclesiasticall and Civil).
* Ο κ. Γιώργος Σ. Λουκάς είναι Δικηγόρος DEA Droit public
.
Πηγή: capital.gr
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
