Διεθνή
«Δεύτερη άλωση»
Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τέμενος είναι ένα σαφές μήνυμα επίδειξης ισχύος τόσο προς τον Ελληνισμό, όσο και προς τους υπόλοιπους διεθνείς παίκτες, ότι η Τουρκία είναι μια σταθερά αναδυόμενη ηγεμονική δύναμη, η οποία μπορεί να αποφασίζει και να πράττει κατά πώς η ιδία εννοεί το εθνικό της συμφέρον, αλλά και κατά πώς θεωρεί ότι της επιτάσσει ο ιστορικός της ρόλος στον σύγχρονο κόσμο
Τζαμί και με τη βούλα γίνεται η Αγία Σοφία, αφού το τουρκικό ανώτατο δικαστήριο, με απόφασή του την περασμένη Παρασκευή, έκρινε άκυρη την απόφαση του 1934, με την οποία η τότε τουρκική κυβέρνηση είχε μετατρέψει τον ιστορικό ναό-σύμβολο της Ορθοδοξίας και του βυζαντινού πολιτισμού σε μουσείο.
Η απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης προκάλεσε πάμπολλες, πλην, όμως, ισχνές αντιδράσεις διεθνώς, οι οποίες δεν εμφανίζονται ικανές να αντιστρέψουν τη μεθοδευθείσα εξέλιξη.
Το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο έκρινε ότι το προεδρικό διάταγμα του Κεμάλ Ατατούρκ το 1934 δεν έχει ισχύ, ανοίγοντας, με αυτόν τον τρόπο, τον δρόμο για τη λειτουργία του μνημείου ως τεμένους. Ακολούθως, ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν υπέγραψε το σχετικό διάταγμα, διά του οποίου η εκκλησία της Αγίας Σοφίας μετατρέπεται και επισήμως σε τέμενος.
Στην απόφασή του το τουρκικό ΣτΕ αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο ιστορικός ναός αποτελεί κτήμα του κοινωφελούς ιδρύματος που είχε ιδρύσει ο Σουλτάνος Μωάμεθ ο Πορθητής μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και είχε μετατρέψει τον ορθόδοξο ναό σε τέμενος. Κατά συνέπειαν «δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για άλλο σκοπό, εκτός από αυτόν του τεμένους». Το αντικρίζει, με άλλα λόγια, ως περιουσιακό στοιχείο του τουρκικού κράτους και όχι ως στοιχείο της παγκόσμιας πολιτισμικής κληρονομιάς, ως ακριβώς και έχει.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν υπέγραψε το σχετικό διάταγμα για τη λειτουργία της Αγίας Σοφίας ως «λειτουργικού τεμένους», δηλώνοντας ότι το κτήριο «θα αναληφθεί από τη Γενική Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων», ενώ σε μήνυμά του αναφέρθηκε σε «καλή τύχη» για τους μουσουλμάνους και το τουρκικό έθνος.
Η νέα λειτουργία της Αγίας Σοφίας
Σύμφωνα με όσα ανέφερε στο διάγγελμά του προς τον τουρκικό λαό την Παρασκευή το βράδυ ο Ρ. Τ. Ερντογάν, ο ναός, εφεξής, θα παραμένει ανοικτός τόσο για τους πιστούς μουσουλμάνους, όσο και για τους επισκέπτες από ολόκληρο τον κόσμο, ενώ η χριστιανική εικονογραφία του θα διατηρηθεί όπως ήταν μετά την κατάληψή της από τους Τούρκους, το 1453, η είσοδος, δε, θα είναι ελεύθερη για τους επισκέπτες.
Στο διάγγελμά του ο κ. Ερντογάν ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η Τουρκία, με τη συγκεκριμένη απόφαση, ασκεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα, ανακοινώνοντας επιπρόσθετα ότι η πρώτη μουσουλμανική προσευχή στην Αγία Σοφία θα πραγματοποιηθεί στις 24 Ιουλίου, ημερομηνία καθόλου τυχαία, καθώς εκείνη την ημέρα είχε υπογραφεί η Συνθήκη της Λωζάννης, την οποία ο ίδιος ο Ερντογάν θεωρεί ως ζημιογόνα για την Τουρκία και ήττα του Κεμάλ Ατατούρκ.
Αδιάσειστο πειστήριο
Η μετατροπή του κορυφαίου θρησκευτικού και ιστορικού συμβόλου της Ορθοδοξίας σε τζαμί, παρά τις πανταχόθεν διεθνείς αντιδράσεις, αποτελεί ένα άλλο αδιάσειστο πειστήριο της… θρασείας αποφασιστικότητας του Τούρκου Προέδρου να μην ορρωδεί εναντίον οιουδήποτε προσκόμματος, προκειμένου να υλοποιήσει τις επιδιώξεις και τους σχεδιασμούς του: Είτε αυτά αφορούν τον νεο-οθωμανικό αναθεωρητικό μεγαλοϊδεατισμό του, όπως εκδιπλώνεται, γεωπολιτικά, με την υλοποίηση του δόγματος της γαλάζιας πατρίδας, διά της συνεχούς επιθετικής επέκτασης σε όλο σχεδόν το εύρος της Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής και της βορειοαφρικανικής ηπείρου, κατά παράβασιν κάθε έννοιας διεθνούς δικαίου, είτε αφορούν την ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία του μουσουλμανικού κόσμου, διά της ριζοσπαστικοποίησης και εργαλειοποίησης του πολιτικού Ισλάμ.
Γίνεται αντιληπτό πως πρόκειται για μια καθαρά πολιτική μεθόδευση, στο πλαίσιο της ραγδαία εκδιπλούμενης «ισλαμοεθνικιστικής» πολιτικής του τουρκικού κράτους, η οποία ανέμενε, απλώς, τη δικαστική νομιμοποιητική επίνευση για να ολοκληρωθεί και η οποία προωθήθηκε οργανωμένα και επί καιρόν από τους μηχανισμούς του ερντογανικού συστήματος εξουσίας.
Η εν λόγω πολιτική – του εξισλαμισμού, δηλαδή, χριστιανικών μνημείων – θεωρείται ότι ανταποκρίνεται στη νεο-οθωμανική λογική της νεο-κατάκτησης, αφού, σύμφωνα με την πάγια τακτική τους, οι Οθωμανοί μετέτρεπαν χριστιανικούς ναούς σε τζαμιά, έπειτα από την κατάκτηση μιας χριστιανικής πόλης ή περιοχής.
Δεν είναι καθόλου τυχαία ως προς αυτό, η αποστροφή του Ρ. Τ. Ερντογάν κατά το προχθεσινό του διάγγελμα ότι η «η Αγία Σοφία είναι το λάβαρο της κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης», σηματοδοτώντας, με αυτήν τη διατύπωση, το πνεύμα των νέων κατακτήσεων, τόσο στο εσωτερικό – εκεί όπου έχουν παραμείνει τα υπολείμματα ή οι «ανακολουθίες» (κοσμικότητα του κράτους, δυτικότροπος προσανατολισμός κ.λπ.) της «παλιάς» ιστορίας – όσο και στο εξωτερικό, με τη σθεναρή αποκατάσταση της πάλαι ποτέ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα εδάφη και στα πεδία επιρροής της.
Είναι, δε, ένα σαφές μήνυμα επίδειξης ισχύος τόσο προς τον Ελληνισμό, όσο και προς τους υπόλοιπους διεθνείς παίκτες, ότι η Τουρκία είναι μια σταθερά αναδυόμενη ηγεμονική δύναμη, η οποία μπορεί να αποφασίζει και να πράττει κατά πώς η ιδία εννοεί το εθνικό της συμφέρον, αλλά και κατά πώς θεωρεί ότι της επιτάσσει ο ιστορικός της ρόλος στον σύγχρονο κόσμο.
Έτσι, εδώ τίθεται αναπόδραστα το ερώτημα: Απ’ εδώ και πέρα, τι; Τι πρέπει να αναμένεται από την Άγκυρα και τον Ρ. Τ. Ερντογάν;
Όπως επισημαίνει ο τουρκολόγος-νομικός Δημήτρης Σταθακόπουλος (ίδε χθεσινή συνέντευξη στο Militaire), αναφερόμενος στην προχθεσινή εξέλιξη, η σημερινή, αναθεωρητική Τουρκία, υπό τον Ρ. Τ. Ερντογάν, μετέρχεται κάθε μορφής δύναμη και μέσο, προκειμένου να εκπληρώσει τους στρατηγικούς της στόχους, επενδύοντας σ’ έναν υπομονετικό μαξιμαλιστικό χειρισμό του χρόνου, ο οποίος «αποφεύγει, για την ώρα, το ακαριαίο πλήγμα – εκτός και αν χρειαστεί – και αρέσκεται στη σταδιακή κάρπωση κεκτημένων». Σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει να γίνει κατανοητή και η προχθεσινή απόφαση για μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε χώρο προσευχής, «η οποία δεν είναι ένας αντιπερισπασμός για την οικονομία, όπως πιστεύουν κάποιοι», αφού «η συγκεκριμένη μεθόδευση είχε ξεκινήσει ήδη από το 2005».
Τουρκική διείσδυση
Αυτό εκφράζεται με τη στρατηγική της αργής, πλην ολοκληρωτικής διείσδυσης σε όλο το φάσμα των δυνατών διεκδικήσεων που θέτει η Τουρκία, μέσα σε συγκεκριμένα, μάλιστα, χρονικά ορόσημα (για παράδειγμα το 2023), προκειμένου να υλοποιήσει το νεο-οθωμανικό όραμα.
Η ιστορία, εν προκειμένω, θα έπρεπε να μας διδάξει πολλά, επισημαίνει ο κ. Σταθακόπουλος, αφού η οθωμανική διείσδυση στον βυζαντινό κόσμο κράτησε για 400 περίπου χρόνια μέχρι την άλωση της Κωνσταντινούπολης, η οποία επήλθε ως ένα αναπόδραστο γεγονός, αφού ήδη η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε καταλυθεί και δεν είχε κανένα νόημα να σπεύσει οιοσδήποτε να την σώσει. Αυτό, εξηγεί, πράττει και σήμερα η Τουρκία, διεισδύοντας αργά, αλλά σταθερά, με τις ποικιλώνυμες αμφισβητήσεις της, στον νευραλγικό χώρο του Ελληνισμού, ενώ εσχάτως επιχειρεί να τον περικυκλώσει και στρατηγικά, απ’ όλες τις πλευρές. Δεδομένου, όπως διευκρινίζει, ότι όλοι οι σύμμαχοι της Ελλάδας είναι κοινοί με τους συμμάχους της Τουρκίας, η οποία, επιπρόσθετα, διαθέτει μεγαλύτερη επιρροή στον χώρο της Ευρασίας και της Ανατολής, εάν η Αθήνα απολέσει, λόγω του πολέμου φθοράς εκ μέρους της Άγκυρας, βασικά ερείσματα ισχύος και συρρικνωθεί γεωπολιτικά, τότε, σε περίπτωση κρίσης, ουδείς σύμμαχος θα σπεύσει να αντιδράσει έναντι της Τουρκίας, η οποία, με την κάρπωση ισχύος που θα πετύχει, θα καταστεί η κύρια ηγεμονική δύναμη της περιοχής, υποβιβάζοντας όλες τις υπόλοιπες χώρες σε μια σχέση υποτέλειας προς τον ηγεμόνα.
Γι’ αυτό, τονίζει, επιβάλλεται, εκ μέρους της Ελλάδας, μια αμετακίνητη εμμονή στο διεθνές δίκαιο και στη Συνθήκη της Λωζάννης, ουδεμία καταφυγή σε διαδικασίες που θέτουν το διεθνές δίκαιο εν αμφιβόλω, γιατί, κατά κανόνα, σε τέτοιες περιπτώσεις, ευνοείται ο σφετεριστής, άμεση ενίσχυση της αποτρεπτικής πολεμικής ισχύος της χώρας, και διαμόρφωση μιας διεκδικητικής ατζέντας έναντι της Άγκυρας στο διπλωματικό πεδίο.
«Με αυτήν την κίνηση, ο Ερντογάν κατέδειξε ότι κάνει ό,τι θέλει, μη λαμβάνοντας κανέναν υπ’ όψιν, στέλνοντας, παράλληλα, το μήνυμα ότι εγώ δρω, ενώ εσείς παραμένετε αδρανείς. Είναι, προφανώς, μια ηθική και πολιτική νίκη έναντι του Ελληνισμού και των χριστιανών», επισημαίνει, που ενέχει κι ένα σαφές μήνυμα συνέγερσης και ηγεμονισμού προς τους μουσουλμάνους.
Αρνητικό τετελεσμένο
Ταυτόχρονα, η μετατροπή ενός μοναδικού μνημείου παγκόσμιας ιστορικής κληρονομιάς, όπως η Αγία Σοφία, σε τζαμί, πέρα από την αυτόδηλη και αφ’ εαυτής σημασία της, αποτελεί ένα εξαιρετικά ανησυχητικό, αρνητικό προηγούμενο στο πλαίσιο του βίαιου και εξαναγκαστικού προσπολιτισμού που ασκούν ορισμένες αναθεωρητικές ιστορικές δυνάμεις, επικαλούμενες την πολιτισμική και θρησκευτική τους «ανωτερότητα» ή τα «αυταπόδεικτα» εθνικά τους δικαιώματα, σε βάρος μνημείων οικουμενικής αξίας, με αναπαλλοτρίωτους συμβολισμούς για ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Τον κίνδυνο αυτό επισημαίνει με δηλώσεις του στη «Σημερινή» ο Πρόεδρος της Βυζαντινολογικής Εταιρείας και μέλος της δικοινοτικής τεχνικής επιτροπής για τον Πολιτισμό, Ανδρέας Φούλιας, τονίζοντας πως, στο πλαίσιο της ακραία επιθετικής, σε όλα τα επίπεδα – μη εξαιρουμένου του πολιτισμικού και ιδεολογικού – πολιτικής που ακολουθεί το καθεστώς Ερντογάν, θα πρέπει να αναμένεται ότι, μια τέτοιας ιστορικής σημασίας απόφαση, θα έχει ευρύτερες επιπτώσεις στην εν γένει αντιμετώπιση και των υπολοίπων μη ισλαμικών και οθωμανικών μνημείων στην Τουρκία, αλλά και στα κατεχόμενα από την Τουρκία κυπριακά εδάφη.
Άλλωστε, πριν από την προχθεσινή προκλητική απόφαση, η τουρκική ατζέντα της ισλαμοποίησης περιελάμβανε τη μετατροπή σε τεμένη και άλλων ναών αφιερωμένων στην Αγία του Θεού Σοφία, όπως της Τραπεζούντας, της Νικαίας Βιθυνίας και της Αδριανουπόλεως, καθώς και τη μετατροπή, εκ νέου, σε τζαμί της ιστορικής μονής του Στουδίου στην Κωνσταντινούπολη (ίδε κατωτέρω) .
Πειστικό προανάκρουσμα, βεβαίως, για την προχθεσινή εξέλιξη, είναι η απόφαση του τουρκικού Συμβουλίου της Επικρατείας στα τέλη του 2019, για μετατροπή σε τέμενος της περίφημης Μονής της Χώρας, γνωστής σήμερα ως Καριγιέ Τζαμί, η οποία από το 1958 λειτουργούσε ως μουσείο, το προεδρικό διάταγμα για την οποία υπέγραψε επίσης προχθές ο Ερντογάν.
«Εκτιμώ», σημείωσε ο κ. Φούλιας, «ότι, ενδεχομένως, υπό την επήρεια μιας τέτοιας απόφασης, θα υπάρξουν αλυσιδωτές παρενέργειες και για άλλα χριστιανικά μνημεία, τόσο στην ίδια την τουρκική επικράτεια, όσο και στην κατεχόμενη Κύπρο, καθώς», όπως εξήγησε, «η Αγία Σοφία δεν αποτελεί ένα οποιοδήποτε μνημείο, αλλά την κορωνίδα ή τη ναυαρχίδα, αν θέλετε, του βυζαντινού και ορθόδοξου πολιτισμού. Υπό αυτήν την έννοια, θεωρώ ότι τίθενται εν απειλή και άλλα ιστορικά χριστιανικά μνημεία, αφού η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί θα αποτελέσει ένα ιστορικά επικίνδυνο τετελεσμένο».
Επιπρόσθετα, σημειώνει, θα πρέπει να κατανοήσουμε και την ευρύτερη σημασία μιας τέτοιας απόφασης, αφού, δι’ αυτής αίρεται μια ιστορική επιλογή του Κεμάλ Ατατούρκ και σηματοδοτείται, καίρια, η στροφή προς το Ισλάμ και τον νεο-οθωμανισμό, η οποία, προφανώς έχει και άλλες εξίσου επικίνδυνες επεκτατικές προεκτάσεις.
Ατέλειωτος ο κατάλογος της ισλαμοποίησης
Όπως αναφέρει ο κ. Φούλιας, ήδη το τουρκικό κράτος έχει μετατρέψει τη μεγάλη πλειοψηφία των χριστιανικών μνημείων σε τζαμιά, συμπεριλαμβανομένου του ιστορικού ναού των Αγίων Αποστόλων στην Πόλη, του δεύτερου σημαντικότερου ορθόδοξου μνημείου μετά την Αγία Σοφία στην Τουρκία, ο οποίος κατεδαφίστηκε για να ανεγερθεί στη θέση του το Φατίχ Τζαμί (Τζαμί του Πορθητή). Εκεί βρίσκονταν οι τάφοι πολλών ενδόξων αυτοκρατόρων, όπως του Κωνσταντίνου, του Ιουστινιανού κ.ά.
Άλλο ιστορικό ορθόδοξο μνημείο που για πολιτικούς λόγους έχει μετατραπεί σε τέμενος είναι ο ναός της Αγίας Σοφίας στην Τραπεζούντα, ενώ την ίδια τύχη είχε και η περίφημη μονή του Στουδίου στην Κωνσταντινούπολη, ένα από τα σπουδαιότερα μοναστήρια και πνευματικά κέντρα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και της Πόλης, αφιερωμένο στον Άγιο Ιωάννη Βαπτιστή, από το οποίο εξήλθαν σημαντικοί αξιωματούχοι της Αυτοκρατορίας, Πατριάρχες και λόγιοι. Η μονή μετατράπηκε σε οθωμανικό τέμενος το 1481, γνωστό σήμερα ως Ιμραχόρ Τζαμί (İmrahor Camii – Τζαμί του Ιπποτρόφου). Κάηκε δύο φορές, η πρώτη το 1782 και η δεύτερη το 1920, ενώ το 1894 επλήγη από σεισμό. Το 2013 το υπουργικό συμβούλιο της Τουρκίας αποφάσισε να ανακαινιστεί και να μετατραπεί και πάλι σε τζαμί.
Άλλα σημαντικά ορθόδοξα μνημεία της Πόλης, που μετατράπηκαν σε τεμένη, όπως μας πληροφορεί ο κ. Φούλιας, είναι ο ναός της Παμμακάριστου, που μετατράπηκε στο Fethiye Camii, η μονή Παντοκράτορος, που έγινε Zeyrek Camii, ο ναός των Αγίου Σεργίου και Βάκχου, που έγινε Kucuk Agia Sofia, ο ναός του Αγίου Θεοδώρου, που έγινε Kilise Camii, και πολλά άλλα. Και όλα αυτά, μόνο στην Κωνσταντινούπολη.
Καταλήγοντας, ο κ. Φούλιας επισημαίνει ότι υπάρχει και μια ευάριθμη σειρά μνημείων που δεν καταστράφηκαν ούτε έγιναν τεμένη, καθώς αναδιαμορφώθηκαν για άλλες χρήσεις, όπως ο ιστορικός ναός της Αγίας Ειρήνης παρά την Αγία Σοφία, ο οποίος είχε μετατραπεί σε στρατόπεδο των Γενιτσάρων.
Σημερινή
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
