Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Αγία Σοφία – «Wall Street Journal»: Σα να μετατράπηκε σε τζαμί ο Άγιος Πέτρος

Δημοσιεύτηκε στις

Μίνα Αγγελίνη

Πληθώρα άρθρων γνώμης και σχολίων στη βασική θεματολογία του ξένου Τύπο για την απόφαση του Ερντογάν να μετατρέψει σε τζαμί την Αγιά Σοφιά – Για «ριψοκίνδυνο βήμα προς τα πίσω» και «κοσμική υποχώρηση» κάνουν λόγο ιστορικοί και αναλυτές

Για «ριψοκίνδυνο βήμα προς τα πίσω» κάνει λόγο γερμανική εφημερίδα «Süddeutsche Zeitung», ενώ πολλοί αναλυτές θεωρούν πως ο Ερντογάν προέβη στην απόφαση αυτή για εσωτερική κατανάλωση. Για «κοσμική υποχώρηση» κάνει λόγο ο αρθρογράφος της βρετανικής εφημερίδας «Times» του Λονδίνου που επισημαίνει ότι η απόφαση της Άγκυρας έχει προκαλέσει την δυσφορία των συμμάχων.

«Η απόφαση της Τουρκίας να μετατρέψει την Αγία Σοφία σε τζαμί προκαλεί απογοήτευση στους Χριστιανούς, τους γείτονές της και τους ιστορικούς», υπoστηρίζει η «Wall Street Journal».

«Times» Λονδίνου: Κοσμική υποχώρηση

«Κοσμική υποχώρηση: Η απόφαση του προέδρου Ερντογάν να μετατρέψει την Αγία Σοφία σε τζαμί έχει απογοητεύσει τους συμμάχους», αναφέρουν σε άρθρο γνώμης οι «Times» του Λονδίνου.

times
«Η κίνηση του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ το 1934 να μετατρέψει την Αγία Σοφία από τζαμί σε μουσείο ήταν μια συμβολική στιγμή. Ο ιδρυτής της σύγχρονης Τουρκίας το είδε ως ευκαιρία να επιβεβαιώσει τη δέσμευση της χώρας του στον κοσμικό χαρακτήρα και την αξιοπιστία της ως δυτικού συμμάχου».

«Η ανακοίνωση του διάδοχου του, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, που μετατρέπει το αρχαίο κτίσμα σε τζαμί, μετά από δικαστική απόφαση που ανέτρεψε την απόφαση του 1934, γίνεται επίσης σε συμβολική στιγμή, αν και είναι πολύ πιο ανησυχητική για τη Δύση.

«Είναι ένα σημάδι του βαθμού στον οποίο η Τουρκία υπό τον Ταγίπ Ερντογάν έχει αγκαλιάσει τον θρησκευτικό εθνικισμό και την περιφρόνησή της για τις ευαισθησίες των συμμάχων της».

«Η Αγία Σοφία είναι από την Unesco ως μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς. Το τεράστιο κτίριο με τον τρούλο χτίστηκε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό τον έκτο αιώνα ως έδρα του Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης και για αιώνες, οι επισκέπτες της Κωνσταντινούπολης μένουν έκθαμβοι από την ομορφιά του. Μετατράπηκε για μικρό χρονικό διάστημα σε καθεδρικό ναό τον 13ο αιώνα. Αλλά μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 χρησιμοποιήθηκε ως τζαμί. Στις μέρες μας, η Αγία Σοφία είναι το κορυφαίο τουριστικό αξιοθέατο της Κωνσταντινούπολης, προσελκύοντας 3,7 εκατομμύρια επισκέπτες ετησίως.

Αν και ο Ερντογάν είναι συντηρητικός από πλευράς θρησκεύματος, η δική του εκστρατεία για να μετατραπεί η Αγία Σοφία σε τζαμί είναι σχετικά πρόσφατη. Μέχρι πέρυσι δεν είχε μιλήσει ποτέ δημοσίως υπέρ αυτού.

Η αλλαγή αυτή συνέπεσε με την κατακόρυφη πτώση της δημοτικότητάς του. Πέρυσι, το κόμμα του «Δικαιοσύνη και Ανάπτυξη» (AKP) έχασε τις δημοτικές εκλογές στο πρώην προπύργιο του, την Κωνσταντινούπολη. Στο μεταξύ, δημιουργήθηκαν νέα κόμματα από «αντάρτες» του AKP. Ταυτόχρονα, η τουρκική οικονομία βρίσκεται για δεύτερη φορά σε ύφεση μέσα σε δύο χρόνια. Σε αυτό το πλαίσιο, η απόφαση της περασμένης εβδομάδας λήφθηκε για εσωτερική κατανάλωση επιτρέποντας στον Ερντογάν να χαρακτηρίσει τους τους αντιπάλους του ως μη πατριώτες .

Ωστόσο, το τίμημα της επιτυχίας για εσωτερική κατανάλωση είναι πιθανό να το πληρώσει υπό τη μορφή νέων πιέσεων στις εξωτερικές σχέσεις της Τουρκίας. Η κίνηση έχει αυξήσει τις εντάσεις με τη γειτονική της Ελλάδα, όπου η Αγία Σοφία θεωρείται ένα σημαντικό σύμβολο του ελληνικού πολιτισμού. Η κίνηση προκάλεσε επίσης καταδίκη από τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία είπε ότι η μετατροπή «θα προκαλούσε μεγάλο πόνο στον ρωσικό λαό». Έχει επίσης επικριθεί από την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Ιδιαίτερη ανησυχία τώρα θα είναι η τύχη των τοιχογραφιών που προστατεύονται σύμφωνα με τους κανόνες της Unesco.

Γενικότερα, οι δυτικοί σύμμαχοι της Τουρκίας εμφανίζονται νευρικοί σχετικά με το πού θα οδηγήσει η τελευταία στροφή του Ερντογάν προς τον θρησκευτικό εθνικισμό.

Ύστερα από την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος το 2016, έχει ενισχύσει τη θέση του προβαίνοντας σε συνταγματικές αλλαγές – και μέσω του δημοψηφίσματος του 2017 – αποκτά σχεδόν ανεξέλεγκτη εκτελεστική εξουσία. Ταυτόχρονα, συνεχίζει να απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τα ιδανικά του κοσμικού κράτους του Ατατούρκ.

«Τους τελευταίους μήνες, τέσσερις βουλευτές της αντιπολίτευσης και δύο δημοσιογράφοι συνελήφθησαν με κατηγορίες κατασκοπείας και τρομοκρατίας, ενώ στα τηλεοπτικά κανάλια της αντιπολίτευσης λογοκρίθηκαν εκπομπές».

«Η Τουρκία παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ και είναι προς το συμφέρον της Δύσης να προσπαθήσει να τη διατηρήσει ως σύμμαχο σε μια στρατηγικά ευμετάβλητη περιοχή. Όμως ο Ερντογάν έστειλε ένα ισχυρό μήνυμα ότι αυτό θα γίνει με τους δικούς του όρους».

«Sueddeutsche Zeitung»: Μέτωπο εναντίον της Δύσης ανοίγει ο Ερντογάν

«Η Αγία Σοφία θα γίνει και πάλι τζαμί. Ξαναήταν, από το 1453 και μετά. Ο Ατατούρκ τη μετέτρεψε εν συνεχεία σε μουσείο -και την Τουρκία σε Δημοκρατία. Τώρα ο Πρόεδρος Ερντογάν ανοίγει μέτωπο εναντίον της Δύσης»

sud

Το σχόλιο του συντάκτη της γερμανικής εφημερίδας, Τόμας Αβενάριους αναφέρει,μεταξύ άλλων: «Διαβάζοντας κανείς τι έγραφαν οι τουρκικές εφημερίδες που πρόσκεινται στην κυβέρνηση την επόμενη μέρα, σίγουρα θα πρέπει να του προκλήθηκε φόβος και τρόμος. Η «ανάσταση της Αγίας Σοφίας» είναι ο «προάγγελος της απελευθέρωσης του τζαμιού Αλ Ακσά στην Ιερουσαλήμ, οι Μουσουλμάνοι εγκαταλείπουν την ενδιάμεση περίοδο».

Σε μία άλλη εφημερίδα, κάποιος κομπάζει για τη «διάσωση της Τουρκίας από την τυραννία των Σταυροφόρων», ενώ ένας άλλος λέει: «Οι αλυσίδες έσπασαν, δόξα τω Θεώ». Κάποιος μπορεί να τα παρανοήσει όλα αυτά ως θορυβώδεις εκφράσεις ενός ανατεθειμένου έργου σε ευθυγραμμισμένα μεταξύ τους ΜΜΕ. Αλλά μπορεί επίσης να το δει και ως αυτό που είναι: Την προαναγγελία ενός νέου μετώπου.

Με τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας από μουσείο σε τζαμί, ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ξεπέρασε ένα όριο. Αναγκάζει τη χώρα του -και τον κόσμο- να προχωρήσει σε μία αλλαγή κατεύθυνσης, που θα μεταβάλει τη σύγχρονη Τουρκία. Δεν παίζει κανένα ρόλο το αν ο Ερντογάν το έπραξε αυτό σκεπτόμενος στρατηγικά ή αν ήθελε μόνο να κάνει το ριψοκίνδυνο βήμα για να αποσπάσει την προσοχή από το ναδίρ στην εσωτερική πολιτική σκηνή -οικονομική κρίση, διαφθορά, κορωνοϊό.

Η σχέση μεταξύ της Τουρκίας και του μουσουλμανικού τμήματος του κόσμου θα είναι διαφορετική, και θα χαρακτηρίζεται από το χειροκρότημα και τον αφελή θαυμασμό. Αλλά και οι σχέσεις του με την Ευρώπη, την ΕΕ και τις ΗΠΑ θα αλλάξουν, και δυστυχώς όχι προς το καλύτερο.

Η Αγία Σοφία δεν είναι αρχιτεκτονικά μόνον ένα μοναδικό κτίριο, αλλά και κάτι περισσότερο από ένα πέτρινο αντικείμενο ενδιαφέροντος για τους ιστορικούς της τέχνης και τόπος που όλοι οι τουρίστες θέλουν να επισκεφτούν. Η Αγία Σοφία ήταν επί σχεδόν 1.000 χρόνια η εκκλησία, όπου γινόταν η στέψη των αυτοκρατόρων, το έμβλημα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ως προστάτη της χριστιανικής εξουσίας και κυριαρχίας. Από το 1453 συμβόλιζε για σχεδόν 500 χρόνια τη νίκη των μουσουλμάνων Οθωμανών εναντίον των Χριστιανών.

Μετά, από το 1935 και μετά, ήταν κομμάτι ενός, τρόπον τινά, διαλεκτικού κινήματος υπέρβασης του παραδοσιακά παλιού και μετατροπής μιας αυτοκρατορίας που είχε καταστραφεί από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο σε σύγχρονη Δημοκρατία. Και κατ’ αυτό αποτελούσε βήμα προς το μέλλον μιας χώρας που έτυχε κακής μεταχείρισης από τις νικηφόρες δυνάμεις της Ευρώπης και της Αμερικής, προς μία -και εδώ ο όρος ισχύει- ανάσταση από τα ερείπια.

Ο ιδρυτής του τουρκικού κράτους Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ επέβαλε αυτήν την αλλαγή με υπερβολική σκληρότητα. Είχε την στάση ενός ηγέτη που δημιουργεί και την κοσμοθεωρία του αξιωματικού που υλοποιεί πολιτικές αποφάσεις. Δεν λάμβανε υπόψη την παράδοση και τη λαϊκή κουλτούρα, ξύρισε τα γένια, έβγαλε το φέσι από το κεφάλι, κατάργησε την αραβική γραφή και επιχείρησε να απελευθερώσει τη γυναίκα στην Τουρκία –μη λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες αντιλήψεις περί κοινωνικών αξιών. Παρόλα αυτά, έδειξε στην Τουρκία το δρόμο προς μια κοσμική Δημοκρατία που ήταν επιτυχής, παρά τα πολλά πισωγυρίσματα, και παρέμεινε μια σύγχρονη Δημοκρατία, παρόλα τα στρατιωτικά πραξικοπήματα.

Η Δημοκρατία της Τουρκίας γιορτάζει το 2023 την 100ή επέτειό της και ο Ερντογάν δοκιμάζει να υλοποιήσει το αντίθετο. Αν το έβλεπε κανείς θετικά, θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι ο ήδη πιο σημαντικός πολιτικός στη χώρα μετά τον Aτατούρκ επιδιώκει να συμφιλιώσει τους Τούρκους με το παρελθόν που απαρνήθηκαν, για να τους δώσει πίσω αυτό που ο Ατατούρκ είχε αφαιρέσει από τη χώρα: Την ανάμνηση στην παγκόσμια ισχύ, το οθωμανικό-ισλαμικό παρελθόν που πολιτιστικά στεκόταν ψηλά επί αιώνες.

Αλλά αυτό δεν συμβαίνει. Η πολιτική Ερντογάν σε σχέση με την Ιστορία είναι παραπλανητική. Το οθωμανικό κράτος δεν ήταν πλέον παγκόσμια δύναμη κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η αυτοκρατορία δεν κυβερνιόταν πια από σουλτάνους και χαλίφηδες, αλλά από πολεμοχαρείς Νεότουρκους. Και η αναφορά στο «μεγάλο ασθενή του Βοσπόρου» αντικατοπτρίζει μεν την αλαζονεία των Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών, αλλά και την πραγματική κατάσταση μιας μοναρχίας που είναι αδύνατον να μεταρρυθμιστεί.

Αυτή κατέρρευσε μετά το 1918, όπως και η αυτοκρατορία των Αψβούργων, των τσάρων ή του Γουλιέλμου του Β’. Ο χρόνος της είχε τελειώσει. Ο Aτατούρκ το αναγνώρισε αυτό και δημιούργησε τη Δημοκρατία από τον υπόλοιπο κρατικό κορμό.

Σε τι θέλει λοιπόν να παραπέμψει ο Ερντογάν με τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας; Στον 15ο αιώνα ως ο νέος ηγέτης του μουσουλμανικού κόσμου; Τα τελευταία χρόνια ο κόσμος βίωσε το πώς η η τρομοκρατική οργάνωση Αλ Κάιντα και οι τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους επιχείρησαν να αναζωογονήσουν την εχθρότητα μεταξύ μουσουλμάνων και χριστιανών, η οποία υπήρχε από την εποχή των Σταυροφοριών. Ντύνουν σύγχρονες πολιτικές συγκρούσεις με το ένδυμα της θρησκευτικής εχθρότητας.

Την πλήρη έκταση της υπέρβασης ενός ταμπού καταδεικνύει το γεγονός ότι η Τουρκία είναι χώρα του ΝΑΤΟ και ότι ο Ερντογάν, τουλάχιστον στα λόγια, συνεχίζει να προωθεί την ένταξη της χώρας του στην ΕΕ.

«Wall Street Journal»: Σα να μετατράπηκε σε τζαμί ο Άγιος Πέτρος…

«Η απόφαση της Τουρκίας να μετατρέψει την Αγία Σοφία σε τζαμί προκαλεί απογοήτευση στους Χριστιανούς, τους γείτονές της και τους Ιστορικούς», γράφει σε άρθρο της η αμερικανική εφημερίδα «Wall Street Journal».

wsj

Το θρυλικό κτίσμα ήταν ένα σύμβολο οικουμενικών σχέσεων. Οι έφοροι των μουσείων ανησυχούν για την τύχη των μοναδικών μεσαιωνικών ψηφιδωτών.

Με τον τεράστιο τρούλο και τους πανύψηλους μιναρέδες, η Αγία Σοφία είναι για την ανθρωπότητα ότι είναι το Γκραν Κάνυον για τους γεωλόγους: ένα υπαίθριο βιβλίο που συγκεντρώνει Ιστορία σχεδόν μιάμισης χιλιετίας στη καρδιά των Ορθόδοξων χριστιανικών και μουσουλμανικών αυτοκρατοριών, διάτρητη από λεηλασίες, πυρκαγιές και σεισμούς.

Ωστόσο, αποφασίζοντας την Παρασκευή να μετατρέψει ξανά σε τζαμί ένα κτίριο που ήταν μουσείο από τη δεκαετία του 1930 και έχει γίνει ένα ισχυρό σύμβολο οικουμενικών σχέσεων, ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έστειλε τριπλό φόβο, λένε οι ιστορικοί.

Η απόφαση προκάλεσε απογοήτευση στους Ορθοδόξους, οι οποίοι ανησυχούν για νέες εντάσεις με σουνίτες Τούρκους, τους γείτονες της Τουρκίας να ανησυχούν για τη νεο-οθωμανική ρητορική του Ερντογάν, και τους έφορους μουσείων και ιστορικών που ανησυχούν για τα μοναδικά μεσαιωνικά ψηφιδωτά της Αγίας Σοφίας.

«Είτε το χρησιμοποιούν ως τζαμί είτε όχι, ειλικρινά δεν με αφορά», υποστηρίζει ο Μάικλ Ταλμπότ, λέκτορας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Γκρίνουιτς. «Αλλά αυτό που συμβαίνει στα ιστορικά αντικείμενα είναι αυτό που με αφορά, γιατί δεν είναι μόνο ιδιοκτησία της τουρκικής δημοκρατίας, αυτό μια κληρονομιά για όλη την υφήλιο».

«Η Αγία Σοφία είναι ένα αρχιτεκτονικό θαύμα που επηρέασε το σχεδιασμό κτιρίων για αιώνες… Χρησιμοποιήθηκε από τους Βυζαντινούς για να στεγάσει τους αυτοκράτορές τους, το κτίριο υπέστη εκτεταμένες ζημιές το 1204 όταν Ρωμαιοκαθολικοί σταυροφόροι έκαναν λεηλασία στην Κωνσταντινούπολη…».

Η απώλεια της Κωνσταντινούπολης και της Αγίας Σοφίας δημιούργησε ένα τραύμα στις γενιές Ορθοδόξων και, μέχρι σήμερα, δεν έχει φύγει, σύμφωνα με τον κ. Τάλμποτ, εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους ηγέτες της Ορθοδοξίας από την Ελλάδα και τη Ρωσία επέκριναν την απόφαση της Παρασκευής.

«Είναι σαν να μετατράπηκε σε τζαμί ο Άγιος Πέτρος. Είναι γεγονός ότι η έδρα αυτής της εκκλησίας δεν λειτουργεί πλέον ως εκκλησία και βρίσκεται στα χέρια μιας αντίπαλης θρησκείας», είπε.

«Είναι μια αφήγηση μεταξύ ορισμένων τμημάτων της Ανατολικής Ευρώπης και της διασποράς τους στην Αμερική και πέραν αυτής», επισημαίνει .

«Η απόφαση της Τουρκίας είναι «ανοιχτή πρόκληση σε ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο», δήλωσε η Λίνα Μενδώνη, υπουργός Πολιτισμού της Ελλάδας, όπου η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η κυρίαρχη θρησκεία.

BBC: Πονάει κι ο Πάπας Φραγκίσκος…

«O Πάπας Φραγκίσκος πονάει από την απόφαση της Τουρκίας να μετατρέψει την Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης σε τζαμί», γράφει στην ιστοσελίδα του το BBC.

bbc1

«O ηγέτης της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας αναφέρει ότι οι «σκέψεις του είναι στην Κωνσταντινούπολη».

«Η Αγία Σοφία χτίστηκε ως χριστιανικός καθεδρικός ναός πριν από σχεδόν 1.500 χρόνια και μετατράπηκε σε τζαμί μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Το μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της Unesco έγινε μουσείο το 1934 υπό τον Ατατούρκ, ιδρυτή της Τουρκικής Δημοκρατίας.

Ωστόσο, ένα τουρκικό δικαστήριο ανακάλεσε το καθεστώς του μουσείου. Ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δήλωσε ότι οι πρώτες μουσουλμανικές προσευχές θα πραγματοποιηθούν στην Αγία Σοφία στις 24 Ιουλίου», αναφέρει το βρετανικό δημοσίευμα.

Reuters: Η Γερμανία παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις με αυτό το «αριστούργημα»

«Η γερμανική κυβέρνηση εξέφρασε τη λύπη της για την απόφαση τουρκικού δικαστηρίου να μετατρέψει την Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης από μουσείο σε τζαμί, δήλωσε εκπρόσωπος της κυβέρνησης», αναφέρει το πρακτορείο Reuters.

O ίδιος πρόσθεσε ότι η Γερμανία θα παρακολουθεί στενά για τον τρόπο που θα εφαρμοστεί η απόφαση γι’ αυτό το «αριστούργημα».

Εκπρόσωπος του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών είπε ότι η UNESCO, η πολιτιστική οργάνωση των Ηνωμένων Εθνών, θα έπρεπε να είχε ζητήσει τη γνώμη της για την αλλαγή κι ότι αυτό δεν συνέβη», αναφέρει το πρακτορείο.

Πρώτο Θέμα

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός4 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις4 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή