Αναλύσεις
Oι τρεις πηγές της ιδεολογίας του Ρήγα Φεραίου
Σαν σήμερα, στις 10 Μαΐου του 1798, οι Αυστριακές Αρχές παρέδωσαν στους Τούρκους τον Ρήγα Βελεστινλή και τους συντρόφους του. Λίγες μέρες μετά δολοφονήθηκαν από τον Πασά του Βελιγραδίου.
του Γιώργου Καραμπελιά από το Άρδην τ. 79
Ο «βυζαντινός Ρήγας»
Η έκδοση των Προφητειών του Αγαθαγγέλου μαζί με τα έργα που είχε εκδώσει ο Ρήγας, την προσωπογραφία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, την αναφορά στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, στη Χάρτα, και την πληθώρα αναφορών σε ήρωες, αυτοκράτορες ή προσωπικότητες του Βυζαντίου, καθώς και η συμμετοχή του Ρήγα στην έκδοση του Χρονικού του Σφραντζή, επιβεβαιώνει την αντίληψη του Λέανδρου Βρανούση για τη «βυζαντινή διάσταση» του υπερεθνικού κράτους του Ρήγα, όπως το οραματίζεται στη Νέα Πολιτική Διοίκηση. Αντίθετα, η αποσιώπηση ή η υποβάθμισή τους επιτρέπει να υποστηρίζεται ευχερέστερα η κατασκευή ενός δυτικοστραφούς «διαφωτιστή» Ρήγα. Ο Βρανούσης υπογραμμίζει:
Τρεις κυρίως πηγές αρδεύουν το έδαφος όπου εβλάστησε ο ευγενικός αυτός βλαστός της Ρωμιοσύνης: η βυζαντινή παράδοση, η κλασική δόξα των προγόνων και οι νεωτεριστικές ιδέες της επαναστατικής Γαλλίας.
Η βυζαντινή παράδοση είναι για τους ραγιάδες ο θησαυρός των ιστορικών αναμνήσεων και η παρακαταθήκη των ελπίδων. [ ] Στις θολές αναμνήσεις των λαϊκών παραδόσεων ή στις νοσταλγικές αναπολήσεις των λογίων, η κοσμοκρατορία των βασιλιάδων του θρύλου –απ’ τον Μαρμαρωμένο Βασιλιά ως τον Μεγαλέξαντρο– είναι το χρυσό νεφέλωμα του Παρελθόντος, που προεκτείνει αχνές ανταύγειες προς το Μέλλον, τροφοδοτεί την εγκαρτέρηση και την ανακύκληση των ελπίδων, γίνεται ιστορική συνείδηση, κεντρομόλος δύναμη στις φυγόκεντρες ροπές, συνεκτικός δεσμός, ενιαία κι ατέρμονη προσδοκία. Κάθε φορά που η σκέψη των ραγιάδων αποτολμά ν’ αναδυθεί από το σκοτάδι και ν’ ατενίση το Χθες και το Αύριο, η αναμέτρηση κραταιώνει τις ελπίδες: η βυζαντινή παράδοση καλύπτει κυρίαρχη το παρελθόν και η «βυζαντινή ιδέα» διαμορφώνει τα όνειρα του μέλλοντος.
Ο Θεσσαλός έφηβος της εποχής των ορλωφικών, που ανδρώθηκε στην Κωνσταντινούπολη κι έζησε μέσα στους φαναριώτικους κύκλους όλη την άμπωτη και την πλημμύρα των προσδοκιών και των αποκαρδιώσεων του καιρού του και του Γένους του, έσερνε πάντα μέσα του αξερρίζωτο το υπόστρωμα του θρύλου, των προσδοκιών και των ονείρων των επιγόνων του Βυζαντίου.
Η «Επιπεδογραφία τής Κωνσταντινουπόλεως», ο πρώτος του χάρτης, που κυκλοφόρησε τα 1790, είν’ εύγλωττη απόδειξη. Αναγράφοντας στο χάρτη του «τας παλαιάς και νέας ονομασίας», ανέστησε πάνω απ’ την πρωτεύουσα των Σουλτάνων την ένδοξη «Βασιλεύουσα» των βυζαντινών αυτοκρατόρων: Πλάι στα σχεδιαγράμματα του σαραγίου και των τζαμιών, σημείωσε την Άγια – Σοφιά, τό «παλάτι του Βελησαρίου» και το «παλάτι του Κωνσταντίνου», τον οβελίσκο του βυζαντινού ιππόδρομου με την επιγραφή του, και πλήθος άλλα μνημεία των οχθών του Βοσπόρου. Στο πλάι, τη σειρά των βυζαντινών νομισμάτων με τις ιερατικές μορφές των αυτοκρατόρων την κλείνει η μορφή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου με την τραγική κατακλείδα: «και εδουλώθημεν…» [ ]
Έχουμ’ επίσης την πληροφορία ότι, την ίδια εποχή, στη Βιέννη, ο Ρήγας παραστάθηκε στην έκδοση του «Χρονικού» του Φραντζή, του απομνημονευματογράφου που εξιστορεί την Άλωση, τον πολύδακρυν αγώνα και τις συμφορές της πολυκουρσεμένης χώρας των αυτοκρατόρων. Η έκδοση αυτή, σε μεγάλο σχήμα, στολισμένη με υποβλητικές εικονογραφικές παραστάσεις και συμβολικές συνθέσεις, και προορισμένη ν’ αποτελέση κατανυκτικό ανάγνωσμα των υποδούλων, βγήκε κατά τέλη του 1796 ή στις αρχές του 1797 απ’ τα ελληνικά τυπογραφεία των φίλων του Ρήγα «ἐπιμελείᾳ Φραγκισκ. Καρόλου Ἀλτερ... δαπάνη δε και γράμμασι Μαρκίδων Πουλίου» (1).
Όσο για την έκδοση του Αγαθαγγέλου:
Το λαϊκό αυτό εθνικό ευαγγέλιο που έβρισκε τη βαθύτερη απήχηση στα πλατιά λαϊκά στρώματα, λένε πως το τύπωσε σε μια νέα έκδοση τώρα στη Βιέννη ο Ρήγας (2).
Στη συνέχεια, όπως υπογραμμίζει και ο ίδιος ο Βρανούσης, «οι νέοι προσανατολισμοί του τον τράβηξαν σ’ ευρύτερους ορίζοντες» διότι «ο βυζαντινός “δεσποτισμός” δεν μπορεί να συγκινή το Ρήγα» (3). Στο πολιτειακό πεδίο, στο πεδίο των ελευθεριών και των δικαιωμάτων, θα αντλεί την έμπνευσή του μάλλον από την αρχαία ελληνική παράδοση και τη νεώτερη δυτική, του διαφωτισμού και της γαλλικής επανάστασης, ιδιαίτερα στην τελευταία περίοδο της ζωής του.

Όμως, η πλέον πρόσφατη ιστοριογραφική παραγωγή, μέσα στο πνεύμα της γενικευμένης υποτίμησης της βυζαντινής παράδοσης στη σκέψη του ελληνικού διαφωτισμού, συρρικνώνει και υποτιμά συστηματικά τα ανάλογα στοιχεία στη σκέψη του. Ο Κιτρομηλίδης, στο έσχατο πόνημά του, απορρίπτει πλέον ανοικτά κάθε «βυζαντινή διάσταση» στη σκέψη του Ρήγα:
Ο Ρήγας προσδοκούσε ότι το μέλλον των λαών της Βαλκανικής και της Μικράς Ασίας θα θεμελιωνόταν σε μια νέα κοινωνική, ηθική και πολιτική τάξη, κατά τις πλέον ρηξικέλευθες επαγγελίες της διανόησης του Διαφωτισμού. Αποτελεί κατά συνέπεια παρερμηνεία και αναχρονισμό να αποδίδονται στον Ρήγα προθέσεις σχετικά με την αναβίωση της βυζαντινής αυτοκρατορίας και να ανιχνεύονται επίπλαστα στοιχεία βυζαντινής ιδεολογίας στη σκέψη του (4).
Και όμως, μερικές σελίδες πιο πριν, στο ίδιο κείμενο, είχε μόλις τοποθετήσει τον «βυζαντινίζοντα» Βρανούση μεταξύ των κορυφαίων μελετητών του έργου του Βελεστινλή:
Κορυφαίος μεταξύ αυτών των μεταγενεστέρων υπήρξε ο Λέανδρος Βρανούσης, του οποίου το έργο αποτελεί σημείο αναφοράς και εκκίνησης της σύγχρονης έρευνας περί Ρήγα. Η πνευματική μας οφειλή στον Legrand, τον Λάμπρο, τον Άμαντο και τον Βρανούση αποτελεί βαριά επιστημονική παρακαταθήκη για την επιστημονική κοινότητα της χώρας και υποδεικνύει την ανάγκη να εξακολουθήσουμε να πορευόμαστε απαρέγκλιτα στον δρόμο της επιστήμης, χωρίς παραχωρήσεις και συμβιβασμούς ως προς τις αρχές και τους κανόνες της δεοντολογίας της (5) (sic!).
Τηρούνται άραγε οι κανόνες της «επιστημονικής δεοντολογίας», όταν όχι απλώς αποσιωπάται η «βυζαντινή διάσταση» του Ρήγα, αλλά δαιμονοποιούνται για παρερμηνεία και αναχρονισμό όλοι του οι ερευνητές, και πρώτος απ’ όλους ο Βρανούσης, οι οποίοι επισήμαναν τη βαρύτητα της βυζαντινής παραμέτρου στη σκέψη του Βελεστινλή;

Πίνακας Ν. Εγγονόπουλου
Η αρχαιοελληνική παράμετρος
Αν όμως η ελληνική πολιτική σκέψη, τόσο του Ρήγα, όσο και της Φιλικής Εταιρείας, του Κωνσταντίνου Υψηλάντη, του Πατριαρχείου και των Φαναριωτών – ακόμα και του… Ελευθερίου Βενιζέλου, τουλάχιστον μέχρι το 1922 – κινείται, υποχρεωτικά θα λέγαμε, στη συνέχεια της ελληνιστικής και βυζαντινής παράδοσης, δηλαδή του οικουμενικού ελληνισμού, ακριβώς εξαιτίας της νέας διασποράς του ελληνισμού που επέφερε η οθωμανική κατάκτηση, από εκεί και μετά οι δρόμοι αποκλίνουν δραματικά. Η Εκκλησία, οι Φαναριώτες, οι πιο προβεβλημένοι λόγιοι, θα προκρίνουν μια εκ των ένδον «κατάληψη» της ηγεμονίας της Αυτοκρατορίας, ο Καποδίστριας θα αναμένει μια ευνοϊκότερη διεθνή συγκυρία, ο Ρήγας και η Φιλική θα κηρύσσουν την ανάγκη μιας γενικευμένης επανάστασης των υποδούλων, όχι μόνο των Ελλήνων, αλλά και των λοιπών υπηκόων της Αυτοκρατορίας6.
Ο Ρήγας κινείται βέβαια στο βυζαντινό πλαίσιο που καθορίζει η ελληνική διασπορά και η οικονομική, πολιτισμική και εν πολλοίς πολιτική πρωτοκαθεδρία των Ελλήνων, ιδιαίτερα στην περιοχή των Βαλκανίων, αλλά ταυτόχρονα, αναθρεμμένος από τον διαφωτισμό και βυθισμένος στα αρχαία ελληνικά κείμενα, ιδιαίτερα μετά τη Γαλλική Επανάσταση, θα προσχωρήσει στις πιο ριζοσπαστικές πολιτικές αντιλήψεις, εμπνεόμενος τόσο από το γαλλικό Σύνταγμα όσο και από την αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία. Γι’ αυτό, ακόμα και καλοπροαίρετοι αναλυτές του θεωρούν υπερβολική την επιμονή στη «βυζαντινή» παράμετρο του έργου του, την οποία υπογραμμίζει ο Βρανούσης, και προκρίνουν μάλλον μια αρχαιοελληνική δημοκρατική παράδοση.
Ωστόσο, πρόκειται για σύγχυση μεταξύ του πολυεθνικού κρατικού μορφώματος του Ρήγα, σε αδιαμφισβήτητη συνέχεια με τη βυζαντινή και την οικουμενική παράδοση του ελληνισμού και τη μορφή του πολιτικού καθεστώτος. Και ο ίδιος ο Βρανούσης το είχε επισημάνει: «Οι νέοι προσανατολισμοί του τον τράβηξαν σ’ ευρύτερους ορίζοντες», διότι «ο βυζαντινός “δεσποτισμός” δεν μπορεί να συγκινή το Ρήγα». Και όπως αναφέρει ο Λουκάς Αξελός:
Το φόντο του αρχαίου ελληνικού κόσμου δεσπόζει πίσω από την όλη του «φιλοσοφία» και ας είναι προγενέστερο του βυζαντινού. Ο Ρήγας, ως γνήσιο τέκνο του Διαφωτισμού, συνδέει όπως και οι Ευρωπαίοι συμμαχητές του το σύγχρονο παρόν με την κλασική αρχαιότητα. Το αφετηριακό υπόστρωμα της Ελληνικής Δημοκρατίας του ανάγεται κατά πρώτο λόγο στον Περικλή, τον Σόλωνα και τον Λυκούργο και όχι στους Βυζαντινούς αυτοκράτορες (7).
Ο Ρήγας δοκιμάζει να εισαγάγει, στο «βυζαντιακό» πολιτειακό μόρφωμά του, τις αρχές τις πιο ριζοσπαστικής και άμεσης δημοκρατίας. Και εν μέρει στην ίδια κατεύθυνση θα κινηθεί και η Φιλική Εταιρεία, που με τη σειρά της δοκιμάζει να βάλει σε πράξη τα οράματα του Ρήγα. Πρόκειται λοιπόν για ένα «Βυζάντιο» βαθύτατα εκδημοκρατισμένο και εμβαπτισμένο στο αρχαιοελληνικό πνεύμα.
Ορθώς ο Βρανούσης εντάσσει αυτή την ισχυρή «βυζαντινή» παράμετρο της σκέψης του Ρήγα στην ευρύτερη ιδεολογία του υπόδουλου ελληνισμού:
Το Βυζάντιο όμως, που κληροδότησε στους ραγιάδες τους θρύλους –την «κενή ελπίδα» των θρηνωδιών της Αλώσεως ή την παρήγορη προσδοκία των χρησμολόγων και των πιστών–, κληροδότησε συνάμα και κάτι άλλο, που ιδιαίτερα εδώ μας ενδιαφέρει: το σχήμα του οικουμενικού κράτους της Ανατολής, σχήμα που το διατηρούσε στην ίδια περίπου μορφή, αιώνες τώρα, κι ο αλλόθρησκος σφετεριστής της εξουσίας, ο Σουλτάνος. Οι ξένοι που υποκινούν τις εξεγέρσεις των υποδούλων και υπόσχονται νέες σταυροφορίες, για να διώξουν τους Αγαρηνούς στην «Κόκκινη Μηλιά», τη «βυζαντινή ιδέα» καλλιεργούν και αναζωπυρώνουν. Κι όλα τα σχέδια και τα όνειρα των ραγιάδων, που μιλούν αόριστα για την «ανάσταση του Γένους», δε βρίσκουν άλλο πρότυπο για ν’ αναχθούν και να μορφοποιήσουν το είδωλό τους, παρά μονάχα ένα: το σχήμα του οικουμενικού κράτους της Ανατολής, την αυτοκρατορία των Βυζαντινών.
Απτότερη ίσως μορφή του οικουμενικού αυτού σχήματος διατηρούσε επίσης η Εκκλησία, το «οικουμενικό» πατριαρχείο με τον «Γενάρχη» επικεφαλής. –Τις ίδιες οικουμενικές αντιλήψεις διέσωζε και καλλιεργούσε η ιθύνουσα τάξη των Φαναριωτών, η αριστοκρατία των ανωτάτων αξιωματούχων, που συγκυβερνά, θαρρείς, την «αυτοκρατορία» σαν αφανής συγκληρονόμος του βυζαντινού θρόνου .[ ]
Ο Ρήγας, γόνος των ταπεινών ανθρώπων του θεσσαλικού κάμπου, αλλά και τρόφιμος των φαναριωτικών αυλών της βυζαντινής αριστοκρατίας, έζησε από κοντά τις αντιλήψεις και τα όνειρα των λαϊκών στρωμάτων και των ηγετικών τάξεων του Γένους.
Αναμφισβήτητοι είναι οι συναισθηματικοί δεσμοί του με τη βυζαντινή παράδοση (8).
Έτσι στον Ρήγα, όπως και στον δάσκαλό του, τον Καταρτζή, δεν παρατηρείται καμία αντίθεση ή αντίφαση ανάμεσα στην αρχαιοελληνική και τη βυζαντινή παράδοση. Γι’ αυτό και στη Χάρτα, το συνθετικότερο έργο του, θα αναδεικνύεται όλη η ελληνική διαχρονία και ιστορία, από την αρχαιότητα και τον Λεωνίδα έως τον Αλέξανδρο και τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και όλος ο ελληνικός κόσμος, από την Κωνσταντινούπολη έως… το χωριό του Μοισιόδακα, την Τσέρνα Βόδα. Στον πρόλογό του, στη Φυσική του, διευκρινίζει την αντίληψή του –και πάλι ισορροπημένη– για τη σχέση των νέων Ελλήνων με την αρχαιότητα:
Κάθε νουνεχὴς φιλόπατρις λυπεῖται βλέποντας τους δυστυχεῖς ἀπογόνους τῶν εὐκλεεστάτων Ἀριστοτέλους καὶ Πλάτωνος, ἢ πάντη γεγυμνωμένους ἀπὸ τὴν ἰδέαν τῆς φιλοσοφίας, ἢ ἀφ’ οὖ ἐγήρασαν ἐπικεφυκότες εἰς μόνα τὰ σπάνια τῆς Ἑλληνικῆς διαλέκτου βιβλία, να ἐκαρποφορήθησαν πολλὰ ὀλίγον ἢ παντελῶς (9).
Πρόκειται σχεδόν για κατά λέξη επανάληψη της ρήσης του Μοισιόδακα το 1761:
Τὴν σήμερον ἡ Ἑλλὰς τρέφει καὶ περιποιεῖται δύο ἐλαττώματα, τὰ πλέον ἀνοίκεια εἰς τὴν δόξαν της. Αὕτη κυριεύεται κατὰ κράτος ἀπὸ τὴν ὑπόληψιν καὶ ἀπὸ τὴν ἀμέλειαν τῆς ἀρχαιότητος. Ἡ πρώτη τῆς ἐγέννησεν ἐκείνην τὴν ἀκμαίαν πρόληψιν, ὅτι ὅσα ἢ ἐφεύρηκαν ἢ ἐκαλλιέργησαν οἱ παλαιοί, ὅλα γενναία, ὅλα ἀκριβή. Καὶ ἡ δευτέρα τῆς ἐπροξένησε τὴν σπάνιν, ἢ μᾶλλον τὴν ἐρημίαν τῶν περισσοτέρων παλαιῶν συγγραμμάτων (10).
Γι’ αυτή τη γενιά των Ελλήνων, και προπαντός για τη «βαλκανική και κεντροευρωπαϊκή» πτέρυγα του ελληνικού διαφωτισμού, πλέον έχουν διευκρινιστεί οι σχέσεις με τους αρχαίους προγόνους. Για μια ευτυχή στιγμή, στη νεώτερη ελληνική ιστορία, «το μαρμάρινο τούτο κεφάλι» δεν εξαντλούσε «τους αγκώνες» (11) των Ελλήνων, όπως θα συμβεί μετά το 1922 για τη γενιά του ’30, αλλά τους έδινε φτερά στα πόδια και δύναμη στη σκέψη. Οι Έλληνες, ιδιαίτερα μετά τα μέσα του 18ου αιώνα, στρέφονται μαζικά προς την αρχαία Ελλάδα και τους αρχαίους Έλληνες, εξισορροπώντας κατά κάποιον τρόπο την έως τότε σχεδόν αποκλειστικά κυρίαρχη «βυζαντινή»/θρησκευτική παράδοση. Και η παραγωγή των έντυπων έργων είναι ενδεικτική. Στην πρώτη δεκαετία του 18ου αιώνα, από τα 45 εκδοθέντα βιβλία, τα 35 είναι θρησκευτικά (78%) ενώ στην τελευταία, από 319 βιβλία, τα 128 (40%) έχουν θρησκευτικό περιεχόμενο. Και αντίστοιχα αυξάνονται εκείνα που αφορούν στην αρχαία Ελλάδα ή στην αρχαία γλώσσα, και πριν απ’ όλα οι γραμματικές που επέτρεπαν στους Έλληνες να έχουν πρόσβαση στην αρχαία γραμματεία, που εκδιδόταν έως τότε από τους Δυτικοευρωπαίους (στην πρώτη δεκαετία του 18ου αιώνα θα εκδοθούν 2 γραμματικές και στην τελευταία… 56). Τέλος, ο Νεόφυτος Δούκας και ο Αδαμάντιος Κοραής θα αρχίσουν, στο γύρισμα του αιώνα, τις ελληνικές εκδόσεις των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Οι Έλληνες, όλο και μαζικότερα, θα δίνουν στα παιδιά τους αρχαιοελληνικά ονόματα, σε τέτοια έκταση ώστε ο Ν. Σπηλιάδης θα σημειώσει: «ἀκούει τις λοιπὸν καὶ τοὺς ἀχθοφόρους Σωκράτας καλουμένους»· ο Γρηγόριος Ε΄ θα αναφερθεί σε σχετική εγκύκλιο του 1819 εις την «κατὰ καινοτομίαν εἰσαχθεῖσα τῶν παλαιῶν ἑλληνικῶν ὀνομάτων ἐπιφώνησι» και τονίζει πως αν θεωρηθεί «ὡς μία καταφρόνησις τῆς χριστιανικῆς ὀνοματοθεσίας», τότε «εἶναι διόλου ἀπροσφυὴς καὶ ἀνάρμοστος»· τέλος, ακόμα και ο Αλή πασάς θα υποπτευθεί πως «εσείς οι Έλληνες, μπρε, κάτι μεγάλο έχετε στο κεφάλι σας. Δεν βαφτίζετε πια τα παιδιά σας Γιάννη, Πέτρο, Κώστα, παρά Λεωνίδα, Θεμιστοκλή, Αριστείδη! Σίγουρα κάτι μαγειρεύετε» (12). Και ο Μιχαήλ Περδικάρης, παρότι στα τέλη του 18ου αιώνα θα αποκαλεί «δέσποινά» του την Αθηνά και θα ομνύει αποκλειστικά στους αρχαίους θεούς, όταν αργότερα λάβει συντηρητικότερη τροπή, θα γράψει με το γλαφυρό ύφος του, στηλιτεύοντας τους ομοτέχνους του ιατρούς και την τάση τους προς την αρχαιοελληνική ονοματολογία:
Ἄλλοι δεν εὐχαριστοῦνται εἰς τὴν ἐπωνυμίαν τοῦ γένους των καὶ λαμβάνουν ὡς ἐπώνυμον κανενὸς παλαιοῦ, ἢ φιλοσόφου ἢ ἥρωος τὸ κύριον ὄνομα, στοχαζόμενοι, ὅτι καὶ χωρὶς τὴν ἀρετὴν καὶ τὴν μάθησιν ἐκείνων τῶν ἀοιδίμων, μὲ μόνον τὸ ξηρὸν ὄνομα εἲν’ ἐκείν’ οἱ ἴδιοι· ὅθεν ἐπωνομάσθη ἄλλος Ἐμπεδοκλῆς, ἄλλος Θρασύβουλος, καὶ ἄλλος Γάδαρος, καὶ ἄλλος Γόμαρος (13).
Η αρχαιοελληνική παράμετρος και η επαφή με τη «φωτισμένη Δύση» λειτουργούν ως το δυναμικό στοιχείο που ενεργοποιεί το κυρίαρχο, αλλά σχετικά αδρανές, βυζαντινό/ορθόδοξο/λαϊκό υπόστρωμα, αποκαθιστώντας την ενότητα της ελληνικής διαχρονίας, συνδέοντάς την με «του παρόντος αιώνος» τα αιτήματα. Στην περίπτωσή μας, το παράδειγμα των ευκλεών προγόνων όπλιζε με δύναμη το χέρι και την καρδιά του ευπατρίδη Βελεστινλή, των δασκάλων και των μαθητών του:
Όμως πληρέστερη αντίληψη των ιδανικών που εθέρμαιναν την ψυχή του Ρήγα, είτε όταν έγραφε τα πρώτα του βιβλία ακόμη, είτε όταν αργότερα εξεκινούσε να προσφέρει τον εαυτό του θυσία στην ελληνική ιδέα, πληρέστερη, λέω, εικόνα των ιδανικών που τον εθέρμαιναν, μας δίνει ένα κείμενο του μεγάλου διδασκάλου του, του Καταρτζή, γραμμένο περίπου πέντε χρόνια πριν από τη Φυσική του Ρήγα: «ἀφ’ οὖ ἔνας Ῥωμηὸς συλλογιστῇ μιά φορά πως κατάγεται ἀπὸ τὸν Περικλέα, Θεμιστοκλέα καὶ ἄλλους παρομοίους Ἕλληνες, ἢ ἁπτοὺς συγγενεῖς τοῦ Θεοδόσιου, τοῦ Βελισάριου, τοῦ Ναρσή, τοῦ Βουλγαροκτόνου, τοῦ Τζιμισκὴ κ’ ἄλλων τόσων μεγάλων Ῥωμαίων, ἢ ἕλκει τὸ γένος του ἀπὸ κανέναν ἅγιο, ἢ ἀπὸ κανέναν του συγγενῆ, πῶς να μὴν ἀγαπᾷ τοὺς ἀπογόνους ἐκείνων κ’ αὐτωνὼν τῶν μεγάλων ἀνθρώπων; Πῶς να μὴν τὸ ’χῃ χαρὰ του να δυστυχῇ σὲ τέτοια πολιτικὴ κοινωνία που συναπαρτίζουν αὐτοὶ;» (14).

Ο δυτικός Διαφωτισμός
Συχνά επαναλαμβάνουμε, ίσως ad nauseam, πως τέσσερις είναι οι πηγές της ελληνικής Αναγέννησης, η βυζαντινή/ορθόδοξη, η αρχαιοελληνική, η δυτική –αναγεννησιακή και διαφωτιστική– σκέψη και η λαϊκή παράδοση. Ανάλογα με την περίπτωση, και τις ατομικές διαδρομές, το βάρος της μιας ή της άλλης διάστασης βαραίνει λιγότερο ή περισσότερο. Ωστόσο κανείς δεν είναι αμέτοχος, δεν μπορεί να είναι αμέτοχος, κάποιας από αυτές τις παραμέτρους. Το αρχέτυπο του αντιδυτικού λογίου, ο Αθανάσιος Πάριος, ως διευθυντής της σημαντικότερης ελληνικής σχολής του ελληνικού φωτισμού, της σχολής της Χίου, διδάσκει, καθημερινά, τις «δυτικές» επιστήμες, ενώ ο πνευματικός του αντίποδας, ο Κοραής, θα εγκαινιάσει την πνευματική του σταδιοδρομία με θρησκευτικά έργα και κατηχήσεις και θα την κλείσει εκδίδοντας τον «συνέκδημο ιερατικό» και υπερασπιζόμενος τον Μάρκο Ευγενικό!
Στον Ρήγα, το βάρος της δυτικής παραμέτρου είναι εξόχως σημαντικό και θα αποτελούσε όντως αναχρονισμό και επαρχιωτισμό η άρνηση αυτής της καθοριστικής επιρροής. Ο Ρήγας θα εκδώσει το Φυσικής Απάνθισμα, έχοντας ως μία από τις ομολογημένες πηγές τη γαλλική Εγκυκλοπαίδεια, τους Ντελικάτους εραστές του Restiff de la Breton, τα Ολύμπια του Μεταστασίου και, προπαντός, θα εμπνευστεί το Σύνταγμά του από το γαλλικό αντίστοιχό του, όσο και αν επιφέρει σημαντικές αλλαγές σε αυτό με βάση την ελληνική πραγματικότητα. Ο Ρήγας εντάσσει την ελληνική επανάσταση, που σχεδιάζει, στα πλαίσια ενός οικουμενικού οράματος και της ανάδειξης της καθολικότητας του ανθρώπινου όντος και των δικαιωμάτων του, που είχε ήδη διακηρύξει urbi et orbi η Γαλλική Επανάσταση. Υπ’ αυτή την έννοια, ο Ρήγας είναι πνευματικά πολίτης αυτής της νέας Ευρώπης που προαναγγέλλει ο ήχος της καρμανιόλας και των τυμπάνων της γαλλικής Επανάστασης, ενώ ακόμα και στον Θούριο υπάρχουν απηχήσεις των επεισοδίων της. Ωστόσο, ποτέ δεν υπήρξε μια γαλλική καρικατούρα και η «δημοκρατία» του πατάει γερά στις πραγματικότητες του ελληνικού και βαλκανικού κόσμου, άσχετα με τις πιθανότητες της πραγματοποίησής της, που εξάλλου εκείνη την περίοδο δεν έμοιαζαν και τόσο εξωπραγματικές. Όμως για τη σύγχρονη –μεταπολιτευτική– κυρίαρχη αντίληψη όπως την εκφραζει ο Κιτρομηλίδης:
Η Δημοκρατία του Ρήγα δεν είναι ελληνική επειδή σ’ αυτήν κυριαρχεί το ελληνικό στοιχείο, πράγμα που αποκλείεται από την αρχή της ισότητας, ούτε γιατί η γλώσσα της είναι η ελληνική, επειδή είναι η γλώσσα της παιδείας των Φώτων στην περιοχή, αλλά επειδή η νέα πολιτεία είναι προικοδοτημένη με τα σύμβολα και τις ηθικές αξίες του δημοκρατικού ελληνισμού του Διαφωτισμού, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που αυτός ο συμβολικός δημοκρατικός ελληνισμός, αναπαριστώντας τα κλασικά πρότυπα, λειτουργεί και προσδιορίζει και την ταυτότητα της Γαλλικής Δημοκρατίας του έτους Ι, που εμπνέει και καθοδηγεί τον Ρήγα. Η Ελληνική Δημοκρατία, παράλληλα προς τη Γαλλική Δημοκρατία, είναι άλλη μία Πολιτεία της Αρετής. Με αυτή την έννοια του ριζοσπαστικού πολιτικού ουμανισμού πρέπει κυρίως να νοηθεί ο ελληνικός της χαρακτήρας (15).
Η σχέση λοιπόν της Ελληνικής Δημοκρατίας του Ρήγα με τον ελληνισμό και το όραμα της εθνικής του αποκατάστασης δεν συνάγεται ούτε από την κυριαρχία του ελληνικού στοιχείου, ούτε από εκείνη της ελληνικής γλώσσας, η οποία είναι απλώς(!) ο φορέας της παιδείας των Φώτων στην περιοχή (και όχι, π.χ. και πριν από όλα, η γλώσσα της ορθοδοξίας, του εμπορίου και της διοίκησης). Όχι, πρόκειται απλώς για τον «συμβολικό δημοκρατικό ελληνισμό» που εμπνέει και τη… Γαλλική Επανάσταση, που με τη σειρά της «εμπνέει και καθοδηγεί» τον Βελεστινλή! Και έχει ελληνικό χαρακτήρα μόνο υπό την έποψη του ριζοσπαστικού πολιτικού ουμανισμού! Έτσι και η Γαλλική Επανάσταση, εξαιτίας των οικουμενικών της διακηρύξεων δεν είναι πρωτίστως γαλλική!
Και όμως, η ίδια σχολή σκέψης θέλει να μας πείσει πως το αρχέτυπο της εθνικής επανάστασης είναι η… γαλλική, η οποία αποτελεί και την ιδρυτική πράξη της ανάδυσης των εθνών-κρατών στο προσκήνιο της ιστορίας! Όταν όμως πρόκειται για την άρνηση της ελληνικότητας του Ρήγα, ο ιστορικός μας ξεπερνάει και τον ίδιο τον… γαλλικό εαυτό του (16). Η Ελληνική Δημοκρατία του Ρήγα λοιπόν δεν καθορίζεται ούτε από το «ελληνικό στοιχείο», ούτε από την ελληνική γλώσσα, αλλά συνιστά μία ακόμα «Πολιτεία της Αρετής»! Κατά τον ίδιο τρόπο που πριν επιστρατεύτηκε ως φορέας του επιστημονικού πνεύματος ο Λέανδρος Βρανούσης, για να καταδικαστεί μερικές σελίδες μετά ως βυζαντινιστής αναχρονιστής, τώρα ο ιστορικός μας επικαλείται έναν άλλο συγγραφέα, τον Αριστόβουλο Μάνεση, ξιφουλκώντας εκ νέου ενάντια σε μια «ιδεολογική» και «επαρχιώτικη» πρόσληψη του Ρήγα:
…ο Ρήγας ως κεντρικό πρόσωπο στον ελληνικό εθνικό συμβολισμό έχει αντιμετωπιστεί με τρόπους που συχνά έχουν αμβλύνει τις κριτικές αιχμές των ιδεών του και έχουν αναγάγει τα ζητούμενα της έρευνας σε δεδομένα της ιδεολογίας. Αποτέλεσμα υπήρξε ο φαύλος κύκλος των επαναλήψεων και των μυθοπλασιών ή η καθήλωση του θέματος σε επαρχιακού τύπου αναζητήσεις… Ο κριτικός χαρακτήρας του έργου και των ιδεών του Ρήγα, ιδίως όπως διερμηνεύεται στο καταπληκτικό πολιτικό του όραμα –που τόσο ωραία έχει αναλύσει σε σειρά μελετών του ο ακαδημαϊκός Αριστόβουλος Μάνεσης– είναι κυρίως το στοιχείο που ενέταξε το θέμα στη διεθνή επιστημονική συζήτηση. (17)
Πέραν του ότι μας είναι δύσκολο να κατανοήσουμε το κενό περιεχομένου και bon pour l’ Orient νόημα περισπούδαστων εκφράσεων περί του «κριτικού χαρακτήρα» του έργου του Ρήγα, δηλαδή του συγγραφέα του Θούριου, του φλογερού επαναστάτη που θυσιάστηκε για την απελευθέρωση του γένους, ο Αριστόβουλος Μάνεσης, σε κείμενο που παραθέτει ο ίδιος ο προαναφερθείς ιστορικός, σε έκδοση που επιμελείται, τοποθετείται ως εξής για την «ελληνικότητα» του Βελεστινλή και των οραμάτων του:
Ο Ρήγας, σχεδιάζοντας το μετεπαναστατικό πολυεθνικό κράτος [ ] είχε προφανώς επηρεασθεί από τρία παρόμοια ιστορικά πρότυπα. Κατά χρονολογική σειρά: α) από το πολυεθνικό κράτος του Μακεδονικού Ελληνισμού [ ]· β) από το προηγούμενο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η οποία [ ] βαθμιαία είχε εξελληνισθεί· [ ] γ) από το παράδειγμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας [ ].
Ο ελληνικός χαρακτήρας του νέου κράτους είναι ένα τέταρτο συστατικό στοιχείο του που συνάγεται σαφώς τόσο από το γράμμα όσο και από το πνεύμα της «νέας Πολιτικής Διοίκησης». Εν πρώτοις [ ] το κείμενό της είναι γραμμένο στα ελληνικά. Αρχίζει με τις λέξεις: «Ὁ λαὸς ἀπόγονος τῶν Ἑλλήνων». Το σχεδιαζόμενον νέο κράτος ονομάζεται «Ελληνική Δημοκρατία» (άρθρο 1 κ.α. σχ. Συντ.) «Ὁ ἑλληνικός λαός, τουτέστι ὁ εἰς τοῦτο τό βασίλειον κατοικῶν» (άρθρο 2). «Ἐκεῖνος πού ὁμιλεῖ τήν ἁπλήν ἤ τήν Ἑλληνικήν γλῶσσαν καί βοηθεῖ τήν Ἑλλάδα/… εἶναι Ἕλλην καί πολίτης» (άρθρ. 4 παρ. 7)[ ].
Η μέριμνα του Ρήγα να προσδώσει βασικά ελληνικό χαρακτήρα στο κράτος που θα προέκυπτε μετά την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού δεν ήταν αυθαίρετη. Απεναντίας η διαγραφόμενη υπεροχή του ελληνικού στοιχείου ήταν θεμιτή, καθώς ανταποκρινόταν σε μια ιστορικά διαπιστωμένη κατάσταση που υπήρχε την εποχή εκείνη στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.[ ]
Πρέπει συναφώς να σημειώσω ότι η διαγραφόμενη υπεροχή του ελληνικού στοιχείου στο πλαίσιο του προγραμματιζόμενου πολυεθνικού κράτους θα ήταν, στην πράξη, πολιτισμικής κυρίως υφής, εμμέσως δε, εκ των πραγμάτων, και οικονομικο-πολιτικής. Πάντως δεν ήταν θεσμικά οργανωμένη (18).
Αποτελεί άραγε αφέλεια ή δήθεν «επιστημονικό» θράσος η παραπομπή στον Μάνεση, ο οποίος υποστηρίζει ακριβώς τα αντίθετα, τόσο ως προς τις βυζαντινές επιδράσεις στο έργο του Ρήγα, όσο, και προπαντός, ως προς τον «ελληνικό χαρακτήρα του νέου κράτους»;
Ένα συνθετικό πρόταγμα
Εντέλει, το γεγονός ότι ο Ρήγας μπορούσε να κινείται σε πολλά επίπεδα, ταυτόχρονα, καταδεικνύεται από το ίδιο το τεράστιο εύρος του έργου του και των αποπειρών του: από την επιστήμη (Φυσικής απάνθισμα) και τη ρομαντική λογοτεχνία (Το Σχολείο των ντελικάτων εραστών) έως τον «βυζαντινό» προφητισμό (Αγαθάγγελος), την επαναστατική «γεωγραφία» (Χάρτα) και την αρχαιολατρία (Νέος Ανάχαρσις και Μέγας Αλέξανδρος)· από τον πολιτικό οραματισμό και σχεδιασμό εμπνευσμένο από τη Γαλλική Επανάσταση (Νέα πολιτική διοίκησις) έως την επαναστατική ποίηση (Θούριος, Ύμνος πατριωτικός) κ.λπ.· και, παράλληλα, η προσπάθεια να συνδυαστεί ο λόγος και η πράξη, το εκδοτικό έργο και η συνωμοτική δράση, οι απόπειρες επαφής με τον Βοναπάρτη, η δημιουργία μιας στοιχειώδους επαναστατικής οργάνωσης και η επαφή με τον σκλαβωμένο ελληνισμό, κ.λπ. Εξάλλου, θα τελειώσει τη σύντομη ζωή του σαν επαναστάτης και μάρτυρας.
Η ίδια μέριμνα χαρακτηρίζει και την πολιτική του σύνθεση, όπου οι αναφορές στην αρχαία ελληνική δημοκρατία του επιτρέπουν να υπερκεράσει σε ριζοσπαστισμό τα ίδια του τα πρότυπα, εκείνα της Γαλλικής Επανάστασης (η δημοκρατία του Ρήγα είναι πλησιέστερη προς την αρχαία αθηναϊκή άμεση δημοκρατία, απ’ ό,τι η Γαλλική Επανάσταση που έχει μάλλον ως πρότυπό της τη Σπάρτη και τη Ρώμη) και ταυτόχρονα να εμπνέεται από τη βυζαντινή οικουμενικότητα.
Το γεγονός ότι ο Ρήγας υπήρξε ίσως η συνθετικότερη μορφή του αναγεννώμενου ελληνισμού, που επιχειρούσε να συνθέσει τα διαφορετικά στρώματα της ελληνικής διαχρονίας, καταδεικνύεται και από τη στάση του στο γλωσσικό ζήτημα και τη δυνατότητά του να κινείται σε όλη την γκάμα της ελληνικής γλώσσας. Από την ομιλουμένη δημώδη και λαϊκή στην οποία γράφει τα περισσότερα κείμενά του και ιδιαίτερα τα επαναστατικά εμβατήρια και τα πολιτικά του κείμενα, έως τα χορικά των Ολυμπίων του Μεταστασίου, τα οποία έχουν προστεθεί από τον Ρήγα στο αρχικό κείμενο και τα οποία έχουν συντεθεί σε… δωρική διάλεκτο. Στα Ολύμπια θα συναντήσουμε πράγματι όλες τις διαβαθμίσεις των μορφών της ελληνικής γλώσσας: από την εισαγωγή και την αφιέρωση, γραμμένη στη συνήθη γλώσσα του Ρήγα, περνάμε στα έμμετρα μέρη των Ολυμπίων, που έχουν μεταφραστεί σε καθαρεύουσα (19), για να φθάσουμε στη δωρική των χορικών του,
«Βασιλῆος παῖ, ἄκεα στυγνῶν /
στοναχῶν λεύσσων, ἑῆς χαλεπῆς /
οὔνεκ’ ἀτασθαλίης, ἄνα ὄλβιος /
Ζεύς σε γενέθλιος ὀρθοῖ»20!
Παρότι η χρήση διαφορετικών μορφών της ελληνικής γλώσσας ήταν συνήθης πρακτική για όλους τους Έλληνες λογίους ή πεπαιδευμένους της εποχής –ακόμα και ο αρχαϊστής Βούλγαρης, στις επιστολές του ή τα εκλαϊκευτικά του κείμενα, γράφει πολύ διαφορετικά απ’ ό,τι στα φιλοσοφικά, όπου προσπαθεί να δημιουργήσει ένα προσωπικό «αττικό» ύφος– ο Ρήγας, ενώ χρησιμοποιεί κατ’ εξοχήν τη λαϊκή γλώσσα, φαίνεται να κινείται με άνεση και στις λοιπές γλωσσικές μορφές και να τις χρησιμοποιεί κατά το δοκούν. Δηλαδή, καταδεικνύει και εδώ την ευρύτητα της αντίληψής του και την έλλειψη κάθε δογματισμού στη σκέψη του.
Δεν χωράει λοιπόν καμία αμφιβολία ότι ο Ρήγας επιχειρούσε να ξεπεράσει τις αντιφάσεις που η ιστορία είχε επισωρεύσει, σε μια κυριολεκτικά υπεράνθρωπη σύνθεση. Και η απώλειά του υπήρξε όντως τραγική για την εξέλιξη της επαναστατικής υπόθεσης, αλλά και της πνευματικής διαμόρφωσης του ελληνισμού. Η ίδια του η ζωή, όσο τη γνωρίζουμε, καταδεικνύει το πολυεπίπεδο της μορφής του.

Διαβάστε περισσότερα στο βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, Η ανολοκλήρωτη επανάσταση του Ρήγα Βελεστινλή
Πηγή: Άρδην
GEOPOLITICO
Συναγερμός στην Άγκυρα για Ελλάδα, Κύπρο και Ισραήλ! Η SETA μιλά για στρατιωτική περικύκλωση της Τουρκίας και πόλεμο σε τέσσερα μέτωπα
Αποκαλυπτική για τον τρόπο με τον οποίο η τουρκική πλευρά αντιλαμβάνεται τη στρατηγική συνεργασία Ελλάδας, Κυπριακής Δημοκρατίας και Ισραήλ είναι νέα ανάλυση του τουρκικού think tank SETA, που δημοσιεύθηκε στις 6 Οκτωβρίου 2026. Ο ερευνητής Μουράτ Ασλάν περιγράφει τη συγκρότηση μιας νέας στρατιωτικής αρχιτεκτονικής στην Ανατολική Μεσόγειο, η οποία, σύμφωνα με την εκτίμησή του, περιορίζει την ελευθερία κινήσεων της Άγκυρας στο Αιγαίο, στην Κύπρο και στις θαλάσσιες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν τα ισραηλινά συστήματα αεράμυνας, οι ελληνικοί πύραυλοι PULS, η συζήτηση για κοινή δύναμη ταχείας αντίδρασης 2.500 στρατιωτών και η σύνδεση της τριμερούς συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η ανάλυση καταλήγει μάλιστα στην εκτίμηση ότι η Τουρκία διαθέτει στρατιωτική ικανότητα να πολεμήσει ακόμη και σε τρία ή τέσσερα μέτωπα.
Σε μια εκτενή ανάλυση με τίτλο «Τριμερής αρχιτεκτονική (αν)ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο: Η αμυντική συνεργασία Ελλάδας–Ελληνοκυπριακής Διοίκησης–Ισραήλ και οι στρατηγικές συνέπειες για την Τουρκία», το τουρκικό Ίδρυμα Πολιτικών, Οικονομικών και Κοινωνικών Ερευνών (SETA) εξετάζει τη μεταβολή των στρατιωτικών ισορροπιών στην περιοχή.
Συντάκτης της μελέτης είναι ο Μουράτ Ασλάν, απόστρατος αξιωματικός των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων και ερευνητής του SETA, με αντικείμενο την άμυνα, την ασφάλεια και τις διεθνείς σχέσεις.
Το κείμενο δημοσιεύθηκε στις 6 Οκτωβρίου 2026 και παρουσιάζει τη συνεργασία Αθήνας, Λευκωσίας και Τελ Αβίβ ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής περιορισμού της τουρκικής επιρροής.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η ανάλυση προέρχεται από έναν ερευνητικό οργανισμό με στενές σχέσεις με το πολιτικό και κυβερνητικό περιβάλλον της Άγκυρας, αν και οι θέσεις του συντάκτη δεν συνιστούν αυτομάτως επίσημο στρατιωτικό δόγμα της Τουρκίας.
Από την ενεργειακή συνεργασία στη στρατιωτική συμμαχία
Σύμφωνα με τον Ασλάν, η συνεργασία Ελλάδας, Κυπριακής Δημοκρατίας και Ισραήλ ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 2010, με έμφαση στην ενέργεια και τη διπλωματία.
Ωστόσο, κατά την περίοδο 2025–2026, ο τριμερής μηχανισμός απέκτησε περισσότερο στρατιωτικό και αμυντικοβιομηχανικό περιεχόμενο.
Η τουρκική ανάλυση εστιάζει στη 10η Τριμερή Σύνοδο Κορυφής, που πραγματοποιήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 2025 στην Ιερουσαλήμ, με τη συμμετοχή του Κυριάκου Μητσοτάκη, του Νίκου Χριστοδουλίδη και του Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Ο Ασλάν θεωρεί ιδιαίτερα χαρακτηριστική την αναφορά του Ισραηλινού πρωθυπουργού σε όσους ονειρεύονται την ανασύσταση αυτοκρατοριών, ερμηνεύοντάς την ως έμμεση προειδοποίηση προς την Τουρκία και τη νεοοθωμανική στρατηγική της.
Στη συνέχεια, η ανάλυση αναδεικνύει δύο σημαντικές συμφωνίες:
-
Το Κοινό Σχέδιο Δράσης Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ για το 2026.
-
Το Πρόγραμμα Στρατιωτικής Συνεργασίας Ελλάδας–Ισραήλ για το ίδιο έτος.
Οι συμφωνίες αυτές υπογράφηκαν στη Λευκωσία τον Δεκέμβριο του 2025 και προβλέπουν κοινές επιχειρησιακές δραστηριότητες, εκπαίδευση ειδικών δυνάμεων, επιτελικές συναντήσεις και στρατιωτικό συντονισμό.
Η υπογραφή και το γενικό περιεχόμενό τους επιβεβαιώνονται και από την επίσημη ανακοίνωση του ελληνικού Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας.
Για την τουρκική πλευρά, αυτή η θεσμοθέτηση αποδεικνύει ότι η τριμερής συνεργασία έχει ξεπεράσει το επίπεδο των διπλωματικών διακηρύξεων.
«Ασπίδα του Αχιλλέα»: Η μεγαλύτερη ανησυχία για την τουρκική αεροπορία
Ο Ασλάν αναφέρεται σε συμφωνία ύψους περίπου 3 δισ. ευρώ, της 31ης Αυγούστου 2026, για την απόκτηση ισραηλινών συστημάτων αεράμυνας.
Σύμφωνα με τη μελέτη, στο πρόγραμμα περιλαμβάνονται τα David’s Sling, Barak MX, Spyder και Drone Dome.
Η τουρκική εκτίμηση είναι ότι η συνδυασμένη λειτουργία των συγκεκριμένων συστημάτων θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα πολυεπίπεδο πλέγμα αεράμυνας, δυσχεραίνοντας τις επιχειρήσεις της τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας.
Η SETA χρησιμοποιεί τη στρατιωτική έννοια A2/AD, δηλαδή Άρνηση Πρόσβασης και Περιοχής, για να περιγράψει τις δυνατότητες που θα μπορούσε να αποκτήσει η Ελλάδα.
Η λογική ενός τέτοιου συστήματος βασίζεται στη δημιουργία επικαλυπτόμενων ζωνών εντοπισμού και εμπλοκής εχθρικών στόχων.
Για την Άγκυρα, το ενδεχόμενο αυτό σημαίνει ότι η ελληνική αεράμυνα θα μπορούσε να αυξήσει σημαντικά το κόστος οποιασδήποτε επιθετικής αεροπορικής επιχείρησης.
Πάντως, η δημιουργία αποτελεσματικού δικτύου A2/AD δεν καθιστά αυτομάτως έναν εναέριο χώρο απροσπέλαστο. Η πραγματική αποτελεσματικότητα εξαρτάται από την ολοκλήρωση των συστημάτων, τις δυνατότητες διοίκησης και ελέγχου και την ανθεκτικότητά τους σε πολεμικές συνθήκες.
PULS: Τα 300 χιλιόμετρα που ανησυχούν την Άγκυρα
Ξεχωριστή θέση στη μελέτη καταλαμβάνει η προμήθεια 36 πολλαπλών εκτοξευτών πυραύλων PULS της ισραηλινής Elbit Systems.
Το συγκεκριμένο σύστημα μπορεί να χρησιμοποιήσει διαφορετικού τύπου πυρομαχικά, με ορισμένες εκδόσεις να διαθέτουν βεληνεκές που φθάνει τα 300 χιλιόμετρα.
Η SETA εκφράζει την ανησυχία ότι ενδεχόμενη ανάπτυξη τέτοιων συστημάτων στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου θα μπορούσε να θέσει εντός εμβέλειας στόχους σε σημαντικό βάθος στη δυτική Ανατολία.
Πρόκειται για ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά σημεία της τουρκικής ανάλυσης: η Άγκυρα δεν εξετάζει μόνο τον συνολικό αριθμό των ελληνικών εξοπλιστικών συστημάτων, αλλά και τις γεωγραφικές δυνατότητες που θα μπορούσε να προσφέρει η ανάπτυξή τους.
Ο Ασλάν συνδέει το ζήτημα με τις τουρκικές θέσεις περί αποστρατιωτικοποίησης των νησιών, επικαλούμενος τις Συνθήκες της Λωζάνης του 1923 και των Παρισίων του 1947.
Ωστόσο, η Ελλάδα απορρίπτει την τουρκική ερμηνεία περί γενικής απαγόρευσης αμυντικής θωράκισης των νησιών και επικαλείται, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα νόμιμης άμυνας σύμφωνα με το άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.
Επιπλέον, η SETA αναφέρεται σε ενδεχόμενη ανάπτυξη των PULS στα νησιά. Δεν τεκμηριώνει ότι έχει ήδη ληφθεί ή υλοποιηθεί τέτοια συγκεκριμένη απόφαση.
Κύπρος: Το Barak MX και η επιτήρηση των τουρκικών δυνάμεων
Η ανάπτυξη του ισραηλινού συστήματος Barak MX στην Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί, σύμφωνα με την τουρκική ανάλυση, μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη.
Η SETA επισημαίνει ότι το σύστημα διαθέτει δυνατότητες αεράμυνας σε αποστάσεις που μπορούν να φθάσουν περίπου τα 150 χιλιόμετρα, ανάλογα με την έκδοση του πυραύλου.
Το σημαντικότερο στοιχείο, ωστόσο, δεν είναι μόνο η εμβέλεια των πυραύλων αλλά και η λειτουργία των ραντάρ και αισθητήρων του συστήματος.
Η τουρκική μελέτη υποστηρίζει ότι η εγκατάσταση του Barak MX διευρύνει τη δυνατότητα επιτήρησης προς τα νότια παράλια της Τουρκίας και τον εναέριο χώρο των κατεχομένων.
Επιπλέον, διατυπώνει την εκτίμηση ότι η διασύνδεση των συστημάτων θα μπορούσε να επιτρέψει στο Ισραήλ να αποκτά πληροφορίες για κινήσεις των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Η τελευταία αυτή εκτίμηση δεν συνοδεύεται από δημόσια τεκμηρίωση ότι υφίσταται ήδη συγκεκριμένος μηχανισμός μεταβίβασης δεδομένων σε πραγματικό χρόνο.
Σημαντική είναι και η αναφορά της SETA στην απόφαση της Κυπριακής Δημοκρατίας να προμηθευτεί τέσσερα ελληνικά συστήματα αντιμετώπισης μη επανδρωμένων αεροσκαφών «Κένταυρος».
Για τον Ασλάν, οι συγκεκριμένες κινήσεις αποδεικνύουν ότι η στρατιωτική συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ αποκτά πλέον πολυεπίπεδο χαρακτήρα.
Κοινή στρατιωτική δύναμη 2.500 ανδρών: Το σενάριο που εξετάζει η SETA
Ένα ακόμη ιδιαίτερα ενδιαφέρον σημείο της ανάλυσης αφορά τη δυνατότητα συγκρότησης κοινής δύναμης ταχείας αντίδρασης Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ.
Ο Ασλάν αναφέρεται σε συζητήσεις για τη δημιουργία σχηματισμού επιπέδου ταξιαρχίας, περίπου 2.500 στρατιωτών, ο οποίος θα μπορούσε να ενεργοποιείται σε περιόδους κρίσης.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η συγκεκριμένη δύναμη δεν θα ήταν απαραίτητα μόνιμα αναπτυγμένη, αλλά θα αποτελούσε μηχανισμό ταχείας στρατιωτικής κινητοποίησης.
Η SETA συνδέει τις σχετικές πληροφορίες με την εντατικοποίηση της στρατιωτικής συνεργασίας και τις αναφορές για αξιοποίηση κυπριακών εγκαταστάσεων από την ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία.
Επισημαίνει, επίσης, ότι έχουν υπάρξει συζητήσεις σχετικές με τα F-35 και την ανταλλαγή στρατιωτικής εμπειρίας.
Πρέπει, ωστόσο, να διευκρινιστεί ότι η ανάλυση παρουσιάζει τη δύναμη των 2.500 ανδρών ως αντικείμενο συζητήσεων και όχι ως ήδη συγκροτημένο στρατιωτικό σχηματισμό.
Δεν έχει παρουσιαστεί δημόσια οριστική τριμερής συμφωνία που να καθορίζει τη σύνθεση, τη διοίκηση και τους κανόνες εμπλοκής μιας τέτοιας δύναμης.
Ισραηλινές απόψεις για στρατιωτική επιχείρηση στην κατεχόμενη Κύπρο
Ιδιαίτερη ανησυχία αποτυπώνεται στη μελέτη για τις απόψεις που έχουν διατυπωθεί από μεμονωμένους Ισραηλινούς αναλυτές σχετικά με το ενδεχόμενο στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Κύπρο.
Ο Ασλάν αναφέρεται ειδικά στον Shay Gal, πρώην στέλεχος της Israel Aerospace Industries, ο οποίος έχει υποστηρίξει την ανάγκη εξέτασης συντονισμένων στρατιωτικών επιλογών που θα αφορούσαν το βόρειο τμήμα της Κύπρου.
Ο ίδιος ο συντάκτης της SETA αναγνωρίζει ότι οι συγκεκριμένες απόψεις δεν αποτελούν επίσημη πολιτική του Ισραήλ.
Ωστόσο, εκτιμά ότι η δημόσια διατύπωσή τους, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη στρατιωτική συνεργασία των τριών χωρών, ενισχύει την αίσθηση απειλής στην Άγκυρα.
Η συγκεκριμένη αναφορά είναι αποκαλυπτική για το εύρος των σεναρίων που απασχολούν τουρκικούς κύκλους ασφαλείας, χωρίς να αποτελεί απόδειξη ύπαρξης επιχειρησιακού σχεδίου επίθεσης.
Η άσκηση του Σεπτεμβρίου, οι NAVTEX και το «Denizkurdu»
Η SETA επιχειρεί να συνδέσει τις διπλωματικές και εξοπλιστικές εξελίξεις με συγκεκριμένες στρατιωτικές δραστηριότητες του Σεπτεμβρίου 2026.
Αναφέρεται σε κοινή ναυτική άσκηση της 17ης Σεπτεμβρίου, στην οποία, σύμφωνα με τη μελέτη, συμμετείχαν δύο ισραηλινά πολεμικά σκάφη και δύο ελληνικές φρεγάτες.
Παράλληλα, καταγράφει τη διεξαγωγή της πολυεθνικής άσκησης MEDUSA-15, υπό ελληνική και αιγυπτιακή πρωτοβουλία.
Η τουρκική ανάλυση αναφέρεται ακόμη στις αντιπαραθέσεις γύρω από τις NAVTEX για επιστημονικές έρευνες του τουρκικού σκάφους TÜBİTAK Marmara στην περιοχή του Καστελλόριζου, κατά το διάστημα 1–15 Σεπτεμβρίου.
Ως τουρκική στρατιωτική απάντηση παρουσιάζει την άσκηση Denizkurdu-I/2026, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 20 έως τις 25 Σεπτεμβρίου σε Μαύρη Θάλασσα, Θάλασσα του Μαρμαρά, Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο.
Για τη SETA, η χρονική εγγύτητα των συγκεκριμένων δραστηριοτήτων αποτελεί ένδειξη ενίσχυσης του στρατιωτικού ανταγωνισμού στην περιοχή.
Great Sea Interconnector: Ο φόβος του αποκλεισμού από την Ανατολική Μεσόγειο
Η ανάλυση επεκτείνεται και στον γεωοικονομικό ανταγωνισμό, με ιδιαίτερη αναφορά στο Great Sea Interconnector.
Ο Ασλάν υποστηρίζει ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου σχεδιασμού που θα μπορούσε να περιορίσει τον γεωπολιτικό χώρο της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Χαρακτηριστική είναι η αναφορά στον φόβο της Άγκυρας ότι οι ελληνικές θέσεις για το Καστελλόριζο και η ανάπτυξη ενεργειακών υποδομών θα οδηγήσουν στον περιορισμό των τουρκικών θαλάσσιων διεκδικήσεων προς τον Κόλπο της Αττάλειας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η SETA παρουσιάζει το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 ως εργαλείο εξισορρόπησης της ελληνικής και κυπριακής στρατηγικής.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση αποτυπώνει την τουρκική θέση. Η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία αμφισβητούν τη νομιμότητα και τις συνέπειες του τουρκολιβυκού μνημονίου, ενώ υποστηρίζουν ότι τα έργα ενεργειακής διασύνδεσης υλοποιούνται σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η SETA δεν αντιμετωπίζει το GSI ως ένα μεμονωμένο ενεργειακό έργο.
Αντίθετα, το εντάσσει στην ευρύτερη στρατηγική συνεργασία των τριών χωρών, συνδέοντάς το με τις αμερικανικές πρωτοβουλίες στην Ανατολική Μεσόγειο και τον οικονομικό διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC).
Η εκτίμηση αυτή εξηγεί γιατί η Άγκυρα αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη διαδρομή του καλωδίου και στις διαδικασίες πραγματοποίησης των ερευνών.
Η Ουάσιγκτον, τα F-35 και η πίεση στο ΝΑΤΟ
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της ανάλυσης αφορά τη σύνδεση της τριμερούς συνεργασίας με την αμερικανική στρατηγική.
Η SETA εκτιμά ότι ο συντονισμός Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ μπορεί να ενισχύσει τη διπλωματική πίεση προς την Ουάσιγκτον για ζητήματα που αφορούν την Τουρκία.
Ο Ασλάν αναφέρεται ειδικά στις προηγούμενες παρεμβάσεις οργανώσεων και ομάδων πίεσης στις Ηνωμένες Πολιτείες σχετικά με τους S-400 και την απομάκρυνση της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35.
Κατά την εκτίμησή του, η περαιτέρω εμβάθυνση της τριμερούς συνεργασίας θα μπορούσε να περιορίσει την πρόσβαση της Τουρκίας σε αμερικανικά εξοπλιστικά προγράμματα.
Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η αναφορά στην εσωτερική συνοχή του ΝΑΤΟ.
Ο ερευνητής υποστηρίζει ότι η δημιουργία ενός αποτρεπτικού σχήματος από ένα κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, με τη συμμετοχή χώρας εκτός Συμμαχίας, εναντίον άλλου κράτους-μέλους δημιουργεί σοβαρές αντιφάσεις στην αρχιτεκτονική συλλογικής άμυνας.
Η SETA προειδοποιεί μάλιστα ότι μια ελληνοτουρκική στρατιωτική κρίση θα μπορούσε να επηρεάσει τη Βουλγαρία και τα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων, δημιουργώντας διπλωματικές πιέσεις και περιφερειακή πόλωση.
Ο φόβος ατυχήματος τύπου Ιμίων
Στην ανάλυση γίνεται ειδική αναφορά στο ενδεχόμενο στρατιωτικού επεισοδίου εξαιτίας της αυξημένης συγκέντρωσης δυνάμεων, ασκήσεων και θαλάσσιων αναγγελιών στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο Ασλάν επικαλείται την κρίση των Ιμίων του 1996 και το ναυτικό επεισόδιο του 2020 ως παραδείγματα κινδύνων που μπορούν να εμφανιστούν όταν στρατιωτικές δυνάμεις επιχειρούν σε περιορισμένο γεωγραφικό χώρο.
Σύμφωνα με την εκτίμησή του, μια τέτοια κρίση δεν θα επηρέαζε μόνο την Ελλάδα και την Τουρκία, αλλά θα μπορούσε να διαταράξει τις θαλάσσιες μεταφορές, τον τουρισμό και τις ενεργειακές δραστηριότητες.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στον κίνδυνο μεταφοράς της αντιπαράθεσης Τουρκίας–Ισραήλ από τη Συρία προς την Ανατολική Μεσόγειο.
Η SETA θεωρεί ότι η ενίσχυση της ισραηλινής στρατιωτικής παρουσίας στην Κύπρο και η συνεργασία με την Ελλάδα δημιουργούν νέες πιθανότητες τριβής μεταξύ Άγκυρας και Τελ Αβίβ.
Η πιο χαρακτηριστική αναφορά: Η Τουρκία μπορεί να πολεμήσει σε τρία ή τέσσερα μέτωπα
Το πλέον χαρακτηριστικό σημείο της ανάλυσης βρίσκεται στο συμπέρασμά της.
Ο Μουράτ Ασλάν υποστηρίζει ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να παραμείνει αδρανής απέναντι στη συγκρότηση αυτού που περιγράφει ως νέο στρατιωτικό μπλοκ στην Ανατολική Μεσόγειο.
Προτείνει έναν συνδυασμό στρατιωτικών και διπλωματικών ενεργειών, με έμφαση στην ενίσχυση της αποτροπής, στη δραστηριοποίηση εντός του ΝΑΤΟ, στη συνεργασία με την Αίγυπτο και τις χώρες του Κόλπου και στη διατήρηση μηχανισμών διαχείρισης κρίσεων.
Ταυτόχρονα, όμως, καταλήγει σε μια ιδιαίτερα σημαντική εκτίμηση: ότι η τουρκική στρατιωτική ισχύς επιτρέπει στην Άγκυρα να αντιμετωπίσει ακόμη και πόλεμο σε τρία ή τέσσερα μέτωπα.
Η αναφορά αυτή αποτελεί εκτίμηση του συντάκτη για τις δυνατότητες των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων και όχι επιβεβαιωμένη επιχειρησιακή αξιολόγηση.
Αναδεικνύει, ωστόσο, το επίπεδο στρατιωτικής αντιπαράθεσης που εξετάζεται στη δημόσια συζήτηση του τουρκικού στρατηγικού περιβάλλοντος.
Τι αποκαλύπτει τελικά η ανάλυση της SETA
Η σημασία της μελέτης δεν βρίσκεται μόνο στην καταγραφή των ελληνικών, κυπριακών και ισραηλινών εξοπλιστικών προγραμμάτων.
Το ουσιαστικό στοιχείο είναι ότι ένας οργανισμός με σημαντική παρουσία στον τουρκικό δημόσιο διάλογο αντιμετωπίζει πλέον τη συνεργασία των τριών χωρών ως συγκροτούμενη στρατιωτική αρχιτεκτονική, η οποία έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει άμεσα την περιφερειακή ισορροπία ισχύος.
Η SETA προσδιορίζει συγκεκριμένα πεδία στα οποία εντοπίζει τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την Άγκυρα: την ενίσχυση της ελληνικής αεράμυνας, την ανάπτυξη πυραυλικών συστημάτων μεγάλης εμβέλειας, την ενίσχυση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της Κυπριακής Δημοκρατίας, την πιθανή δημιουργία τριμερούς δύναμης ταχείας αντίδρασης και τη διπλωματική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Παράλληλα, η τουρκική μελέτη αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική διάσταση: η άμυνα, η ενέργεια, οι θαλάσσιες υποδομές και οι διεθνείς εμπορικοί διάδρομοι αντιμετωπίζονται πλέον ως αλληλένδετα στοιχεία του ανταγωνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η ελληνική και κυπριακή πλευρά παρουσιάζουν την τριμερή συνεργασία ως μηχανισμό περιφερειακής σταθερότητας, ασφάλειας και προστασίας κρίσιμων υποδομών. Αντίθετα, η SETA την ερμηνεύει ως προσπάθεια στρατηγικής εξισορρόπησης και περιορισμού της Τουρκίας.
Το γεγονός ότι οι δύο πλευρές αποδίδουν τόσο διαφορετικό περιεχόμενο στις ίδιες στρατιωτικές και διπλωματικές εξελίξεις δείχνει πόσο περίπλοκο έχει γίνει το περιβάλλον ασφάλειας στην περιοχή.
Σε κάθε περίπτωση, η ανάλυση του Μουράτ Ασλάν αποτελεί ένα σημαντικό τεκμήριο για τη μελέτη της τουρκικής στρατηγικής σκέψης και των απειλών που αναγνωρίζει η Άγκυρα στην αναβαθμισμένη συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ.
GEOPOLITICO
Η Ελλάδα να προχωρήσει το καλώδιο – Αιχμηρή κριτική στον Ρούμπιο
Αιχμηρή κριτική στη στάση του Μάρκο Ρούμπιο απέναντι στο ζήτημα της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου άσκησε ο πρέσβης ε.τ. Λεωνίδας Χρυσανθόπουλος, μιλώντας στον Θήτα FM και τη Βασιλική Πολίτου. Υποστήριξε ότι η Αθήνα πρέπει να επιμείνει στην υλοποίηση του έργου στη βάση των δικαιωμάτων της, ενώ έθεσε ζητήματα για την υπόθεση Γκίλφοϊλ, την Κύπρο και τις ελληνικές στρατιωτικές αποστολές στο εξωτερικό.
Ο έμπειρος διπλωμάτης αντιμετώπισε με επιφυλακτικότητα την αποτίμηση της επίσκεψης του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών ως ελληνικής διπλωματικής επιτυχίας. Παρότι χαρακτήρισε θετική κίνηση την επίσκεψη στην Ελλάδα χωρίς αντίστοιχη μετάβαση στην Τουρκία, εκτίμησε ότι αυτό δεν συνεπάγεται ιδιαίτερη ενόχληση της Άγκυρας, επικαλούμενος τις αμερικανοτουρκικές επαφές στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ.
Το καλώδιο και η απάντηση «βρείτε τα μεταξύ σας»
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε η απάντηση Ρούμπιο για την ηλεκτρική διασύνδεση και η αναφορά του σε ευαίσθητα ζητήματα που απαιτούν διπλωματικό χειρισμό. Ο Χρυσανθόπουλος ερμήνευσε τη στάση αυτή ως προτροπή προς τις εμπλεκόμενες πλευρές να τα βρουν μεταξύ τους, χωρίς σαφή αμερικανική στήριξη της ελληνικής θέσης.
«Τίποτα δεν κερδίζουμε. Τίποτα δεν κερδίζουμε από αυτό», είπε χαρακτηριστικά, απαντώντας στο ερώτημα της Βασιλικής Πολίτου για το όφελος που αποκομίζει η Ελλάδα από τη συγκεκριμένη τοποθέτηση.
Κατά τον ίδιο, ο Γιώργος Γεραπετρίτης θα έπρεπε να είχε διατυπώσει καθαρά την πρόθεση της Ελλάδας να προχωρήσει το έργο, επικαλούμενος το διεθνές δίκαιο και τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας. Η θέση του ήταν ότι η ελληνική πλευρά οφείλει να υπερασπιστεί έμπρακτα τα δικαιώματα που επικαλείται.
«Η δουλειά είναι του ελληνικού κράτους»
Σχολιάζοντας τη συζήτηση γύρω από τη Nexans, ο πρέσβης ε.τ. χαρακτήρισε σωστή την τοποθέτηση της γαλλικής εταιρείας, όπως αυτή παρουσιάστηκε στη συνέντευξη. Έδωσε, ωστόσο, έμφαση στην ευθύνη των κυβερνήσεων Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας να επιμείνουν στην υλοποίηση της διασύνδεσης.
«Η δουλειά δεν είναι της γαλλικής εταιρείας, είναι του ελληνικού κράτους», υπογράμμισε. Με αυτή τη διατύπωση απάντησε στον προβληματισμό που έθεσε η δημοσιογράφος για το ενδεχόμενο να αναλάβει μια ιδιωτική εταιρεία χειρισμούς με πολιτικές συνέπειες για τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα.
Να ζητηθούν εξηγήσεις για την υπόθεση Γκίλφοϊλ
Ο Χρυσανθόπουλος στάθηκε ιδιαίτερα και στο δημοσίευμα της Wall Street Journal για δηλώσεις που αποδόθηκαν στην Αμερικανίδα πρέσβη Κίμπερλι Γκίλφοϊλ. Υποστήριξε ότι η ελληνική κυβέρνηση θα έπρεπε εξαρχής να την είχε καλέσει για εξηγήσεις και να είχε ζητήσει προσωπική, δημόσια διάψευση.
Κατά την άποψή του, μια διάψευση μέσω δικηγόρου δεν επαρκεί για να κλείσει πολιτικά το ζήτημα. Χαρακτήρισε προσβολή για την Ελλάδα την εκκρεμότητα που, όπως εκτίμησε, εξακολουθεί να υπάρχει και επέκρινε την αντίδραση Ρούμπιο στη σχετική ερώτηση.
Κύπρος: Προτεραιότητα η αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων
Ο πρέσβης ε.τ. δήλωσε ότι δεν τον καλύπτει μια γενική αναφορά στην επανένωση της Κύπρου. Όπως τόνισε, πρέπει να αναδεικνύονται η κατοχή, η αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων και ο συνεχιζόμενος εποικισμός.
Για τον Χρυσανθόπουλο, το πρώτο ζητούμενο είναι η απελευθέρωση του νησιού και η απομάκρυνση των κατοχικών δυνάμεων. Γι’ αυτό και αντιμετώπισε τις γενικές διατυπώσεις περί επανένωσης ως ανεπαρκείς, εφόσον δεν συνοδεύονται από αναφορά στον πυρήνα του προβλήματος.
Ορμούζ και Patriot: Κριτήριο οι ελληνικές ανάγκες
Για το ενδεχόμενο αποστολής ελληνικού πολεμικού πλοίου στα Στενά του Ορμούζ, ο Χρυσανθόπουλος δέχθηκε ότι θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η παρουσία ενός πλοίου για την προστασία της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας. Έθεσε, όμως, περιορισμένο πλαίσιο στην αποστολή, επισημαίνοντας τις ανάγκες του Πολεμικού Ναυτικού στην Ελλάδα.
Παράλληλα, ζήτησε την επιστροφή των ελληνικών Patriot από τη Σαουδική Αραβία. Υποστήριξε ότι η σαουδαραβική πλευρά δεν έχει εκπληρώσει οικονομικές και συμβατικές υποχρεώσεις που συνδέονται με την αποστολή, περιλαμβανομένων εξόδων του προσωπικού. Στη βάση αυτής της καταγγελίας, επέκρινε την παράταση της παραμονής τους και υποστήριξε ότι το ΚΥΣΕΑ θα έπρεπε να είχε αποφασίσει την απόσυρσή τους.
Πρόταση για επαναπροσέγγιση με τη Μόσχα
Ο πρώην πρέσβης εισηγήθηκε ακόμη την αποκατάσταση των σχέσεων με τη Ρωσία, θεωρώντας ότι η επίσκεψη Ρούμπιο προσέφερε ευκαιρία να γνωστοποιηθεί μια τέτοια ελληνική πρόθεση. «Θα το ανακοινώσει, όχι να πάρει άδεια», είπε, περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο, κατά την άποψή του, θα έπρεπε να κινηθεί η Αθήνα.
Σχολίασε επίσης επικριτικά τις αναφορές του Αμερικανού υπουργού στο Ιράν κατά την ομιλία στην Πνύκα, τονίζοντας την ιστορική και πολιτισμική διαδρομή της αρχαίας Περσίας. Τέλος, εξέφρασε επιφυλάξεις για τη συμφωνία συνεργασίας με την Εθνοφρουρά της Φλόριντα, δηλώνοντας ότι θα προτιμούσε συνεργασία με τις Ένοπλες Δυνάμεις των ΗΠΑ.
GEOPOLITICO
Φόβος για κρίση Ελλάδας-Τουρκίας ώστε να μείνει ο Ερντογάν
Αιχμές για τους ελληνικούς χειρισμούς απέναντι στη Γαλλία, προειδοποίηση για τους Meteor στην Τουρκία και εκτίμηση ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο αγγίζει πλέον και την ασφάλεια του Ισραήλ. Τι είπε στη Θεσσαλία Τηλεόραση για τον Ερντογάν, τον Ρούμπιο και το ενδεχόμενο νέων επιχειρήσεων κατά του Ιράν.
Τον κίνδυνο η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου να προχωρήσει μέσα από μια διευθέτηση που θα αφήνει άθικτες τις τουρκικές διεκδικήσεις στην περιοχή της Κάσου ανέδειξε ο αντιστράτηγος ε.α. και πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών, Ιωάννης Μπαλτζώης, στην παρέμβασή του στη Θεσσαλία Τηλεόραση.
Μιλώντας στον δημοσιογράφο Δημήτρη Κολλάτο, άσκησε έντονη κριτική στους ελληνικούς διπλωματικούς χειρισμούς, εξέφρασε ανησυχία για την ενίσχυση της τουρκικής αεροπορίας και συνέδεσε τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο με τα συμφέροντα του Ισραήλ. Παράλληλα, διατύπωσε την εκτίμηση ότι η αμερικανική στρατιωτική κινητικότητα στη Μέση Ανατολή μπορεί να προμηνύει νέα σύγκρουση με το Ιράν.
Το πιο αιχμηρό σημείο της τοποθέτησής του αφορούσε την πόντιση του καλωδίου. Ο κ. Μπαλτζώης περιέγραψε ένα πιθανό σενάριο στο οποίο τουρκικά και ελληνικά πολεμικά πλοία θα αναπτυχθούν στην περιοχή, θα δημιουργηθεί ένταση και στη συνέχεια θα υπάρξει παρέμβαση τρίτων, με τη Γαλλία να διαδραματίζει ρόλο στη διευθέτηση.
Κατά την εκτίμησή του, η Άγκυρα θα μπορούσε τότε να εμφανίσει την απομάκρυνση των πλοίων της ως κίνηση υπέρ της ειρήνης, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα ότι είχε ενημερωθεί και ότι είχε καταγράψει εμπράκτως τις διεκδικήσεις της. Με αυτόν τον τρόπο, προειδοποίησε, η συνέχιση του έργου δεν θα σήμαινε αυτομάτως και ακύρωση της τουρκικής αμφισβήτησης.
«Άρα παραμένει το γκριζάρισμα της περιοχής της Κάσου», ανέφερε χαρακτηριστικά, αποτυπώνοντας την ανησυχία του για το πολιτικό αποτύπωμα μιας τέτοιας εξέλιξης. Το σενάριο αυτό παρουσιάστηκε ως δική του εκτίμηση για τον πιθανό τρόπο διαχείρισης της κρίσης.
Στο ίδιο πλαίσιο επέκρινε τον υπουργό Εξωτερικών, Γιώργο Γεραπετρίτη, για την παρουσίαση των προηγούμενων εξελίξεων στην Κάσο. Επικαλούμενος τοποθέτηση του Άγγελου Συρίγου, υποστήριξε ότι είχε υπάρξει ελληνική υποχώρηση και αμφισβήτησε την εξήγηση πως οι εργασίες είχαν απλώς ολοκληρωθεί.
Σκληρή ήταν και η απάντησή του στο ερώτημα για τη γαλλική στάση απέναντι στην προοπτική διάθεσης πυραύλων Meteor στην Τουρκία. «Δεν φταίει ο Μακρόν. Εμείς φταίμε», είπε, αποδίδοντας την ευθύνη στην ελληνική πλευρά για την ανεπαρκή, κατά την άποψή του, εξασφάλιση των ελληνικών συμφερόντων στο πλαίσιο της συνεργασίας με το Παρίσι.
Αναφερόμενος στους Meteor, τόνισε τη σημασία τους ως όπλων αέρος–αέρος μεγάλου βεληνεκούς. Εξήγησε ότι η δυνατότητα προσβολής ενός αντιπάλου από μεγάλη απόσταση αποτελεί σοβαρό πλεονέκτημα στην αεροπορική μάχη. Η συζήτηση επικεντρώθηκε, έτσι, στις επιπτώσεις που θα είχε για την ελληνική αποτροπή η απόκτηση αντίστοιχων δυνατοτήτων από την τουρκική αεροπορία.
Για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο πρόεδρος του ΕΛΙΣΜΕ εκτίμησε ότι θα επιδιώξει να παραμείνει στην εξουσία, αναζητώντας είτε αλλαγή των συνταγματικών περιορισμών είτε μια διαδρομή μέσω πρόωρων εκλογών. Στη συζήτηση τέθηκε το ενδεχόμενο μιας κρίσης με την Ελλάδα ως μέσου πολιτικής κινητοποίησης στο εσωτερικό της Τουρκίας, με τον ίδιο να συμμερίζεται την ανησυχία. Πρόκειται για πρόβλεψη σχετικά με την πιθανή συμπεριφορά της τουρκικής ηγεσίας.
Ιδιαίτερο βάρος έδωσε και στον Μάρκο Ρούμπιο. Αναφερόμενος στην επίσκεψη στην Ελλάδα, η οποία κατά τον χρόνο της συζήτησης αναμενόταν, υπογράμμισε την πολιτική σημασία της παρουσίας του και τη βαρύτητα των τοποθετήσεών του. Θύμισε επίσης τη συνεργασία του με τον Μπομπ Μενέντεζ σε ζητήματα που αφορούν την Ελλάδα και την Κύπρο, ενώ τον παρουσίασε ως πρόσωπο με ισχυρές προοπτικές στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Στο μέτωπο του Ιράν, ο κ. Μπαλτζώης εκτίμησε ότι η συγκέντρωση αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων μπορεί να προετοιμάζει επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας. Τοποθέτησε το πιθανό χρονικό παράθυρο στον Νοέμβριο ή τον Δεκέμβριο, μετά τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, και δεν απέκλεισε περιορισμένες χερσαίες ή αεροποβατικές επιχειρήσεις εναντίον συγκεκριμένων στρατηγικών στόχων.
Διευκρίνισε ότι δεν αναφερόταν σε κατάληψη ολόκληρου του Ιράν, αλλά σε επιχειρήσεις με συγκεκριμένους αντικειμενικούς σκοπούς, στις οποίες θεωρεί πιθανή και τη συμμετοχή του Ισραήλ. Η πρόβλεψη αυτή διατυπώθηκε ως προσωπική στρατιωτική εκτίμηση. Στη συζήτηση επισημάνθηκε και ο κίνδυνος μιας νέας ενεργειακής αναταραχής, με επιπτώσεις στις τιμές του πετρελαίου και στο κόστος ζωής.
Κλείνοντας, επανήλθε στην Ανατολική Μεσόγειο, επικαλούμενος ανάλυση της Jerusalem Post για τις επιπτώσεις του τουρκολιβυκού μνημονίου στις θαλάσσιες οδούς του Ισραήλ. Όπως μετέφερε, η τουρκική επιδίωξη δημιουργίας ενός διαδρόμου έως τη Λιβύη, παρακάμπτοντας ελληνικά νησιά όπως η Κρήτη και η Ρόδος, αντιμετωπίζεται ως απειλή για την ελεύθερη ναυσιπλοΐα και την ασφάλεια των ισραηλινών εμπορικών και εφοδιαστικών διαδρομών.
Για τον ίδιο, η ελληνική θέση ότι το μνημόνιο είναι παράνομο δεν αρκεί για να εμποδίσει την Τουρκία να το χρησιμοποιεί ως εργαλείο πίεσης. «Παράγει και ξαναπαράγει», είπε, αναφερόμενος στις πρακτικές συνέπειες της τουρκικής πολιτικής και στις παρεμβάσεις κατά της πόντισης του καλωδίου. Εκτίμησε, τέλος, ότι τα συμφέροντα του Ισραήλ μπορεί να οδηγήσουν σε ενεργότερη αντίδραση απέναντι στις τουρκικές επιδιώξεις.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας