Διεθνή
Ρωσία: Δημοσίευμα για το ενδεχόμενο πολέμου ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία, οδηγεί σε κάποιες σκέψεις
Ένα εντυπωσιακό από διάφορες απόψεις άρθρο εμφανίστηκε σε γνωστό ρωσικό φιλοκυβερνητικό ιστοχώρο (VZGLYAD), που θεωρούμε ότι αξίζει τον κόπο να αναγνωσθεί με προσοχή στην Ελλάδα, καθώς προσφέρεται για μια σειρά από ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Από το πόσο επιφανειακά και εν τέλει διαστρεβλωτικά προσεγγίζεται η ελληνοτουρκική διένεξη στο στρατιωτικό πεδίο. Από τις αριθμητικές συγκρίσεις χωρίς εξέταση ποιοτικών παραμέτρων, έως τον τρόπο με τον οποίο η εξέλιξη των ελληνοτουρκικών αλληλεπιδρά με τη διένεξη στο ανώτατο στρατηγικό επίπεδο, αυτό του γεωστρατηγικού πλανητικού ανταγωνισμού Ηνωμένων Πολιτειών και Ρωσίας…
Αρχικώς βγήκε το κείμενο εχθές ουδέτερο, μέχρι εκεί που ολοκληρώνονται οι εκτιμήσεις του αναλυτή Τκατσένκο. Σήμερα όμως επανέρχεται ως κεντρικό θέμα, με εμπλουτισμένο περιεχόμενο και κυρίως με έναν τίτλο που εγείρει την απορία τι είναι αυτό που τον υπαγόρευσε: “Σε έναν πόλεμο Τουρκίας – Ελλάδας, η Ρωσία θα υπερασπιστεί τον πιο αδύναμο“… Από το κείμενο αναδεικνύεται -με ποσοτικές κυρίως παραμέτρους- ως αδύνατο μέρος, η Ελλάδα.
Θα μπορούσε το άρθρο και ο τίτλος να αποτελούν προειδοποίηση της Μόσχας προς την τουρκική πλευρά που ευρισκόμενη σε πολλαπλά αδιέξοδα δείχνει κάποια σημάδια ενδεχόμενου εκ νέου προσεταιρισμού του ΝΑΤΟ; Το οποίο φυσικά διαρρηγνύει τα ιμάτιά της, ότι ουδέποτε εγκατέλειψε.
Μήπως η πώληση των S-400 θα αποτελέσει κολοσσιαίο σφάλμα της Μόσχας, αφού στα χέρια της Τουρκίας θα μπορούσαν να αποτελέσουν ισχυρό χαρτί στην προσπάθεια της Δύσης να αναπτύξει τα κατάλληλα ηλεκτρονικά αντίμετρα για να το εξουδετερώσει;
Αν ισχύει αυτό, αποτελεί ταυτόχρονα κίνητρο των ΗΠΑ να μην ενοχλούνται από την προοπτική μιας έντασης Ελλάδας και Τουρκίας την οποία όμως θα μπορούσαν να ελέγξουν διαπραγματευόμενες αυτό που θα τους ενδιέφερε με την Άγκυρα; Η οποία όμως ίσως θεωρεί πως δεν έχει την πολυτέλεια απόλυτης διάρρηξης των δεσμών με τη Μόσχα.
Άλλο ερώτημα που εγείρεται είναι, ποια είναι η ανησυχία της Μόσχας από τις εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά, καθώς οτιδήποτε διχάζει τον νούμερο ένα αντίπαλο, το ΝΑΤΟ, είναι εξ ορισμού θετικό για τη Ρωσική Ομοσπονδία;
Μήπως η διένεξη βολεύει τη ρωσική στρατηγική, καθώς μειώνει τον κίνδυνο αποκλεισμού της από τα θερμά ύδατα της Μεσογείου, με τον πλήρη έλεγχο του Αιγαίου να ασκείται από τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ; Άρα, η απόλυτη επικράτηση μιας πλευράς δεν είναι προς το συμφέρον της Μόσχας, καθώς θα της κόστιζε σε δυνατότητα πραγματοποίησης διπλωματικών ελιγμών.
Και τέλος… Μήπως να προβληματιστούμε για το πόσο επιδερμικά προσεγγίζεται στο στρατιωτικό επίπεδο η ισορροπία δυνάμεων Ελλάδας-Τουρκίας; Οδηγεί σε εξόφθαλμα προβληματικά συμπεράσματα. Μήπως κι εμείς κάνουμε το ίδιο όταν ασχολούμαστε με άλλες διενέξεις που δεν μας εμπλέκουν άμεσα; Ας δούμε όμως το άρθρο:
Του Andrey Rezchikov
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ
Στην παμπάλαια ιστορία εχθρότητας μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, καταγράφεται μια νέα φάση. Η Αθήνα απείλησε την Άγκυρα με επίθεση, εάν οι Τούρκοι αρχίσουν να κάνουν γεωτρήσεις για πετρέλαιο στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. Τα σχέδια της για μια τέτοια άντληση είχε νωρίτερα ανακοινώσει η Τουρκία. Παρά την συμμετοχή τους στο ΝΑΤΟ, και οι δύο χώρες βρίσκονται διαρκώς στα πρόθυρα του πολέμου. Αν θεωρήσουμε ότι τελικά αυτός θα ξεσπάσει, ποια πλευρά έχει τις περισσότερες πιθανότητες να κερδίσει;
Ο Έλληνας υπουργός Άμυνας Νίκος Παναγιωτόπουλος δήλωσε την Παρασκευή ότι η χώρα του είναι έτοιμη να έρθει σε ένοπλη σύγκρουση με την Τουρκία για να υπερασπιστεί την κυριαρχία της. Σύμφωνα με τον ίδιο, το Υπουργείο Άμυνας σημειώνει την αύξηση του αριθμού των τουρκικών προκλήσεων και σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η Αθήνα είναι έτοιμη για τα πάντα, συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής δράσης.
“Η συμπεριφορά της Τουρκίας το τελευταίο διάστημα είναι αρκετά επιθετική. Θεωρώ ότι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσει η Ελλάδα αυτή τη συμπεριφορά, η οποία έχει γενικά μια τάση αυξανόμενης επιθετικότητας, είναι αφενός να εξαντλεί όλα τα διπλωματικά της όπλα και από την άλλη μεριά να μεριμνά για την αύξηση της αποτρεπτικής ισχύος των Ενόπλων Δυνάμεων», δήλωσε ο υπουργός.
Σε μια διευκρινιστική ερώτηση, αν η Ελλάδα είναι έτοιμη για μια λύση μέσω στρατιωτικής σύγκρουσης, ο Παναγιωτόπουλος απάντησε: «Ακριβώς!!” Ωστόσο, πρόσθεσε: «Δεν θέλουμε να φτάσουμε εκεί. Αλλά θέλουμε να καταστήσουμε σαφές προς πάσα κατεύθυνση, ότι θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί για να προασπίσουμε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα σε απόλυτο βαθμό»
Η αφορμή για την νέα διαμάχη προέκυψε πριν από λίγες ημέρες, στην Άγκυρα. Η Turkish Petroleum, κρατική εταιρεία πετρελαίου, δημοσίευσε αιτήσεις για άδεια έρευνας και εξόρυξης υδρογονανθράκων σε περιοχές της Μεσογείου που είναι σαφώς παρακείμενες στα ελληνικά νησιά. Η Αθήνα ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, η υφαλοκρηπίδα τους ανήκει στην Ελλάδα. Αλλά η Άγκυρα αποδεικνύει την ετοιμότητά της να αμφισβητήσει αυτές τις υδάτινες εκτάσεις τόσο de jure όσο και de facto, απειλώντας να αρχίσει τις γεωτρήσεις.
Νωρίτερα αυτήν την εβδομάδα, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας κατηγόρησε την Τουρκία ότι προσπάθησε να καταλάβει κυρίαρχο υπέδαφος της Ελλάδας. Ο Τούρκος πρέσβης κλήθηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας. Την Τετάρτη, ο ίδιος ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έστειλε επιστολή αγανάκτησης προς την ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τις «τουρκικές προκλήσεις». Προειδοποίησε ότι μια πιθανή κλιμάκωση δεν θα οδηγήσει σε ελληνοτουρκική κρίση, αλλά σε κρίση μεταξύ της Τουρκίας και ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο πολιτικός επιστήμονας Στανισλάβ Τκατσένκο, σε συνομιλία που είχε με την εφημερίδα VZGLYAD χαρακτήρισε τις σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας ως «ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια του ΝΑΤΟ». Οι δύο χώρες έχουν μια μακρά σύνθετη ιστορία, και απομένουν πολλά άλυτα ζητήματα, μεταξύ αυτών και εδαφικά.
«Τα δύο έθνη επανειλημμένως έχουν διαφωνήσει για τον έλεγχο των Βαλκανίων και των νησιών του Αιγαίου. Δεν έχουν σταματήσει και οι διαφωνίες γύρω από την βόρεια Κύπρο. Στην Τουρκία υπάρχει ένα μουσείο μίσους για τους Έλληνες, και στην Ελλάδα μνημεία για τα θύματα του αγώνα κατά των Τούρκων. Ωστόσο, τα τελευταία 70 χρόνια οι δύο πλευρές λύνουν τις διαφωνίες τους εντός ενός πολιτισμένου πλαισίου», όπως πιστεύει ο Τκατσένκο.
Ο «βασικός ταραχοποιός» σε αυτήν την κατάσταση, χωρίς αμφιβολία, είναι ο πρόεδρος της Τουρκίας, ο Ταγίπ Ερντογάν, συνεχίζει ο πολιτικός επιστήμονας. «Ο Ερντογάν προσπαθεί να ενισχύσει τη θέση της Τουρκίας στον κόσμο και στην περιφέρεια, και ένα από τα βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση είναι να διεκδικήσει την ελληνική υφαλοκρηπίδα».
Η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ δεν εμπόδισε τις χώρες να συγκρουστούν αρκετές φορές. Η τελευταία φορά ήταν το 1974, λόγω της εμφύλιας σύγκρουσης στην Κύπρο, όπου μέχρι τότε ζούσαν μαζί Έλληνες και Τούρκοι. Στο νησί αποβιβάστηκαν στρατιωτικές δυνάμεις που παραμένουν έκτοτε εκεί. Τους Ελληνοκυπρίους τότε τους στήριξε η Αθήνα.
Έκτοτε ξεσπούν συχνότατα αντιπαραθέσεις μεταξύ των δύο χωρών, και η ηγεσία του ΝΑΤΟ κάθε φορά έπρεπε να παρέμβει σε ρόλο μεσάζοντα. Στην αρχή του έτους η κατάσταση έγινε πάλι έκρυθμη, όταν από την Τουρκία επιχείρησαν να εισέλθουν στην Ελλάδα δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες, κάποιοι από αυτούς φέροντας όπλα.
Μάλιστα, οι τουρκικές δυνάμεις ασφαλείας με κάθε τρόπο βοηθούσαν τους παράνομους να επιτεθούν στα ελληνικά σύνορα, για την υπεράσπιση των οποίων η Αθήνα ήταν αναγκασμένη να θέσει τον στρατό της σε αυξημένη πολεμική ετοιμότητα . Ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τους παρατηρητές, φέτος οι σχέσεις μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας αποδείχθηκαν οι χειρότερες μετά τη σύγκρουση στην Κύπρο.
Σε αυτό το πλαίσιο, στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες έκαναν μια συγκριτική ανάλυση των ενόπλων δυνάμεων των δύο χωρών, θέτοντας ως υπόθεση εργασίας την περίπτωση, σύμφωνα και με την απειλή του υπουργού Παναγιωτοπούλου, τα δύο μέλη του ΝΑΤΟ πράγματι να μπουν σε πόλεμο πλήρους κλίμακος.
«Ο τουρκικός στρατός είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος στο ΝΑΤΟ – 510 χιλιάδες ανθρώπινο δυναμικό. Όχι τυχαία παλαιότερα τον είχαν βάλει στα νότια σύνορα της ΕΣΣΔ. Αυτός ο στρατός ήταν πάντα προετοιμασμένος για σύγκρουση. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου με την ΕΣΣΔ, έπειτα σε διάφορες στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή», δήλωσε ο συντάκτης του περιοδικού «Arsenal Otechestvo» Αλεξέι Λεόνκοφ στην εφημερίδα VZGLYAD.
Στα υπέρ του τουρκικού στρατού είναι και η πρόσφατη επιτυχημένη στρατιωτική εμπειρία που αποκτήθηκε στη Λιβύη και τη Συρία. «Παρά ορισμένες απώλειες, η Τουρκία έχει επιτύχει αποτελέσματα», υπενθύμισε ο ειδικός.
Η Ελλάδα, σε αντίθεση με την Τουρκία, δεν έχει συμμετάσχει σε πολεμικές επιχειρήσεις εδώ και πολύ καιρό. Στην κατάταξη των ευρωπαϊκών στρατών είναι μόνον στην δέκατη θέση και η Τουρκία τρίτη μετά τη Ρωσία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Ο ελληνικός στρατός έχει 160 χιλιάδες άτομα προσωπικό, και ο στρατιωτικός προϋπολογισμός της είναι μισός απ’ αυτόν της Τουρκίας και ανέρχεται σε περίπου 6 δισεκατομμύρια δολάρια.
Ο αριθμός των τεθωρακισμένων οχημάτων μάχης είναι περίπου 4 χιλιάδες και διαθέτει 390 πολεμικά αεροσκάφη. «Η Τουρκία διαθέτει 8,6 χιλιάδες θωρακισμένα, συμπεριλαμβανομένων των τανκς, και 470 αεροσκάφη. Η Τουρκία ξεπερνά τον γείτονά της και στον αριθμό πολεμικών πλοίων. Την Ελλάδα την σώζει μόνον το γεγονός ότι είναι μέλος του ΝΑΤΟ. Σε μια σύγκρουση ένας προς έναν, πιθανότητα δεν θα επιβιώσει», πιστεύει ο Λεόνκοφ.
Ο πρόεδρος της Ακαδημίας Γεωπολιτικών Προβλημάτων, Κωνσταντίν Σίβκοφ, προσθέτει: «αν και η τουρκική αεροπορία υπερτερεί σε αριθμούς, από την ελληνική, εντούτοις, από την άποψη των τεχνικών προδιαγραφών είναι σχεδόν ταυτόσημες, καθώς και οι δύο χώρες χρησιμοποιούν τα F-16.
«Ο τουρκικός στόλος είναι αρκετά ισχυρός και διαθέτει υποβρύχια, πυραυλακάτους, φρεγάτες με πυραύλους. Ο ελληνικός στόλος είναι κατά πολύ ασθενέστερος, τρεις φορές λιγότερος σε αριθμό υποβρυχίων. Έχει τον ίδιο περίπου αριθμό πυραυλακάτων, αλλά όσον αφορά τις φρεγάτες ο τουρκικός στόλος υπερτερεί σημαντικά του ελληνικού», δήλωσε ο Σίβκοφ.
Προς όφελος της Τουρκίας είναι και η ύπαρξη του δικού της στρατιωτικού-βιομηχανικού συμπλέγματος, ιδίως η ικανότητα παραγωγής μεγάλου βεληνεκούς πυραύλου κρουζ SOM. «Οι Τούρκοι έχουν ανεπτυγμένη παραγωγή πυραύλων ‘‘αέρος-εδάφους’’ και αντιαρματικών όπλων. Επιπλέον παράγουν drones…», τονίζει ο Λεόνκοφ.
Από τον 17ο αιώνα, ο τουρκικός στρατός έχει πολεμική εμπειρία, γι’ αυτό ο στρατός έχει αναπτύξει ορισμένες παραδόσεις. «Αν και η Ελλάδα διαθέτει ρωσικά συστήματα S-300, το αποτέλεσμα της σύγκρουσης γι’ αυτήν θα είναι αμφίβολο. Και ο κύριος δείκτης είναι τα πληθυσμιακά μεγέθη. 70 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν στην Τουρκία και 12 εκατομμύρια ζουν στην Ελλάδα. Χάρη σε αυτές τις εφεδρείες, οι Τούρκοι μπορούν να καλέσουν περισσότερους ανθρώπους στα όπλα από τους Έλληνες. Επομένως, όλες οι αναλογίες είναι κατά του ελληνικού στρατού», πιστεύει ο Λεόνκοφ.
Ο Σίβκοφ συμφωνεί ότι σε μια άμεση σύγκρουση οι Τούρκοι έχουν περισσότερες πιθανότητες να κερδίσουν. «Ωστόσο, τα πράγματα δεν θα φτάσουν ποτέ σε αυτό, εκτός εάν η Τουρκία αποστασιοποιηθεί κάποτε από το ΝΑΤΟ. Αλλά ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση, η Συμμαχία μπορεί να πάρει την πλευρά της Ελλάδας. Εάν η Ελλάδα συνεχίσει να τηρεί φιλοαμερικανική γραμμή, τότε για να διασωθεί η νότια πτέρυγα, οι Αμερικανοί θα την υποστηρίξουν», δηλώνει με βεβαιότητα ο ειδήμων.
«Αλλά ακόμα κι αν το ΝΑΤΟ παραμείνει ξαφνικά στο περιθώριο, τότε σε περίπτωση σύγκρουσης, κάποιος σίγουρα θα μεσολαβήσει υπέρ της Ελλάδος. Μπορεί κανείς να προβλέψει εύκολα την κατάσταση στην οποία η Ρωσία και η Τουρκία θα επιδεινώσουν εκ νέου τις σχέσεις τους. Στην νέα διάταξη δυνάμεων που θα δημιουργηθεί, υπέρ της Ελλάδος θα παρέμβει η Ρωσία. Επομένως, δεν υπάρχει λόγος να πούμε ότι η Τουρκία θα νικήσει οπωσδήποτε. Η Ελλάδα μπορεί πάντα να βασίζεται σε σοβαρή στρατηγική υποστήριξη διαφόρων κέντρων ισχύος», συνόψισε ο Σίβκοφ.
www.defence-point.gr
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
