Ακολουθήστε μας

Απόψεις

Περιμένουν λύση από την Τουρκία! Ο αυτομαζοχισμός είναι σύνδρομο αθεράπευτο

Δημοσιεύτηκε στις

Τώρα που είναι πλέον ορατό ότι η Τουρκία είναι αποφασισμένη να επιβάλει διά πυρός και σιδήρου τα επεκτατικά της σχέδια σε βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου, εμφανίσθηκαν από το βάθος, οι φωνές της… λογικής. Είναι οι ίδιες φωνές που θεωρούσαν την παρουσία του Ερντογάν ως… ευκαιρία «για λύση των προβλημάτων» του ελληνισμού. Είναι οι ίδιοι που στριμώχνονταν για μια «φώτο οπορτούνιτι» δίπλα στον δικτάτορα, αιμοσταγή Ερντογάν για να δείξουν ποιος είναι ο ηγέτης της λύσης (σ.σ. ο Ταγίπ) και να στέλνουν μηνύματα εκδίκησης σε όσους συμπατριώτες τους… τόλμησαν να απορρίψουν ένα διχοτομικό, ρατσιστικό σχέδιο, το οποίο ήταν κομμένο ραμμένο στα μέτρα του τουρκικού εθνικισμού.  
Και τι προτείνουν; «Να βρεθεί τρόπος να λυθούν τα προβλήματα», λένε και να εξηγηθεί στην Τουρκία τι της συμφέρει. Προφανώς οι ίδιοι, οι οποίοι από πριν το 2004 είχαν διαμορφώσει κανάλια επικοινωνίας με το σουλτανάτο δεν κατάφεραν να εξηγήσουν επαρκώς.

Και ποιος είναι αυτός ο τρόπος, που δεν τον γνωρίζουμε; Στην πραγματικότητα δεν έχουν πρόταση. «Να λυθούν τα προβλήματα», επαναλαμβάνουν και έχουν… κρυμμένη τη φόρμουλα. Πώς; Με τρόπο που να ικανοποιηθεί η Τουρκία για να καλμάρει. Δεν έμαθαν τόσα χρόνια ότι η Τουρκία με αυτή την τακτική αποθρασύνεται; Δεν τους ενδιαφέρει αυτό καθώς πρωτίστως η πολιτική τους είναι να ταΐζουν το θηρίο, που αποδεικνύεται αχόρταγο. 

Το ρεφρέν είναι το ίδιο: «Εάν επιλύαμε το Κυπριακό δεν θα είχαμε όλα αυτά τα ζητήματα με την Τουρκία». Και ποιος ευθύνεται για τη μη λύση του Κυπριακού; Οι Ελληνοκύπριοι; Γιατί, όμως, δεν έλυσε το Κυπριακό, για παράδειγμα, ο Γλαύκος Κληρίδη, ο οποίος θεωρείτο ο «πατριάρχης τους ρεαλισμού»; Ή ο νυν Πρόεδρος, που είναι της ίδιας προσέγγισης; Γιατί δεν το έλυσε ο Δημήτρης Χριστόφιας; Γιατί προφανώς δεν ήθελε η Τουρκία, η οποία ζητά τα πάντα. Οι οπαδοί της όποιας λύσης αυτό δεν το λένε και κατηγορούν την ελληνική πλευρά για μαξιμαλισμό!
Αυτός ο αυτομαζοχισμός είναι σύνδρομο, που είναι αθεράπευτο.  Γίνονται, δυστυχώς, φορείς του τουρκικού εθνικισμού. Κόπτονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα άλλων λαών (και σωστά), πλην όμως όταν πρόκειται για αυτά σε Ελλάδα και Κύπρο αρχίζουν οι κλαψιάρικες αναλύσεις για τις ισορροπίες δυνάμεων.
Οι Παλαιστίνιοι δεν έχουν την ίδια ισχύ με τους Ισραηλινούς, αλλά δεν έχουν παραδοθεί. Και όταν ζητούν απελευθέρωση δεν είναι εθνικιστές, ενώ οι Κύπριοι που διεκδικούν ελευθερία είναι εθνικιστές.
Αποδέχονται ό,τι προτείνεται, την όποια λύση, επειδή θα χαθεί «η ευκαιρία» (το ίδιο ισχύει και σε μια μερίδα στην αντίπερα όχθη, απορρίπτουν συλλήβδην ό,τι προτείνεται).
Η Τουρκία αξιοποιεί όλες τις «ρεαλιστικές» προσεγγίσεις. Όταν, για παράδειγμα, ακούνε πως η Ελλάδα μπορεί να οριοθετήσει με την Αίγυπτο τμηματικά την ΑΟΖ και να αφήσει εκτός το Καστελόριζο, στην Άγκυρα θεωρούν πως το γκριζάρισμα έπιασε τόπο. Ότι δικαιώθηκαν με την πρακτική του εκφοβισμού.
Να λύσουμε τα προβλήματα λοιπόν με την Τουρκία. Και ποιος δεν θέλει. Πώς, όμως, θα γίνει υπό τις σημερινές συνθήκες; Με τη φινλανδοποίηση της Ελλάδας και της Κύπρου; Αυτό είναι το μοντέλο. Αυτό θέλει η Τουρκία και βρίσκει πρόσφορο έδαφος στην ελληνική πλευρά. 
Έχουμε εισέλθει στην πιο κρίσιμη φάση, η Τουρκία τεντώνει το σχοινί, που είναι έτοιμο να σπάσει. Έστω και τώρα, μπορούν να διαμορφωθούν κινήσεις ανάσχεσης και αποτροπής. Διπλωματικά εργαλεία υπάρχουν (ακόμη και στην αμήχανη Ε.Ε.) ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει να ενισχυθεί η αμυντική αποτροπή. Να επιτευχθούν συμμαχίες για θέματα ασφάλειας και να διαμορφωθεί μια στρατηγική για προσέγγιση των Τουρκοκυπρίων. Η λύση του Κυπριακού δεν μπορεί να υπάρξει με ομαλοποίηση με τα κατοχικά δεδομένα. Βαθμηδόν αναγνωρίζεται ανεξάρτητη οντότητα στα κατεχόμενα 
Αυτή τη στιγμή αυτό που προέχει είναι να αποτραπεί ένα θερμό επεισόδιο, να σταματήσει η τουρκική επιθετικότητα. Τα όσα άλλα διατυπώνονται στοχεύουν να υποβαθμίσουν τις επιδιώξεις του τουρκικού ιμπεριαλισμού για να προσαρμοστούν Ελλάδα και Κύπρος σε αυτές. 

costas.venizelos@phileleftheros.com

Φιλελεύθερος

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Απόψεις

Η επανάσταση των νέων στην Ευρώπη, όταν οι ηγεσίες δεν ακούν, τότε οι δρόμοι γεμίζουν

Δημοσιεύτηκε

στις

Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που οι πολιτικές της ηγεσίες δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν. Από τα σχολεία της Γαλλίας μέχρι τους δρόμους της Γερμανίας και τις αγροτικές κινητοποιήσεις, η νεολαία αντιδρά. Δεν διαμαρτύρεται για ένα και μόνο ζήτημα, αλλά για το μέλλον που της προσφέρουν.

Εκπαίδευση, εργασία, στέγαση, άμυνα και πρωτογενής τομέας συνθέτουν τα κομμάτια της δυσαρέσκειας, με κοινό παρονομαστή την αίσθηση ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται χωρίς να υπολογίζονται οι συνέπειες για τις επόμενες γενιές.

Στη Γαλλία, οι μαθητικές κινητοποιήσεις των τελευταίων ημερών ανέδειξαν με ένταση τα προβλήματα του εκπαιδευτικού συστήματος. Ελλείψεις εκπαιδευτικών, πολυπληθή τμήματα, φθαρμένες σχολικές υποδομές και άνισες ευκαιρίες μάθησης έχουν οδηγήσει χιλιάδες νέους στους δρόμους. Στις κινητοποιήσεις εκφράζεται αλληλεγγύη και από εκπαιδευτικούς, ενώ το αίτημα δεν περιορίζεται σε καλύτερες συνθήκες μέσα στις σχολικές αίθουσες. Είναι η απαίτηση για μια εκπαίδευση που θα δίνει πραγματικές προοπτικές και όχι απλώς θα πιστοποιεί, μέσα από εξετάσεις, τις ανισότητες που ήδη υπάρχουν.

Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη γενικότερη υποχώρηση των μαθησιακών επιδόσεων που καταγράφεται σε διεθνείς αξιολογήσεις, όπως το πρόγραμμα PISA του ΟΟΣΑ. Η κατανόηση κειμένου, τα μαθηματικά και οι βασικές δεξιότητες αποτελούν θεμέλια για κάθε κοινωνία που θέλει να προοδεύσει. Όταν οι επιδόσεις υποχωρούν και οι ανισότητες διευρύνονται, το πρόβλημα δεν αφορά μόνο το σχολείο. Αφορά την παραγωγικότητα, την κοινωνική συνοχή και την ικανότητα των νέων να σταθούν με αυτοπεποίθηση σε έναν κόσμο που αλλάζει. Η εκπαίδευση δεν είναι δαπάνη που πρέπει απλώς να περιοριστεί, είναι επένδυση στο μέλλον.

Στον πρωτογενή τομέα, οι αντιδράσεις έχουν διαφορετική αφετηρία, αλλά παρόμοια αγωνία. Οι νέοι αγρότες βλέπουν το κόστος παραγωγής, τις πιέσεις στις τιμές και την αβεβαιότητα για το εισόδημά τους να απειλούν τη δυνατότητα να συνεχίσουν τις οικογενειακές εκμεταλλεύσεις ή να δημιουργήσουν τις δικές τους. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική, οι όροι του ανταγωνισμού και οι εμπορικές συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη συμφωνία με τη Mercosur, βρίσκονται στο επίκεντρο των ανησυχιών. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί προβάλλουν τα οφέλη του εμπορίου, όμως οι παραγωγοί ζητούν εγγυήσεις ότι δεν θα επωμιστούν δυσανάλογο κόστος και ότι τα εισαγόμενα προϊόντα θα ανταγωνίζονται με ισοδύναμους όρους.

Η ίδια αγωνία φάνηκε και στην Ελλάδα, όπου οι αγροτικές κινητοποιήσεις ανέδειξαν την πίεση που δέχεται ο πρωτογενής τομέας. Οι νέοι αγρότες έχουν κάθε λόγο να αναρωτιούνται αν μπορούν να χτίσουν το μέλλον τους στην ύπαιθρο, όταν η οικονομική βιωσιμότητα της παραγωγής παραμένει ζητούμενο. Χωρίς ανανέωση των γενεών, η εγκατάλειψη της γης δεν είναι μόνο αγροτικό πρόβλημα. Αφορά την επισιτιστική ασφάλεια, την περιφερειακή ανάπτυξη και τη δυνατότητα της χώρας να παράγει.

Στη Γερμανία, χιλιάδες μαθητές και νέοι διαδήλωσαν ενάντια στην πιθανή επαναφορά της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας. Η κυβέρνηση επιδιώκει να ενισχύσει τις δυνατότητες των ενόπλων δυνάμεων σε ένα επιβαρυμένο περιβάλλον ασφάλειας. Οι νέοι, ωστόσο, εκφράζουν την αντίθεσή τους στην προοπτική να κληθούν σε στρατιωτική υπηρεσία και αμφισβητούν το τίμημα που μπορεί να έχει αυτή η πολιτική για τη ζωή και τις επιλογές τους. Η σύγκρουση αυτή αποκαλύπτει ένα δύσκολο ερώτημα: πώς συμβιβάζονται οι ανάγκες ασφάλειας ενός κράτους με τις προσδοκίες μιας γενιάς που θέλει να αποφασίζει η ίδια για το μέλλον της;

Την ίδια ώρα, η στεγαστική κρίση και η αβεβαιότητα στην αγορά εργασίας κάνουν ακόμη δυσκολότερη την ανεξαρτητοποίηση των νέων. Όταν η πρόσβαση σε ένα αξιοπρεπές σπίτι γίνεται οικονομικά απρόσιτη και η σταθερή εργασία μοιάζει μακρινός στόχος, η δυσαρέσκεια δεν μένει στην ιδιωτική ζωή. Μετατρέπεται σε κοινωνική και πολιτική αντίδραση.

Το πρόβλημα των ευρωπαϊκών ηγεσιών είναι ότι συχνά αντιμετωπίζουν κάθε κινητοποίηση ξεχωριστά, σαν να πρόκειται για απομονωμένα περιστατικά. Όμως η κοινή εικόνα είναι σαφής: μια γενιά ζητά να έχει λόγο στις αποφάσεις που καθορίζουν την εκπαίδευση, την εργασία, τη στέγαση, την αγροτική παραγωγή και την ασφάλειά της. Και όταν δεν βρίσκει απαντήσεις στους θεσμούς, βγαίνει στους δρόμους.

Η Ευρώπη δεν μπορεί να μιλά για δημογραφική αναγέννηση, ανταγωνιστικότητα και στρατηγική αυτονομία, την ίδια στιγμή που οι νέοι δυσκολεύονται να σπουδάσουν, να εργαστούν, να στεγαστούν και να σχεδιάσουν τη ζωή τους. Η νεολαία δεν είναι ένα επικοινωνιακό ακροατήριο ούτε μια γενιά που πρέπει να περιμένει υπομονετικά τη σειρά της. Είναι το αύριο της Ευρώπης, και το αύριο δεν οικοδομείται με αποφάσεις ερήμην του.

Όταν οι νέοι εξεγείρονται, το ερώτημα δεν είναι απλώς ποιος βρίσκεται πίσω από τις διαμαρτυρίες. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι δεν λειτουργεί, ποιες ανάγκες αγνοήθηκαν και γιατί οι θεσμοί άφησαν την απόσταση ανάμεσα στις αποφάσεις τους και στην καθημερινότητα των πολιτών να μεγαλώσει τόσο. Αν οι ηγεσίες συνεχίσουν να βλέπουν μόνο την επιφάνεια, κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωπες με τις συνέπειες των δικών τους επιλογών. Γιατί μια γενιά που αισθάνεται ότι δεν έχει μέλλον, αργά ή γρήγορα θα απαιτήσει να αλλάξει το παρόν.

Οι πολιτικές ηγεσίες εξακολουθούν, σε πολλές περιπτώσεις, να λαμβάνουν αποφάσεις έχοντας στο μυαλό τους ένα πολιτικό ακροατήριο άλλων εποχών, με διαφορετικές προσλαμβάνουσες, διαφορετικές ανάγκες και διαφορετική σχέση με την πολιτική. Όμως αυτό το ακροατήριο έχει αλλάξει και είναι η σημερινή νεολαία. Οι νέοι εμφανίζονται όλο και πιο αποστασιοποιημένοι από τις παραδοσιακές πολιτικές πρακτικές και τις καθιερωμένες ρητορικές, τις οποίες δεν αποδέχονται πλέον αβασάνιστα, όπως ενδεχομένως συνέβαινε σε προηγούμενες δεκαετίες. Διαθέτουν πρόσβαση στην πληροφορία, συγκρίνουν, αμφισβητούν και διαμορφώνουν τη δική τους κρίση, χωρίς να θεωρούν δεδομένο ότι οι πολιτικές υποσχέσεις ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Όταν, λοιπόν, οι ηγεσίες δεν αντιλαμβάνονται αυτή την αλλαγή και συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τους νέους ως ένα παθητικό ακροατήριο, που θα αποδεχθεί τις αποφάσεις τους χωρίς ουσιαστική αντίδραση, τότε το χάσμα μεγαλώνει. Η περιθωριοποίηση των αναγκών και των προσδοκιών τους δεν οδηγεί αναγκαστικά στην αδιαφορία, αλλά μπορεί να μετατραπεί σε δυναμική αμφισβήτηση και μαζική κινητοποίηση. Η σημερινή νεολαία δεν ζητά απλώς να ακουστεί, απαιτεί να ληφθεί υπόψη. Και όταν διαπιστώνει ότι οι αποφάσεις που καθορίζουν το μέλλον της λαμβάνονται ερήμην της, επιλέγει να διεκδικήσει τη θέση της στην κοινωνία και να στείλει το δικό της πολιτικό μήνυμα, όχι μόνο μέσα από την κάλπη, αλλά και μέσα από τους δρόμους.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Κυριάκος Μητσοτάκης σε μοναστήρια: Πολιτική συνέπεια ή μια νέα Βαβέλ της εποχής μας;

Χριστιανική γραμματεία, ιεροί κανόνες, κανονικό δίκαιο, γεωπολιτική και βιο-ηθική. Άρθρο γνώμης του Δρ. Αλέξιου Παναγόπουλου.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Γράφει ο Ακαδημαϊκός και Καθηγητής DDDr. Dr.Habil  Alexios P. Panagopoulos.
Η πρόσφατη παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη σε ορθόδοξες μονές επαναφέρει ένα ουσιώδες ζήτημα πολιτικής και κοινωνικής συνέπειας: ποια είναι η οριακή σχέση των πολιτικών, μεταξύ της δημόσιας παρουσίας των πολιτικών, σε εκκλησιαστικούς χώρους και των πολιτικών και νομοθετικών επιλογών τους;
Στις 2 Οκτωβρίου 2026, ο πρωθυπουργός επισκέφθηκε την Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου στον Όλυμπο, όπου τον υποδέχθηκαν ο Μητροπολίτης Κίτρους Γεώργιος και ο καθηγούμενος Μάξιμος. Στις 8 Οκτωβρίου επισκέφθηκε την Ιερά Μονή Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Ορμύλια Χαλκιδικής, όπου έγινε δεκτός από τον Γέροντα Ελισαίοτης Σίμωνος Πέτρα Αγίου Όρους, την ηγουμένη Γερόντισσα Νικοδήμη και μέλη της μοναστικής κοινότητας. Οι επισκέψεις καταγράφηκαν στις επίσημες ανακοινώσεις της πρωθυπουργικής ιστοσελίδας.
Οι επισκέψεις αυτές είναι δημόσια γεγονότα. Η ερμηνεία των πολιτικών τους κινήτρων, όμως, απαιτεί προσοχή. Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν ένας πρωθυπουργός δικαιούται να επισκέπτεται μοναστήρια — ασφαλώς δικαιούται — αλλά αν οι δημόσιες επιλογές του και οι νόμοι που ψηφίζει ανταποκρίνονται στις χριστιανικές αξίες που επικαλείται, στο κανονικό δίκαιο και στο άρθρο 3 του ελληνικού Συντάγματος.
Ο Ν. 5089/2024 και η πολιτική λογοδοσία. Επί πρωθυπουργίας Κυριάκου Μητσοτάκη ψηφίστηκε ο Ν. 5089/2024, ο οποίος καθιέρωσε τον πολιτικό γάμο ομόφυλων ζευγαριών και επέκτεινε τη δυνατότητα υιοθεσίας από ομόφυλους συμβίους/συζύγους. Η νομοθετική μεταβολή προκάλεσε ισχυρή έντονη αντιπαράθεση, ιδίως μεταξύ της μοντέρνας κρατικής νομοθεσίας και της ορθόδοξης εκκλησιαστικής αντίληψης περί γάμου και οικογένειας σύμφωνα με το κανονικό δίκαιο.
Η κριτική μας εστιάζει στην μεγάλη πολιτική ευθύνη, για το πώς συμβιβάζεται με το κανονικό δίκαιο η επίκληση της ελληνικής ιστορικής και χριστιανικής παράδοσης, με μια μοντέρνα νομοθεσία και πολιτική επιλογή που σημαντικό μέρος των Ελλήνων ορθοδόξων πιστών την θεωρεί αντίθετη προς αυτήν;
Η επίσκεψη σε μια μονή δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη μεταμέλειας, ούτε μετανοίας, ούτε αλλαγή πολιτικής νοοτροπίας, όπως ούτε δικαιολογεί τον ισχυρισμό ότι υπάρχει πρόθεση εξαπάτησης. Η συνέπεια κρίνεται από τις πράξεις, τις δημόσιες εξηγήσεις και την ανάληψη πολιτικής ευθύνης. Μάλιστα ενόσω αρχιερέας, έχει διαβάσει και αφορισμό που δεν έχει ανακληθεί!
Από το κανονικό δίκαιο στη βιοπολιτική. Η χριστιανική γραμματεία, οι ιεροί κανόνες και το κανονικό δίκαιο εκφράζουν την εκκλησιαστική παράδοση. Δεν ταυτίζονται με το κάθε νέο κρατικό δίκαιο, αλλά αποτελούν ουσιώδη σημεία αναφοράς για τους πιστούς που διαμορφώνουν τη δημόσια θέση τους βάσει αυτών και του προοιμίου και των άρθρων του ελληνικού Συντάγματος που θεμελιώνουν το κανονικό δίκαιο.
Η γεωπολιτική αφορά επίσης την πολιτισμική συνέχεια και την κοινωνική συνοχή. Η βιοπολιτική εξετάζει τη σχέση εξουσίας και ανθρώπινης ζωής, ενώ η βιοηθική απαιτεί τεκμηριωμένη εξέταση της αξιοπρέπειας και του βέλτιστου συμφέροντος κάθε παιδιού από το ελληνικό συνταγματικό πλαίσιο.
Η «Νέα Βαβέλ» και ο οργουελικός κόσμος λειτουργούν ως προειδοποιητικά σύμβολα μιας κοινωνίας στην οποία η πολιτική επικοινωνία μπορεί να επισκιάσει τον ουσιαστικό διάλογο. Το αίτημα προς τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη είναι να τοποθετηθεί με σαφήνεια απέναντι στις αντιρρήσεις των πολιτών που θεωρούν ότι ο Ν. 5089/2024 συγκρούεται με τη χριστιανική τους συνείδηση και το κανονικό δίκαιο. Η δημόσια αυτοκριτική, η ειλικρινής εξήγηση και η πολιτική λογοδοσία αποτελούν θεμιτές απαιτήσεις σε μια αληθινή δημοκρατία.
Η Ελλάδα χρειάζεται το σεβασμό της Ορθοδοξίας και της θρησκευτικής ελευθερίας, της προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, επιστημονική τεκμηρίωση και ουσιαστικό διάλογο για το μέλλον της οικογένειας και της κοινωνίας. Η παρουσία σε ένα μοναστήρι μπορεί να είναι προσωπική στιγμή περισυλλογής. Η πολιτική συνέπεια, όμως, αποδεικνύεται στον δημόσιο βίο με έργα και πράξεις εκ των νόμων και της ανάκλησης αντιχρίστου νόμων ή κατάργησης αυτών. Αυτά θα περιμέναμε να ακούσουμε να τα λένε οι σεβαστοί ηγούμενοι, καθηγούμενος, μητροπολίτες, κληρικοί και μοναχοί, που έχουν δώσει όρκο στο κανονικό δίκαιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος: «Οι εξελίξεις στο Κυπριακό δεν οδηγούν πουθενά» – Ζητά αλλαγή στρατηγικής και αξιοποίηση της ΕΕ

Σαφές μήνυμα για την ανάγκη επαναξιολόγησης της στρατηγικής στο Κυπριακό έστειλε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος, υποστηρίζοντας ότι οι μέχρι σήμερα υποχωρήσεις δεν έχουν αποφέρει ουσιαστικά αποτελέσματα. Μιλώντας στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου (ΡΙΚ), εξέφρασε έντονο προβληματισμό για την πορεία των συνομιλιών, προειδοποίησε για τον κίνδυνο παγίωσης των τετελεσμένων της κατοχής και κάλεσε τον Ελληνισμό να αξιοποιήσει τις διεθνείς συμμαχίες και τη συμμετοχή Ελλάδας και Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, αναφέρθηκε στη σημασία της διπλωματικής στήριξης του Βατικανού, υπερασπίστηκε τον διάλογο με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και τοποθετήθηκε για την υπόθεση της Μονής Οσίου Αββακούμ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Την ανάγκη αλλαγής πορείας στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας υπογράμμισε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι η σημερινή κατάσταση στο Κυπριακό δεν δημιουργεί προοπτικές ουσιαστικής προόδου.

Σε συνέντευξή του στο ραδιόφωνο του ΡΙΚ, ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου εμφανίστηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι στη μέχρι σήμερα διαχείριση του εθνικού ζητήματος, επισημαίνοντας ότι οι υποχωρήσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς δεν έχουν οδηγήσει στην επιδιωκόμενη λύση.

Ο ίδιος υποστήριξε ότι απαιτείται αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των διεθνών συμμαχιών, της ευρωπαϊκής ιδιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας και των δυνατοτήτων συντονισμένης δράσης του Ελληνισμού.

«Οι εξελίξεις δεν φαίνονται να οδηγούν πουθενά»

Ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος εξέφρασε την ανησυχία του για τη στασιμότητα στο Κυπριακό, εκτιμώντας ότι η συνέχιση της υφιστάμενης πολιτικής δεν φαίνεται να οδηγεί σε ουσιαστική αλλαγή.

Κατά την άποψή του, οι παραχωρήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της προσπάθειας επίτευξης συμφωνίας δεν απέδωσαν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο ζήτημα της διάνοιξης νέων οδοφραγμάτων, υπογραμμίζοντας ότι η διευκόλυνση της μετακίνησης μεταξύ των ελεύθερων και των κατεχόμενων περιοχών δεν μπορεί να ταυτίζεται με την επίλυση του Κυπριακού.

Η τοποθέτησή του επικεντρώθηκε στην ανάγκη να μη μετατοπιστεί το ενδιαφέρον από τη βασική διάσταση του προβλήματος, την οποία προσδιόρισε ως ζήτημα εισβολής, κατοχής και παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ο Μακαριώτατος προειδοποίησε ότι η διατήρηση της σημερινής κατάστασης ενέχει τον κίνδυνο περαιτέρω παγίωσης των τετελεσμένων.

Κατά την εκτίμησή του, η παράταση της εκκρεμότητας μπορεί να δημιουργήσει ευνοϊκότερες συνθήκες για μελλοντικές τουρκικές ενέργειες.

Μήνυμα σε Αθήνα, Λευκωσία και Διασπορά: Συντονισμός και αξιοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Ο Προκαθήμενος της κυπριακής Εκκλησίας κάλεσε τον Ελληνισμό να αντιμετωπίσει το Κυπριακό μέσα από μια περισσότερο συντονισμένη προσπάθεια.

Αναφέρθηκε ιδιαίτερα στη δυνατότητα κινητοποίησης της Ελλάδας, της Κύπρου και των ελληνικών κοινοτήτων του εξωτερικού, επισημαίνοντας ότι υπάρχουν διπλωματικά και πολιτικά εργαλεία τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν.

Στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας του βρέθηκε η ιδιότητα της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο Αρχιεπίσκοπος υποστήριξε ότι η συμμετοχή στην ευρωπαϊκή οικογένεια πρέπει να μεταφράζεται σε ουσιαστική προστασία των δικαιωμάτων των Κυπρίων πολιτών.

«Ό,τι απολαμβάνουν οι άλλοι Ευρωπαίοι, να το απολαύσουμε και εμείς», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Η τοποθέτηση αυτή αποτυπώνει την επιθυμία του να αναδειχθεί εντονότερα η ευρωπαϊκή διάσταση του Κυπριακού, με έμφαση στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στην άρση των συνεπειών της τουρκικής εισβολής.

Κατεχόμενα: «Αποκαθιστούμε εκκλησίες, αλλά δεν επιστρέφουν στη λατρεία»

Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε ο Αρχιεπίσκοπος στην προστασία της θρησκευτικής και πολιτιστικής κληρονομιάς στις κατεχόμενες περιοχές.

Αναφερόμενος στις προσπάθειες συντήρησης και αποκατάστασης εκκλησιαστικών μνημείων, σημείωσε ότι η Εκκλησία της Κύπρου στηρίζει τις σχετικές εργασίες, ώστε να αποφευχθεί η καταστροφή ιστορικών ναών.

Όπως εξήγησε, η χρηματοδότηση των παρεμβάσεων προέρχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, τόσο από την κυπριακή πλευρά όσο και από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ωστόσο, εξέφρασε προβληματισμό για το γεγονός ότι η αποκατάσταση ενός εκκλησιαστικού κτιρίου δεν συνεπάγεται απαραίτητα την επαναφορά του στην αρχική του θρησκευτική χρήση.

Υπάρχουν, όπως ανέφερε, περιπτώσεις ναών που εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται για διαφορετικούς σκοπούς, ακόμη και μετά την ολοκλήρωση των εργασιών συντήρησης.

Ο Αρχιεπίσκοπος ξεκαθάρισε ότι η διατήρηση των μνημείων είναι απαραίτητη, καθώς προστατεύει ένα σημαντικό μέρος της ιστορίας και της ταυτότητας της Κύπρου για τις επόμενες γενιές.

Επισήμανε, ωστόσο, ότι ζητούμενο δεν πρέπει να είναι μόνο η διάσωση των κτιρίων, αλλά και η δυνατότητα να χρησιμοποιούνται εκ νέου για τη λατρεία για την οποία κατασκευάστηκαν.

Διπλωματική στήριξη από το Βατικανό στο Κυπριακό

Ξεχωριστή αναφορά έκανε ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος στον ρόλο της Αγίας Έδρας και στις δυνατότητες που δημιουργούν οι επαφές της Εκκλησίας της Κύπρου με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.

Ο ίδιος εξήγησε ότι ο διάλογος δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε θεολογικά και εκκλησιαστικά θέματα, αλλά συνδέεται και με την προσπάθεια διεθνούς προβολής του Κυπριακού.

«Και στο εθνικό θέμα ζητούμε συμπαράσταση της Αγίας Έδρας, η οποία έχει πολλούς πρέσβεις, νουντσίους, διαπιστευμένους σε όλο τον κόσμο», δήλωσε.

Η αναφορά αφορά το διεθνές διπλωματικό δίκτυο του Βατικανού, το οποίο διαθέτει αποστολικούς νουντσίους σε πολλές χώρες.

Σύμφωνα με τον Αρχιεπίσκοπο, το δίκτυο αυτό μπορεί να συμβάλει στην προβολή των κυπριακών θέσεων και στην ευαισθητοποίηση της διεθνούς κοινότητας.

Η επιδίωξη αυτή εντάσσεται στην ευρύτερη αντίληψή του ότι η επίλυση του Κυπριακού απαιτεί διεθνή κινητοποίηση και αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων διπλωματικών διαύλων.

«Δεν κάναμε καμία υποχώρηση, δεν κάναμε κανένα συλλείτουργο»

Ο Αρχιεπίσκοπος απάντησε και στις επικρίσεις που διατυπώθηκαν για τις επαφές με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.

Υπερασπίστηκε τον θεολογικό διάλογο, τονίζοντας ότι η επιδίωξη επικοινωνίας μεταξύ των Χριστιανικών Εκκλησιών δεν συνεπάγεται εγκατάλειψη των ορθόδοξων δογματικών θέσεων.

«Δεν κάναμε καμία υποχώρηση. Δεν κάναμε κανένα συλλείτουργο», ανέφερε κατηγορηματικά.

Όπως εξήγησε, ο διάλογος αποσκοπεί στην αναζήτηση της κοινής χριστιανικής παράδοσης της πρώτης χιλιετίας, πριν από τη διάσπαση της εκκλησιαστικής ενότητας μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

Ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου υποστήριξε ότι οι θεολογικές διαφορές δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με την άρνηση της επικοινωνίας.

Ερωτηθείς για τις αντιρρήσεις που διατυπώνονται ακόμη και στο εσωτερικό της Ιεράς Συνόδου, διερωτήθηκε πώς είναι δυνατόν να αναζητηθεί η αλήθεια χωρίς διάλογο.

Παράλληλα, επέκρινε τον θρησκευτικό φανατισμό, σημειώνοντας ότι τέτοιες συμπεριφορές στρέφονται όχι μόνο εναντίον ετεροδόξων, αλλά και εναντίον Ορθοδόξων.

Κατά τον Αρχιεπίσκοπο, οι Χριστιανοί οφείλουν να αναζητούν τρόπους συνεργασίας για την αντιμετώπιση σύγχρονων προκλήσεων, χωρίς να παραιτούνται από τις εκκλησιαστικές και δογματικές τους αρχές.

Ανησυχία για τους Χριστιανούς της Μέσης Ανατολής

Η συζήτηση για τη συνεργασία μεταξύ των Εκκλησιών επεκτάθηκε και στην κατάσταση των χριστιανικών κοινοτήτων στη Μέση Ανατολή.

Ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος εξέφρασε ανησυχία για τις συνθήκες που αντιμετωπίζουν χριστιανικοί πληθυσμοί σε περιοχές οι οποίες έχουν πληγεί από πολεμικές συγκρούσεις, διώξεις και πολιτική αστάθεια.

Υποστήριξε ότι οι θρησκευτικοί ηγέτες έχουν ευθύνη να συνεργάζονται με τις πολιτικές αρχές, ώστε να εξασφαλίζονται συνθήκες ασφάλειας και αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Στόχος, όπως εξήγησε, πρέπει να είναι η δυνατότητα των Χριστιανών να παραμείνουν στις πατρογονικές τους εστίες.

Η τοποθέτησή του συνδέεται και με τον ιδιαίτερο ιστορικό ρόλο της Κύπρου ως σημείου επαφής μεταξύ της Ευρώπης και των χριστιανικών κοινοτήτων της Ανατολής.

Μονή Οσίου Αββακούμ: Προειδοποίηση προς τους πιστούς

Ο Αρχιεπίσκοπος αναφέρθηκε, τέλος, στην υπόθεση της Μονής Οσίου Αββακούμ και στις εκκλησιαστικές αποφάσεις που έχουν ληφθεί.

Επανέλαβε τη θέση της Εκκλησίας της Κύπρου ότι η καθαίρεση κληρικών συνεπάγεται την απώλεια της δυνατότητάς τους να ασκούν ιερατικά καθήκοντα.

Σύμφωνα με όσα εξήγησε, οι καθαιρεθέντες δεν μπορούν πλέον να τελούν έγκυρες αγιαστικές πράξεις βάσει της εκκλησιαστικής διδασκαλίας και της κανονικής τάξης.

Ο Αρχιεπίσκοπος κάλεσε τους πιστούς να ενημερώνονται για το περιεχόμενο και τις συνέπειες των εκκλησιαστικών αποφάσεων και να μην παρασύρονται από πρόσωπα που έχουν απομακρυνθεί από την ιεροσύνη.

Η παρέμβασή του εντάσσεται στην προσπάθεια της εκκλησιαστικής ηγεσίας να αποσαφηνίσει τη θέση της γύρω από μια υπόθεση που έχει προκαλέσει έντονο δημόσιο ενδιαφέρον στην Κύπρο.

Το μήνυμα της παρέμβασης

Οι τοποθετήσεις του Αρχιεπισκόπου Γεωργίου ανέδειξαν δύο βασικές προτεραιότητες της Εκκλησίας της Κύπρου.

Η πρώτη αφορά τη διατήρηση ενεργού ρόλου στο Κυπριακό, με έμφαση στην ανάγκη αλλαγής στρατηγικής, στον συντονισμό Ελλάδας και Κύπρου και στην αξιοποίηση της διεθνούς διπλωματίας.

Η δεύτερη αφορά τη διατήρηση του θεολογικού διαλόγου και των διεθνών εκκλησιαστικών σχέσεων, τις οποίες ο Αρχιεπίσκοπος αντιμετωπίζει ως δυνατότητα συνεργασίας και υποστήριξης κοινών επιδιώξεων.

Το κεντρικό πολιτικό μήνυμα της συνέντευξης είναι ότι, κατά τον Αρχιεπίσκοπο, η διαχείριση του Κυπριακού δεν πρέπει να εξαντλείται σε επιμέρους κινήσεις, όπως το άνοιγμα οδοφραγμάτων, αλλά να επανέλθει στο επίκεντρο η ουσιαστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας και των πολιτών της.

Παράλληλα, η αναφορά στη διπλωματική επιρροή της Αγίας Έδρας αποτυπώνει την πρόθεση της Εκκλησίας της Κύπρου να αναζητήσει πρόσθετα διεθνή ερείσματα για την ανάδειξη του εθνικού ζητήματος.


 

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Απόψεις25 λεπτά πριν

Η επανάσταση των νέων στην Ευρώπη, όταν οι ηγεσίες δεν ακούν, τότε οι δρόμοι γεμίζουν

Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που οι πολιτικές της ηγεσίες δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν. Από τα σχολεία της Γαλλίας...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Κυριάκος Μητσοτάκης σε μοναστήρια: Πολιτική συνέπεια ή μια νέα Βαβέλ της εποχής μας;

Χριστιανική γραμματεία, ιεροί κανόνες, κανονικό δίκαιο, γεωπολιτική και βιο-ηθική. Άρθρο γνώμης του Δρ. Αλέξιου Παναγόπουλου.

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Η Ελλάδα χρειάζεται εθνική στρατηγική για να επιβιώσει

Το εθνικό κράτος εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό πλαίσιο πολιτικής προστασίας και συλλογικής επιβίωσης. Το τελευταίο μέρος καταλήγει στο ελληνικό...

Ιστορία - Πολιτισμός3 ώρες πριν

Η Ινδία χτίζει το μέλλον χωρίς να εγκαταλείπει το παρελθόν της – Το αναπτυξιακό μοντέλο που συνδυάζει παράδοση, τεχνολογία και οικονομική ισχύ

Από το εμβληματικό Ταζ Μαχάλ και την ιστορική κληρονομιά της Άγκρα μέχρι το Χρηματιστήριο της Βομβάης και την ψηφιακή επανάσταση...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Και πάλι μόνοι: Η Τουρκία και οι ελληνικές αυταπάτες για την αποτροπή

Η οικονομική συνεργασία, η αλλαγή κυβέρνησης στην Άγκυρα και η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας παρουσιάζονται συχνά ως δρόμοι εξουδετέρωσης της...

Δημοφιλή