Απόψεις
Οι θαλάσσιες ζώνες Ελλάδας – Λιβύης και οι διαπραγματεύσεις για την οριοθέτηση τους
Οι γραμμές που ακολουθούν χαράσσονται με αφορμή ορισμένες μεμονωμένες πρόσφατες δηλώσεις και δημοσιεύματα για τις διεξαχθείσες κατά την περίοδο 2007-2010 διαπραγματεύσεις των θαλασσίων ζωνών Ελλάδας – Λιβύης.
Επικεφαλής των εν λόγω διαπραγματεύσεων, κατά την συγκεκριμένη εποχή όπως και των αντιστοίχων με τις υπόλοιπες όμορες της Ελλάδας χώρες (πλην Τουρκίας), διετέλεσε ο υπογράφων, με βάση ολοκληρωμένη στρατηγική που είχε υποβάλει ο ίδιος στην υπουργό Εξωτερικών Ντόρα Μπακογιάννη από τον Απρίλιο του 2006. Την στρατηγική αυτή εισηγήθηκα στην τότε ΥΠΕΞ έχοντας υπόψη μου διάφορα δεδομένα τα οποία, τουλάχιστον για την περίπτωση της Λιβύης, περιελάμβαναν τα ακόλουθα:
Τα δεδομένα και οι διαπραγματεύσεις
l Το γεγονός ότι από το 1973 η Λιβύη έκλεισε μονομερώς και εντελώς παράνομα, κατά το Διεθνές Δίκαιο, τον Κόλπο της Σύρτης ανοίγματος 300 ν.μ.
l Το γεγονός ότι η διμερής ελληνοϊταλική συμφωνία για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας του 1977 (η οποία είναι η μόνη που ισχύει ακόμη και σήμερα συμφωνία μας με όμορες χώρες) έχει αφήσει κενό μήκους τουλάχιστον 29 ν.μ. στην νότια απόληξη της οριοθετικής γραμμής της (σε αντίθεση με την βόρεια απόληξή της κενού μήκους 7 ν.μ. περ.), μέχρι του τριεθνούς Ελλάδας – Ιταλίας – Λιβύης. Το κλείσιμο του κενού αυτού θα μπορούσε να διευκολυνθεί ουσιαστικά με την επίτευξη διμερούς Ε/Λ συμφωνίας. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι η Λιβύη έχει απορρίψει γραπτώς σε αλληλογραφία της με την ΕΕ ακόμη και αυτό το σημείο όπου τερματίζεται (προσωρινά) η Ελληνοϊταλική συμφωνία του 1977 και το οποίο θα πρέπει σύντομα να καλυφθεί από κοινού με την Ιταλία.
l Το γεγονός ότι τον Μάρτιο του 2006 η Λιβύη προχώρησε μονομερώς στην παραχώρηση θαλασσίων οικοπέδων προς έρευνα/εκμετάλλευση υδρογονανθράκων, με βάση τον (παράνομα κλειστό Κόλπο της Σύρτης), όχι μόνον αγνοώντας την ύπαρξη της Γαύδου (κατοικημένης ελληνικής νήσου), αλλά και βορείως αυτής, μεταξύ δηλ. Γαύδου – Κρήτης, σε μια χονδροειδή απόπειρα σφετερισμού των δικαιωμάτων ακόμη και της Κρήτης (για τα αναφερόμενα υπάρχουν δημοσιεύματα στον αθηναϊκό Τύπο της εποχής τα οποία έχω στην κατοχή μου). Διαβήματα διαμαρτυρίας μας της εποχής εκείνης προς την Λιβύη παρέμειναν στην ουσία άνευ αποτελέσματος.
Το γεγονός ότι οι τουρκολιβυκές θέσεις στα θέματα Δικαίου Θαλάσσης συμπορεύονται σε πολλά ζητήματα ήδη από την δεκαετία του 1970, με την Τουρκία να είναι μία από τις τέσσερις (4) χώρες που δεν υπέγραψε την Σύμβαση του Δικαίου της Θαλάσσης του Montego Bay του 1982, και με την Λιβύη να την έχει υπογράψει μεν, αλλά να αποφεύγει με διάφορα προσχήματα (ακόμη και σήμερα) να την επικυρώσει.
Με γνώμονα τα προαναφερθέντα προβήκαμε σε πρόταση διαπραγματεύσεων οριοθετήσεως θαλασσίων ζωνών προς την Λιβύη, λαμβάνοντας επίσης υπόψη μας το αυτονόητο, ότι δηλ. οι διεξαγόμενες διαπραγματεύσεις με τις όμορες χώρες αλληλοεπηρεάζονται (εν είδει συγκοινωνούντων δοχείων), τόσο κατά την διεξαγωγή τους, όσο και κατά το αποτέλεσμά τους.
Κατά τους διεξαχθέντες διαπραγματευτικούς γύρους απεδείχθη με βάση την λιβυκή διαπραγματευτική γραμμή η εμμονή τους να «εξαφανίσουν» πλήρως όλη την αλυσίδα ελληνικών νήσων/νησίδων νοτίως της Ζακύνθου – Πελοποννήσου – Κρήτης, και όχι μόνον της Γαύδου, υποστηρίζοντας ότι βάσει της νομολογίας του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης το δικαιούνται, μεταξύ άλλων, λόγω του μήκους της ακτογραμμής τους.
Πρόσφατα, δηλ. μετά την υπογραφή του γνωστού μνημονίου Λιβύης – Τουρκίας, αποκάλυψαν ότι την ίδια εποχή που διεπραγματεύοντο μαζί μας είχαν και παράλληλη (μυστική) διαπραγμάτευση με την Τουρκία (σχετ. επιστολή τους προς τον ΟΗΕ). Το γεγονός αυτό και μόνον καταδεικνύει την κακή τους πίστη απέναντί μας, γεγονός που αντιβαίνει στην θεμελιώδη αρχή της καλή τη πίστη διεξαγωγής διαπραγματεύσεων μεταξύ κρατών.
Οι απαιτήσεις της Τρίπολης, τα νησιά και η Σύρτη
Συνεχίζω και φθάνω στον τελευταίο γύρο των διαπραγματεύσεων (Τρίπολη Λιβύης, 31 Αυγούστου 2010). Στην διάρκεια αυτού η λιβυκή πλευρά μάς ανακοίνωσε ότι προετίθετο να μας υποβάλει δύο υποθέσεις εργασίας, αποτυπωμένες σε χάρτη, βάσει των οποίων η ελληνολιβυκή οριοθέτηση θα γινόταν με ανοικτό ή κλειστό τον Κόλπο της Σύρτης. Σε κάθε περίπτωση εζητείτο από την Ελλάδα η πλήρης παραίτηση επί των δικαιωμάτων της επί των θαλασσίων ζωνών (υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ) για όλες τις ελληνικές νήσους στο Ν. Ιόνιο – Λιβυκό Πέλαγος. Πρόκειται περί σειράς νήσων/νησίδων και κυρίως Στροφάδων, Σαπιέντζας, Σχίζας, Γαύδου, Χρυσής και Κουφονησίου (δηλ. μέχρι του ΝΑ άκρου της Κρήτης), όπου αρχίζει η μέτρηση για μελλοντική συμφωνία με την Αίγυπτο.
Η επί τόπου αντίδρασή μου υπήρξε αρνητική για δύο βασικούς λόγους που σημειώνω στην σελ. 26 του πρόσφατου βιβλίου μου «Ανάλεκτα Ελληνικής Διπλωματίας».
Πρώτον, διότι η λιβυκή κίνηση ισοδυναμούσε με προσπάθεια ανταλλαγής παρανόμων αξιώσεων (κλείσιμο Σύρτης) με νόμιμα δικαιώματα (ελληνικές νήσοι).
Δεύτερον, διότι τυχόν αποδοχή της ιδέας θα δημιουργούσε επικίνδυνο προηγούμενο για άλλους καραδοκούντες, όχι μόνο τους Τούρκους αλλά πιθανώς και τους Αλβανούς, οι οποίοι είχαν, ακριβώς μερικούς μήνες πριν, προβεί στην κήρυξη της ελληνοαλβανικής συμφωνίας του 2009 (την οποία είχα διαπραγματευθεί και μονογράψει ο ίδιος και είχε υπογράψει η Ντόρα Μπακογιάννη), ως αντικείμενη στο αλβανικό Σύνταγμα (Ιανουάριος 2010).
Στην συνέχεια η λιβυκή πλευρά απέστειλε στις 7 Οκτωβρίου 2010 τους δύο προαναφερθέντες χάρτες στο ελληνικό ΥΠΕΞ (με ρηματική διακοίνωση), στους οποίους αποτυπωνόταν μία προσωρινή οριοθετική γραμμή, με πλήρη αγνόηση των προαναφερθεισών ελληνικών νήσων. Εξ όσων γνωρίζω, δεν υπήρξε σχετική ελληνική απάντηση, αφήνοντας το θέμα ανοιχτό για μελλοντικές διαπραγματεύσεις.
Εκτιμώ ότι η τότε ελληνική κυβέρνηση, αλλά και οι επόμενες κυβερνήσεις που την διαδέχθηκαν, έκριναν ότι οι λιβυκές προτάσεις, ακόμη και υπό την ευμενέστερη εκδοχή τους (δηλ. με ανοικτό τον Κόλπο της Σύρτης), που συνεπήγοντο παραίτηση από μέρους μας των δικαιωμάτων μας επί των θαλασσίων ζωνών των νήσων που προαναφέρθηκαν, απαιτούσαν χειρισμό επί της τραπέζης των διαπραγματεύσεων και όχι μέσω ρηματικών διακοινώσεων. Και τούτο με βάση το γεγονός ότι σχεδόν όλες οι νήσοι αυτές, και όχι μόνο βεβαίως η Γαύδος, ενέπιπταν, είτε με το κριτήριο της ανθρώπινης κατοίκησης είτε με εκείνο της υπάρχουσας ή μελλοντικής οικονομικής βιωσιμότητας, στις απαιτήσεις της Συμβάσεως του Δικαίου της Θαλάσσης, που ορίζουν ότι τα νησιωτικά εδάφη έχουν τα ίδια δικαιώματα με τα ηπειρωτικά.
Εκτοτε δεν υπήρξε άλλη διαπραγμάτευση με την Λιβύη, με την κατάρρευση άλλωστε και του καθεστώτος Καντάφι. Πρόσφατα όμως σε ένα δημοσίευμα εμφανίζεται ως λόγος δήθεν απορρίψεως η απαίτησή μας για πλήρη δικαιώματα στην Γαύδο ενώ, άκουσον-άκουσον, η λιβυκή πρόταση ήταν μόνο για 3,7% περικοπή των δικαιωμάτων της.
Βεβαιώνω κατά κατηγορηματικό και ανεπίδεκτο παρερμηνείας τρόπο ότι τα γεγονότα είναι όπως τα προεξέθεσα.
Πρόταση Λιβύης για 3,7% περικοπή των δικαιωμάτων της Γαύδου δεν μου περιήλθε ποτέ όσο ήμουν υπεύθυνος των διαπραγματεύσεων, αντιθέτως η λιβυκή υπόθεση εργασίας προϋποθέτει 100% περικοπή όλων των δικαιωμάτων επί υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ των προαναφερθεισών νήσων μας, και όχι μόνο της Γαύδου. Οι επικαλούμενοι υποβολή παρόμοιας προτάσεως εκ μέρους της Λιβύης ας μπουν στον κόπο να δηλώσουν σε ποιον αρμόδιο υπεβλήθη παρόμοια πρόταση και πότε. Και εάν όντως υπεβλήθη, γιατί ο τελευταίος δεν την αποδέχθηκε ώστε να θέσει ο ίδιος την υπογραφή του στην επιδιωκόμενη με την Λιβύη συμφωνία. Εξυπακούεται ότι όσα σημειώνω στο παρόν περιλαμβάνονται στις εκθέσεις μου επί του θέματος προς το υπουργείο Εξωτερικών και ειδικά για τον τελευταίο γύρο διαπραγματεύσεων του Αυγούστου 2010.
Κλείνω με μια παρατήρηση που ίσως να έχει την αξία της διαχρονικά αλλά και υπό την παρούσα συγκυρία των τουρκικών στοχεύσεων στην Ανατολική και Κεντρική Μεσόγειο. Πράγματι το τελευταίο που μας χρειάζεται τώρα είναι η εσωστρέφεια σε ζητήματα τα οποία συνιστούν χώρο εν ου παικτοίς. Οσοι διεκδικούν, και απολύτως κατανοητό, μερίδιο λόγου και αποτύπωμα γραφίδος, ας συμβάλουν θετικά στην αντιμετώπιση των εθνικών θεμάτων με τις δυνάμεις τους. Ας έχουμε υπόψη ότι τα ζητήματα αυτά χαρακτηρίζονται και από γεωπολιτικές στοχεύσεις όλων των εμπλεκομένων και όχι μόνον αριθμητικών ποσοστών ακόμη και εάν ήσαν ακριβή.
Ο κ. Γεώργιος Σαββαΐδης είναι πρέσβης ε.τ. και πρώην γενικός γραμματέας του υπουργείου Εξωτερικών.
Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ
Απόψεις
Η «υποταγή» της Ευρώπης και η Κύπρος
Η παρακμή δεν ανατρέπεται με υποταγή, αλλά με ανάληψη ευθύνης από τους σκεπτόμενους πολίτες που αποτελούν την διαχρονική σωτηρία των και της πατρίδας.
Γράφει ο Κώστας Μαυρίδης, Ευρωβουλευτής ΔΗΚΟ (S&D)
Οι πρόσφατες βίαιες συγκρούσεις στους δρόμους της Γαλλίας έφεραν στο προσκήνιο το προφητικό μυθιστόρημα «Υποταγή» (2015) του Γάλλου συγγραφέα Μισέλ Ουλεμπέκ (ιρανικής καταγωγής), που απογυμνώνει την επικρατούσα ακραία «πολιτική ορθότητα» στην Ευρώπη. «Πολιτική ορθότητα» αναφέρεται η αποφυγή εκφράσεων ή ενεργειών που προσβάλλουν ομάδες ανθρώπων οι οποίοι μειονεκτούν κοινωνικά ή υπόκεινται σε δυσμενείς διακρίσεις που όντως συνέβαλε στην αποκατάσταση αδικιών κι αλλαγή αντιλήψεων. Σήμερα όμως, η «πολιτική ορθότητα» έγινε εργαλείο «πολιτικής στρέβλωσης» στα χέρια ακραίων ομάδων που αυτοχρήζονται «θύματα», απαιτώντας «δικαιώματα» εις βάρος της υπόλοιπης κοινωνίας και των θεμελιακών αξιών του πολιτισμικού μας οικοδομήματος.
Ένα τέτοιο προϊόν «πολιτικής διαστρέβλωσης» εις βάρος της ελευθερίας και του ορθολογισμού, ήταν και το περιβόητο «Γλωσσάρι» στην Κύπρο, για το οποίο πρωτοστάτησαν μερικοί εγχώριοι δημοσιογράφοι με επιδίωξη να «εξαφανιστεί» η τουρκική κατοχή και τα παράγωγά της π.χ. το κατοχικό καθεστώς να λέγεται «τουρκοκυπριακή διοίκηση», τα κατοχικά στρατεύματα «τουρκικά στρατεύματα», οι Τούρκοι έποικοι «μετεγκαταστηθέντες» κ.ά.
Από το 2015, το μυθιστόρημα «Υποταγή» περιγράφει ένα σενάριο στο εγγύς μέλλον στη Γαλλία, όπου στην κοινωνία επικρατεί πλέον ακραία πόλωση με δύο ανταγωνιστές για την προεδρία της χώρας, τον ισλαμιστή υποψήφιο της «Μουσουλμανικής Αδελφότητας» και τον νεοφασίστα υποψήφιο της γαλλικής ακροδεξιάς. Οι δύο τους βρίσκονται αντιμέτωποι στο 2ο γύρο των εκλογών, οπόταν τα «παραδοσιακά κόμματα» δίνουν στήριξη στον ισλαμιστή υποψήφιο, ο οποίος με την ανάληψη της εξουσίας προχωρεί σε ανατροπές, καταργώντας αξίες και ελευθερίες που καταξίωσαν την Γαλλία ως φάρο του σύγχρονου ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού, θεμελιωμένου στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Στο μυθιστόρημα, αναδεικνύεται ειδικότερα ο ρόλος του πολιτικού ισλάμ ως εργαλείου εσωτερικής άλωσης των σύγχρονων δημοκρατιών μας και της «απόγνωσης» των πολιτών λόγω της πολιτισμικής κατάπτωσης της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας και των διάφορων πολιτικών «ηγετών»
. Αυτό το θέμα αναδείχθηκε προφητικά σε συνέδριο που διοργάνωσα πριν μερικά χρόνια στο Ευρωκοινοβούλιο για την «Ριζοσπαστικοποίηση και τρομοκρατία ενάντια στις ευρωπαϊκές δημοκρατίες». Τις προάλλες, στο Ευρωκοινοβούλιο αναφέρθηκα στο εξτρεμιστικό πολιτικό ισλάμ, εξηγώντας ότι ο «προστάτης» τέτοιων φονιάδων, όπως «Χαμάς» και «Αδελφών Μουσουλμάνων», είναι ο νεοσουλτάνος Ερντογάν. Η στάση μου δυσανασχέτησε τους «συμμάχους» των μουλλάδων στην ΕΕ και στην Κύπρο τους γνωστούς πατριδοκάπηλους που πάνω από την πατρίδα θέτουν την προβολή τους και για αυτό απέκρυψαν την παρέμβασή μου. Και καθώς στην Γαλλία κι αλλού η απόγνωση ενδυναμώνει τα άκρα, η παρακμή και οι στρεβλώσεις οδηγούν σε περαιτέρω κοινωνικό διχασμό.
Παρακμιακά φαινόμενα έχουμε και στην Κύπρο στις μέρες μας, με συχνότερο τις μεγαλοστομίες στον κομματικό ανταγωνισμό περί ιδεολογίας ή πατρίδας, ενώ υπεράνω είναι το ατομικό συμφέρον. Έτσι εξηγείται όταν λεγόμενοι «ακραιφνείς εθνικόφρονες» στα δεξιά, ψηφίζουν οργανωμένα …τον υποψήφιο του ΑΚΕΛ. Έτσι εξηγείται όταν οι «προοδευτικοί» και «αντιφασίστες» στην αριστερά κατηγορούν τον Πρόεδρο ότι «δεν θέλει λύση», ευθυγραμμιζόμενοι με τον ισλαμοφασίστα στην Άγκυρα που «θέλει λύση» δύο κρατών! Κι έναντι του τουρκικού επεκτατισμού, έχουμε τους πατριδοκάπηλους πρόθυμους να μας οδηγήσουν σε … νέες «ηρωικές ήττες» για την αυτοπροβολή τους.
Καταληκτικά, η παρακμή δεν ανατρέπεται με υποταγή, αλλά με ανάληψη ευθύνης από τους σκεπτόμενους πολίτες που αποτελούν την διαχρονική σωτηρία των και της πατρίδας.
GEOPOLITICO
Ρούμπιο στην Πνύκα: Τι μας είπε για την Ελλάδα και τη Δύση — και τι δεν μας είπε, αλλά άφησε να εννοηθεί
Του Θεόδωρου Ατματζίδη
Ο Ρούμπιο δεν επέλεξε τυχαία την Πνύκα για να απευθυνθεί στην Ευρώπη και στον δυτικό κόσμο. Από τον χώρο που συνδέθηκε με την αθηναϊκή δημοκρατία, αναγνώρισε ότι η αρχαία Ελλάδα εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς για τον δυτικό πολιτισμό, όχι μόνο εξαιτίας των πολιτικών της ιδεών, αλλά και λόγω των αξιών, του καθήκοντος, της τιμής και της προθυμίας των ανθρώπων της να υπερασπιστούν όσα θεωρούσαν σημαντικά. Η Ελλάδα, όπως ανέφερε, παραμένει ένα πρότυπο συμμάχου για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το μήνυμά του, ωστόσο, δεν ήταν απλώς ένας ιστορικός έπαινος. Ο Ρούμπιο μίλησε για μια Δύση που βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι, προειδοποιώντας ότι η επόμενη δεκαετία θα επηρεάσει την πορεία του επόμενου αιώνα. Αναφέρθηκε στην ανάγκη ενίσχυσης της εθνικής ισχύος, της αμυντικής ικανότητας, της βιομηχανικής παραγωγής και της τεχνολογικής υπεροχής. Κάλεσε, ουσιαστικά, την Ευρώπη να εγκαταλείψει τον εφησυχασμό και να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για την ασφάλεια και το μέλλον της.
Εδώ βρίσκεται, κατά την εκτίμησή μου, το βαθύτερο νόημα της ομιλίας του: η Ελλάδα που γέννησε ιδέες και αξίες τις οποίες θαυμάζει ακόμη ο κόσμος αποτελεί ένα σημαντικό ιστορικό κεφάλαιο. Η Ελλάδα του σήμερα, όμως, και μαζί της η Ευρώπη, καλούνται να αποδείξουν στην πράξη ότι μπορούν να υπερασπιστούν όσα κληρονόμησαν. Η ιστορία προσφέρει κύρος και ταυτότητα· δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση ασφάλειας.
Ο Ρούμπιο αναγνώρισε με σαφήνεια τη διαχρονική συμβολή της Ελλάδας. Ο προβληματισμός όμως είναι στο τι συνεπάγεται αυτή η αναγνώριση στο σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον, όπου οι πόλεμοι, ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων, οι απειλές κατά των θαλάσσιων οδών και η αμφισβήτηση της διεθνούς τάξης διαμορφώνουν ένα ολοένα πιο απαιτητικό περιβάλλον ασφαλείας.
Τώρα που κάθισε η σκόνη μετά την επίσκεψη του Ρούμπιο, είναι σκόμιμο να εξετάσουμε πώς μπορούμε να κάνουμε μια γρήγορη και ψύχραιμη αποτίμησή της:
- τι ειπώθηκε,
- τι συμφωνήθηκε,
- τι δεν ειπώθηκε και
- ποιες πρακτικές συνέπειες μπορεί να έχει για την Ελλάδα.
Τι δεν μας είπε — και τι πρέπει να εξετάσουμε
Στην ομιλία της Πνύκας δεν διατυπώθηκε κάποια νέα, συγκεκριμένη αμερικανική εγγύηση για την αντιμετώπιση των απειλών που αφορούν ειδικά την Ελλάδα. Δεν παρουσιάστηκε δημόσια ένα νέο πλαίσιο αντιμετώπισης πιθανής ελληνοτουρκικής κρίσης ούτε δόθηκαν συγκεκριμένες δεσμεύσεις για το πώς θα αντιδρούσε η Ουάσιγκτον σε περίπτωση αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας.
Αυτό σημαίνει ότι παρόλο που υπάρχουν διμερείς συμφωνίες, αμυντική συνεργασία και δίαυλοι στρατηγικού διαλόγου, πρέπει να διακρίνουμε την πολιτική αναγνώριση και τη συμμαχική συνεργασία από τις συγκεκριμένες δεσμεύσεις που αφορούν την αντιμετώπιση μιας κρίσης.
Εξάλλου, οι ΗΠΑ διαμορφώνουν την πολιτική τους με βάση τα δικά τους εθνικά συμφέροντα. Η Ελλάδα αποτελεί σημαντικό σύμμαχο, προσφέρει στρατηγικές υποδομές και διευκολύνσεις, συμβάλλει στην ασφάλεια της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ και διαθέτει κρίσιμη γεωγραφική θέση στην Ανατολική Μεσόγειο. Όλα αυτά ενισχύουν τη σημασία της για την Ουάσιγκτον, αλλά δεν καταργούν την ανάγκη η Αθήνα να διαμορφώνει τη δική της στρατηγική και να διατηρεί αξιόπιστη αποτρεπτική ικανότητα.
Η ίδια η επίσκεψη, άλλωστε, συνοδεύτηκε από συγκεκριμένες ανακοινώσεις για την ελληνοαμερικανική συνεργασία στην άμυνα, στην ασφάλεια και στην ανταλλαγή πληροφοριών για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας. Συνεπώς, η ουσία είναι ανάμεσα στις υπαρκτές συμφωνίες και στις πρόσθετες εγγυήσεις που δεν ανακοινώθηκαν δημόσια.
Για την Ελλάδα, αυτή η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία. Η χώρα μας δεν βρίσκεται αντιμέτωπη μόνο με τις ευρύτερες απειλές που απασχολούν τη Δύση. Έχει και συγκεκριμένες εθνικές προτεραιότητες: την προστασία της κυριαρχίας της, την αποτροπή στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, την ασφάλεια της Κύπρου, την προστασία των θαλάσσιων και ενεργειακών υποδομών και τη διατήρηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας των Ενόπλων Δυνάμεων.
Η αμερικανική στρατηγική προσέγγιση δεν μπορεί να θεωρείται ότι ταυτίζεται αυτόματα με όλες τις ελληνικές προτεραιότητες. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να διατηρεί τις σχέσεις της με τους συμμάχους και τους περιφερειακούς εταίρους της, ενώ η Αθήνα οφείλει να διασφαλίζει ότι οι δικές της ανησυχίες λαμβάνονται ουσιαστικά υπόψη. Γι’ αυτό και η αξία της συμμαχίας κρίνεται όχι μόνο από τις δημόσιες δηλώσεις, αλλά και από το αποτέλεσμα της διπλωματίας, της αμυντικής συνεργασίας και της διαχείρισης συγκεκριμένων κρίσεων.
Η Ελλάδα οφείλει να μετατρέψει το ιστορικό κεφάλαιο σε στρατηγική ισχύ
Το μήνυμα της Πνύκας πρέπει, επομένως, να λειτουργήσει και ως αφορμή για έναν δικό μας απολογισμό. Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, η συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι αμυντικές της δυνατότητες και ο ρόλος της στις περιφερειακές ενεργειακές και μεταφορικές υποδομές δημιουργούν σημαντικές ευκαιρίες. Αυτές, όμως, αποκτούν πραγματική αξία μόνο όταν εντάσσονται σε έναν συνεκτικό σχεδιασμό εθνικής ασφάλειας.
Απαιτούνται ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα, σύγχρονη αμυντική βιομηχανία, επένδυση στην τεχνολογία, αποτελεσματικές υπηρεσίες πληροφοριών, προστασία κρίσιμων υποδομών και ουσιαστικός συντονισμός εξωτερικής πολιτικής και άμυνας. Απαιτείται, επίσης, να αξιοποιούμε τη στρατηγική μας θέση με τρόπο που να ενισχύει μετρήσιμα την εθνική ασφάλεια και την οικονομία, χωρίς να συγχέουμε τη γεωπολιτική αξία της χώρας με την αυτόματη εξασφάλιση των συμφερόντων της.
Ο Ρούμπιο μας θύμισε τι υπήρξε η Ελλάδα και πόσο βαθιά επηρέασε τον δυτικό κόσμο. Το σημερινό όμως ερώτημα είναι τι είμαστε σήμερα και τι είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε για να διατηρήσουμε τη θέση μας σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου ανταγωνισμού και κινδύνων.
Οι σύμμαχοι μπορούν να αναγνωρίσουν την ιστορία μας, να συνεργαστούν μαζί μας και να επενδύσουν στη στρατηγική μας σημασία. Την ευθύνη, όμως, για την υπεράσπιση των εθνικών μας συμφερόντων δεν μπορούμε να την εκχωρήσουμε σε κανέναν. Η ιστορική κληρονομιά αποκτά σύγχρονο νόημα όταν συνοδεύεται από ισχύ, ετοιμότητα, στρατηγική συνέπεια και την πολιτική βούληση να υπερασπιστούμε όσα θεωρούμε ζωτικά για τη χώρα.
Αυτό είναι, τελικά, το ουσιαστικό μήνυμα που αξίζει να κρατήσουμε από την ομιλία του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών στην Πνύκα: ο θαυμασμός για το παρελθόν έχει αξία, αλλά η ασφάλεια και η θέση ενός κράτους στο διεθνές σύστημα καθορίζονται από τις επιλογές και τις πράξεις του στο παρόν.!!
Απόψεις
Η επανάσταση των νέων στην Ευρώπη, όταν οι ηγεσίες δεν ακούν, τότε οι δρόμοι γεμίζουν
Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που οι πολιτικές της ηγεσίες δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν. Από τα σχολεία της Γαλλίας μέχρι τους δρόμους της Γερμανίας και τις αγροτικές κινητοποιήσεις, η νεολαία αντιδρά. Δεν διαμαρτύρεται για ένα και μόνο ζήτημα, αλλά για το μέλλον που της προσφέρουν.
Εκπαίδευση, εργασία, στέγαση, άμυνα και πρωτογενής τομέας συνθέτουν τα κομμάτια της δυσαρέσκειας, με κοινό παρονομαστή την αίσθηση ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται χωρίς να υπολογίζονται οι συνέπειες για τις επόμενες γενιές.
Στη Γαλλία, οι μαθητικές κινητοποιήσεις των τελευταίων ημερών ανέδειξαν με ένταση τα προβλήματα του εκπαιδευτικού συστήματος. Ελλείψεις εκπαιδευτικών, πολυπληθή τμήματα, φθαρμένες σχολικές υποδομές και άνισες ευκαιρίες μάθησης έχουν οδηγήσει χιλιάδες νέους στους δρόμους. Στις κινητοποιήσεις εκφράζεται αλληλεγγύη και από εκπαιδευτικούς, ενώ το αίτημα δεν περιορίζεται σε καλύτερες συνθήκες μέσα στις σχολικές αίθουσες. Είναι η απαίτηση για μια εκπαίδευση που θα δίνει πραγματικές προοπτικές και όχι απλώς θα πιστοποιεί, μέσα από εξετάσεις, τις ανισότητες που ήδη υπάρχουν.
Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη γενικότερη υποχώρηση των μαθησιακών επιδόσεων που καταγράφεται σε διεθνείς αξιολογήσεις, όπως το πρόγραμμα PISA του ΟΟΣΑ. Η κατανόηση κειμένου, τα μαθηματικά και οι βασικές δεξιότητες αποτελούν θεμέλια για κάθε κοινωνία που θέλει να προοδεύσει. Όταν οι επιδόσεις υποχωρούν και οι ανισότητες διευρύνονται, το πρόβλημα δεν αφορά μόνο το σχολείο. Αφορά την παραγωγικότητα, την κοινωνική συνοχή και την ικανότητα των νέων να σταθούν με αυτοπεποίθηση σε έναν κόσμο που αλλάζει. Η εκπαίδευση δεν είναι δαπάνη που πρέπει απλώς να περιοριστεί, είναι επένδυση στο μέλλον.
Στον πρωτογενή τομέα, οι αντιδράσεις έχουν διαφορετική αφετηρία, αλλά παρόμοια αγωνία. Οι νέοι αγρότες βλέπουν το κόστος παραγωγής, τις πιέσεις στις τιμές και την αβεβαιότητα για το εισόδημά τους να απειλούν τη δυνατότητα να συνεχίσουν τις οικογενειακές εκμεταλλεύσεις ή να δημιουργήσουν τις δικές τους. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική, οι όροι του ανταγωνισμού και οι εμπορικές συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη συμφωνία με τη Mercosur, βρίσκονται στο επίκεντρο των ανησυχιών. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί προβάλλουν τα οφέλη του εμπορίου, όμως οι παραγωγοί ζητούν εγγυήσεις ότι δεν θα επωμιστούν δυσανάλογο κόστος και ότι τα εισαγόμενα προϊόντα θα ανταγωνίζονται με ισοδύναμους όρους.
Η ίδια αγωνία φάνηκε και στην Ελλάδα, όπου οι αγροτικές κινητοποιήσεις ανέδειξαν την πίεση που δέχεται ο πρωτογενής τομέας. Οι νέοι αγρότες έχουν κάθε λόγο να αναρωτιούνται αν μπορούν να χτίσουν το μέλλον τους στην ύπαιθρο, όταν η οικονομική βιωσιμότητα της παραγωγής παραμένει ζητούμενο. Χωρίς ανανέωση των γενεών, η εγκατάλειψη της γης δεν είναι μόνο αγροτικό πρόβλημα. Αφορά την επισιτιστική ασφάλεια, την περιφερειακή ανάπτυξη και τη δυνατότητα της χώρας να παράγει.
Στη Γερμανία, χιλιάδες μαθητές και νέοι διαδήλωσαν ενάντια στην πιθανή επαναφορά της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας. Η κυβέρνηση επιδιώκει να ενισχύσει τις δυνατότητες των ενόπλων δυνάμεων σε ένα επιβαρυμένο περιβάλλον ασφάλειας. Οι νέοι, ωστόσο, εκφράζουν την αντίθεσή τους στην προοπτική να κληθούν σε στρατιωτική υπηρεσία και αμφισβητούν το τίμημα που μπορεί να έχει αυτή η πολιτική για τη ζωή και τις επιλογές τους. Η σύγκρουση αυτή αποκαλύπτει ένα δύσκολο ερώτημα: πώς συμβιβάζονται οι ανάγκες ασφάλειας ενός κράτους με τις προσδοκίες μιας γενιάς που θέλει να αποφασίζει η ίδια για το μέλλον της;
Την ίδια ώρα, η στεγαστική κρίση και η αβεβαιότητα στην αγορά εργασίας κάνουν ακόμη δυσκολότερη την ανεξαρτητοποίηση των νέων. Όταν η πρόσβαση σε ένα αξιοπρεπές σπίτι γίνεται οικονομικά απρόσιτη και η σταθερή εργασία μοιάζει μακρινός στόχος, η δυσαρέσκεια δεν μένει στην ιδιωτική ζωή. Μετατρέπεται σε κοινωνική και πολιτική αντίδραση.
Το πρόβλημα των ευρωπαϊκών ηγεσιών είναι ότι συχνά αντιμετωπίζουν κάθε κινητοποίηση ξεχωριστά, σαν να πρόκειται για απομονωμένα περιστατικά. Όμως η κοινή εικόνα είναι σαφής: μια γενιά ζητά να έχει λόγο στις αποφάσεις που καθορίζουν την εκπαίδευση, την εργασία, τη στέγαση, την αγροτική παραγωγή και την ασφάλειά της. Και όταν δεν βρίσκει απαντήσεις στους θεσμούς, βγαίνει στους δρόμους.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να μιλά για δημογραφική αναγέννηση, ανταγωνιστικότητα και στρατηγική αυτονομία, την ίδια στιγμή που οι νέοι δυσκολεύονται να σπουδάσουν, να εργαστούν, να στεγαστούν και να σχεδιάσουν τη ζωή τους. Η νεολαία δεν είναι ένα επικοινωνιακό ακροατήριο ούτε μια γενιά που πρέπει να περιμένει υπομονετικά τη σειρά της. Είναι το αύριο της Ευρώπης, και το αύριο δεν οικοδομείται με αποφάσεις ερήμην του.
Όταν οι νέοι εξεγείρονται, το ερώτημα δεν είναι απλώς ποιος βρίσκεται πίσω από τις διαμαρτυρίες. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι δεν λειτουργεί, ποιες ανάγκες αγνοήθηκαν και γιατί οι θεσμοί άφησαν την απόσταση ανάμεσα στις αποφάσεις τους και στην καθημερινότητα των πολιτών να μεγαλώσει τόσο. Αν οι ηγεσίες συνεχίσουν να βλέπουν μόνο την επιφάνεια, κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωπες με τις συνέπειες των δικών τους επιλογών. Γιατί μια γενιά που αισθάνεται ότι δεν έχει μέλλον, αργά ή γρήγορα θα απαιτήσει να αλλάξει το παρόν.
Οι πολιτικές ηγεσίες εξακολουθούν, σε πολλές περιπτώσεις, να λαμβάνουν αποφάσεις έχοντας στο μυαλό τους ένα πολιτικό ακροατήριο άλλων εποχών, με διαφορετικές προσλαμβάνουσες, διαφορετικές ανάγκες και διαφορετική σχέση με την πολιτική. Όμως αυτό το ακροατήριο έχει αλλάξει και είναι η σημερινή νεολαία. Οι νέοι εμφανίζονται όλο και πιο αποστασιοποιημένοι από τις παραδοσιακές πολιτικές πρακτικές και τις καθιερωμένες ρητορικές, τις οποίες δεν αποδέχονται πλέον αβασάνιστα, όπως ενδεχομένως συνέβαινε σε προηγούμενες δεκαετίες. Διαθέτουν πρόσβαση στην πληροφορία, συγκρίνουν, αμφισβητούν και διαμορφώνουν τη δική τους κρίση, χωρίς να θεωρούν δεδομένο ότι οι πολιτικές υποσχέσεις ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Όταν, λοιπόν, οι ηγεσίες δεν αντιλαμβάνονται αυτή την αλλαγή και συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τους νέους ως ένα παθητικό ακροατήριο, που θα αποδεχθεί τις αποφάσεις τους χωρίς ουσιαστική αντίδραση, τότε το χάσμα μεγαλώνει. Η περιθωριοποίηση των αναγκών και των προσδοκιών τους δεν οδηγεί αναγκαστικά στην αδιαφορία, αλλά μπορεί να μετατραπεί σε δυναμική αμφισβήτηση και μαζική κινητοποίηση. Η σημερινή νεολαία δεν ζητά απλώς να ακουστεί, απαιτεί να ληφθεί υπόψη. Και όταν διαπιστώνει ότι οι αποφάσεις που καθορίζουν το μέλλον της λαμβάνονται ερήμην της, επιλέγει να διεκδικήσει τη θέση της στην κοινωνία και να στείλει το δικό της πολιτικό μήνυμα, όχι μόνο μέσα από την κάλπη, αλλά και μέσα από τους δρόμους.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας