Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Στη Μαδρίτη μας έσυραν σε άτακτη υποχώρηση υπέρ της Τουρκίας! Πώς τα εγκλήματα του Σημίτη οδηγούν έωs και σήμερα σε εθνικές ήττες

Δημοσιεύτηκε στις

Βιβλίο ξεμπροστιάζει τα συνειδητά ψεύδη του πρώην πρωθυπουργού για τη συμφωνία που εξέθρεψε τις φιλοδοξίες των Τούρκων – Ο βρόμικος ρόλος των ΗΠΑ που «έστησαν» το deal

Την ώρα που η Τουρκία έχει αποθρασυνθεί και μετά την υπογραφή του παράνομου συμφώνου με τη Λιβύη κλιμακώνει συνεχώς τις απειλές της σε βάρος της χώρας μας, ένα βιβλίο-ντοκουμέντο έρχεται να φωτίσει τα παρασκήνια και τις ενδοτικές υποχωρήσεις που από το 1997 οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση!

Δύο κορυφαίοι δημοσιογράφοι, βετεράνοι του διπλωματικού ρεπορτάζ -ο Μιχάλης Ιγνατίου και ο Νίκος Μελέτης-, στις 412 σελίδες του βιβλίου τους «Η συμφωνία που ‘γκρίζαρε’ το Αιγαίο», ξετινάζουν κυριολεκτικά την περίφημη Συμφωνία της Μαδρίτης με την οποία ως πρωθυπουργός ο Κώστας Σημίτης έδωσε συνέχεια στην προδοσία των Ιμίων και νομιμοποίησε τις παράνομες τουρκικές αξιώσεις.

Οπως επισημαίνουν από την αρχή οι συγγραφείς, επέλεξαν να αφήσουν «τα γραπτά κείμενα να ‘μιλήσουν’, να συμβάλουν στην αναπαράσταση της πορείας από το επεισόδιο των Ιμίων, που οδήγησε -κατόπιν αμερικανικού σχεδίου- στη Συμφωνία της Μαδρίτης». Και πράγματι το βιβλίο στηρίζεται σε επίσημα έγγραφα και τηλεγραφήματα, τα οποία απέκτησαν με «νόμιμα μέσα», κάνοντας χρήση του «Νόμου για την Ελευθερία στην Πληροφόρηση (Freedom of Information ActFOIA)» που ισχύει στις ΗΠΑ.

Από τα έγγραφα αυτά προκύπτουν ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, μαρτυρίες και αφηγήσεις, από τις οποίες τεκμηριώνεται -χωρίς καμιά αμφισβήτηση- ότι η Συμφωνία της Μαδρίτης σχεδιάστηκε επί μακρόν από τους Αμερικανούς για να ικανοποιηθούν στην πραγματικότητα οι απαιτήσεις της Τουρκίας στο όνομα της δήθεν «αμοιβαίας συνεργασίας».

Αποκαλύπτονται επίσης τα συνειδητά ψεύδη του Κ. Σημίτη που, με υπουργό Εξωτερικών τον Θ. Πάγκαλο, είχε αποδεχθεί πρόθυμα και δίχως αντιρρήσεις τις αμερικανοτουρκικές μεθοδεύσεις, επιχειρώντας στη συνέχεια οι δυο τους να εξωραΐσουν τη συμφωνία και -χρησιμοποιώντας τις δυνάμεις διαπλοκής στα μέσα ενημέρωσης- να παραπλανήσουν την κοινή γνώμη και την τότε αντιπολίτευση.

Από τα ντοκουμέντα που φέρνει στο φως το βιβλίο (εκδόσεις Πεδίο) και πολλά από τα οποία παρατίθενται σε πλήρη μορφή, δεν μένει καμία αμφιβολία ότι ύστερα από τα γεγονότα των Ιμίων τον Ιανουάριο του 1996 η Συμφωνία της Μαδρίτης αποτελεί ακόμη ένα εθνικό όνειδος. Αποτελεί τη δεύτερη αφετηρία που επέτρεψε στην Τουρκία «να ανασυντάξει τις δυνάμεις της, να οργανώσει ένα διαφορετικό μοντέλο δομής εξουσίας, να βελτιώσει την εικόνα της και να εμπεδωθεί ως περιφερειακή δύναμη ανατρέποντας συγχρόνως την ισορροπία δυνάμεων που υπήρχε στο Αιγαίο ύστερα από μια μακρά περίοδο μετά τη Μεταπολίτευση, όπου υπήρχε ελληνική υπεροπλία».

Το βιβλίο γίνεται ακόμη πιο επίκαιρο λόγω των γεγονότων που διαδραματίζονται τους τελευταίους μήνες με φόντο το τουρκολιβυκό σύμφωνο και την απειλή για «εισβολή» στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. Και όπως πολύ παραστατικά συμπεραίνουν οι συγγραφείς, ύστερα από τη «δύσκολη, αλλά συναρπαστική έρευνά» τους η Συμφωνία της Μαδρίτης «ήταν μια κακή συμφωνία, υπαγορεύθηκε υπό την πίεση και την απειλή πολέμου, έγινε αποδεκτή από λάθος υπολογισμούς και με προφανή κίνητρα. Ιδεοληπτικές και βολονταριστικές προσεγγίσεις των ελληνοτουρκικών, με την προσδοκία ανταμοιβής από εταίρους και συμμάχους για κινήσεις όπως αυτή της Μαδρίτης, εγκλώβιζαν την Ελλάδα σε όλο πιο βαθύ αδιέξοδο.Και καθώς κάθε συμφωνία κρίνεται από τα αποτελέσματά της, 23 χρόνια μετά η Συμφωνία της Μαδρίτης συνέβαλε στην εμπέδωση των τουρκικών διεκδικήσεων εις βάρος της χώρας μας, εγκλώβισε την Ελλάδα στην πρακτική αποδοχή του casus belli, προσφέροντας σταδιακά την ευκαιρία στην Τουρκία να αναπτύξει όλο το φάσμα των διεκδικήσεών της και να βάλει ανενόχλητη σε εφαρμογή το σχέδιο της ‘Γαλάζιας Πατρίδας’. Και τελικώς αποτέλεσε τη θεσμική μορφή επισημοποίησης και επιβολής του τουρκικού casus belli στην Ελλάδα, που μέχρι και σήμερα δεν άσκησε τα κυριαρχικά δικαιώματά της στο Ιόνιο, στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο. Μια συμφωνία που ευθύνεται σημαντικά για το ‘γκριζάρισμα’ του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου που επιχειρεί η Τουρκία».

Η μεθόδευση της συμφωνίας φαίνεται από τα τηλεγραφήματα με βάση τα οποία οι Αμερικανοί δηλώνουν ότι επιθυμούν να «προμαγειρέψουν» το κείμενο στις αρχές Ιουλίου του 1997 πριν φτάσουν οι δύο αντιπροσωπίες, ελληνική και τουρκική, στην ισπανική πρωτεύουσα.

«Μια διμερής συνάντηση Σημίτη – Ντεμιρέλ θα ήταν θετική από μόνη της και θα βελτιώσει τις πιθανότητες διαρκούς τουρκικής συνεργασίας. (Ακολουθεί λογοκριμένο κείμενο.) Η πρεσβεία στην Αθήνα θα γνωρίζει καλύτερα τι θα φέρει η ελληνική εσωτερική πολιτική κίνηση. (Ακολουθεί λογοκριμένο κείμενο.) Ελπίζω να μπορέσουμε να χρησιμοποιήσουμε τουλάχιστον την προοπτική μιας σύντομης διμερούς συνάντησης του Αμερικανού προέδρου με κάθε πλευρά – ή/και ενδεχομένως μιας σύντομης τριμερούς επαφής των προέδρων, συμπεριλαμβανομένων φωτογραφιών, προκειμένου να ενισχυθούν περαιτέρω τα κίνητρα που ενεργοποιούνται και στις δύο πλευρές» έγραφε από την Αγκυρα ο Αμερικανός διπλωμάτης Ρικιαρντόνε. Το τηλεγράφημα είχε τον αποκαλυπτικό τίτλο «Ο σύμβουλος του Τούρκου προέδρου ενημερώθηκε για τη σχεδιαζόμενη πρωτοβουλία της Μαδρίτης για το Αιγαίο· ζητεί από τις ΗΠΑ να παροτρύνουν διμερή συνάντηση Σημίτη – Ντεμιρέλ».

Οι Αμερικανοί δεν άφησαν περιθώρια στην Ελλάδα για διαπραγμάτευση του κειμένου- Οι υπογραφές χωρίς κάμερες και η αμήχανη χειραψία με τον Ντεμιρέλ

Οπως επισημαίνεται στο βιβλίο, η αμερικανική διπλωματία δεν άφηνε τίποτε στην τύχη. Εχοντας καταστρώσει το «σχέδιο αρχών», δεν άφηνε πολλά περιθώρια για διαπραγμάτευση του κειμένου το οποίο θα αποτελούσε τη βάση για την κοινή δήλωση στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας περί Συμφώνου Μη Επίθεσης που η Μαντλίν Ολμπράιτ ήθελε να προωθήσει στην κοινή συνάντηση με τους ομολόγους της από την Ελλάδα και την Τουρκία.

Από τα τηλεγραφήματα του πρέσβη των ΗΠΑ στην Ελλάδα Νάιλς για τις συναντήσεις με τον Θ. Πάγκαλο και τον υφυπουργό Γ. Κρανιδιώτη προκύπτει ότι η Αθήνα δεν δείχνει να εκπλήσσεται από την αμερικανική πρωτοβουλία, παρότι ακόμη δεν γνωρίζει ούτε την αντίδραση της Τουρκίας ούτε ποια θα είναι η τελική μορφή του «προμαγειρεμένου» κειμένου. Εχοντας αποδεχθεί ουσιαστικά τη μεσολαβητική προσπάθεια της Μαντλίν Ολμπράιτ, η οποία θα εκδηλωνόταν μάλιστα παρουσία και του Αμερικανού προέδρου και της ηγεσίας των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ, δεν θα είχε πολλά περιθώρια υπαναχώρησης.

Η κυβέρνηση Σημίτη ωστόσο λέει ψέματα. Στις 6 Ιουλίου το ΑΠΕ σε τηλεγράφημά του ενημερώνει την κοινή γνώμη ότι στη Μαδρίτη τον Κώστα Σημίτη θα συνοδεύουν ο υπουργός Τύπου Δημήτρης Ρέππας και ο υφυπουργός Εξωτερικών Γιάννος Κρανιδιώτης. Το πρακτορείο προσθέτει ότι «δεν υπάρχει προγραμματισμένη συνάντηση μεταξύ των κυρίων Σημίτη και Ντεμιρέλ», επικαλείται όμως δηλώσεις «κυβερνητικών πηγών» ότι, εάν υπάρξει συνάντηση, θα είναι απλώς «κοινωνικού χαρακτήρα». Καμία αναφορά, φυσικά, στην προεργασία που έχει υπάρξει και στο έντονο διπλωματικό παρασκήνιο των τελευταίων ημερών για τη διαμόρφωση κειμένου κοινής δήλωσης, που θα αποτελούσε ένα κορυφαίο βήμα στα ελληνοτουρκικά.

Οι διαρροές άρχισαν υποχρεωτικά την επομένη, με τον Δ. Ρέππα να λέει πια ότι «οι Αμερικανοί έδειξαν ενδιαφέρον να προσφέρουν τις καλές υπηρεσίες τους, εφόσον υπάρχει ενδιαφέρον για συνάντηση εκπροσώπων των δύο χωρών». Από την πρώτη στιγμή που έφτασε στη Μαδρίτη η ελληνική αποστολή, είχε ξεκινήσει ένα οργιώδες παρασκήνιο συναντήσεων και διαπραγματεύσεων, όπου κρίσιμο ρόλο διαδραμάτιζε ο Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών Τζον Κόρνμπλουμ. Ο Κώστας Σημίτης και ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ είχαν μια πρώτη συνάντηση στο δείπνο που παρέθεσε ο γ.γ. του ΝΑΤΟ Χαβιέ Σολάνα προς τιμήν των ηγετών, συνάντηση όμως που η ελληνική πλευρά υποβάθμιζε ως «σύντομη και κοινωνικού χαρακτήρα».

Οι εκ του σύνεγγυς αλλά και απευθείας ορισμένες φορές διαπραγματεύσεις ολοκληρώθηκαν σχετικά σύντομα, καθώς η προεργασία είχε γίνει παρασκηνιακά τις προηγούμενες ημέρες. Το μεσημέρι δόθηκε το πράσινο φως για την πραγματοποίηση της συνάντησης του Θεόδωρου Πάγκαλου με τον Ισμαήλ Τζεμ, ώστε να δοθεί η τελική έγκρισή τους στο κείμενο. Ολα ήταν πια έτοιμα. Στις 18.00 η συμφωνία είχε οριστικοποιηθεί. Η Μαντλίν Ολμπράιτ και ο Τζον Κόρνμπλουμ παρέμειναν σε γειτονική αίθουσα, ενώ οι Πάγκαλος και Τζεμ, υπό τα βλέμματα των Σημίτη, Ντεμιρέλ, Κρανιδιώτη και Οϊμέν, υπέγραψαν τη συμφωνία.

Για μια τόσο σημαντική συμφωνία, όπως τη χαρακτήριζαν οι πρωταγωνιστές της, ήταν εντυπωσιακό ότι δεν θέλησαν να υπάρξει ούτε τηλεοπτική κάμερα ούτε φωτογραφική μηχανή για να καταγράψει τη στιγμή της υπογραφής της. Κι έτσι, το μόνο που υπήρξε ήταν μια αμήχανη χειραψία Σημίτη – Ντεμιρέλ έξω από την αίθουσα, με μόνους τον Ονούρ Οϊμέν και τον Θεόδωρο Πάγκαλο να διακρίνονται στο πλάνο. Επίσης η συμφωνία δημοσιοποιήθηκε με δελτίο Τύπου του αναπληρωτή εκπροσώπου του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Τζέιμς Φόλεϊ, κάτι που ουσιαστικά σφράγιζε τον χαρακτήρα της συμφωνίας που επετεύχθη με… εγγυητή τις ΗΠΑ.

Ακολούθως οι δύο πρωταγωνιστές Κώστας Σημίτης και Θεόδωρος Πάγκαλος ανέλαβαν το δύσκολο έργο του εξωραϊσμού της συμφωνίας και της προβολής των «θετικών» πτυχών της, ώστε να προκαταλάβουν αντιδράσεις στην Αθήνα. Η αγωνία του Ελληνα πρωθυπουργού ήταν να στείλει το μήνυμα ότι η Συμφωνία της Μαδρίτης έγινε απλώς και μόνο για να προστατεύσει τα ελληνικά συμφέροντα και να «αφοπλίσει» το casus belli της Τουρκίας. Ο κ. Σημίτης όμως, αν και δεν μπορεί να αποκρύψει την αμερικανική παρέμβαση και μεσολάβηση, απέφυγε να πει όλη την αλήθεια. Απέδωσε τη συνάντηση και τη συμφωνία σε μια «πρωτοβουλία που εκδηλώθηκε αργά χθες το βράδυ», ενώ, όπως αποκαλύπτεται και από τα αμερικανικά έγγραφα, οι διαπραγματεύσεις επί του κειμένου της συμφωνίας είχαν αρχίσει πολλές ημέρες πριν, ενώ το όλο σκηνικό ήταν αποτέλεσμα εντατικών, επί μήνες, διπλωματικών προσπαθειών της αμερικανικής πλευράς.

Μόνο συμβολική σημασία είχε η αναφορά στο Διεθνές Δίκαιο

Στα θετικά σημεία, για τον Ελληνα πρωθυπουργό, ήταν η αναφορά στο Διεθνές Δίκαιο και στις διεθνείς συνθήκες, αλλά, φυσικά, αυτή η αναφορά είχε κυρίως συμβολική σημασία, καθώς η Τουρκία επιχειρούσε και στα Ιμια και στο θέμα των γκρίζων ζωνών και στο θέμα των 12 ν.μ. να στηρίξει τις διεκδικήσεις της στην ερμηνεία που η ίδια έδινε αυθαίρετα στο Διεθνές Δίκαιο και στις διεθνείς συνθήκες, από το οποίο εξαιρούσε τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, της οποίας εξάλλου δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος. Οσο για την απειλή χρήσης βίας και το επιχείρημα του κ. Σημίτη ότι πλέον με τη Συμφωνία της Μαδρίτης αίρεται το casus belli, αποδείχθηκε σύντομα (και μέχρι τις μέρες μας) πόσο λανθασμένη ήταν αυτή η προσέγγιση. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν η ίδια η συμφωνία ταυτόχρονα προέβλεπε την αποφυγή «μονομερών ενεργειών» που για την Ελλάδα αναφέρονταν κυρίως στην αποφυγή κάθε ενέργειας για επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ., σε πρωτοβουλίες για άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων στην υφαλοκρηπίδα, ανακήρυξη της ΑΟΖ, αλλά και σε αυτήν ακόμη την αξιοποίηση νησιών και βραχονησίδων που η Τουρκία θεωρούσε αμφισβητουμένης κυριαρχίας. Για να δικαιολογήσει πάντως αυτό το λεπτό σημείο, ο Κώστας Σημίτης έκανε τότε μια μονομερή, εντελώς αυθαίρετη ερμηνεία του όρου «μονομερείς ενέργειες», θεωρώντας ότι αφορά «τα γεγονότα του Ιανουαρίου 1996, που λίγο έλειψε να προκαλέσουν σύγκρουση». Προφανώς μόνον ο ίδιος πίστευε, ή πάντως υποστήριζε, ότι η αναφορά σε «μονομερείς ενέργειες» αφορούσε την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας επί των Ιμίων και ήταν κίνηση… αυτοκριτικής των Τούρκων…

Η αυτοδιάψευσή του οκτώ χρόνια μετά το «έγκλημα»

Οκτώ χρόνια μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Μαδρίτης, στο βιβλίο του με τίτλο «Πολιτική για μια δημιουργική Ελλάδα», 670 σελίδων, ο κ. Σημίτης αφιέρωσε μισή σελίδα και μόλις 131 λέξεις για να δώσει τη δική του εκδοχή για τη Συμφωνία της Μαδρίτης. Το βασικό του συμπέρασμα ήταν τέτοιες δηλώσεις όπως της Μαδρίτης «ήταν χρήσιμες, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν έλυναν το πρόβλημα». Ωστόσο στο βιβλίο διαψεύδει τον εαυτό του, τουλάχιστον όσα δήλωνε αμέσως μετά την υπογραφή της Δήλωσης της Μαδρίτης. Τότε, κάθε άλλο παρά έδινε την εντύπωση ότι το κείμενο αυτό αποτελεί μια διαδικασία η οποία «σε καμιά περίπτωση δεν θα έλυνε το πρόβλημα». Άλλα έλεγε το 1997, όταν είχε υπογράψει τη συμφωνία και τη συνέκρινε με ένα Σύμφωνο Φιλίας και Μη Επίθεσης, με μια κίνηση που εξουδετέρωνε το casus belli. Ύστερα από μερικά χρόνια προσπαθούσε να εξηγήσει ότι δεν πίστεψε στη Μαδρίτη, αλλά ότι απλώς το έκανε για να κερδίσει χρόνο και τις εντυπώσεις. Η διαφορά πλέον ήταν όμως ότι -όπως επισημαίνουν και οι συγγραφείς του βιβλίου- με τη Συμφωνία της Μαδρίτης είχε πλέον «γκριζαριστεί» το Αιγαίο…

Τα έγγραφα

Έγγραφα από το βιβλίο που αφορούν την αλληλογραφία της αμερικανικής διπλωματίας και δείχνουν:

1. Τις διεκδικήσεις των βραχονησίδων από τους Τούρκους.
2. Τη συνεννόηση Ουάσινγκτον και Άγκυρας πριν από τη Μαδρίτη.
3. Το πώς αντιμετώπιζαν οι ΗΠΑ τα σχόλια Σημίτη μετά τις υπογραφές.

  

Πηγή: Eφημερίδα «δημοκρατία»

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός7 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις7 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή